Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Literatura y traducción. Apuntes TraLiterarios, de Konstantinos Paleologos EDICIONES DE AQUI S.L.



http://edalibros.com/lecciones-de-cosas/119-literatura-y-traduccion-apuntes-traliterarios.html


Literatura y Traducción: Apuntes TraLiterarios

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Στο σκοτάδι, του Guillermo Arriaga


ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Στην Πατρίσια Αριάγα
Νοσταλγώ τα πρόσωπα, όχι τα χρώματα, γιατί τα χρώματα έχουν κατακλύσει το σκοτάδι μου και είναι το μόνο πράγμα που παραμένει αναλλοίωτο από τις εικόνες του παρελθόντος μου. Η ζωή μου έχει μεταφραστεί σε μια σειρά από χρώματα και λέξεις, από μυρωδιές και αισθήσεις που στερούνται, δυστυχώς για μένα, προσώπου.
Έτσι, όποιος μου μιλάει μεταμορφώνεται μέσα μου σε άμορφη δέσμη από χρώματα. Κάθε άνθρωπος, ένα χρώμα, κάθε κραυγή, ένα χρώμα, κάθε στιγμή, κάθε άρωμα, κάθε νύχτα, κάθε μέρα, ένα χρώμα. Αλλά πλέον δεν υπάρχουν πρόσωπα, γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα.
Διψάω για πρόσωπα. Οι άμορφες φιγούρες με κουράζουν, με νικούν, με κάνουν να χάνω το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ξέρω ότι υπάρχουν χαρακτηριστικά που έχουν διαβρωθεί από τη ζωή, ρυτίδες, φρύδια υψωμένα, γκριμάτσες απρόθυμες, δέρμα εξουθενωμένο, αλλά δεν καταφέρνω να συνθέσω ένα πρόσωπο.
Με θλίβει ιδιαίτερα που δεν μπορώ να θυμηθώ το πρόσωπο της Μάγδα, την έκφρασή της, το χαμόγελό της (θα είχε ξαναχαμογελάσει ποτέ της, άραγε;), τα σαρκώδη χείλη της, τις ξανθές βλεφαρίδες της. Αλλά πάνω απ’ όλα νοσταλγώ το βλέμμα της. Τώρα μόνο την ακούω, τη μυρίζω, την αισθάνομαι. Νιώθω το μίσος της, τις ατέλειωτες κατηγόριες της, την οργή της επειδή δεν είχε το κουράγιο να με εγκαταλείψει.
Δεν συγχωρεί την τύφλωσή μου, αυτά τα εικοσιπέντε χρόνια τα άδεια από φως. Αρκούσε ένα ατύχημα για να μετατραπεί ο άνθρωπος που αγαπούσε, που ποθούσε, ο ζωγράφος που θαύμαζε, στο τιποτένιο αντικείμενο της ενοχής και της δυσαρέσκειάς της.
Όταν έμεινα τυφλός η Μάγδα προσπάθησε να κάνει υπομονή, να δείξει τη συμπόνια που προϋποθέτει μια στοιχειώδης αγάπη. Αλλά σύντομα έπαψε να με αντέχει. Κατηγορούσε την αδεξιότητα μου. Την ενοχλούσαν τα σκουντουφλήματά μου, οι αναπάντεχες πτώσεις μου. Δεν με διευκόλυνε σε τίποτα: κλείδωνε τις ντουλάπες, άφηνε τα παπούτσια της στη μέση, έφευγε για τη δουλειά χωρίς να κλείσει το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση.
Τα υπέμεινα όλα: με τρομοκρατούσε η ιδέα να τη χάσω. Στον ωκεανό του σκοταδιού μου, η Μάγδα ήταν η μοναδική βεβαιότητα από την οποία μπορούσα να πιαστώ. Εξαρτιόμουν από εκείνη ολοκληρωτικά.
Σαφώς είχα στιγμές ανεξαρτησίας. Μέχρι που έφτασα να πιστέψω το παραμύθι ότι οι τυφλοί είναι ικανοί να τα βγάζουν πέρα μόνοι τους. Έμαθα να διαβάζω και να γράφω με το σύστημα Μπράιγ, βρήκα δουλειά σε τηλεφωνικό κέντρο (μια χαζή δουλειά που τότε όμως με έκανε να νιώθω υπέροχα), ακόμα και εκλεπτυσμένα πιάτα προσπάθησα να μαγειρέψω.
Δεν άργησα να καταλάβω ότι όλα ήταν μια απάτη. Μπορούσα να λύσω τα προβλήματα που προέκυπταν από την έλλειψη όρασης, όχι εκείνα που προέκυπταν από την απουσία βλέμματος. Μου φαινόταν αδύνατο να έρθω σε επαφή με τους υπόλοιπους, να τους καταλάβω, να τους ανακαλύψω. Πώς να κάνω κάτι τέτοιο αν μου έλειπε το πιο βασικό;
Η τύφλωσή μου με έκανε δειλό και με ανάγκασε να εξαρτώμαι ακόμα περισσότερο από τη Μάγδα. Ήθελα με λάθος τρόπο να ανακτήσω την αξιοπρέπειά μου και, αφού έκλαψα πολύ, της ζήτησα να με εγκαταλείψει, να πάει να ζήσει το μέλλον που εγώ δεν μπορούσα να της προσφέρω.
Όλα αυτά δεν ήταν παρά μια άσκηση μαζοχισμού: ήξερα καλά ότι ποτέ δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν, ότι τη χρειαζόμουν –περισσότερο ως τυφλός παρά ως άντρας. Προσπάθησα έτσι να παραμείνω πιστός στο στερεότυπο του κλαψιάρη, του ανθρώπου που ξέρει ότι τον περιφρονούν επειδή είναι ανάπηρος.
Εκείνη έφυγε αμέσως λες και έψαχνε ευκαιρία να φύγει. Ωστόσο, στις δύο μέρες επέστρεψε. Ο πατέρας, η μητέρα, ο μεγαλύτερος αδελφός, η αδελφούλα, αγαπημένοι φίλοι και φίλες, ξαδέλφη, θεία, παππούδες, την καταδίκασαν χωρίς δεύτερη σκέψη.
Αχάριστη (για τους γονείς), ανήθικη (για τους παππούδες), πουτάνα (από την πλευρά του μεγάλου αδελφού), αναίσθητη (από την πλευρά των αγαπημένων φίλων), μαλακισμένη (για την ξαδέλφη) και κακιά (προφανώς για τη μικρή αδελφή), ήταν μερικά από τα επίθετα με τα οποία τη στόλισε η οικογένεια.
Η Μάγδα δεν άντεξε άλλο και επέστρεψε γεμάτη ενοχές αλλά και μίσος μαζί. Προσπάθησε να δείξει ειλικρινή μεταμέλεια και γλυκιά συμπεριφορά. Ήταν έκδηλη, παρ’ όλα αυτά, η οργή που προκαλεί ο αθέλητος συμβιβασμός.
Εκείνες τις μέρες τής έκανα έρωτα για τελευταία φορά (δεν ήταν όμως η τελευταία φορά που έκανα έρωτα: πάντα έβρισκα βιτσιόζες γυναίκες που λαχταρούσαν να παρατηρούν τα μάτια ενός τυφλού κατά την κορύφωση της σεξουαλικής πράξης). Την έγδυσα αργά, με τρυφερότητα. Ήθελα να τη χαϊδολογήσω, να την κάνω να νιώσει την επιθυμία μου να την ευχαριστήσω (επιθυμία που θύμιζε υπάκουο σκυλί). Άρχισα να τη φιλάω αποφασισμένος, αλλά το στόμα της μετά βίας ανταποκρινόταν. Χάιδεψα εκείνα τα σημεία που ανήκαν σε παλιές διαδρομές ηδονής, αλλά δεν κατάφερα να τη διεγείρω.
Όταν θέλησα να μπω μέσα της, ο κόλπος της ανέδιδε απέχθεια. Ο φαλλός μου πάλεψε με τρόπο πρωτόγονο να διατρέξει τη διαδρομή εκείνη που θεωρούσε οικεία. Οι αναστεναγμοί και τα βογκητά μου διασκορπίστηκαν μοναχικά στους τοίχους του δωματίου.
Όταν τελειώσαμε εκείνη σηκώθηκε απότομα. Την αισθάνθηκα να στέκεται δίπλα στο κρεβάτι και φαντάστηκα την έκφραση αηδίας στο πρόσωπό της (τότε ακόμη μπορούσα να φανταστώ πρόσωπα). «Δεν θέλω ποτέ, ποτέ πια στη ζωή μου να με ξαναγγίξεις» μου είπε «δεν το αντέχω».
Την ίδια νύχτα μεταφέραμε τα πράγματά μου στο δωμάτιο για τα παιδιά (αυτά τα φανταστικά παιδιά που καταλαμβάνουν το χώρο κάθε νιόπαντρου ζευγαριού) και βάλαμε ανάμεσά μας ένα αδιάβατο σύνορο.
Ποτέ δεν ξαναπάτησα το πόδι μου σε αυτό που κάποτε ήταν η κρεβατοκάμαρά μας. Ήθελα να κλειστεί μόνη της στο μέρος που είχαμε επιλέξει για το δυνατό και που η τύφλωσή μου είχε κάνει αδύνατο.
Σταδιακά το μίσος της μεγάλωσε (εγώ δεν μπορούσα να τη μισήσω: πώς να μισήσω το μοναδικό μου σύνδεσμο με τον κόσμο; Πώς να μισήσω χωρίς βλέμμα;). Οι κινήσεις της σκληρές, δύσκαμπτες, μηχανικές το μαρτυρούσαν κάθε δευτερόλεπτο. Την άκουγα να κλαίει τις νύχτες, να κοιμάται, να ροχαλίζει, να παραμιλάει στον ύπνο της, να ξυπνάει, να κάνει ντους. Την άκουγα να στρώνει το κρεβάτι της, να παίρνει πρωινό, να πλένει τα φλιτζάνια της (ο καθένας έπρεπε να ετοιμάσει το πρωινό του και να πλύνει τα πιάτα του, ήταν απομεινάρι μιας συμφωνίας που είχαμε κάνει όταν ήμασταν αρραβωνιασμένοι), να φοράει ένα πουλόβερ (πάντα φοβόταν μήπως κρυώσει) και να φεύγει για τη δουλειά. Και όλα όσα την άκουγα να κάνει είχαν έναν κοινό παρανομαστή: ήταν φτιαγμένα από μίσος.
Σύντομα η ύπαρξή της έγινε αμφιβολία. Η Μάγδα έμοιαζε με όνειρο που φανερωνόταν μόνο κάποιες στιγμές της μέρας. Ένα όνειρο βουβό και ενοχλητικό. Ήταν το ίχνος του αρώματός της αυτό που μου επιβεβαίωνε την πραγματική της ύπαρξη.
Η ζωή μου περιστρεφόταν γύρω από τη Μάγδα. Οι δύο μοναδικοί φίλοι που είχα, εδώ και καιρό μένουν μακριά (αρκετά τετράγωνα από το σπίτι μου). Οι γονείς μου πέθαναν στο ίδιο δυστύχημα που εγώ έχασα την όρασή μου, και η αδελφή μου, κάθε φορά που έρχεται να με δει, δεν σταματά να κλαψουρίζει, λόγος για τον οποίο την αποφεύγω.
Για κάποιο διάστημα οι τρόποι της Μάγδας μαλάκωσαν. Καταλάβαινα το περπάτημά της πιο χαρούμενο, παρότι εξακολουθούσε να είναι αυστηρό και στρατιωτικό.
Προσπάθησα να καταλάβω την ξαφνική αλλαγή πάνω της και δεν μπόρεσα να την αποκωδικοποιήσω μέχρι που μια μέρα ανακάλυψα στο σώμα της μια μυρωδιά ταγγή: το πικρό άρωμα του αντρικού σπέρματος.
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και μπόρεσα να φανταστώ την οργή αποτυπωμένη στο πρόσωπό μου (αυτή ήταν η τελευταία φορά που μπόρεσα να θυμηθώ ένα πρόσωπο: το δικό μου). Εκείνη ήταν στην κουζίνα ετοιμάζοντας αυγά μάτια και μπήκα να την κατηγορήσω για την απιστία της. Την είπα πουτάνα, ξεδιάντροπη. Δεν μου έδωσε σημασία και συνέχισε να μαγειρεύει.
Η συμπεριφορά της με εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο. Όρμησα πάνω της και την άρπαξα με δύναμη από τα μαλλιά, ταρακουνώντας την πέρα δώθε. Εκείνη πήρε το τηγάνι με τα αυγά μάτια και μου τα έφερε κυριολεκτικά στα μάτια (συνοδευόμενα φυσικά από το ίδιο το τηγάνι, το οποίο ευτυχώς ακόμη δεν έκαιγε).
Μου έσπασε τη μύτη και αισθάνθηκα πηχτό το αίμα να τρέχει στα χείλη μου. Την άφησα από τα χέρια μου. Εκείνη μου φώναξε: «Είσαι μαλάκας, πραγματικό κτήνος» και με ξαναχτύπησε με το τηγάνι (στο πρόσωπο, αυτό που είχα θυμηθεί για τελευταία φορά). Βγήκε από την κουζίνα χτυπώντας την πόρτα. Προσπάθησα να την ακολουθήσω αλλά σκόνταψα σε μια καρέκλα της τραπεζαρίας που επίτηδες είχε μετακινήσει. Έπεσα και έμεινα ακίνητος, μπρούμυτα στο πάτωμα. Συνειδητοποίησα ότι το αίμα πλημμύριζε το χαλί και φαντάστηκα το κόκκινο χρώμα, λαμπερό, έντονο, ρευστό.
Το κεφάλι μου γέμισε κόκκινες εικόνες, κόκκινα ποτάμια, κόκκινους κύκλους, κόκκινο και μόνο κόκκινο. Ποτέ πριν δεν είχα ξανανιώσει τόσο έντονα την ανικανότητά μου. Βρισκόμουν με το πρόσωπο χτυπημένο στο πάτωμα, αιμόφυρτος, ηττημένος και με τη ζήλια να με κατατρώει.
Ξημερώθηκα στην ίδια γελοία θέση. Με ξύπνησε ο ήχος από την ντουζιέρα, από το νερό που έπεφτε με δύναμη πάνω στο λερωμένο από ξένο σπέρμα σώμα. Το ξεραμένο αίμα γύρω από τη μύτη μου, το χαλί που κόλλαγε, το φλογισμένο στόμα και τα καλυμμένα με αυγό χείλη, ήταν η χειροπιαστή απόδειξη της ήττας μου.
Η Μάγδα βγήκε από το μπάνιο, ντύθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Κοντοστάθηκε δίπλα μου, δεν είπε λέξη και έφυγε.
Εκείνη τη νύχτα επέστρεψε αργά. Εγώ κοιμόμουν. Χτύπησε απαλά την πόρτα και μπήκε χωρίς να μου δώσει την ευκαιρία να απαντήσω. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και μου έπιασε το χέρι: «Δεν αξίζει τον κόπο να διαμαρτύρεσαι» είπε με απάθεια «καλύτερα να καταλάβεις». Το σώμα της δεν κουβάλαγε το άρωμα του εχθρού. Με φίλησε στο μέτωπο και βγήκε. Έκλαψα: δεν με ενδιέφερε πλέον να καταλάβω την απιστία της, ήθελα να εξηγήσω το μίσος της.
Από εκείνη τη μέρα κι έπειτα, το ξένο σπέρμα έγινε μέρος τής μυρωδιάς της σαν να ήταν άρωμα που έβγαινε φυσικά από εκείνη. Παρ’ όλα αυτά, δεν έλειψε ούτε μια νύχτα από το σπίτι, ούτε αναφέρθηκε ποτέ στην πιθανότητα να με αφήσει... και έγινε συνήθεια να με φιλάει στο μέτωπο όταν γύριζε το βράδυ.
Κάποια στιγμή, προσπάθησα να την κάνω να νιώσει τη μυρωδιά μιας άλλης γυναίκας στο σώμα μου (γενικά, όταν πήγαινα με κάποια, προσπαθούσα με όλα τα μέσα να απαλλαγώ από το άρωμά της).
Μια μέρα κατέληξα στο κρεβάτι με τη γραμματέα του διευθυντή της Μάγδα. Ήταν μια τεράστια γυναίκα με ζελατινώδη μπούτια που ξεχείλιζαν όταν τα έπιανα. Άρχισε να με φιλάει με τρελή αδεξιότητα, κάνοντας τα χείλη μου να πονάνε. Μετά βάλθηκε να μου πιπιλάει το στήθος, την κοιλιά, τα δάχτυλα των ποδιών, προκαλώντας μου αισθήσεις που κυμαίνονταν ανάμεσα στην επιθυμία και τη ναυτία.
Η ύπαρξή της απασχολούσε το μυαλό μου σαν ασπρουλιάρικος λεκές με κίτρινα στίγματα (ένα χρώμα αποκρουστικό, παρόμοιο με το πύον). Η χοντρή ίδρωνε πολύ και μύριζε σαν... μωρό.
Ταράχτηκα, εγώ ήθελα να μυρίζω γυναίκα. Πασαλείφτηκα με τον ιδρώτα της μασχάλης της, με τα υγρά του φύλου της. Τίποτα, μύριζε ολόκληρη σαν μωρό.
Η παιδική της μυρωδιά κατόρθωσε στο τέλος να εξαλείψει την έξαψή μου και έφυγα αφήνοντας σε εκείνο το διαμέρισμα μια χοντρή ικέτισσα (δεν ικέτευε ευχαρίστηση, αλλά διακριτικότητα εκ μέρους μου: δεν καταλάβαινε ότι το ίδιο το ατέλειωτο πάχος της ήταν εγγύηση διακριτικότητας).
Όταν έφθασα σπίτι, η Μάγδα ήταν ήδη εκεί, ποτισμένη με το αχώριστο πια αντρικό της άρωμα (γιατί έπρεπε να το κάνει όλες τις μέρες; γιατί δεν μπορούσε να σταματήσει να γαμιέται η πουτάνα του κερατά;) Αισθάνθηκα γελοίος να βρωμάω σαν μωρό μπροστά στη δυναμική μυρωδιά του σπέρματος που απέρρεε από κείνη και ντροπιασμένος κλείστηκα στο δωμάτιό μου.
Τη μισή ζωή μου υπήρξα τυφλός και σε λίγο καιρό θα κλείσω τα πενήντα ένα, στις τέσσερις Αυγούστου, για να είμαστε ακριβείς. Ξέρω ότι εκείνη τη μέρα η Μάγδα θα μπει νωρίς στο δωμάτιό μου και θα μου ευχηθεί ξερά πριν βγει να ψάξει τη ζωτική, για εκείνους, συνεύρεση και τις εχθρικές, για μένα, εκσπερματώσεις. Όλον αυτόν τον καιρό έχω συνηθίσει το μίσος της, ένα μίσος που από την τόση καθημερινότητα έγινε αναποτελεσματικό, μονότονο, ρουτινιάρικο.
Πριν από μια βδομάδα οι γιατροί βρήκαν ότι η Μάγδα έχει καρκίνο στο στήθος και εδώ και ένα μήνα ήξεραν ότι διάφορα ογκίδια είχαν εισβάλει στη μήτρα της.
Παρόλο που το σώμα της σαπίζει, δεν έχει πάψει να αναζητά καθημερινά το σπέρμα του άλλου, των άλλων. Ξέρει ότι δεν θα ζήσει περισσότερο από έξι μήνες και την έχω ακούσει να κλαίει γι’ αυτό. Λυπάται για το μέλλον που ποτέ δεν ήρθε, λυπάται που δεν έζησε με τον άντρα που αγάπησε (εμένα), αλλά με τον άντρα που μίσησε (εμένα).
Αυτό δεν απαλύνει ούτε την πικρία της ούτε τις ενοχές της και θα συνεχίσει έτσι μέχρι την ώρα που θα πεθάνει. Εγώ δεν γυρεύω από εκείνη ούτε να μου ζητήσει συγγνώμη, ούτε να με συγχωρέσει.
Και αφού η Μάγδα θα εξαφανιστεί σύντομα, επιθυμώ όσο ποτέ να θυμηθώ το πρόσωπό της, ακόμη κι αν είναι για ένα λεπτό, ακόμη κι αν το δω γεμάτο μίσος. Θέλω κάτι τελευταίο να με δέσει μαζί της, είναι το μόνο πράγμα που ζητάω.

Μεταφραστική επιμέλεια

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Μετάφραση
Ξένια Κακάκη
 Ίρις Καραγιάννη
 Μαρία Βερονίκη Μπούγαλη
 Μυρσίνη Πάρσαλη
Εύη Στάθη


Η μετάφραση είναι προϊόν του μαθήματος «Λογοτεχνικής Μετάφρασης» της ισπανικής κατεύθυνσης, το οποίο δίδαξε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Διαπανεπιστημιακού Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μετάφραση-Μεταφρασεολογία» του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τα ακαδημαϊκά έτη 2008-9 και 2009-10.  

O Γκιγέρμο Αριάγα (Πόλη του Μεξικού, 1958) είναι από τους πιο καταξιωμένους παγκοσμίως κινηματογραφικούς σκηνοθέτες και σεναριογράφους (Βαβέλ, 21 γραμμάρια κ.λπ.). Το παρόν διήγημα ανήκει στη συλλογή Ρετόρνο 201 (Εκδόσεις Πάπυρος).

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

Βιβλιοκριτική της Διώνης Δημητριάδου για τη Θεία Τούλα του Miguel de Unamuno


 Διώνης Δημητριάδου, diastixo.gr, 12.5.2017


[…] Η Χερτρούδις ένιωθε πάντα μόνη. Δηλαδή, μόνη ως προς το να δεχτεί βοήθεια, γιατί για να βοηθήσει εκείνη τους άλλους δεν ήταν με τίποτα μόνη. Ήταν σαν μια ορφανή φορτωμένη με παιδιά.

Πρόκειται για μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες γυναικείες περσόνες της λογοτεχνίας. Η Χερτρούδις, η θεία Τούλα (la tía Tula), ο χαρακτήρας που βγήκε από τη φαντασία του Ουναμούνο, ξαφνιάζει από την αρχή τον αναγνώστη. Μια γυναίκα που έχει αποφασίσει πολύ νωρίς για όλα, απόλυτη και αυστηρή με τον εαυτό της και τους άλλους, στηριγμένη στις ηθικές (στην προσωπική της εκδοχή) αρχές. Μέσα σ’ αυτόν τον κατασκευασμένο από την ίδια αξιακό κώδικα εντάσσει τους ανθρώπους που την περιβάλλουν πείθοντάς τους για την ορθότητα του τρόπου ζωής που στην ουσία τούς επιβάλλει. Δεν αντιδρά κανείς. Είναι η κυρίαρχη προσωπικότητα, το στήριγμα της ζωής όλων.
Θα αποφασίσει ποιον θα παντρευτεί η αδελφή της, θα εισβάλει στο σπίτι της Ρόζας και του Ραμίρο –προσχηματικά ή όχι– για να φροντίσει τα παιδιά τους και ανίψια της, καθώς η αδελφή της αναρρώνει κάθε φορά πιο δύσκολα μετά από κάθε γέννα. Όταν αυτή πεθάνει, ο ρόλος πλέον είναι δικός της δικαιωματικά. Όχι ως συζύγου του Ραμίρο (θα του επιβάλει, άλλωστε, έναν γάμο με την υπηρέτρια του σπιτιού), αλλά ως μητέρας των παιδιών (υιοθετώντας και τα νέα παιδιά που θα γεννηθούν), αυτή που ποτέ δεν θα θελήσει να κάνει δικά της, αποστρεφόμενη όπως δηλώνει τη σεξουαλική πράξη. Τα παιδιά, ως περισσότερο επιδεκτικά λόγω ηλικίας σε τέτοιες αλλαγές ρόλων, θα τη βλέπουν σαν μητέρα τους. Θα μπορούσε αυτή να είναι η εικόνα της αγίας οικογένειας, έτσι όπως περιβάλλεται με τον μανδύα μιας θυσίας για ιερό σκοπό; Χωρίς διάθεση υποτίμησης της πράξης αυτοθυσίας, θα λέγαμε ότι μάλλον πρόκειται για μια εύκολη ερμηνεία του πολυσήμαντου αυτού έργου. Ο συγγραφέας του, άλλωστε, δεν μας έχει συνηθίσει σε επιφανειακές προσεγγίσεις των θεμάτων του. Πολυεπίπεδοι οι ήρωές του, σε προκαλούν για ανίχνευση της προσωπικότητάς τους, για αποκάλυψη των συνιστωσών που διαμορφώνουν τις επιλογές τους. Η πρόθυμη να θυσιάσει την προσωπική της ζωή Χερτρούδις δεν είναι η στεγνή και άνυδρη γυναίκα που θα τη φανταζόμαστε έγκλειστη σε κάποιο μοναστήρι, αφοσιωμένη στον θεϊκό νυμφίο. Ζει τον γάμο μέσω της οικογένειας της αδελφής της, τον ρόλο της μητέρας οικειοποιούμενη αλλά και αυτόν της ιδιότυπης συντρόφου του κουνιάδου της. Είναι μια παρθένος-μητέρα, μια άσπιλη σύντροφος. Καταχρηστικοί και οι δύο ρόλοι, έχουν πραγματική υπόσταση μόνο μέσα στην ηθική της που κατευθύνει τα βήματά της. Και η συμφιλίωση με τη βαθύτερη φύση της είναι άραγε εφικτή; Η καταπίεση των επιθυμιών της από τη νεαρή ήδη ηλικία πώς έχει διαμορφώσει τη στάση της απέναντι στον εαυτό της; Ήθελε δικά της παιδιά; Αυτό όχι:

[…] Και αυτή η ιδέα των παιδιών από την σάρκα της έκανε να πάλλεται από ιερό τρόμο το μεδούλι από τα οστά της ψυχής της Χερτρούδις, που ποθούσε τη μητρότητα, αλλά μια μητρότητα πνευματική.

Και αν η παραπάνω ιδιότητα μπορεί να εκληφθεί και ως θετική, πάλι κάτω από το πρίσμα της προσφοράς με τη συνακόλουθη αποχή από τους πειρασμούς της σάρκας (άλλωστε δεν είναι πρωτόγνωρη αυτή η παραχώρηση στους θρησκευτικούς κύκλους), πώς να αποδεχθεί κανείς τη διάθεσή της να ωθήσει τους άλλους στην αμαρτία (με την έννοια της αστοχίας) επιβάλλοντας παράδοξες σχέσεις και καταχρήσεις ρόλων; Δύσκολος ο συγκερασμός ιδιοτήτων αυτής της προσωπικότητας, δύσκολη και η πρόσληψή της από τον αναγνώστη. Ο αυταρχισμός, η επιμονή στην απόλυτη ορθότητα των επιλογών της, ο ατομοκεντρισμός αυτής της θεώρησης ζωής, συνάδει άραγε με την αγιότητα που υποτίθεται ότι υπηρετεί; Νομίζω έχουμε εδώ έναν τυπικό χαρακτήρα που έπλασε η φαντασία του Ουναμούνο. Με δίπολα εσωτερικά, πολύ ενδιαφέροντα για ανάλυση. Άλλωστε οι σελίδες που έχουν γραφεί για τη «θεία Τούλα» υπερβαίνουν κατά πολύ τις σελίδες της ίδιας της ιστορίας.
Κατά μία εκδοχή (η οποία συμπεριέχεται στο επίμετρο του βιβλίου, γραμμένο από τον Carlos A. Longhurst):

[…] το σφάλμα της Χερτρούδις, εάν πρόκειται για σφάλμα, έγκειται στο ότι μπέρδεψε αυτό που θέλει να είναι με αυτό που μπορεί να είναι.

Τότε όμως οφείλουμε να εξετάσουμε την ηρωίδα αυτή υπό το πρίσμα της τραγικότητας που ίσως τη χαρακτηρίζει. Καταπιεσμένες και απωθημένες επιθυμίες, συνειδητοποίηση της ανάγκης συγκερασμού του θέλω με το πρέπει και το επιβάλλεται. Ποιος τότε θα την κατηγορήσει για την ατολμία της να υπερκεράσει την εγγενή της αδυναμία; Σε κάθε περίπτωση η Χερτρούδις, έστω με το υποκοριστικό της θεία Τούλα, επιμένει να ζητά δικαίωση, τουλάχιστον από τον αναγνώστη. Ο Ουναμούνο έχει δώσει όλα τα στοιχεία προκειμένου αυτό να αποτελέσει μια δεύτερη (μετά την ανάγνωση) απολαυστική διερεύνηση. Προφανώς για τον αναγνώστη εκείνον που δεν βολεύεται με μια επιφανειακή εξήγηση.
Σχετικά με αυτό αξίζει να γίνει ένα σχόλιο ακόμη. Η ιστορία δομείται κυρίως στον άξονα των προσώπων που συνδιαλέγονται. Είναι ο διάλογος που μας προσφέρει απλόχερα τους ομιλούντες χαρακτήρες και τις εσωτερικές τους διεργασίες, όπως αυτές εκδηλώνονται προς τα έξω με τις λέξεις τους, χωρίς σημαντική παρεμβολή του συγγραφέα. Έχουμε, λοιπόν, ένα θεατρικό σχεδόν έργο, με τον μανδύα του μυθιστορήματος. Και είναι παράδοξο αυτό, αν λάβουμε υπόψη μας ότι η λογοτεχνία δεν είναι θέατρο, το μυθιστόρημα δεν είναι θεατρικό έργο και, φυσικά, οι ήρωες δεν είναι ηθοποιοί. Εδώ λείπει εντελώς η περιγραφή που θα έκανε τους ήρωες να πατούν γερά στο επινοημένο πλαίσιο της αφήγησης. Και γνωρίζουμε πόσο μετέωροι μοιάζουν οι χαρακτήρες της λογοτεχνίας, όταν δεν βρίσκουν χώρο να πατήσουν και να γίνουν ανάγλυφοι και αληθοφανείς, άρα αληθινοί. Και όμως, η τέχνη ενός μεγάλου συγγραφέα κατορθώνει το αδύνατο σχεδόν. Παρακολουθούμε απολύτως γήινους χαρακτήρες να ξεδιπλώνουν τη ζωή τους, η οποία με τη σειρά της, ναι, θα μπορούσε να πείσει για την πραγματική της υπόσταση.
Η θεία Τούλα αποδίδεται στον αναγνώστη της περίοπτη και ανάγλυφη, αληθινή μέσα στις αντιφάσεις της, όπως όλοι οι γήινοι και ειλικρινείς ήρωες, ανοιχτή σε αναγνώσεις πολλαπλές, όσες και οι εκδοχές της ιδιότυπης φύσης της.
Η μετάφραση του μυθιστορήματος από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο είναι βασισμένη στην έκδοση των Εκδόσεων Cátedra. Το βιβλίο περιλαμβάνει επίσης προλογικό σημείωμα του μεταφραστή, πρόλογο του Ουναμούνο και εκτενές επίμετρο με πολλές κατατοπιστικές πληροφορίες για το έργο και τον συγγραφέα, αλλά και ερμηνευτικές του συγκεκριμένου έργου, από τον Carlos A. Longhurst. Μια ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση από τη νέα σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg. Τη σειρά αυτή εμπνεύστηκε και οργάνωσε ο εκλιπών Δημήτρης Αρμάος, προς τιμή του λόγιου ανθρωπιστή, τυπογράφου και εκδότη της Αναγέννησης, του ελληνιστή Άλδο Μανούτιο. Κάθε βιβλίο, κάθε aldina που έβγαινε από το τυπογραφείο του με αυστηρή επιμέλεια και κάτω από τον δικό του προσωπικό σχεδιασμό, είχε ως λογότυπο ένα δελφίνι τυλιγμένο γύρω από μια άγκυρα (πηγή έμπνευσης στάθηκε ένα ρωμαϊκό νόμισμα του 80 μ.Χ, όπου το συγκεκριμένο σήμα συνοδευόταν από το ρητό «σπεῦδε βραδέως» – λατ. «festina lente»). Το ίδιο λογότυπο κοσμεί και τη νέα σειρά των εκδόσεων Gutenberg, που περιλαμβάνει στο πρόγραμμά της πολλά σημαντικά, σύγχρονα και παλαιότερα, λογοτεχνικά έργα. Εκδόσεις με υψηλές προδιαγραφές. Θα το καταλάβει ο αναγνώστης, όταν πιάσει αυτά τα βιβλία στα χέρια του. Όλο το μεράκι, όλη η φροντίδα που παλαιότερα συναντούσαμε πιο συχνά και που σήμερα από κάποιους θεωρούνται περιττά «στολίδια». Δεν είναι όμως περιττά καθόλου, ίσα ίσα χαρακτηρίζουν την αληθινή αγάπη για το βιβλίο, που ξεκινά από την εκδοτική ομάδα και φθάνει να αγγίξει τον πραγματικό φίλο των βιβλίων και της ανάγνωσης. Στο εξώφυλλο η εικαστική παρέμβαση (δείγμα και αυτή της ιδιαίτερα καλαίσθητης έκδοσης) του Μάκη Βάγια, Έκλειψη ΙΙ, 2013.

Η θεία Τούλα
Miguel de Unamuno
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Gutenberg
262 σελ.
ISBN 978-960-01-1851-3
Τιμή: €14,00


Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

Παύση-πονώ / Sed-antes


Στέλλα – Λουίζα Κατσαμπή

Παύση-πονώ

Στις 3:46 έρχεται το τρένο.
Δεν ήρθες στο σταθμό.
Ή στο αεροδρόμιο.
Ή σεμένα την ίδια.

Το κεφάλι ψηλά και αγύριστο.
Κι η βαλίτσα μου βαριά.
Βαρύτερη η φωτογραφία με τη γάτα μου.
−κι εσένα μαζί−

Αν ήξερα να φεύγω, δεν θα το ’κανα.
Αν ήξερα να μ’ αγαπώ, θα σ’ άφηνα.
Αν ήξερα να θυμώνω, θα αγαπούσα άλλον.
Κι αν ήξερα να μην πονώ, θα έπαιρνα ασπιρίνη.

>.<>.<>.<

Stela-Luisa Catsabí

Sed-antes

A las tres cuarenta y seis viene el tren.
No viniste a la estación.
O al aeropuerto.
O a mí misma.

La cabeza alta y sin girar.
Y mi maleta que pesa mucho.
Más pesa la foto con mi gata.
−y contigo−

Si supiera marcharme, no lo haría.
Si supiera amarme, te dejaría.
Si supiera cabrearme, amaría a otro.
Y si supiera no sentir dolor, me tomaría una aspirina.

Traducción: Konstantinos Paleologos

Stela-Luisa Catsabí ha nacido en Salónica en 1995. Su primer libro de poesía, en edición conjunta con Stavros Guirguenis, se titula Demonios humanos (2018). Regenta el blog brokenpastelchalks.blogspot.gr


Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

O ισπανός συγγραφέας Roberto García de Mesa στo ABANICO


O ισπανός συγγραφέας
Roberto García de Mesa στo
ABANICO 

Πρόσκληση
για συμμετοχή σε εργαστήριο συλλογικής μετάφρασης μικροδιηγημάτων παρουσία του συγγραφέα

Συντονίζουν: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης

To Κέντρο Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής γλώσσας ABANICO διοργανώνει εργαστήριο μετάφρασης μικροδιηγημάτων με την παρουσία του συγγραφέα τους, Ρομπέρτο Γκαρσία ντε Μέσα. Το εργαστήριο, που θα συντονίσουν ο αναπληρωτής καθηγητής του ΑΠΘ και μεταφραστής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και ο μεταφραστής και διερμηνέας Νίκος Πρατσίνης, θα λάβει χώρα στο ABANICO (Κολοκοτρώνη 12, Σύνταγμα) τη Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018, από 12.00 έως 14.30. 
Εάν ενδιαφέρεστε, δηλώστε το ταχύτερο συμμετοχή στην ηλεκτρονική διεύθυνση του ABANICO (info@abanico.gr) καθότι οι θέσεις είναι περιορισμένες (όχι περισσότερα από 12 άτομα). Σε ό,τι αφορά την επιλογή, θα ακολουθηθεί το κριτήριο της προτεραιότητας στη δήλωση επιθυμίας συμμετοχής.


Σας περιμένουμε,

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Νίκος Πρατσίνης

Σύντομο βιογραφικό

Ο Ρομπέρτο Γκαρσία ντε Μέσα έχει σπουδάσει Νομική και Ισπανική Φιλολογία, και είναι κάτοχος διδακτορικού τίτλου στην Ισπανική Φιλολογία. Ποιητής, θεατρικός σκηνοθέτης, δραματουργός, θεατρικός παραγωγός και καλλιτεχνικός επιμελητής παραστάσεων, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, ερευνητής, visual artist, μουσικός. Έχει εκδώσει περισσότερα από 40 βιβλία, ενώ κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά δέκα χωρών. Έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, έχει δημιουργήσει την Εταιρεία Θεάτρου Roberto García de Mesa, και έχει σκηνοθετήσει περισσότερα από 15 θεατρικά έργα.


Τα προς μετάφραση μικροδιηγήματα:

NOTICIAS DE UN JUGADOR
Hacia el mediodía de ayer, un hombre de mediana edad, con camisa de rayas, corbata y traje algo desteñido por el uso, y con el pelo recién mojado en unos lavabos muy próximos a la plaza del Príncipe, se había colocado de manera estratégica al final de una de las calles más concurridas de la ciudad. Con exagerados buenos modales solicitaba una ayuda a todos los conductores que paraban sus coches cuando la luz del semáforo se ponía roja. Desconocemos si era o no un resultado habitual en su vida, pero, en aquel momento, le respondían con diversas formas de negación, uno tras otro. Nos pareció descubrirle una leve expresión de sorpresa cuando se encontró ante un modelo despampanante de automóvil, nuevo, brillante, de esos que intentan comercializar estúpidamente con mujeres y hombres semidesnudos para hacerlo «más deseable». Tampoco podríamos asegurar si quien conducía era mujer u hombre. Superada su impresión inicial, nos pareció que se aproximaba con algo de ansiedad, excitación, como el jugador que cree que esta vez posee la combinación ganadora, pues imaginamos que era consciente de que le quedaba poco tiempo para consumar su acción. El conductor o la conductora debió de hacerle un gesto negativo, antes de que él le pidiera algo. El hombre se quedó mirando a la ventanilla durante unos segundos y rápidamente se bajó los pantalones hasta los pies. Así permaneció otro breve lapso de tiempo, con el cuerpo desnudo de cintura para abajo, en silencio, delante de aquel objeto deseado y su ocupante. Entonces, el semáforo cambió y todos se pusieron en marcha, excepto aquel hombre que no dejaba de mirar cómo se perdía entre los otros el vehículo elegido. Recordamos que alguien le gritó: «¡Gamberro! ¡Golfo!». Pero él se quedó unos segundos inmóvil y, cuando despertó de aquella visión, se subió los pantalones, escarbó en sus bolsillos y encontró una especie de pipa de girasol. Le fue quitando la cáscara con sus oscuros dientes, mientras esperaba a que el semáforo volviera, suponemos, a su deseado color rojo.

LA ARAÑA
Mientras dejaba que Dios se expresara a través de sus labios, ante un gran auditorio, en la ciudad de Praga, el Papa Benedicto XVI nunca hubiera creído por sí mismo que una araña tuviera la suficiente capacidad de maniobra y la habilidad estratégica necesaria para recorrerle una buena parte de su cuerpo y de su discurso, sin percatarse de ello. Más tarde comprobaría personalmente cómo las cámaras habían captado, para el mundo entero y para él también, el preciso instante donde la intrusa acababa el laborioso trabajo de tejer una tela alrededor de su cuello.

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

Loving "Love me tender", του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου


Είναι ανησυχητικό, και ενδεικτικό, της κατάστασης στην οποία έχουν περιέλθει οι ποιήτριες και οι ποιητές το γεγονός ότι, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ιφιγένειας Ντούμη, καταφεύγουν σε ανθρώπους που δεν έχουν γράψει ούτε ένα ποίημα στη ζωή τους για να παρουσιάσουν τις ποιητικές τους συλλογές. Βέβαια, για να παρηγορήσω την Ι. Ντ., και, κυρίως, τον εαυτό μου, δηλώνω υπεύθυνα ότι έχω μεταφράσει ισπανόφωνη ποίηση και όπως είχε γράψει ο αείμνηστος φίλος και «δάσκαλος», Άρης Μπερλής σε ένα κείμενό του με τον εύγλωττο τίτλο «Γιατί δεν γράφω ποίηση»[1] (Athens Review of Books, τεύχος 64, Ιούλιος-Αύγουστος 2015): «[Δεν γράφω ποίηση] Γιατί προτιμώ να μεταφράζω παρά να γράφω ‘‘πρωτότυπα’’ κείμενα. Γιατί πρωτότυπο χωρίς αντίγραφο ή μετάφραση δεν υπάρχει».
        Θα μπορούσαμε να πούμε/βρούμε/επικαλεστούμε δεκάδες λόγους για τους οποίους δεν γράφουμε ποίηση όσοι διαβάζουμε και μεταφράζουμε ποίηση, αλλά εδώ ήρθα να μιλήσω για μια δημιουργό που γράφει ποίηση (καθώς και μικροαφηγήσεις ή αφορισμούς: «Όταν περνάω από περίπτερο νιώθω ασφάλεια» ή «Η λακ είναι πολύ καθησυχαστική») και ας μην βρισκόμαστε «στο 1815 (ο Βύρωνας, ο Σέλεϋ, ο Κητς) ή στο 1915 (ο Γέητς, ο Έλιοτ, ο Ρίλκε), όταν ο ποιητικός λόγος ήταν ακόμη ηχηρός», όπως επιμένει ο Μπερλής, αναφέροντας, καθόλου τυχαία, κάποιους από τους ποιητές με τους οποίους συνδιαλέγεται η Ι. Ντ. στο έργο της.
        Το Love me tender είναι ένα βιβλίο γοητευτικό, και ως αντικείμενο (χάρη στην ικανότητα του Γιώργου Αλισάνογλου να φτιάχνει όμορφα βιβλία) και ως περιεχόμενο, έχω χάσει τον λογαριασμό των ανθρώπων –βιβλιοπώλες, φίλες και φίλοι, φοιτητές και φοιτήτριές (μου)– που μου έχουν μιλήσει κολακευτικά για το Love me tender χωρίς να γνωρίζουν ή χωρίς να έχουν δει ότι είμαι ο «Παλαιολόγος» των ευχαριστιών…
        «Αν δεν το ξέρεις, δεν το πιστεύεις ότι πρόκειται για μια ποιήτρια πρωτοεμφανιζόμενη», είχε γράψει στην Καθημερινή (25 Ιουνίου 2018) ο παρακαθήμενος Άθως Δημουλάς, από τον οποίο κλέβω ξεδιάντροπα την μπουκιά από το στόμα, ή, καλύτερα, τη φράση από το κείμενό του. Η Ι. Ντ. είναι όντως πρωτοεμφανιζόμενη, αλλά με έναν λόγο εξαιρετικά κατασταλαγμένο και φανερά δουλεμένο, ίσως γιατί ήξερε (ή γιατί την υποχρέωσαν) να περιμένει πριν εκδώσει, ίσως. Τι είναι αυτό που μου αρέσει στη γραφή της; Η ειρωνεία/αυτοειρωνεία της που δεν διστάζει να γίνει πολύ συχνά κακία· είναι το όπλο της για να τα βγάλει πέρα με τις εμμονές και τα φαντάσματά της: τον ανεκπλήρωτο έρωτα, τον ξεθυμασμένο έρωτα (τον ισπανικό desamor), τη μοναξιά, το σεξ, την ομορφιά, την οικογένεια. Το «ανάποδο» χιούμορ της Ι. Ντ. («Αχ και να ήμουν από πέτρα», της ξεφεύγει (;) όταν ζαχαρώνει έναν κούρο με τορνευτούς γλουτούς) κάνει την ποίησή της να σχοινοβατεί υπέροχα μεταξύ υπερευαισθησίας και τσαντίλας, γλυκύτητας και σιχτιρίσματος· φτιάχνοντας διαρκώς ευφάνταστες εικόνες: «Πώς μ’ αρέσει η ησυχία της γειτονιάς μου τη νύχτα. / Πριν ξημερώσει ακούω τα πουλιά / και το ασανσέρ. / Πουλιά, σκυλιά, γατιά, ασανσέρ κι ένα καζανάκι».    
Σε μια πρόσφατη, Σεπτέμβριος 2018, συνάντηση ελλήνων και ισπανών ποιητών στην Πάτρα, ο ποιητής Γιάννης Πατίλης είπε, μισοσοβαρά μισοχαριτολογώντας, ότι κάθε φορά που ακούει ένα ποίημά του μεταφρασμένο στα ισπανικά τού ακούγεται 30% καλύτερο. Με δεδομένη, για τον ομιλούντα, την ποιότητα των ποιητικών (αλλά και πεζογραφικών) κειμένων της Ι. Ντ., οι μεταφράσεις στα ισπανικά που θα διαβάσω κλείνοντας την παρέμβασή μου, έργο της πανεπιστημιακού και βραβευμένης με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης, για τη συλλογική μετάφραση στα ισπανικά των Ακυβέρνητων πολιτειών του Στρατή Τσίρκα, Μαρία Λόπεθ Βιγιάλμπα, αναμένεται να εκτοξεύσουν στον ουρανό του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ και του Λουίς Θερνούδα την ποίηση της Ι. Ντ. Θα διαβάσω αρχικά σε μετάφραση το «Περί του εφήμερου που φυλλορροεί» και ύστερα το «Λιμάνι Αιγιάλης»:

SOBRE LO EFÍMERO QUE SE DESHOJA

Una muchacha delgada que camina mientras come una tirópita es algo hermoso.
Rara vez se le antoja esta delicia tan insana, por eso
deja que las hojas le caigan encima con deleite o
se le queden pegadas en la comisura de los labios.
El hojaldre no atrae su mirada.
Mira más allá y por encima de la tirópita.
Como si ya hubiese terminado.
Como si viera algo menos grasiento
y dirigiera allí sus pasos
con convicción.

PUERTO DE EYIALI

Procedente del barco se escucha un chirrido metálico que recuerda un thriller de los años 90. Como el enorme cetáceo que se cierne sobre el submarino mientras la tripulación se siente sobrecogida por el miedo. Lo mismo siento yo. Interferencias musicales desde la taberna contigua y las carreras de unos niños contribuyen, paradójicamente, a empeorarlo. Tengo el escote enrojecido, puede que sea la tensión, puede que me haya dado un golpe y no lo recuerde. Me ha infundido tal serenidad que el teléfono se apagara en ese punto de la bronca: como si me hubieran pegado un tiro. El chaval de la bici se dio la vuelta y me miró, como si supiera que solo yo me había percatado de que tenía la rueda desinflada. Dirijo la mirada a la playa. Me sorprende cómo se tuestan al sol algunos hombres menudos, cómo el señor de los zapatos de cocodrilo camina con tanta agilidad por la arena, cómo otro señor a lo lejos se seca meticuloso el bigote como si temiera que se le enfriara la boca.
La próxima vez que vea usted a una chica sentada tanto tiempo a solas, pregúntele si quiere compañía. Si no quiere, no pasa nada, le dirá que se marche.  

«Απ’ τον καιρό του ρομαντισμού [όταν απέκτησαν αναγνωρισιμότητα και κύρος, προσθέτω εγώ], δύο αιώνες τώρα, οι ποιητές τρέχουν λαχανιασμένοι πίσω από μεγαλόστομες διακηρύξεις. Παλεύουν να κάνουν πράξη φαντασμαγορικά οράματα. Κηδεμονεύονται από σέκτες και φράξιες και γρουπούσκουλα ποιητικά, που το καθένα τους ένα μονάχα έχει σκοπό, να επιβάλλει ως δόγμα το πιστεύω του»,  έγραψε πρόσφατα (Book Press, 22 Σεπτεμβρίου 2018) ο Κώστας Κουτσουρέλης, αυτόκλητος αλλά και ενήμερος υπερασπιστής της ποίησης και των ποιητών. Ε, λοιπόν, στο όνομα της ελάχιστης, έτσι και αλλιώς, αξιοπιστίας μου σε θέματα ποίησης, στοιχηματίζω ότι η Ι. Ντ. δεν είναι σε καμία περίπτωση «εκπρόσωπος ενός σύγχρονου ρεύματος Ελλήνων ποιητών που θα ήθελαν να κινούνται με άνεση μεταξύ Λονδίνου, Άμστερνταμ ή Βερολίνου», όπως έλεγε, στην πολύ, κατά τα άλλα, καίρια κριτική του ο Θοδωρής Τσαπακίδης (Book Press, 9 Ιουνίου 2018), εκείνη ξέρει να κινείται με άνεση και στην Τρίπολη και στο Χαϊδάρι και στα Καμίνια…        


[1] Παιγνιώδης και ευφυής απάντηση του Α. Μπ. στο βιβλίο Γιατί γράφω ποίηση (Άγρα, 2015) του Χάρη Βλαβιανού.


Κείμενο που αναγνώστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου της Ιφιγένειας Ντούμη Love me tender (Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2018) στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει στις 8/10/2018.