Τετάρτη 6 Μαΐου 2020

César Aira x 16: Cómo me hice monja [απόσπασμα]


Σέσαρ Άιρα

Πώς έγινα καλόγρια

1

Η ιστορία μου, η ιστορία του «Πώς έγινα καλόγρια», ξεκίνησε πολύ νωρίς στη ζωή μου. Μόλις είχα κλείσει τα έξι. Η αρχή έχει σημαδευτεί από μια ζωηρή ανάμνηση, που μπορώ να ανασυνθέσω με την παραμικρή λεπτομέρεια. Πριν από αυτό δεν υπάρχει τίποτα. Ύστερα, όλα συνέχισαν να αποτελούν μία και μοναδική ζωηρή ανάμνηση, συνεχή και αδιάλειπτη, η οποία περιλαμβάνει και τα διαστήματα του ύπνου, ώσπου ενδύθηκα το μοναχικό σχήμα.

Είχαμε μετακομίσει στο Ροσάριο. Τα πρώτα έξι μου χρόνια τα είχαμε περάσει ο μπαμπάς, η μαμά κι εγώ σε ένα χωριό στην επαρχία του Μπουένος Άιρες, από το οποίο δεν έχω διατηρήσει καμία ανάμνηση και στο οποίο δεν ξαναγύρισα ποτέ: το Κορονέλ Πρίνγκλες. Η μεγάλη πόλη (έτσι φάνταζε το Ροσάριο σε κάποιον που ερχόταν από εκεί που είχαμε έρθει εμείς) μας έκανε τεράστια εντύπωση. Στον πατέρα μου δεν πήρε πάνω από δύο μέρες για να εκπληρώσει μια υπόσχεση που μου είχε δώσει: να με πάει για παγωτό. Θα ήταν το πρώτο μου, καθώς στο Πρίνγκλες παγωτά δεν υπήρχαν. Αυτός, που στα νιάτα του είχε γνωρίσει πολιτείες και πολιτείες, μου είχε εκθειάσει πολλές φορές αυτή τη λιχουδιά, που τη θυμόταν απολαυστική και εορταστική, αν και δεν έβρισκε λέξεις κατάλληλες για να αποδώσει τη μαγεία της. Μου το είχε περιγράψει, με εξαιρετική ακρίβεια, σαν κάτι που ο αμύητος δεν μπορούσε να φανταστεί, κι αυτό είχε σταθεί αρκετό για να ριζώσει το παγωτό στο παιδικό μυαλό μου και να μεγαλώσει τόσο εκεί μέσα, ώστε να πάρει μυθικές διαστάσεις.

Πήγαμε περπατώντας μέχρι ένα παγωτατζίδικο που είχαμε εντοπίσει την προηγούμενη μέρα. Μπήκαμε μέσα. Εκείνος ζήτησε ένα των πενήντα λεπτών με φιστίκι, κρέμα αμερικάνα και κουμκουάτ με ουίσκι, ενώ για μένα ένα των δέκα, με φράουλα. Το ροζ χρώμα με ενθουσίασε. Ήμουν θετικά προδιατεθειμένη. Τον υπεραγαπούσα τον μπαμπά μου. Λάτρευα οτιδήποτε προερχόταν από εκείνον. Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι στο πεζοδρόμιο κάτω από τα δέντρα που είχε τότε το κέντρο του Ροσάριο: πλατάνια. Παρατήρησα πώς το έκανε ο μπαμπάς, ο οποίος σε δευτερόλεπτα εξαφάνισε το πάνω μέρος της πράσινης μπάλας. Γέμισα το κουταλάκι με υπέρμετρη προσοχή και το έφερα στο στόμα.

Αμέσως μόλις τα πρώτα σωματίδια έλιωσαν στη γλώσσα μου ένιωσα άρρωστη από αηδία. Ποτέ δεν είχα δοκιμάσει κάτι τόσο σιχαμερό. Στο φαγητό ήμουν κάπως δύσκολο παιδί και η φαρσοκωμωδία της αηδίας δεν είχε μυστικά για μένα άμα δεν ήθελα να φάω· ωστόσο αυτό ξεπερνούσε οποιαδήποτε εμπειρία μου μέχρι τότε· οι χειρότερες υπερβολές μου, ακόμα κι αυτές που δεν είχα ποτέ επιτρέψει στον εαυτό μου, δικαιολογούνταν και με το παραπάνω. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου σκέφτηκα να προσποιηθώ. Ο μπαμπάς είχε κάνει τόση προσπάθεια να μου δώσει χαρά, πράγμα τόσο σπάνιο για εκείνον, έναν άνθρωπο απόμακρο, βίαιο, χωρίς προφανείς τρυφερότητες, ώστε μου φάνηκε αμαρτία να πετάξω στα σκουπίδια αυτή την ευκαιρία. Πέρασε από το μυαλό μου η απεχθής εναλλακτική να καταπιώ όλο το παγωτό, μόνο και μόνο για να τον ευχαριστήσω. Μια δαχτυλήθρα ήταν, ένα μικροσκοπικό κυπελάκι, για μωρά, τώρα όμως μου φαινόταν ένας τόνος.

Δεν ξέρω αν ο ηρωισμός μου θα έφτανε μέχρι εκεί, όμως δεν μπόρεσα καν να το δοκιμάσω. Η πρώτη κουταλιά είχε ζωγραφίσει στο πρόσωπό μου έναν ακούσιο μορφασμό αηδίας που εκείνος ήταν αδύνατο να μην παρατηρήσει. Ήταν ένας μορφασμός σχεδόν υπερβολικός, που συνδύαζε τη φυσιολογική αντίδραση με το ψυχικό της ταίρι, την απογοήτευση, το φόβο, και μια τραγική θλίψη επειδή δεν μπορούσα να ακολουθήσω τον μπαμπά ούτε καν σε αυτό το μονοπάτι των απολαύσεων. Θα ήταν ανόητο να προσπαθήσω να το κρύψω. Ούτε και σήμερα θα μπορούσα να το κάνω, γιατί αυτός ο μορφασμός δεν έχει σβηστεί από το πρόσωπό μου.

«Τι σου συμβαίνει;»

Στον τόνο του υπήρχαν ήδη όλα όσα θα ακολουθούσαν.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, το κλάμα δεν θα με είχε αφήσει να του απαντήσω. Είχα πάντα τα δάκρυα έτοιμα στην άκρη των ματιών μου, όπως τόσα υπερευαίσθητα παιδιά. Όμως μια παλινδρόμηση της απαίσιας γεύσης που μου είχε κατέβει ως το λαιμό και τώρα επέστρεφε σαν καμτσικιά, με ηλέκτρισε ξαφνικά.

«Μπχχχ…»

«Τι;»

«Είναι… απαίσιο».

«Είναι τι;»

«Απαίσιο!» τσίριξα απελπισμένη.

«Δεν σου αρέσει το παγωτό;»

Θυμήθηκα ότι στο δρόμο μού είχε πει ανάμεσα σε άλλα πράγματα φορτισμένα με μια ευχάριστη προσδοκία: «Για να δούμε αν θα σου αρέσει το παγωτό». Σίγουρα το έλεγε θεωρώντας δεδομένο ότι δεν μπορούσε παρά να μου αρέσει. Σε ποιο παιδί δεν αρέσει; Υπάρχουν κάποιοι που, ενήλικες πια, θυμούνται τα παιδικά τους χρόνια σαν μια συνεχή επιθυμία για παγωτό και σχεδόν τίποτε άλλο. Γι’ αυτό τώρα η ερώτησή του είχε μια χροιά δύσπιστης μοιρολατρίας, σαν να έλεγε: «Δεν μπορώ να το πιστέψω, ακόμα και σ’ αυτό έπρεπε να με απογοητεύσεις;»

Είδα να σχηματίζονται στα μάτια του η οργή και η περιφρόνηση, όμως προς στιγμήν συγκρατήθηκε. Αποφάσισε να μου δώσει άλλη μια ευκαιρία.

«Φά’ το. Είναι ωραίο», είπε, και για να το αποδείξει, έφερε στο στόμα του μια γεμάτη κουταλιά από το δικό του.

Εγώ δεν μπορούσα πια να υποχωρήσω. Ήμουν καταδικασμένη. Κατά κάποιο τρόπο δεν ήθελα να υποχωρήσω. Ήταν φανερό ότι ο μοναδικός δρόμος για μένα, εδώ που είχαμε φτάσει, ήταν να δείξω στον μπαμπά ότι αυτό που κρατούσα στα χέρια μου ήταν αίσχος. Κοίταξα με τρόμο το ροζ του παγωτού. H φαρσοκωμωδία έσκαγε μύτη και στην πραγματικότητα. Ακόμα χειρότερα: η φαρσοκωμωδία μετατρεπόταν σε πραγματικότητα, μπροστά μου, μέσα από εμένα. Ένιωσα ίλιγγο αλλά δεν μπορούσα να κάνω πίσω.

«Είναι απαίσιο! Σίχαμα!» Θέλησα να γίνω υστερική: «Ξέρασμα!»

Δεν είπε τίποτα. Κοίταζε το κενό μπροστά του και έτρωγε βιαστικά το παγωτό του. Γι’ άλλη μια φορά είχα αστοχήσει. Άλλαξα το ύφος μου με αμήχανη βιασύνη.

«Είναι πικρό», είπα.

«Όχι, είναι γλυκό», απάντησε με μια συγκρατημένη γλυκύτητα γεμάτη απειλή.

«Είναι πικρό!» ούρλιαξα.

«Είναι γλυκό».

«Είναι πικρό!!!»

Ο μπαμπάς είχε ήδη παραιτηθεί από κάθε ικανοποίηση που θα μπορούσε να περιμένει από την έξοδό μας, από τη μύηση στην κοινωνία των απολαύσεων, από τη συντροφικότητα. Αυτό τώρα έμπαινε στο περιθώριο, και πόσο αφελές εκ μέρους του –πρέπει να σκεφτόταν– που πίστεψε ότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν! Παρ’ όλα αυτά, και μόνο για να κάνει την ίδια του την πληγή ακόμα βαθύτερη, βάλθηκε να με πείσει για το λάθος μου. Ή να πείσει τον εαυτό του ότι εγώ ήμουν το λάθος του.

«Είναι μια πολύ γλυκιά κρέμα με γεύση φράουλα, πάρα πολύ ωραία».

Εγώ κουνούσα αρνητικά το κεφάλι.

«Όχι; Και τότε τι γεύση έχει;»

«Είναι φρικτό!»

«Εμένα μου φαίνεται πολύ νόστιμο», είπε ατάραχος και καταβρόχθισε άλλη μια κουταλιά. Η ηρεμία του με τρόμαζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Προσπάθησα να συμβιβάσω τα πράγματα δια της πλαγίας οδού, κάτι που συνήθιζα πολύ:

«Δεν ξέρω πώς μπορεί να σου αρέσει αυτή η αηδία» –προσπάθησα να δώσω στα λόγια μου μια υποψία θαυμασμού.

«Τα παγωτά αρέσουν σε όλον τον κόσμο», είπε κοκκινίζοντας από οργή. Η μάσκα της υπομονής έπεφτε και δεν ξέρω πώς δεν είχα βάλει ακόμη τα κλάματα. «Σε όλον τον κόσμο εκτός από σένα, που είσαι και πολύ βλαμμένο».

«Όχι, μπαμπά, σου ορκίζομαι…!»

«Φάε το παγωτό». Ψυχρός, κατηγορηματικός. «Γι’ αυτό σ’ το αγόρασα, βλαμμένο».

«Μα δεν μπορώ…!»

«Φά’ το. Δοκίμασέ το. Ούτε που το δοκίμασες».

Ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια μου καθώς αμφισβητούνταν η ειλικρίνειά μου (θα έπρεπε να είμαι τέρας για να πω ψέματα από καπρίτσιο) δήλωσα:

«Σου ορκίζομαι πως είναι φρικτό!»

«Σιγά μην είναι φρικτό! Δοκίμασέ το!»

«Το δοκίμασα! Δεν μπορώ!»

Κάτι σκέφτηκε και επανήλθε πιο συγκαταβατικός:

«Ξέρεις τι νομίζω ότι φταίει; Μάλλον σε πείραξε το κρύο. Όχι η γεύση του, αλλά το πόσο κρύο είναι. Όμως θα συνηθίσεις αμέσως και θα δεις τι ωραίο που είναι».

Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Ήθελα να πιστέψω σε αυτή την πιθανότητα, που εγώ δεν θα τη σκεφτόμουν ούτε σε χίλια χρόνια. Κατά βάθος όμως ήξερα ότι δεν άξιζε τον κόπο. Δεν ήταν έτσι. Εγώ συνήθως δεν έπινα τίποτα παγωμένο (δεν είχαμε ψυγείο), αλλά είχα δοκιμάσει και ήξερα καλά ότι δεν επρόκειτο γι’ αυτό. Ακόμα κι έτσι, πιάστηκα από κει. Πήρα με μεγάλη προσοχή μια σταλιά παγωτό στη μύτη του κουταλιού και το έφερα μηχανικά στο στόμα μου.

        Αποδείχτηκε χίλιες φορές πιο αηδιαστικό από την προηγούμενη φορά. Θα το είχα φτύσει, αν ήξερα πώς να το κάνω. Ποτέ δεν έμαθα να φτύνω μακριά. Μου έτρεξε από τις γωνίες του στόματός μου.

        Ο μπαμπάς είχε παρακολουθήσει κάθε μια από τις κινήσεις μου με την άκρη του ματιού του, χωρίς να σταματήσει να τρώει το παγωτό του με μεγάλες κουταλιές. Οι τρεις διαφορετικού χρώματος μπάλες εξαφανίζονταν ταχύτατα. Με το κουταλάκι πατίκωσε το παγωτό αφήνοντάς το στο ίδιο επίπεδο με το χείλος του γκοφρετένιου κύπελου. Και τότε άρχισε να το τρώει. Εγώ δεν ήξερα ότι αυτά τα κυπελάκια τρώγονται και μου φάνηκε σαν μια έκδηλη βαρβαρότητα που ξεπερνούσε τα όρια του τρόμου μου. Άρχισα να τρέμω. Αισθάνθηκα να μου ανεβαίνουν δάκρυα στα μάτια. Μου μίλησε με το στόμα γεμάτο:

«Δοκίμασέ το καλά, ηλίθιο! Μια γερή δόση για να μπορέσεις να νιώσεις τη γεύση».

«Μ… Μα…»

Τελείωσε το δικό του. Πέταξε το κουταλάκι στο δρόμο. Θαύμα που δεν το έφαγε κι αυτό, σκέφτηκα. Με τα χέρια ελεύθερα, γύρισε προς το μέρος μου και κατάλαβα πως ερχόταν το τέλος του κόσμου.

«Φά’ το επιτέλους! Δεν βλέπεις ότι λιώνει;»

Πράγματι, η μπάλα του παγωτού γινόταν ρευστή και κάτι ροζ ρυάκια ξεχείλιζαν από το κυπελάκι κι έσταζαν πάνω στο χέρι και το μπράτσο μου, και πάνω στα αδύνατα πόδια μου κάτω από το κοντό μου παντελονάκι. Αυτό με ακινητοποίησε οριστικά. Η αγωνία μου αυξανόταν εκθετικά. Το παγωτό μού φαινόταν σαν το πιο απάνθρωπο όργανο βασανιστηρίου που είχε εφευρεθεί. Ο μπαμπάς μού άρπαξε το κουταλάκι από το άλλο χέρι και το κάρφωσε στη φράουλα. Το σήκωσε καλά γεμάτο και το πλησίασε στο στόμα μου. Η μοναδική μου άμυνα θα ήταν να το κλείσω και να μην το ξανανοίξω ποτέ. Αλλά δεν μπορούσα. Το άνοιξα, ολοστρόγγυλο, και το κουταλάκι εισχώρησε. Τοποθετήθηκε στη γλώσσα μου.

«Κλείσε».

Το έκανα. Τα δάκρυα μού θόλωναν κιόλας τα μάτια. Καθώς πίεσα τη γλώσσα μου στον ουρανίσκο και ένιωσα το παγωτό να λιώνει, ένα αναφιλητό συγκλόνισε όλο μου το σώμα. Δεν έκανα τις κινήσεις της κατάποσης. Με πλημμύριζε η αηδία, έσκαγε στον εγκέφαλό μου σαν αστραπή. Άλλη μια παραφορτωμένη κουταλιά ήταν καθ’ οδόν. Άνοιξα το στόμα. Είχα ήδη βάλει τα κλάματα. Ο μπαμπάς μού έβαλε το κουταλάκι στο άλλο χέρι.

«Συνέχισε εσύ».

Πνίγηκα, έβηξα, και άρχισα να κλαίω γοερά.

«Τώρα γίνεσαι ιδιότροπος. Μου το κάνεις επίτηδες».

«Όχι, μπαμπά!» τραύλισα με τρόπο ακατάληπτο που ακούστηκε κάτι σαν: «μπ…μπ…ο…μπα…ό…χι…μπα».

«Δεν σου αρέσει; Ε; Δεν σου αρέσει; Το βλέπεις ότι είσαι βλαμμένο;» Έκλαψα. «Απάντησέ μου. Αν δεν σου αρέσει δεν υπάρχει πρόβλημα. Το παίρνει ο διάολος και τέρμα».

Το έλεγε σαν όντως να ήταν μια λύση. Το χειρότερο όμως ήταν ότι, επειδή ο μπαμπάς είχε φάει το παγωτό του τόσο γρήγορα, η γλώσσα του είχε μουδιάσει και μιλούσε με έναν τρόπο που δεν είχα ξανακούσει, με μια αδεξιότητα που τον έκανε να φαίνεται πιο άγριος, πιο ακατανόητος και πολύ πιο τρομακτικός. Πίστευα ότι αυτό που σκλήραινε τη γλώσσα του ήταν η οργή.

«Πες μου γιατί δεν σου αρέσει. Σε όλους αρέσει εκτός από σένα. Πες μου το λόγο».

Όλως παραδόξως, κατάφερα να μιλήσω· είχα όμως τόσο λίγα να πω.

«Γιατί είναι απαίσιο».

«Όχι, δεν είναι απαίσιο. Εμένα μου αρέσει».

«Εμένα όχι», κλαψούρισα.

Με άρπαξε από το μπράτσο και οδήγησε το χέρι μου μαζί με το κουταλάκι μέχρι το παγωτό.

«Φά’ το και φεύγουμε. Γι’ αυτό δεν σ’ έφερα εδώ;»

«Μα δεν μου αρέσει! Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ…»

«Εντάξει, λοιπόν. Δεν θα σου ξαναπάρω ποτέ παγωτό. Αυτό εδώ όμως θα το φας».

Έπιασα το κουταλάκι μηχανικά. Και μόνο στη σκέψη ότι το μαρτύριο αυτό θα συνεχιζόταν, αισθανόμουν να καταρρέω. Δεν είχα πια θέληση. Έκλαιγα ειλικρινά, απροκάλυπτα. Ευτυχώς ήμαστε μόνοι. Τουλάχιστον ο μπαμπάς απέφυγε το ρεζιλίκι. Είχε σωπάσει, ήταν ακίνητος. Με κοιτούσε με την ίδια βαθιά, μέσα από τα φυλλοκάρδια του, απέχθεια που αισθανόμουν και εγώ για το φραουλένιο μου παγωτό. Ήθελα να του πω κάτι, όμως δεν ήξερα τι. Ότι το παγωτό δεν μου άρεσε; Του το είχα ήδη πει. Ότι η γεύση του ήταν αηδιαστική; Κι αυτό του το είχα πει, αλλά δεν άξιζε καν τον κόπο να το πω, αφού και που το είπα, ακόμα μέσα μου έμενε, δεν μπορούσα να του το μεταφέρω. Γιατί εκείνου του άρεσε, του φαινόταν θεσπέσιο. Τα πάντα ήταν ανέφικτα, για πάντα. Το κλάμα με τσάκισε, με κομμάτιασε. Και δεν ήλπιζα σε κανενός είδους παρηγοριά. Καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορούσε να εξηγήσει την κατάσταση. Ούτε εκείνος μπορούσε να μου πει πόσο με περιφρονούσε, πόσο με μισούσε. Αυτή τη φορά, το είχα παρατραβήξει. Τα λόγια του δεν θα με άγγιζαν.


Η ομαδική μετάφραση της νουβέλας του Σέσαρ Άιρα είναι ιδέα και προϊόν εγκλεισμού. Με πρωτοβουλία της Μαρίας Αθανασιάδου (δεν θα της το συγχωρήσουμε ποτέ...) μαζευτήκαμε, τρόπος του λέγειν, 16 μεταφράστριες και μεταφραστές, το Μάρτιο του 2020, και παιδευτήκαμε, εξ αποστάσεως αλλά πάντα μαζί, με τον Σέσαρ Άιρα και την… καλόγριά του μέχρι το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Κατά αλφαβητική σειρά: Μαρία Αθανασιάδου, Κωνσταντίνα Γερασίμου, Αναστασία Γιαλαντζή, Μαρία Ζαγγίλη, Μαρία Καλουπτσή, Μαρία Καραλή, Κανέλλα Λιακοπούλου, Νίκος Μανουσάκης, Αλίκη Μανωλά, Χρυσούλα Ξένου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αγγελική Παλασοπούλου, Στέλλα Σουφλέρη, Σοφία Φερτάκη, Ναταλί Φύτρου, Σταύρος Χατζής. 
    Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει εντός του 2021 από τις εκδόσεις Carnívora

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΩΝ/ΣΤΩΝ:


Μαρία Αθανασιάδου. Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, απόφοιτος του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Πολιτισμού του ΕΑΠ και κάτοχος Master στην Λογοτεχνία της Ισπανίας και Λατινικής Αμερικής από το Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης. Εκτός της Ισπανικής γνωρίζει επίσης την Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική και Ιταλική. Είναι εταίρος στη δικηγορική εταιρεία «Ελένη Γ. Παπακωνσταντίνου και Συνεργάτες» και ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα. Από το 1990 μέχρι και σήμερα συμμετέχει αδιαλείπτως σε σεμινάρια και εργαστήρια ισπανικής γλώσσας, ισπανόφωνης λογοτεχνίας και μετάφρασης. Συμμετέχει στη συλλογική μετάφραση στα ελληνικά της συλλογής μικροδιηγημάτων του Χ. Χ. Μουνιόθ Ρενχέλ, Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Opera (2019).

Κωνσταντίνα Γερασίμου. Γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στη Νέα Μάκρη. Το αντισυμβατικό της πνεύμα και η συμβατική εργασία σε πολυεθνική εταιρεία την οδήγησαν σε μονοπάτια αναζήτησης. Μια καλή διέξοδος ήταν η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας. Τα ιταλικά ήταν η πρώτη της επιλογή, αλλά η γνώμη της παρέας ήταν καθοριστική: ισπανικά. Τύχη ή πεπρωμένο; Μετά από 5 χρόνια στο Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών του ΕΚΠΑ, αποφασίζει το 2011 να σπουδάσει Ισπανική Γλώσσα και Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Από το 2018 παραδίδει μαθήματα ισπανικής γλώσσας και το 2020, με μια μικρή «ώθηση», μπήκε στον κόσμο της συλλογικής μετάφρασης, υπό την εποπτεία του μεταφραστή και «παντοτινού» καθηγητή της, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Αναστασία Γιαλαντζή. Απόφοιτος Γερμανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, με ειδίκευση στη μετάφραση, και Ισπανικής Γλώσσας & Πολιτισμού του ΕΑΠ. Κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημιουργική Γραφή (ΕΑΠ).  Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει σε εργαστήρια ομαδικής λογοτεχνικής μετάφρασης του Abanico, σε έργα των Νέουμαν, Χιρόντο, Αρλτ μεταξύ άλλων. Μαζί με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο συντόνισε το εργαστήριο ομαδικής μετάφρασης στα ελληνικά του Βιβλίου των μικρών θαυμάτων του Χ. Χ. Μουνιόθ Ρενχέλ (Opera, 2019). Έχει μεταφράσει ποιήματα της Λόλα Μασκαρέλ για το Φεστιβάλ ΛΕΑ, ενώ τελευταία δοκιμάζεται στη συγγραφή διηγημάτων και στην ποίηση, αναζητώντας τη χαραμάδα από όπου το φανταστικό εισβάλει στην πραγματικότητα.

Μαρία Ζαγγίλη. Απόφοιτος του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ (για λόγους που ακόμα αναζητάει η επιστήμη…) και του τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας του ΕΚΠΑ. Τακτική θαμώνας εργαστηρίων μετάφρασης και μέλος της μεταφραστικής ομάδας της συλλογής ποιημάτων του Oliverio Girondo, Είκοσι ποίηματα για να διαβαστούν στο τραμ, (Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2017) και της συλλογής μικροδιηγημάτων του Juan Jacinto Muñoz Rengel, Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων, (Εκδόσεις Opera, 2019). Μιλάει Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά και Ιταλικά, και χορεύει, υπέροχα, αργεντίνικα τάνγκο. Λατρεύει τα παραμύθια και ελπίζει να καταφέρει να επιστρέψει κάποια στιγμή στο δικό της από όπου το έσκασε όταν ήταν 6 χρονών.

Μαρία Καλουπτσή. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στο ΑΠΘ και Ισπανική Γλώσσα και Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Ασχολείται με τη διδασκαλία των ισπανικών. Είναι υποψήφια διδάκτορας με κύριο ερευνητικό ενδιαφέρον την ισπανοαμερικάνικη λογοτεχνία. Μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά ΦρέαρΤο Κοράλλι και Ερατώ. Συμμετέχει σε συλλογικές μεταφράσεις δημοσιευμένες στο ιστολόγιο Ιστορίες Μπονζάι, καθώς και στις ομαδικές μεταφράσεις του θεατρικού του Φ. Γκαρθία Λόρκα, Δόνια Ροσίτα η Γεροντοκόρη (Τμήμα Ιταλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ, Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2018), της συλλογής διηγημάτων του Χ. Χ. Μουνιόθ Ρενχέλ, Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων (Εκδόσεις Opera, 2019) και της ανθολογίας σύγχρονου ελληνικού μικροδιηγήματος, Proyecto GreQuerías (Paleologos και Lucena, EDA Libros, 2020).

Μαρία Καραλή (Αθήνα). Μαία - Μεταφράστρια. Σπούδασε Μαιευτική. Κατόπιν σπούδασε στο Μεταφραστικό του Γαλλικού Ινστιτούτου (IFA). Εάν πιστέψουμε όσους ασχολούνται με τα ζώδια, ότι, δηλαδή, μεγαλώνοντας γίνεσαι ο ωροσκόπος σου... τότε εκείνη γίνεται περισσότερο μεταφράστρια παρά μαία. Απόφοιτη του Τμήματος Ισπανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ (για να συνεχίσει στη μεγάλη της αγάπη, τη μετάφραση, πλέον κυρίως από τα ισπανικά). Μετά από διετές σεμινάριο μετάφρασης από τα ισπανικά  (Abanico) συνεχίζει συμμετέχοντας σε εργαστήρια ομαδικής μετάφρασης, εκπληρώνοντας έτσι αργά, μα σταθερά, την ανάγκη για επικοινωνία που σημαίνει η μετάφραση και έχοντας παρέα κείμενα όλη μέρα (σαν αποσκευή στο μυαλό) στα δύσκολα και στα εύκολα.

Κανέλλα Λιακοπούλου. Γεννήθηκε και εργάζεται στην Αθήνα. Απόφοιτος της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ και κάτοχος Μεταπτυχιακών Διπλωμάτων της ίδιας Σχολής στο Αστικό και Εμπορικό Δίκαιο. Ασκεί δικηγορία και εργάζεται στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της ΕΤΕ. Τα αδυσώπητα ωράρια της δικηγορίας (αυτής που τόσο ονειρευόταν) αποτρέπουν την ενασχόλησή της με διδακτορικές σπουδές. Ωστόσο, ξορκίζει το «κακό» της εργασιοπληξίας με τέχνη, ταξίδια και διάβασμα. Η αγάπη της για τον ισπανόφωνο πολιτισμό και τα ταξίδια στην Ιβηρική την οδήγησαν στην εκμάθηση της Ισπανικής. Γνωρίζει επίσης την Αγγλική. Τα τελευταία χρόνια, επ’ αφορμή του καθηγητή της Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, συμμετέχει δειλά δειλά σε εργαστήρια λογοτεχνικής μετάφρασης. Λατρεύει την Κρήτη.

Νίκος Μανουσάκης. Μαθηματικός (ΕΚΠΑ), ΜSc στην Πληροφορική, διδάκτορας ΕΜΠ. Μετά από ένα ταξίδι στο Μεξικό αποφάσισε να μάθει Ισπανικά για να διαβάζει ποίηση και λογοτεχνία από το πρωτότυπο – ευτυχώς για τους μεταφραστές, δεν σκέφτονται όλοι έτσι. Άργησε 20 χρόνια να ξεκινήσει. Από το 2010 στις τάξεις και στο σπίτι μαθαίνει, γράφει, σχολιάζει, ψάχνει, ακούει και κυρίως ευχαριστιέται μέσα από την επαφή με την ισπανική γλώσσα και λογοτεχνία, και φυσικά την κουλτούρα και τον πολιτισμό των ισπανόφωνων χωρών. Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει σε εργαστήρια συλλογικής μετάφρασης στο Abanico υπό την καθοδήγηση του «συλλογικού» νου και των εξαιρετικών δασκάλων Κ. Παλαιολόγου και Ν. Πρατσίνη.

Αλίκη Μανωλά (Αθήνα). Σπούδασε Δραματική Τέχνη στη σχολή Διομήδη Φωτιάδη και, όπως κάθε ηθοποιός που σέβεται τον εαυτό της, ακολούθησε λαμπρή σταδιοδρομία στο χώρο της εστίασης. Το ανήσυχο πνεύμα της και μια διάθεση για στροφή στην καριέρα, την οδήγησε στο να σπουδάσει Ισπανική Γλώσσα και Πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ), πράγμα που με τη σειρά του την οδήγησε στη μετάφραση. Από το 2018 συμμετέχει σε συλλογικές μεταφράσεις υπό την εποπτεία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και του Νίκου Πρατσίνη. Από το 2010 ως το 2018 την είχαν απαγάγει εξωγήινοι γι’ αυτό και δεν έχει να επιδείξει έργο για το συγκεκριμένο διάστημα.

Χρυσούλα Ξένου (Αθήνα, 1973). Είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής και του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας & Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και κάτοχος Master στο Εργατικό Δίκαιο. Απασχολήθηκε επί εικοσαετία στη Δ/νση Ανθρώπινου Δυναμικού της εταιρίας ΟΤΕ Α.Ε., ενώ σήμερα εργάζεται ως δικαστικός υπάλληλος. Έχει συμμετάσχει σε εργαστήρια λογοτεχνικής μετάφρασης και δημιουργικής γραφής στην ισπανική. Έχει μεταφράσει ισπανόφωνη ποίηση στα ελληνικά στο πλαίσιο εργαστηρίων λογοτεχνικής μετάφρασης, που δημοσιεύτηκαν στο Δελτίο του Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης του Ινστιτούτου Θερβάντες της Αθήνας ENTRE-T-LÍNEAS και στο Περιοδικό ’Οροπέδιο. Επίσης, συμμετείχε στην ομαδική μετάφραση της συλλογής μικροδιηγημάτων του Χ. Χ. Μουνιόθ Ρενχέλ, Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων (Εκδόσεις Opera, 2019).

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963 και «δραστηριοποιείται» στη Θεσσαλονίκη. Είναι διδάκτορας Ισπανικής Λογοτεχνίας από το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας (Ισπανία). Εργάζεται ως καθηγητής Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας στο ΑΠΘ με ειδικό αντικείμενο την Ισπανική Λογοτεχνία· είναι επίσης καθηγητής Σύγχρονης Ισπανικής Λογοτεχνίας στο ΕΑΠ και μεταφραστής (Λόρκα, Ουναμούνο, Ντελίμπες, Σάμπατο, Τσίρμπες, Γιαμαθάρες, Πάμιες μεταξύ άλλων). Στις ελεύθερες ώρες του τού αρέσει να διοργανώνει και να συντονίζει εργαστήρια ομαδικής λογοτεχνικής μετάφρασης (Πάρδο Μπαθάν, Νέουμαν, Αρλτ, Χιρόντο, Ερνάντες, Μουνιόθ Ρενχέλ, Εουδάβε) για να μαθαίνει από τις σπουδάστριες και τους σπουδαστές του. Ενίοτε ταλαιπωρεί σε αυτά (και) τον Νίκο Πρατσίνη.

Αγγελική Παλασοπούλου (1974). Ζει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Πολιτισμού του ΕΑΠ.  Γνωρίζει επίσης Αγγλικά και Γαλλικά. Εργάζεται ως μηχανικός στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων. Έχοντας παρακολουθήσει διετές σεμινάριο μετάφρασης από τα ισπανικά με τον Νίκο Πρατσίνη (Abanico), έχει συμμετάσχει σε συλλογικές μεταφράσεις και σε εργαστήρια ομαδικής μετάφρασης  με συντονιστές τους Κωνσταντίνο  Παλαιολόγο, Νίκο Πρατσίνη. Συμμετέχει μεταξύ άλλων στις ομαδικές μεταφράσεις στα ελληνικά: της συλλογής μικροδιηγημάτων του Βιβλίου των μικρών θαυμάτων του Χ. Χ. Μουνιόθ Ρενχέλ, της ανθολογίας ποιημάτων Ενδόμυχα της Δελμίρας Αγουστίνι και των ιστοριών φαντασίας Τερπινοήσεις του Αμπδόν Ουμπίδια.

Στέλλα Σουφλέρη. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και από το Τμήμα Φαρμακευτικής του ΕΚΠΑ. Εργάζεται ως φαρμακοποιός και διατηρεί φαρμακείο στο Γαλάτσι. Μιλάει Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Γερμανικά και Πορτογαλικά και είναι φοιτήτρια του Προγράμματος Ισπανικής Γλώσσας και Πολιτισμού του ΕΑΠ. Έχει συμμετάσχει σε εργαστήρια μετάφρασης του Abanico (συντονιστές Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης) τόσο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ LEA, με την παρουσία των συγγραφέων Χόρχε Φ. Ερνάντες (2016) και Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε (2018), όσο και στη μετάφραση των βιβλίων Ο βασιλιάς του μάμπο-μαριάτσι (Ερνάντες, Ροές, 2019) και Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων (Μουνιόθ Ρενχέλ, Opera, 2019).

Σοφία Φερτάκη. Απόφοιτος του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, Διδακτική της γλώσσας στο International House of London, διετές τμήμα Μετάφρασης του British Council. Εργάστηκα στην Εθνική Τράπεζα και εθελοντικά στο Ελληνικό Παιδικό Μουσείο. Έχει παρακολουθήσει εργαστήρια και σεμινάρια γλώσσας, δημιουργικής γραφής, επιμέλειας κειμένων, λεξικογραφίας, τέχνης, φιλοσοφίας, ινδικής γλώσσας και πολιτισμού. Αφού παρακολούθησε το τμήμα Μετάφρασης στο Abanico με τον Νίκο Πρατσίνη, ξεκίνησε το πολύ όμορφο ταξίδι της συλλογικής μετάφρασης με δασκάλους τον ίδιο και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και νιώθει τυχερή που συμμετείχε στη μετάφραση έργων των συγγραφέων Μπαρόχα, Χιρόντο, Αρλτ, Ρενχέλ, Γκαλδός, Ερνάντες, Βαγιέχο, Αργέδας.

Ναταλί Φύτρου. Γεννήθηκε το 1989 στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά. Από μικρή της άρεσε να ακούει και να διηγείται ιστορίες. Το 2016 μετέφρασε ένα διήγημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο και το έστειλε στον καθηγητή Ισπανικών της. Διατηρεί το μπλογκ universo2666.blogspot.com

Σταύρος Χατζής (1970). Σαλονικιός. Σπουδές στο Γεωλογικό του ΑΠΘ (1989-1996). Erasmus στο Οβιέδο της βόρειας Ισπανίας (Δεκέμβριος 1994 – Μάιος 1995). Μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Οβιέδο, με διπλωματική στην Μικροπαλαιοντολογία (1996-1998). 4 χρόνια κάτοικος Ισπανίας (2 χρόνια στο Οβιέδο, 1 στη Βαγιαδολίδ και 1 στην Ταραγόνα). Σύζυγος ισπανόφωνης (Μεξικανής) και καθηγητής ισπανικών από το 2005. Σπουδές στην Ισπανική Γλώσσα και τον Πολιτισμό του ΕΑΠ (2009-2013), αποφοίτηση ως «άριστος». Μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Ιταλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ (2017-2019) με θέμα διπλωματικής εργασίας τη σχολιασμένη μετάφραση ενός ισπανικού γκράφικ νόβελ (υπεύθυνη καθηγήτρια: Μαρία Λόπεθ Βιγιάλμπα). Ερασιτέχνης μεταφραστής, κάκιστος συγγραφέας βιογραφικών.

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Antonis Paschos: Sector público

Antonis Paschos

Sector público
En la oficina de correos hay una cola de veintitantas personas y una empleada atendiendo. Es el turno de un viejo, «espere». La señora coge el móvil, «corazón, sí, tengo tiempo, dime».
Detrás de ella, otros tres charlan.
Un cura resopla. Un treintañero mueve la cabeza. Soy el último.
La puerta truena. El encapuchado sostiene una pistola.
Cesan las risas, el móvil cae al suelo.
«¡Todo el mundo a las ventanillas!», grita el encapuchado.
Dudan por un momento, acto seguido las cuatro ventanillas se llenan de empleados temblorosos. Me llega olor a meado.
«¡Vamos, gandules!», grita el encapuchado. «¡Atendedles!»
Los clientes acuden tímidamente a las ventanillas. El viejo se marcha, el cura se marcha, el treintañero se marcha. Se oye el murmullo de manos y papeles. Diez minutos después, la oficina de correos se ha vaciado. Escucho sirenas.
El encapuchado se sobresalta. Mira a izquierda y derecha. Me lanza la pistola y desaparece.
La examino.
Todos miran.
Digo para mí: «es falsa…».


Fuente: página web ΠλανόδιονΙστορίες Μπονζάι, 11 de marzo de 2020.

Antonis Paschos, pasó su juventud en Seres y vive en Atenas. Ha publicado cuentos en revistas como Θράκα y Αναγνώστης. Su última publicación es la novela Mετά βίας (editorial BELL, 2019).




Traducción: Nordin Halifi Morales -
Natalia Velasco Urquiza

Revisión: Eduardo Lucena -
Konstantinos Paleologos

Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

Dimosthenis Kambouris: El diferente


Dimosthenis Kambouris

El diferente
Las figuras más peculiares del grupo de la peluquería eran la lesbiana negra de mediana edad, el metalero tetrapléjico, la fumadora de noventa años y la estudiante anémica con retraso mental. También la propia peluquera, que puede que estuviera liada con la negra: regordeta, con carita de niña, gafas de presbicia y pelo gris con trencitas. En su peluquería todo era peculiar, desde el colorido mostrador con espejos torcidos hasta las perchas retro para los abrigos y las revistas de jardinería para la espera. Él, aunque vivía dos barrios más allá, desde que la descubrió en algún paseo sin rumbo de los suyos, metida en un callejón, recorría de buena gana esa distancia de más para cortarse el pelo allí. Le molestaba, sin embargo, que le trataran con vacilación, reticentes, aunque con educación y tacto, como si les perturbara, por una parte, el silencio cómplice y temieran, por otra, disgustarle por algún motivo. Insistía, no obstante, en ir y en tratar de comunicarse, hasta que empezaron a dibujarse sonrisas sinceras cada vez que abría la puerta, y las conversaciones no se detenían. La negra ahora le hablaría con naturalidad de su país, la estudiante con retraso le echaría miraditas y la peluquera se preocuparía si el tratamiento para la pérdida del cabello que le había recomendado no le hubiera hecho efecto. Allí dentro ya no se diferenciaba de los demás. Fue entonces cuando, atemorizado, eligió al final otra peluquería, totalmente normal, muy cerca de su casa, donde dio por hecho que le cortarían el pelo como en cualquier otra parte.

Fuente: página web ΠλανόδιονΙστορίες Μπονζάι, 12 de febrero de 2020.

Dimosthenis Kambouris (1977). Ha estudiado Teología en la Universidad Aristóteles de Salónica. Ha escrito la colección de cuentos Στη βροχή με μηχανάκι (editorial Ελληνικά Γράμματα, 2001).



Traducción: Nordin Halifi Morales -
Natalia Velasco Urquiza

Revisión: Eduardo Lucena -
Konstantinos Paleologos

(En el marco del convenio Erasmus entre 
la Universidad Aristóteles de Salónica y la Universidad de Málaga)



Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

Μαγνητοσκοπημένες αναγνώσεις στον «Χάρτη»


Μαγνητοσκοπημένες αναγνώσεις στον «Χάρτη»
Στο πλαίσιο του Μένουμε Σπίτι
————————————————————————————————
Δια­σχί­ζο­ντας τα αχαρ­το­γρά­φη­τα νε­ρά του απο­τρό­παιου εστεμ­μέ­νου, χαρ­το­γρά­φοι και φί­λοι του ΧΑΡ­ΤΗ δια­βά­ζουν σε βί­ντεο ένα αγα­πη­μέ­νο τους κεί­με­νο.
————————————————————————————————
Eπι­μέ­λεια: Αχιλ­λέ­ας Κυ­ρια­κί­δης
Επε­ξερ­γα­σία: Pencilcase


«Υστεροφημία» του Σέρζι Πάμιες

Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος:



Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Μακριά


Μακριά


Ανωνύμου


Δίχως να ξέρω γιατί, την αποκάλεσα Όλγα. Δεν γνωριστήκαμε, δεν ανταλλάξαμε καν κουβέντα. Κολυμπήσαμε για λίγο στα γαλάζια νερά, λίγα μέτρα ο ένας από τον άλλο. Κάποια στιγμή, ταυτόχρονα σχεδόν, ξαπλώσαμε στην αμμουδιά. Έβλεπα από μακριά την άμμο να κολλάει στο βρεγμένο δέρμα της και να λάμπει ολόκληρη.

Όταν έφυγε, πλησίασα στο μέρος όπου βρισκόταν πριν από λίγη ώρα και ξάπλωσα πάνω στο ίχνος του κορμιού της. Έπλασα με το μυαλό μου κάθε εκατοστό του: τους ώμους, την πλάτη, τους γλουτούς, τα πόδια της… Δεν μπόρεσα με τίποτα να πλάσω τη λάμψη της.


Ο Ανώνυμος συνάντησε πρόσφατα τη μούσα του και την προσεγγίζει γράφοντάς της μικρές ιστορίες. Δηλώνει μαγεμένος από τη μικρομυθοπλασία, όχι όμως και από τη δημοσιότητα. Πρώτη δημοσίευση, στο ίδιο ιστολόγιο: "Αθηνοκεντρική γεωγραφία" (04/01/2020).

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Ένα σονέτο του Gabriel Bocángel σε (διπλή από κοινού) μετάφραση Μαρίας Καραλή και Αλίκης Μανωλά



Huye del sol el sol, y se deshace
la vida a manos de la propia vida;
del tiempo que, a sus partos homicida,
en mies de siglos las edades pace,

Nace la vida, y con la vida nace
del cadáver la fábrica temida.
¿Qué teme, pues, el hombre en la partida,
si vivo estriba en lo que muerto yace?

Lo que pasó ya falta; lo futuro
aún no se vive; lo que está presente
no está, porque es su esencia el movimiento.

Lo que se ignora es sólo lo seguro;
este mundo, república de viento
que tiene por monarca un accidente.


//////////////////////////////////////////////////////////////////////// 

Δραπετεύει απ’ τον ήλιο ο ήλιος, και διαλύεται
η ζωή στα χέρια της ίδιας της ζωής×
από το χρόνο, φονιά των παιδιών του, που
στων αιώνων τη σοδειά βόσκει τις εποχές,

γεννιέται η ζωή και με τη ζωή γεννιέται
από το πτώμα φάμπρικα τρομαχτική,
τι φοβάται, λοιπόν, ο άνθρωπος σαν είναι στη φυγή,
αν ζωντανός στέκει εκεί που νεκρός κείται;

Αυτό που πέρασε, ήδη λείπει× το αύριο
ακόμα δεν το ζήσαμε× και δεν υπάρχει
το παρόν, γιατί η κίνησή του είναι η ουσία.

Αυτό που αγνοούμε είναι μόνο το βέβαιο×
αυτός ο κόσμος, του άνεμου δημοκρατία
που ένα ατύχημα έχει για μονάρχη.

//////////////////////////////////////////////////////////////////////// 



Δραπετεύει απ’ τον ήλιο ο ήλιος, κι η ζωή
στα χέρια της ίδιας της ζωής θαμπώνει×
από το χρόνο, που τις γέννες του σκοτώνει
και τις εποχές του βόσκει στων αιώνων τη συγκομιδή

γεννιέται η ζωή και με τη ζωή γεννιέται
από το πτώμα φάμπρικα τρομαχτική,
τι φοβάται, λοιπόν, ο άνθρωπος σαν είναι στη φυγή,
αν ζωντανός στέκει εκεί που νεκρός κείται;

Αυτό που πέρασε, ήδη λείπει× το αύριο
ακόμα δεν το ζήσαμε× και δεν υπάρχει
το παρόν, γιατί η κίνησή του είναι η ουσία.

Αυτό που αγνοούμε είναι μόνο το βέβαιο×
αυτός ο κόσμος, του άνεμου δημοκρατία
που ένα ατύχημα έχει για μονάρχη.

////////////////////////////////////////////////////////////////////////  





Ο Gabriel Bocángel y Unzueta [Γκαμπριέλ Μποκάνχελ ι Ουνθουέτα] (Μαδρίτη 1603-1658) ήταν ποιητής και θεατρικός συγγραφέας του Χρυσού Αιώνα των Ισπανικών Γραμμάτων.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Η Έι και το ερωτοχτάποδο



Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Όλγα Αναστασιάδου 

 

 

Η Έι και το ερωτοχτάποδο

(παραμύθι για ενήλικες)

 



 

Ήταν, που λέτε, πλασμένοι ο ένας για την άλλη και η άλλη για τον έναν· για παράδειγμα, εκείνη είχε ένα όνομα τόσο δα μικρό, την έλεγαν Έι, και εκείνος ένα χαϊδευτικό τόσο πολυσύλλαβο που όταν το πρόφερε (εκείνη) δυσκολευόταν να το πει με μια ανάσα. Τον αποκαλούσε: ερωτοχτάποδο... Αυτά βέβαια τα λένε οι συγγραφείς που ξέρουν τα πάντα, γιατί την ώρα που αρχίζει η ιστορία μας το ερωτοχτάποδο ούτε ξέρει ότι το λένε ερωτοχτάποδο ούτε ότι ήταν πλασμένος για την Έι… ή μήπως το ήξερε;

Γνωρίστηκαν το έτος όσα τα πόδια του συν άλλα 10. Η Έι από την πρώτη στιγμή που το είδε, ένιωσε έντονη την επιθυμία να τυλιχτεί γύρω του. Πώς να τυλιχτεί, όμως, η μικρούλα Έι γύρω από κοτζάμ ερωτοχτάποδο; Και, κυρίως, πού να το βρει για να τυλιχτεί γύρω του έτσι μοναχικό που ήταν; Περνούσε ο καιρός και οι μήνες και… τίποτα, δεν την άφηνε επουδενί να το συναντήσει για να διεκδικήσει τις τρεις καρδιές του και τους δύο εγκεφάλους του.

Ώσπου μια φθινοπωρινή μέρα, πρωί πρωί, η Έι το πήρε απόφαση και κίνησε να πάει μέχρι το θαλάμι του ερωτοχτάποδου. Εκεί το πέτυχε στην αυλή του την ώρα που έβαζε ενυδατική κρέμα στις βεντούζες του και, τρέμοντας από το τρακ, το πλησίασε, άνοιξε διάπλατα τα χέρια της και αποπειράθηκε να το αγκαλιάσει· προσπάθησε, δηλαδή, να του δείξει τα αισθήματά της, αλλά εις μάτην. Το ερωτοχτάποδο, συνηθισμένο να είναι εκείνο που τυλίγεται σφιχτά γύρω από φίλους και εχθρούς, την απέφυγε τρομοκρατημένο, όπως ο διάολος το λιβάνι, της έριξε πολύ μα πάρα πολύ μελάνι και μπήκε έντρομο να κρυφτεί στο σπιτικό του.

Η μικρούλα Έι, φύσει και θέσει γήινο πλάσμα, δεν γνώριζε ούτε από μελάνια ούτε από θαλάμια… Έτσι, παρόλη την επιμονή της να διαλύσει τη χρωστική ουσία και να αγγίξει επιτέλους τον αγαπημένο της, οι προσπάθειές της δεν διαφαινόταν να την οδηγούν σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη εκεί… δεν είχε σκοπό να καταθέσει εύκολα τα όπλα.

Το ερωτοχτάποδο, όμως, ε δεν ήταν και κανένα χθεσινό χταπόδι (ξύπνια φάρα οι κεφαλοποδαίοι)· είχε φτιάξει κι άλλη τρύπα, μυστική, στο θαλάμι του και την έκανε από εκεί για να αποφύγει την Έι που, όπως προείπαμε, δεν το ’βαζε κάτω και περίμενε μπάστακας απ’ έξω για να το αγκαλιάσει. Μόλις βγήκε, λοιπόν, από τη μυστική έξοδο, πήγε κατευθείαν στη μάγισσα του βυθού για να ζητήσει να του φτιάξει ένα μαγικό φίλτρο το οποίο θα κρατούσε οριστικά και αμετάκλητα την Έι μακριά του. Η μάγισσα, που είχε βαρεθεί όλα αυτά τα χρόνια να της ζητάει ο κάθε τυχάρπαστος του βυθού ό,τι του κατέβαινε, στραβομουτσούνιασε στην ιδέα και μόνο ότι κάποιος χτυπάει τη φυκόπορτά της.

«Καλησπέρα, μάγισσα του βυθού!»

«Δεν ξέρεις καν πώς με λένε, ασεβές μαλάκιο;»

Το ερωτοχτάποδο που δεν το είχε, όπως ήδη έχετε καταλάβει, και πολύ με τις κοινωνικές σχέσεις, κόμπιασε, πρασίνισε (αυτό κάνουν τα μαλάκια όταν ντρέπονται) και στο τέλος είπε: «Θέλω να με απαλλάξετε πάση θυσία από ένα αλλόκοτο πλάσμα που επιμένει να με αγκαλιάσει», και, καθώς το έλεγε, έβαλε από συστολή ένα πλοκάμι μπροστά στα μάτια του. Η μάγισσα ήξερε ό,τι συνέβαινε στο βυθό, καθώς δεχόταν καθημερινά επίσκεψη από τις κουτσομπόλες κουτσομούρες. Αυτές, λοιπόν, στη σημερινή τους κουτσομπολοεπίσκεψη, της είχαν αναφέρει την ύπαρξη ενός χαριτωμένου πλάσματος έξω από το θαλάμι του χταποδιού.

Χμ, σκέφτηκε, κατάλαβα τι ακριβώς θέλει να ξεφορτωθεί αυτός ο θαλάσσιος φλώρος… (Ξεχάσαμε να σας πούμε ότι η προηγούμενη θητεία της μάγισσας ήταν στη στεριά, αλλά μετά από μια αποτυχημένη αναλογία στη μίξη κάποιου φίλτρου, την εξοστράκισαν, πάνε χρόνια τώρα, στο βυθό. Έτσι, γνώριζε πολύ καλά κι από φλώρους κι από χαριτωμένα πλάσματα σαν την Έι).

«Τι είπες, μαλάκιο, ότι σ’ έφερε μέχρι τη φυκόπορτά μου;», έκανε σαν να μην είχε ακούσει καλά, με μάτια που σπιθοβολούσαν δυο φορές κακόβουλα, μια γιατί ήταν κακή μάγισσα κι άλλη μια γιατί ποτέ της δεν είχε χωνέψει τον εξοστρακισμό της στο βυθό από τους ηλίθιους του ΠΣΜ (Παγκοσμίου Συμβουλίου Μαγισσοηθικής).  

«Με κυνηγάει, σας λέω, ένα αλλόκοτο πλάσμα με κίτρινα μαλλιά, μακριά χέρια και πόδια, και μεγάλο κόκκινο στόμα! Το φοβάμαι!!! Ποτέ μου δεν έχω δει τόση επιμονή. Τι θέλει από μένα;», ρώτησε το ερωτοχτάποδο και έχυνε ποτάμι τα δάκρυα που όμως κανείς δεν έβλεπε γιατί, μην το ξεχνάτε, βρισκόμαστε στο βυθό της θάλασσας.

«Άκου να δεις, φίλε μου, έχω γνωρίσει σωρεία φλώρων και φλωρομαλακίων, αλλά σαν κι εσένα πρώτη φορά», είπε η στριφνή μάγισσα ανασηκώνοντας το δεξί της φρύδι. Και συνέχισε: «Πώς είναι δυνατόν ένα χταπόδι του βεληνεκούς σου να φοβάται ένα τέτοιο άκακο πλάσμα;». «Δεν είναι άκακο», κλαψούρισε το χταπόδι, «και γι’ αυτό θέλω κάποιο από τα ερωτοαπωθητικά σας ματζούνια». Μωρέ, ματζούνι θες εσύ;, θα το ’χεις, αλλά με τα συστατικά που θέλω εγώ, σκέφτηκε και γέλασε χαιρέκακα η μάγισσα. «Καλά, λοιπόν, σταμάτα να μυξοκλαίς. Έλα αύριο το πρωί να πάρεις το φίλτρο για να κρατηθεί επιτέλους η… αλλόκοτη μακριά σου. Κρίμα το μπόι σου και τα οκτώ σου πόδια», το τελευταίο το είπε μέσα από τα δόντια της (ε, καλά, μέσα από όσα δόντια τής είχαν απομείνει).

Κατεβάζει, λοιπόν, το ερωτοχτάποδο [πρέπει να διευκρινίσουμε σε αυτό το σημείο ότι έτσι το αποκαλούσε η Έι στις φίλες της, στην πραγματικότητα το χταπόδι μας το έλεγαν Ρρρρκγγξξ, αλλά αυτό το όνομα μόνο χταπόδια μπορούν να το προφέρουν] την κουκούλα μέχρι τα πλοκάμια του (του είχαν πει ότι του πάει έτσι) και μια και δυο γυρίζει στο θαλάμι του. Την ώρα όμως που διέσχιζε την αυλή, διακρίνει μισοχωμένο κάτω από το φυκοχαλάκι της εξώπορτάς του ένα πλαστικοποιημένο σημείωμα. «Μήνυμα από την Άνθια», αναφώνησε χαρούμενο και, γεμάτο προσμονή, σήκωσε την κουκούλα του για να μπορέσει να το διαβάσει.

«Ποτέ δεν είχα φανταστεί, ερωτοχτάποδό μου, ότι θα γνωρίσω ένα πλάσμα σαν κι εσένα. Και τώρα που σε βρήκα, δεν μ’ αφήνεις να σ’ αγκαλιάσω. Γι’ αυτό, πρέπει να πάρω του μισεμού το δρόμο. Με αγάπη, Έι.

Υ.Γ. Επειδή τα δρομολόγια του θαλασσολεωφορείου έχουν σταματήσει λόγω του περασμένου της ώρας, απόψε θα καταλύσω στην πανσιόν του κυρίου Σαχλαμάρη».

Το ερωτοχτάποδο διάβασε, σαστισμένο, ξανά και ξανά το πλαστικοποιημένο σημείωμα με τα φούξια γράμματα («τι χρώμα, Θεέ μου», μονολόγησε) και μπήκε τρέχοντας στο θαλάμι του. Πήγε αμέσως στη βιβλιοθήκη, φτιαγμένη από ανθεκτικά κοράλλια εισαγωγής (από Ωκεανία), και άνοιξε το λεξικό να δει τι στο δαίμονα σημαίνει η λέξη «μισεμός». Θα μας πείτε τώρα, είναι σοβαρή αντίδραση αυτή; Τι να πούμε, το χταπόδι μας είχε πάθος με τις λέξεις και νόμιζε ότι τις ξέρει όλες ή σχεδόν όλες. Καλά, αρχίσατε τα χασμουρητά, επιστρέφουμε στην ιστορία μας.

Μόλις εντόπισε τη λέξη, τη σημείωσε στο ΣΑΛ (Σημειωματάριο Άγνωστων Λέξεων), το οποίο ήταν γεμάτο σκόνη από την αχρησία και βρισκόταν παροπλισμένο σε μια γωνιά της τεράστιας βιβλιοθήκης του. Ύστερα, κοίταξε τη φωτογραφία της Άνθιας, που την είχε σε περίοπτη θέση στο γραφείο του, και της χαμογέλασε με σφιγμένα χείλη, κρύβοντας την τέλεια οδοντοστοιχία του (μα, καλά, κανείς δεν είχε βρεθεί να του πει μέχρι τότε πόσο πιο όμορφο ήταν όταν χαμογελούσε δίχως να σφίγγει τα χείλη του;). Στη συνέχεια, πήρε το πλαστικοποιημένο σημείωμα της Έι και βάλθηκε να το κάμπτει μια από τη μια, μια από την άλλη, πολύ προβληματισμένο. Αμέσως μετά, έψαξε μηχανικά στο διαδίκτυο τη διεύθυνση της πανσιόν του κυρίου Σαχλαμάρη. Έφερε στο μυαλό του εκείνο το αλλόκοτο πλάσμα: τα μάτια, τα μαλλιά, τα λεπτά του άκρα, το χαμόγελό του (που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί, να το πούμε κι αυτό). Τι θα κάνω με αυτή την criatura; ψέλλισε… [Α, ξεχάσαμε να σας πούμε ότι το ερωτοχτάποδο είχε ζήσει για χρόνια στη θάλασσα του Αλμποράν και μιλούσε άπταιστα ισπανικά].

Στο μεταξύ, η Έι, με τα κίτρινα μαλλιά και το κόκκινο στόμα, είχε αράξει, κουρασμένη, τα μακριά άκρα της στο διπλό σούπερ ντούπερ κρεβάτι του δωματίου 709 της πανσιόν του Σαχλαμάρη και σκεφτόταν τις επόμενες κινήσεις της. Φυσικά και δεν σκόπευε έτσι εύκολα να φύγει και να παρατήσει τον αγαπημένο της (έτσι αποκαλούσε από μέσα της το ερωτοχτάποδο) όσο κι αν εκείνος τσίναγε και την απέφευγε. Με τίποτα! Κάτι τέτοιο ήταν πάνω από τις δυνάμεις της. «Η επιμένουσα νικά…», μονολόγησε γεμάτη πείσμα, χαζεύοντάς τον σε μια φωτογραφία που εντόπισε στο διαδίκτυο. Την ονειροπόλησή της τη διέκοψε ένα επίμονο χτύπημα στην πόρτα του 709.

Η καβουρομάνα-καμαριέρα, χαμογελώντας επιτηδευμένα, της έδωσε ένα φάκελο, και η Έι, απορημένη, τον πήρε στα χέρια της και διάβασε: από Ρρρρκγγξξ. Ευχαρίστησε βιαστικά την καβουρομάνα-καμαριέρα κι έκλεισε την πόρτα ταραγμένη. Με τρεμάμενα χέρια έσκισε άγαρμπα το φάκελο. Δεν έγραφε πολλά. Αγαπητή Έι, λυπάμαι αλλά δεν μπορούμε να αγκαλιαστούμε. Μην επιμένεις. Τα ματάκια της Έι γέμισαν δάκρυα. Τα σκούπισε όπως όπως, ντύθηκε, μάζεψε τα λιγοστά της πράγματα και κατέβηκε στη ρεσεψιόν. Το παρασιτικό ισόποδο που είχε βάρδια εκείνη τη στιγμή, είχε αποκοιμηθεί στον πάγκο κι αναγκάστηκε να το σκουντήξει προκειμένου να το ξυπνήσει. «Ένα ταξί, μπορείτε να καλέσετε ένα ταξί;», είπε προσπαθώντας να μην αναλυθεί σε αναφιλητά. «Έχει μια πιάτσα, βγαίνοντας δεξιά, στη γωνία», ψέλλισε το παρασιτικό ισόποδο, μην μπορώντας να κρύψει την τσαντίλα του. Βλέπετε, δευτερόλεπτα πριν, αγκαλιαζόταν στο όνειρό του με τη γλυκιά κουτσομούρα Λίζυ (από τη γνωστή παρέα στην οποία προαναφερθήκαμε, μην τα ξαναλέμε) που τον είχε πλησιάσει με σκοπούς που δικαιολογούσαν τον επιθετικό προσδιορισμό που τη συνόδευε. «Το ισόποδό μου μέσα!!! Ποτέ δεν θα μάθω τι έγινε στη συνέχεια», μουρμούρισε δίχως ίχνος επαγγελματισμού ο αγενής ρεσεψιονίστ.

Με το που άνοιξε την πόρτα της πανσιόν, η Έι αντίκρισε την απόκοσμη σκοτεινιά του βυθού. Έστριψε αριστερά (δεξιά, της είχε πει το ισόποδο, αλλά είχε κάνει λάθος) και κατευθύνθηκε στην πιάτσα όπου βρίσκονταν τρία νυσταγμένα ταξί. Άνοιξε την πίσω πόρτα του πρώτου απ’ αυτά, που το οδηγούσε μια ψωμωμένη μουρμούρα, και είπε με σπασμένη φωνή: «Στο θαλάμι του ερωτοχτ…, ε, στο θαλάμι του Ρκγξ, γρήγορα!». «Του ποιανού;», ρώτησε η μουρμούρα μπερδεμένη από την άθλια προφορά της Έι.

Εκείνη τη στιγμή ήχησε το τελευταίας τεχνολογίας κινητό της Έι και το έβγαλε ανόρεχτα από την τσάντα της: Δεν πιστεύω να ξέχασες την αυριανή σύσκεψη; Σε θέλω εδώ κατά τις 08:00. Η διάθεσή της χάλασε ακόμα περισσότερο. Η καπάτσα μουρμούρα, χρόνια στο κουρμπέτι, την κοίταξε εξεταστικά μέσα από τον καθρέφτη. «Βάσανα, μικρή;», είπε. «Όχι, τίποτα τίποτα», απάντησε η Έι που δεν της άρεσε καθόλου να ανακατεύονται στις υποθέσεις της και που εκείνη τη στιγμή σκεφτόταν τι δρόμο να διαλέξει: «Να πάω να βρω το ερωτοχτάποδο ή να γυρίσω εκεί που ξέρω ότι με περιμένει μια σίγουρη προαγωγή;». Ξεχάσαμε πάλι να σας πούμε ότι η Έι ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος σε μια πολυεθνική εταιρία εξόρυξης μεταλλευμάτων και είχε κάνει πολλές θυσίες για την επαγγελματική της ανέλιξη. Υπήρχε, επομένως, ένα περιβάλλον που επιζητούσε με ανυπομονησία τις υπηρεσίες της κι ένα άλλο που την απέφευγε μετά βδελυγμίας. «Εδώ σε θέλω κάβουρα», είπε η μουρμούρα σαν να διάβαζε τη σκέψη της.

Τη στιγμή που η Έι κατευθύνεται νυχτιάτικα με το ταξί, γι’ άλλη μια φορά, προς το θαλάμι του ερωτοχτάποδου, η μάγισσα του βυθού (Λόλα την έλεγαν όταν δούλευε στη στεριά, αλλά εδώ στο βυθό δεν το ξέρει κανείς) έχει τεντώσει τις στραβές αρίδες της στον καναπέ και βλέπει για δέκατη φορά τον πρώτο κύκλο του Casa de Papel (γουστάρει τρελά τον Profesor). Στην κουζίνα, έχει βάλει στο μάτι μια λιγδιασμένη κατάμαυρη κατσαρόλα και βράζει μέσα κάτι κρεμμύδια με φύκια. Η βρόμα που αναδύει το «μαγικό φίλτρο» είναι απαίσια (και λίγο λέμε). Θα δώσω αυτή τη βλακεία στο μαλάκιο όταν έρθει και θα γελάσει κάθε πικραμένος, χαχάνισε ξύνοντας την τεράστια μύτη της και κοιτάζοντας λιγούρικα τον Profesor που εκείνη τη στιγμή μιλούσε από ένα κόκκινο τηλέφωνο με μια ξανθιά που πολύ, μα πάρα πολύ την τσάντιζε τη μάγισσα του βυθού.

Η μουρμούρα σταμάτησε το ταξί στην οδό Γουστάβου Αδόλφου Μπέκερ 14, έξω ακριβώς από το θαλάμι που της είχε υποδείξει η Έι. Εκείνη της έδωσε το αντίτιμο της κούρσας και η μουρμούρα τής έκλεισε πονηρά το μάτι: καλού κακού, θα μείνω να σε περιμένω κανένα τεταρτάκι. Κάτι τέτοια έφερναν την Έι σε μεγάλη αμηχανία, το αντιπαρήλθε όμως, και βγήκε από το ταξί. Τίναξε την ξανθιά της κώμη και μ’ ένα χαρτομάντιλο αφαίρεσε λιγάκι από το κόκκινο κραγιόν (θα καταλάβετε παρακάτω το λόγο). Παρόλο που η καρδιά της χόρευε άτακτα, χτύπησε αποφασιστικά την πόρτα του wanna be καλού της. Το χταπόδι, μισοζαλισμένο από τη μετάφραση ενός βιβλίου του Χούλιο Κορτάσαρ (χμ, δεν το έχουμε πει, ε; Ήταν εξαιρετικός μεταφραστής ισπανόφωνης λογοτεχνίας στα χταποδίσια), άνοιξε την πόρτα χωρίς προηγουμένως να ρωτήσει ποιος ήταν. Η Έι τού χάρισε το πιο γλυκό της χαμόγελο κι εκείνο δεν ήξερε πώς να κρύψει το σάστισμά του. Εκείνη, βλέποντάς το τόσο θελκτικό μέσα στην γκρι φόρμα και το μαύρο T-shirt του, άπλωσε τα χέρια της και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του (καταλαβαίνετε τώρα γιατί αφαίρεσε το κραγιόν), επαναλαμβάνοντας πολλές φορές: «ερωτοχτάποδό μου, ερωτοχτάποδό μου…».

Το ερωτοχτάποδο [μην μας πείτε ότι αιφνιδιάζεστε] σάστισε και έσφιξε ερμητικά τα χείλη του. Η Έι χαμογέλασε αμήχανα, κοντοστάθηκε για λίγο με την ελπίδα ότι ίσως εκείνο άλλαζε στάση, αλλά πού... Τότε έστρεψε το κεφάλι της και με βλέμμα θολό από το κλάμα, εντόπισε στο μισοσκόταδο τη μουρμούρα, η οποία, ακουμπισμένη στο καπό του ταξί της, μετρούσε το μεροκάματό της και σκεφτόταν τη δερμάτινη τσάντα στη βιτρίνα της μπουτίκ της Άννας της ζαργάνας. Κατευθύνθηκε προς το μέρος της, άνοιξε την πίσω πόρτα του ταξί και της είπε αποφασιστικά: «Στο μεταίχμιο [για τους αδαείς: το μέρος που ενώνει ξηρά και θάλασσα], και γρήγορα». Αυτό ήταν. Γύριζε πίσω. Στη διαδρομή σκεφτόταν τη μέρα που συνάντησε το ερωτοχτάποδο στο εν λόγω μεταίχμιο και το ακολούθησε στο βυθό· έκανε πολλή προσπάθεια να μάθει να αναπνέει εκεί, βλέπετε δεν ήταν ο φυσικός της χώρος. «Δεν πειράζει», σκέφτηκε, προσπαθώντας να μετριάσει λιγάκι τη λύπη της, «απέκτησα μια δεξιότητα που δεν είχα καν φανταστεί».

Και ο καιρός περνούσε. Η Έι είχε αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην εξόρυξη χρωμίου στην οροσειρά του Άτλαντα και ένιωθε κάθε μέρα όλο και λιγότερο την απουσία του ερωτοχτάποδου. Παρόλο δε που τραγούδια, βιβλία αλλά και το χταποδοblog του, που ποτέ δεν είχε πάψει να  παρακολουθεί, της το θύμιζαν πού και πού, η αλήθεια είναι ότι είχε ξενερώσει [και μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, αφού πλέον κυκλοφορούσε με τις 10ποντες γόβες της σε αυτό που συγγραφείς δίχως έμπνευση αποκαλούν «στέρεο έδαφος»].

Το ερωτοχτάποδο, από την άλλη, έβλεπε όλο και πιο συχνά στα όνειρα του τα κόκκινα χείλη της και τα ξανθά μαλλιά της και είχε αρχίσει να αισθάνεται «κάπως»: σαν δεκάδες χαρούμενες πεταλούδες να πετούν μέσα στο στομάχι του και να το προτρέπουν να πετάξει και εκείνο. Συνέχιζε, βέβαια, τη σχέση του με την Άνθια, αλλά μονίμως ερχόταν απρόσκλητο στο μυαλό του το αλλόκοτο πλάσμα που κυνηγούσε να τον αγκαλιάσει, όσο κι αν εκείνος προσπαθούσε να το διώξει με κάθε τρόπο, κουνώντας ατάκτως τα πλοκάμια του.

Τότε, λοιπόν, όταν όλα έμοιαζε να έχουν τελειώσει και να αποτελούν μακρινή ανάμνηση, το ερωτοχτάποδο, μην αντέχοντας άλλο τις ονειρικές επισκέψεις της, αποφάσισε να κάνει το πρώτο βήμα και να επικοινωνήσει εκείνο, επιτέλους, με την Έι. Της έστειλε, λοιπόν, ένα μικρό, δήθεν ανέμελο, μήνυμα, προσπαθώντας να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση. «Τι κάνεις την ερχόμενη Πέμπτη στις εννιά το βράδυ; Θα ήθελες να συναντηθούμε στο μεταίχμιο;». Η Έι, εκεί ψηλά στα όρη και στα άγρια βουνά, έφερε στο μυαλό της την υποθαλάσσια περιπέτειά της, και σαν υπνωτισμένη, έπιασε τον εαυτό της να του απαντάει καταφατικά.

Η συνάντηση στο μεταίχμιο έγινε πράγματι τη μέρα και την ώρα που προαναφέραμε. Το ερωτοχτάποδο έσκυψε τρυφερά πάνω της, κοιτάζοντας με θαυμασμό τις πολύχρωμες γόβες της και αγγίζοντας απαλά τη γάμπα της με τις ενυδατωμένες βεντούζες του, ενώ η Έι θυμήθηκε αμέσως όλους τους λόγους που την έκαναν να θέλει να το αγκαλιάσει, και του ψιθύρισε: «Ελπίζω να μην υπάρξει άλλος μήνας στη ζωή μου που δεν θα σε δω».

Αυτή τη φορά το χταπόδι, όχι απλώς δεν θέλησε να το σκάσει από την Έι, αλλά αντίθετα την έσφιξε δυνατά και με τα οχτώ πλοκάμια του και οι δυο μαζί αφέθηκαν σ’ ένα παρατεταμένο φιλί.

Κι όσες/οι αναρωτιέστε τι απέγινε η μάγισσα του βυθού και το φίλτρο της, ε δεν χολόσκασε που το χταπόδι δεν πήγε ποτέ να το πάρει, πρώτον γιατί το είχε προπληρωθεί και δεύτερον γιατί ο βυθός δεν θα έπαυε ποτέ να της στέλνει ραγισμένες καρδιές πρόθυμες να πληρώσουν όσο όσο για «θαυματουργά» μαντζούνια. Και όχι μόνο ο βυθός… 

 

 

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

Βιβλιοκριτική της/του D'Ailleurs's για τα Τρία λευκά φέρετρα, του Antonio Ungar




D'Ailleurs's Reviews > Τρία λευκά φέρετρα
του 


D'Ailleurs's review
Oct 02, 2019

it was amazing
Ξεκινάει σαν σάτιρα και στο τέλος γίνεται ένα δραματικό θρίλερ, το Τρία λευκά φέρετρα μέσα σε τριακόσιες περίπου σελίδες κάνει έναν κυνικό απολογισμό της ζοφερής αλήθειας που μαστίζει τις νοτιοαμερικάνικες "δημοκρατίες": κράτος τρόμου, διεφθαρμένοι πολιτικοί, πληρωμένη αντιπολίτευση, δολοφονίες, ρουφιάνοι, απαγωγές, χειραγώγηση του κοινού, παρακολούθηση πολιτών, νεποτισμός, συνωμοσίες και λοιπές ευχάριστες ασχολίες. Είναι εκπληκτικό πώς η εξέλιξη του βιβλίου δεν καθησυχάζει τον αναγνώστη: ακόμα και την τελευταία στιγμή τα πάντα είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Ιδιαίτερα σκληρό βιβλίο, όχι σε επίπεδο περιγραφών (μην περιμένετε σπλάτερ) αλλά στην ωμότητα με την οποία περιγράφει σκηνικά που δεν διαφέρουν πολύ από την πραγματικότητα. Διαβάστε με δική σας ευθύνη.


Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Un poema de Julio Llamazares - Ένα ποίημα του Χούλιο Γιαμαθάρες



CANCIÓN DE CUNA PARA MI PADRE

  que, una noche amoratada, te creció un fusil entre las manos.

Fue como una primavera de fusiles nacida a borbotones entre un brillo nervioso de cigarros. ¿Recuerdas?

Y tú, con los zapatos sucios de miedo y de tristeza, te marchaste a pisar aquella España llena de sangre y de inmisericordia.


?¿?¿?¿?¿?¿?¿??¿?¿?¿?¿?¿?¿??¿?¿?¿?¿?¿?¿??¿?¿?¿?¿?¿?¿??¿?¿?¿?¿?¿?¿?


ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Ξέρω ότι, μια νύχτα μωλωπισμένη, σου φύτρωσε ένα τουφέκι ανάμεσα στα χέρια.

Ήταν σαν μια άνοιξη των τουφεκιών που γεννήθηκε κοχλάζοντας ανάμεσα στη νευρική λάμψη των τσιγάρων. Θυμάσαι;

Κι εσύ, με τα παπούτσια βρόμικα από φόβο και θλίψη, έφυγες να (περ)πατήσεις σ’ εκείνη τη γεμάτη αίμα και απονιά Ισπανία.


El poema se publicó por primera vez en un libro colectivo de cuatro poetas leoneses que se tituló Barro (los otros tres eran Mercedes Castro, José Carlón y Miguel Escanciano). El libro es de 1977 y fue publicado en León por la editorial Celarayn. Traducción de Konstantinos Paleologos