Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα Ι textos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα Ι textos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Η σημασία του τίτλου στην υπερβραχεία μικρομυθοπλασία, με συγκεκριμένα παραδείγματα

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

 

Η σημασία του τίτλου στην υπερβραχεία μικρομυθοπλασία, με συγκεκριμένα παραδείγματα

 

Στο πεδίο της ακραίας συντομίας στο οποίο κατοικοεδρεύει η μικρομυθοπλασία, ο τίτλος παύει να είναι ένα απλό κατώφλι πρόσβασης στο λογοτεχνικό κείμενο και γίνεται δομικό στοιχείο του. Ενώ, στις περιπτώσεις των μυθιστορημάτων ή των διηγημάτων, ο τίτλος, αναμφίβολα σημαντικός πάντα στην προσπάθεια του συγγραφέα να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, εμπλέκεται πολύ σπάνια κατά τρόπο ενεργό στην πλοκή της αφήγησης, στη μικρομυθοπλασία αποκτά μια ιδιαιτέρως αποφασιστική λειτουργία, αποτελεί σημαίνον μέρος του αφηγηματικού μηχανισμού: ολοκληρώνει το νόημα, ανάβει το φυτίλι της έντασης στην ανάγνωση και, ενίοτε, περιέχει το ερμηνευτικό κλειδί χωρίς το οποίο η ιστορία θα παρέμενε ατελής (αν όχι ακατανόητη).

 

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ

Ξύπνησα φρεσκοξυρισμένος.                                                         

 

Αντρές Νέουμαν, ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ (2009)

 

Η φύση της μικρομυθοπλασίας η λεκτική της οικονομία, η τάση της προς την αφαιρετικότητα και, εντέλει, η εξάρτησή της από τη συνενοχή του αναγνώστη απαιτεί από κάθε λέξη να φέρει ένα συγκεκριμένο σημασιολογικό βάρος. Σε αυτό το πλαίσιο, ο τίτλος (ως πρώτη λέξη) διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο. Λειτουργεί τόσο ως ένα αρχικό χτύπημα νοήματος που καθοδηγεί την ανάγνωση, αλλά και ως μια τελική αντήχηση που αναδιαμορφώνει αυτό που μόλις διαβάστηκε. Είναι σύνηθες, για τον αναγνώστη της μικρομυθοπλασίας, να ξαναδιαβάζει το μικροδιήγημα υπό το «φως» των πρόσθετων πληροφοριών που του παρέχει ο τίτλος ή να ξαναδιαβάζει τον τίτλο έπειτα από το τέλος της ανάγνωσης, σε μια διαδικασία συσχετισμού πληροφοριών που παράγει νόημα μέσω της συσσώρευσης και της αντίθεσης.

 

ΜΙΑ ΖΩΗ ΟΛΟΚΛΗΡΗ

Τον είδε να περνά σ’ ένα βαγόνι του μετρό και κατάλαβε ότι ήταν ο άντρας της ζωής της. Φαντάστηκε να μιλάει, να δειπνεί, να πηγαίνει σινεμά, να πλαγιάζει, να ζει μαζί του. Έπαψε να την ενδιαφέρει.

 

Μπεατρίθ Πέρεθ-Μορένο, ΙΣΠΑΝΙΑ (2001)

 

Μία από τις πιο προφανείς λειτουργίες του τίτλου στη μικρομυθοπλασία είναι η παροχή ενός πλαισίου. Δεδομένου ότι το σώμα του μικροδιηγήματος είναι απαλλαγμένο από εκτεταμένες περιγραφές ή σαφή πλαίσια εξέλιξης της αφηγηματικής δράσης, ο τίτλος αναλαμβάνει να τη τοποθετήσει σε έναν συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο. Μια αστραπιαία μικρομυθοπλασία ελάχιστων γραμμών μπορεί να αποκτήσει πυκνότητα νοήματος (ανακαλώντας ιστορικές ή αναγνωστικές μνήμες) εάν ο τίτλος αναφέρεται σε έναν πόλεμο, έναν μύθο ή ένα αναγνωρίσιμο επεισόδιο [βρισκόμαστε ενώπιον της περίφημης «διακειμενικότητας»]. Έτσι, ο τίτλος λειτουργεί ως ένα είδος σημασιολογικής πύκνωσης που ενισχύει το εύρος της ιστορίας χωρίς να αυξάνει την έκτασή της.

 

ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ

Λέγεται ότι ο Άτλας, πεσμένος στα γόνατα και εξαντλημένος από το βάρος της Γης, στήριξε την υδρόγειο σ’ έναν από τους ώμους του. Στο σημείο της επαφής, η Ατλαντίδα εξαφανίστηκε κάτω από τα νερά.

 

Ριγομπέρτο Ροντρίγκες, ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ (2004)

 

 

Μια άλλη συνήθης λειτουργία του τίτλου στη μικρομυθοπλασία είναι να αντικρούει ή να ανατρέπει την άποψη που φαίνεται να υιοθετεί το κείμενο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δημιουργείται μια ειρωνική σχέση μεταξύ των δύο πόλων, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να επανερμηνεύσει αυτό που μόλις διάβασε. Η ειρωνεία, το μαύρο χιούμορ ή η έκπληξη θεμελιώδη χαρακτηριστικά της μικρομυθοπλασίας βρίσκουν έναν υπέροχο σύμμαχο στον τίτλο. Ένα κείμενο που, αν διαβαστεί χωρίς να δοθεί σημασία στον τίτλο, μπορεί να φανεί επίπεδο ή προβλέψιμο, δύναται να αποκτήσει βάθος χάρη σε έναν τίτλο που εισάγει μια απροσδόκητη ένταση.

 

ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ο άντρας που αγάπησα έγινε φάντασμα. Μου αρέσει να του βάζω πολύ μαλακτικό, να τον σιδερώνω με το ατμοσίδερο και να τον χρησιμοποιώ ως κατωσέντονο τα βράδια που έχω κάποιο πολλά υποσχόμενο ραντεβού.

 

Πατρίθια Εστέμπαν Ερλές, ΙΣΠΑΝΙΑ (2009)

 

Μια ακόμα δράση του τίτλου είναι να νοηματοδοτεί την αφηγηματική έκβαση. Σε πολλά έργα μικρομυθοπλασίας, η τελική σπίθα που δίνει νόημα στο κείμενο δεν βρίσκεται στην τελευταία πρόταση, αλλά στην αλληλεπίδραση μεταξύ αυτής και του τίτλου. Η εν λόγω διαδικασία ενισχύει την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να συνδυάσει και τους δύο πόλους για να κατασκευάσει το συνολικό νόημα.

 

ΔΟΚΙΜΗ ΠΤΗΣΗΣ

Αν, παρόλο που έχει εξατμιστεί όλο το νερό, ο κολυμβητής εξακολουθεί να επιπλέει, δεν χωράει καμία αμφιβολία: πρόκειται για άγγελο.

 

Εουχένιο Μαντρίνι, ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ (2001)

 

Σε άλλες περιπτώσεις, πάλι, ο τίτλος μπορεί να είναι μια φαινομενικά ουδέτερη λέξη ή φράση, της οποίας το συμβολικό βάρος ενεργοποιείται σε άμεση συνάρτηση με την ιστορία. Η επιλογή δεν είναι ούτε αυθαίρετη ούτε τυχαία: ανταποκρίνεται σε μια στρατηγική συμπύκνωσης και υποβολής.

 

ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΗΤΑ

Δεν ερωτεύτηκε την ίδια, αλλά τη σκιά της. Θα την επισκεπτόταν την αυγή, όταν η αγαπημένη του ήταν μακρύτερη.

 

Αλεχάντρο Χοντορόφσκι, ΧΙΛΗ (1995)

 

Επιπλέον, δεν πρέπει να παραβλέπεται η παιγνιώδης διάσταση του τίτλου. Σε ένα πλαίσιο γρήγορης ανάγνωσης σε ανθολογίες, περιοδικά ή ψηφιακές πλατφόρμες ο τίτλος είναι το στοιχείο εκείνο που καλείται να τραβήξει την προσοχή του αναγνωστικού κοινού. Η υποβλητική του δύναμη, η μουσικότητά του ή η ασυνήθιστη φύση του μπορεί να διαδραματίσουν σημαίνοντα ρόλο στο εάν το μικροδιήγημα θα διαβαστεί ή όχι.

 

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ, ΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ, Ο ΓΙΟΣ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΟΥ, ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΣΟΥ

Είσαι στο σπίτι, και είναι νύχτα, και σβήνεις το τελευταίο φως. Τι περίεργο: ξαφνικά τα πάντα εξαφανίζονται.

 

Πέδρο Ουγκάρτε, ΙΣΠΑΝΙΑ (2012)

 

Τελικά, ο τίτλος στη μικρομυθοπλασία είναι ένα ουσιαστικό συστατικό που συμμετέχει ενεργά στην κατασκευή του νοήματος. Η σημασία του έγκειται στην ικανότητά του να συμπυκνώνει πληροφορίες, να δημιουργεί προσδοκίες, να εισάγει ένταση και να ολοκληρώνει ή να αποδομεί το νόημα του κειμένου. Ο τίτλος είναι βασικό κομμάτι του αφηγηματικού μηχανισμού, η αποτελεσματικότητα του οποίου εξαρτάται από την ακρίβειά του και την ενσωμάτωσή του στην υπόλοιπη ιστορία. Σε ένα λογοτεχνικό είδος όπως η μικρομυθοπλασία όπου κάθε λέξη μετράει, ο τίτλος δεν αποτελεί εξαίρεση: είναι, σε πολλές περιπτώσεις, το μέρος απ’ όπου όλα ξεκινούν και όπου όλα τελειώνουν.

 

ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΤΟΠΙΟ

Στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, τα απλωμένα ρούχα θαρρείς νοσταλγούν τους αυτόχειρες που τα κρέμασαν επιμελώς στο σχοινί πριν βουτήξουν γυμνοί στο κενό.

 

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ΕΛΛΑΔΑ (2026)



Περιοδικό Χάρτης, Ιούλιος 2026

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Ποιητικός κανόνας, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου


 Ποιητικός κανόνας

 

Σε πρόσφατο μεγάλο αφιέρωμα, σε δύο μέρη, γνωστού ηλεκτρονικού λογοτεχνικού σάιτ στη σύγχρονη ελληνική ποίηση με θέμα το Πάσχα, το πρώτο (επίθετα από το Α έως το Λ) έχει 50% περισσότερες επισκέψεις από το δεύτερο (Μ-Ω), γεγονός που αποδεικνύει ακράδαντα το αληθές της διατυπωμένης από τον μέγιστο θεωρητικό της λογοτεχνίας και εγκυρότατο βιβλιοκριτικό Χαρίλαο Πέρκα (δεν έχω εύκαιρη τη βιβλιογραφική αναφορά) άποψης ότι, παγκοσμίως, οι ποιητές και οι ποιήτριες που τα επίθετά τους αρχίζουν από γράμμα του πρώτου μισού της αλφαβήτου, είναι ασυζητητί, αν όχι καλύτεροι/ες (βάσει ποιων κριτηρίων;) από εκείνους/ες του δεύτερου μισού, το λιγότερο αισθητά πιο δημοφιλείς.

          Δεν διευκρινίζει ο μέγιστος βιβλιοκριτικός αν ο εν λόγω ποιητικός κανόνας (γιατί περί αυτού πρόκειται) ισχύει και σε περίπτωση χρησιμοποίησης ψευδωνύμου εκ μέρους του/της δημιουργού.  


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Υστερόβουλη αφαίρεση, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 ΥΣΤΕΡΟΒΟΥΛΗ ΑΦΑΙΡΕΣΗ

Το 1985, στις 16 Φεβρουαρίου, απεβίωσε ο Θεσσαλονικιός (γεννημένος το 1927) ποιητής και πεζογράφος Γεώργιος Σορολόπης, πιο γνωστός ως Γιώργος Ιωάννου. Όταν, την επομένη, μου ανακοίνωσε την απώλειά του ο συγγραφέας και κοινός μας φίλος Κ.Τ., θυμάμαι, νεαρός υπάλληλος βιβλιοπωλείου τότε, να μετριάζει τη λύπη μου η σκέψη ότι τουλάχιστον είχε φύγει πλήρης ημερών.

Έζησα για χρόνια με αυτή την ιδέα, κάθε φορά που θυμόμουν, διαβάζοντάς τον, έναν από τους πιο γλυκούς ανθρώπους, μαζί με την ποιήτρια Μελισσάνθη, τη Διαλεχτή Ζευγώλη και τον Πέτρο Γλέζο (εκείνο το αχώριστο συγγραφικό ζευγάρι που πέθαναν, ενενηντάχρονοι και οι δύο, το 1996, με διαφορά λίγων μηνών) και τον Αλέξανδρο Μπάρα, τον δημιουργό του συγκινητικού («ευγενούς», το αποκαλεί ο Δρακονταειδής) «Η Κλεοπάτρα, η Σεμίραμις και η Θεοδώρα», που περνούσαν, συχνά πυκνά, κυρίως τα Σάββατα, από το βιβλιοπωλείο.

Μέχρι που τις προάλλες, ψάχνοντας στο διαδίκτυο να ακούσω την «Ομόνοιά» του, μελοποιημένη από τον Νίκο Μαμαγκάκη, διάβασα ξανά ένα συνοπτικό βιογραφικό του και, κάνοντας την αφαίρεση, διαπίστωσα ότι είχε φύγει μόλις στα 57 του, δηλαδή, αρκετά νεότερος απ’ όσο είμαι εγώ σήμερα…  

Μια δόση υστερόβουλης υποκειμενικότητας είναι ευκόλως (μπορεί και ευλόγως) διακριτή στην αποτίμηση εκ μέρους μου του αποτελέσματος της εν λόγω μαθηματικής πράξης.  


Ιστολόγιο ΔΙΑΣΤΙΧΟ, 15/11/2025

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

O Mariano Pensotti από τις Εκδόσεις Δωδώνη σε μτφρ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 




Μαριάνο Πενσότι 

 

Ο ΘΕΑΤΗΣ 

Ένα εξαρχειώτικο σενάριο 

 

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Ο Mariano Pensotti (Μπουένος Άιρες, 1973) είναι δραματουργός και θεατρικός σκηνοθέτης. Αποτελεί μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της θεατρικής ανανέωσης στην Αργεντινή τα τελευταία 20 χρόνια και έναν από τους πιο διεθνώς αναγνωρισμένους καλλιτέχνες μιας χώρας με τεράστια παράδοση σε κάθε μορφή τέχνης. Ο Πενσότι έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα λαμπρότερα θεατρικά ταλέντα της Λατινικής Αμερικής και, μαζί με την ομάδα Grupo Marea, περιοδεύουν για παραστάσεις σε πολλά σημαντικά θέατρα και φεστιβάλ ανά τον κόσμο (Νέα Υόρκη, Ρίο ντε Τζανέιρο, Μαδρίτη, Βρυξέλλες, Αθήνα και αλλού).

Το 2014 (στις 26 και 27 Νοεμβρίου), στο πλαίσιο του φεστιβάλ Transitions 2: Latin America, ανέβηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, με Αργεντινούς ηθοποιούς και υπέρτιτλους στα ελληνικά σε μετάφραση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, το έργο του El pasado es una animal grotesco [Το παρελθόν είναι ένα ζώο αλλόκοτο].

Το 2019, η Στέγη του Ιδρύµατος Ωνάση αναθέτει στον Μαριάνο Πενσότι τη συγγραφή ενός εξαρχειώτικου σεναρίου, ενός φανταστικού πορτρέτου της Αθήνας µέσα από την καθηµερινή ζωή των θεατών µιας θεατρικής παράστασης. Έτσι προκύπτει «El espectador». Το 2022, ο Μαριάνο Πενσότι δήλωνε στην Ηλέκτρα Ζαργάνη σχετικά με το σενάριό του: «∆εν θα µπορούσα να πραγµατοποιήσω κοινωνιολογική µελέτη για την περιοχή των Εξαρχείων –εξάλλου πρόκειται για φανταστικές ιστορίες–, ωστόσο κατά τη διάρκεια της έρευνας που πραγματοποίησα έκανα αρκετές συνεντεύξεις µε ανθρώπους της περιοχής προσπαθώντας να αντικατοπτρίσω τις διαφορετικές και πολυσύνθετες ταυτότητες και να δώσω ζωή σε αυτά τα φανταστικά πορτρέτα». (Documento, 10 Ιανουαρίου 2022).

Η ταινία γυρίζεται στα Εξάρχεια το 2019, με τη χρηματοδότηση της Στέγης, υπό τον τίτλο «Τhe audience», και πρωταγωνίστριες/πρωταγωνιστές, μεταξύ άλλων, τις/τους Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Περικλή Μουστάκη, Ιωάννα Κολιοπούλου, Παναγιώτη Εξαρχέα, Ηρώ Μπέζου, όμως, λόγω covid, δεν φτάνει ποτέ στους κινηματογράφους και, τελικά, προβλήθηκε στο YouTube Channel του Ιδρύματος Ωνάση από τις 9 έως τις 16 Ιανουαρίου του 2022. Η πανδημία που μεσολάβησε από την εποχή της συγγραφής και μετάφρασης του σεναρίου, και των γυρισμάτων, μέχρι την on line προβολή της, στέρησε από τον Πενσότι την ευκαιρία να επικοινωνήσει με το ευρύ ελληνικό κοινό. Αυτή ακριβώς την ατυχή συγκυρία φιλοδοξεί να απαλύνει/καλύψει εν μέρει η έκδοση σε βιβλίο του σεναρίου.  


Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Μαθήματα νομιμοφροσύνης, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 

Μαθήματα νομιμοφροσύνης

 

Η είσοδος ήταν από Στουρνάρη, στο νούμερο 24. Στο υπόγειο της εν λόγω πολυκατοικίας πέρασα, τη δεκαετία του ’60, μαζί με τον θυρωρό παππού μου και τη γιαγιά μου που καθάριζε τις σκάλες, τα έξι πρώτα χρόνια της ζωής μου. Έχω πάρα πολλές αναμνήσεις από εκείνο το κτίριο –ένα κτίριο που κάηκε στα πρόσφατα δεκεμβριανά του 2008, στις μέρες που μας μύησαν άναυδους και για πάντα τραυματισμένους στη σύγχρονη «αισθητική» της εξουσίας–, αλλά καμία δεν συγκρίνεται με τον βαλσαμωμένο παπαγάλο της κυρίας Σπεράντζα, χήρας του ιατρού και λογοτέχνη Στέλιου Σπεράντζα.

Η κυρία Σπεράντζα έμενε στον πέμπτο, και κάθε φορά που καλούσε τη γιαγιά μου να τη βοηθήσει στο καθάρισμα του διαμερίσματός της, εκείνη με έπαιρνε μαζί της αφού, ευτυχώς, δεν είχε εφευρεθεί ακόμη ο θεσμός του νηπιαγωγείου και τριγυρνούσα ολημερίς σε όλη την πολυκατοικία. Εγώ έσπευδα να τη συνοδεύσω καταχαρούμενος γιατί, εκτός του ότι η οικοδέσποινα μου πρόσφερε πάντα κάποιο γλυκό, με άφηνε, επιπλέον, να χαϊδέψω τον τεράστιο βαλσαμωμένο παπαγάλο (σε μια εποχή που δεν είχα δει ούτε ζωντανό παπαγαλάκι), που ήταν τοποθετημένος σε περίοπτη θέση στο σαλόνι.

Ο ενθουσιασμός μου, όμως, με το (πρώην) πουλί περιορίστηκε δραστικά από τη μέρα που είχα τη φαεινή ιδέα να ρωτήσω γιατί το είχαν βαλσαμώσει (δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι χρησιμοποίησα το συγκεκριμένο ρήμα, αλλά έγινα κατανοητός). Η χήρα Σπεράντζα με κοίταξε κατάματα, πήρε ένα σοβαρό και διδακτικό ύφος και μου είπε: «Έβριζε τους αστυνόμους κι εκείνοι τον συνέλαβαν και τον βαλσάμωσαν. Δεν πιστεύω να λες κι εσύ κακά λογάκια;» 


Πρώτη δημοσίευση, υπό τον τίτλο "Μαθήματα κοσμίας συμπεριφοράς", Διάστιχο, 15/11/2025

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Ένα κείμενο του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (και) για το Σας αφιερώνω τη σιωπή μου, του Βάργκας Λιόσα, και ένα επίμετρο-σχόλιο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 

Το βιβλίο ως μαγική ενέργεια

(του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

 

 

Ο Αναγνώστης, 9/9/2025

 

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε ότι όταν διαβάζεις ένα βιβλίο είναι σαν να ανάβεις ένα φως στο σκοτάδι. Όπως γράφει ο Μάριο Βάργκας Λιόσα στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο ^Σας αφιερώνω τη σιωπή μου^, εκδόσεις Καστανιώτη: «Οι Ίνκας δεν μάθαιναν στους υποτελείς τους να διαβάζουν, φοβούμενοι ότι στα βιβλία κρύβονταν οι σπόροι της εξέγερσης, διότι τα βιβλία και τα γραπτά κείμενα θεωρούνται από τους κατέχοντες την εξουσία ανατρεπτικά και καταραμένα».

Όπως και νάχει, τα βιβλία, ως επιδραστικό είδος, δεν κατατάσσονται εύκολα. Στο βιβλίο «A marvelous solitude: the art of reading in early Modern Europe», της Lina Bolzoni, που μεταφράστηκε από τα ιταλικά στα αγγλικά, και εκδόθηκε από το Harvard University Press, αναδεικνύεται ένα γραπτό του Ιταλού ποιητή Πετράρχη, το 1348: «Ακούω καθημερινά τα λόγια σας με μεγαλύτερη προσοχή από όσο θα μπορούσε κανείς να πιστέψει, και θα ήλπιζα να μην ακουστώ αυθάδης εκφράζοντας την επιθυμία μου να ακουστώ από σας». Ο ποιητής απευθύνεται στον Ρωμαίο φιλόσοφο Σενέκα, ο οποίος είχε πεθάνει κάπου 13 αιώνες πριν. Η πρακτική του Πετράρχη, το να γράφει απευθυνόμενος σε συγγραφείς που είχαν πεθάνει προ πολλού, προκειμένου δι’ αυτής της «συναναστροφής» να εξελίξει τα έργα τους, συντονίζεται με μια μέθοδο επαφής των ανθρωπιστών με την αρχαιότητα, στη μεσαιωνική και πρωτο-μοντερνιστική Ευρώπη, αποκαλείται λατινικά imitatio, με άλλη σημασία της «μίμησης» από αυτή του Αριστοτέλη.

Μια έκτακτη ενέργεια μπορεί να αναδύεται από τα βιβλία και γενικότερα από τον γραπτό λόγο, που κάποτε μοιάζει με εξω-κανονική, σχεδόν ανορθολογική, ώστε ορισμένως να συγγενεύει με τη μαγεία. Γράφει γι’ αυτή και ο Ουμπέρτο Έκο, αναφερόμενος σε απομνημονεύματα με τις εμπειρίες ευρωπαίου ιερωμένου στον νεοανακαλυφθέντα αποκαλούμενο Νέο Κόσμο, τον 15ο ή 16ο αιώνα. Ο ιερωμένος γράφει ότι παρατηρώντας οι παλαιότεροι κάτοικοι του Νέου Κόσμου τους ευρωπαίους να διαβάζουν μεγαλόφωνα, θεωρούσαν ότι τα βιβλία είναι μαγικά αντικείμενα που συνομιλούν με τους ανθρώπους.

Είχα αυτή την ιδέα περί έκτακτης ενέργειας των βιβλίων, μεταξύ πολλών άλλων, στο μυαλό μου από την παιδική μου ηλικία (σε Έκθεση που μας ζητήθηκε να γράψουμε στο Δημοτικό με τίτλο «Ο καλλίτερός μου φίλος», είχα γράψει ^Οι καλλίτεροί μου φίλοι είναι τα βιβλία^), μα κατά καιρούς προκύπτουν περιστάσεις που ευνοούν την εμβάθυνση αυτής της θεώρησης.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. 

 

Ταξιδεύοντας στην πρωτεύουσα του Ισπανόφωνου Κόσμου

 

Στα ταξίδια που κρατάνε αρκετές ώρες, φροντίζω πάντα να παίρνω μαζί μου ένα καινούριο βιβλίο, ένα βιβλίο που δεν έχω διαβάσει. Ιδανικά κάτι που να αφορά τη χώρα του προορισμού μου, με την έννοια της προοικονομίας για ό,τι θα συναντήσω. Θυμάμαι ότι την πρώτη φορά που πήγα στη Λισαβώνα, είχα πάρει μαζί μου τα ποιήματα του Πεϊσότο, σε δίγλωσση έκδοση του Γαβριηλίδη, και δεν το μετάνιωσα.

Στην παράξενα θελκτική Ισπανία είχα πάει και ξαναπάει, στη Βαλένθια, τη Σεβίλλη, τη Σαραγόσα, το Μπιλμπάο, τη Βαρκελώνη, μα την Μαδρίτη την επισκεπτόμουν για πρώτη φορά, και είχα την αίσθηση ότι εκεί θα συναντούσα κάτι το διαφορετικό, πέρα από τη μεγάλη γοητεία των τοπικών πολιτισμών της χώρας- καθώς η Μαδρίτη δεν ήταν μόνο η πρωτεύουσα ενός κράτους που υπάρχει επιδραστικά εδώ και πολλούς αιώνες, κάτι που από μόνο του έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον-, μα αυτή η πόλη είναι ο κατ’ εξοχήν κόμβος του ισπανόφωνου κόσμου συνολικά. Καθώς λοιπόν ψυχοδιανοητικά τριγυρίζω εδώ και καιρό συχνά στις γειτονιές της Λατινικής Αμερικής, διάλεξα για το αεροπορικό μου ταξίδι το τελευταίο βιβλίο (εκδόθηκε μετά τον θάνατό του) του περουβιανού Μάριο Βάργκας Λιόσα με τίτλο «Σας αφιερώνω τη σιωπή μου», που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Ο Λιόσα ανήκει στη χορεία των Λατινοαμερικάνων συγγραφέων που βαθιά εκτιμώ, για το ότι δια του ξεχωριστού σύμπαντος της ανθρωπογεωγραφίας των χωρών τους- που τέμνεται μεν με αυτό του ευρωπαϊκού πολιτισμού, μα έχει τα δικά του χαρακτηριστικά- με φέρνουν σε επαφή αλλιώς με τη διαχρονία της ανθρωπότητας. Περουβιανός και κοσμοπολίτης παράλληλα, τιμημένος με βραβείο Νόμπελ, έχει γράψει έναν μεγάλο αριθμό βιβλίων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζω δύο καθαρά πολιτικά έργα του: το μυθιστόρημα που έγραψε στις αρχές της συγγραφικής του σταδιοδρομίας με τίτλο «Η χρονιά του τράγου», για τις συμφορές που μπορεί να επιφέρει η απόλυτη, ολοκληρωτική εξουσία- μα και για τα όριά της-, και από τα τελευταία του με τίτλο «Harsh Times» («Τραχείς καιροί»), που το διάβασα στα αγγλικά, καθώς ακόμα δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά, όπου αναδεικνύονται με ενάργεια οι συνθήκες της ανατροπής του εκλεγμένου Προέδρου της Γουατεμάλας τη δεκαετία του 1950, με κεντρικό πρωταγωνιστή τον πρεσβευτή των ΗΠΑ Πιουριφόϋ (μετά τη θητεία του στην Ελλάδα), σε συνδυασμό με τα συμφέροντα της πολυεθνικής εταιρείας United Fruit Company για την παραγωγή και διάθεση της μπανάνας ανά τον πλανήτη, καθώς και ενός μικρού αριθμού εγχώριων γαιοκτημόνων. Αυτό το βιβλίο είναι ένα πολύτιμο μυθιστορηματικό στοχαστικό δοκίμιο για τα δύσβατα μονοπάτια της πολιτικής όπως τη ζούνε οι κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής.

 

****

 

Το ζήτημα είναι ότι το βιβλίο του Λιόσα «Σας αφιερώνω τη σιωπή μου» (μτφρ. Κ. Παλαιολόγου), Καστανιώτης)  όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε στις ευφρόσυνες προσδοκίες μου, μα με απογοήτευσε κατά τη διάρκεια της πτήσης μου από την Αθήνα προς τη Μαδρίτη. Μεταξύ άλλων, θύμωνα με τον συγγραφέα, που ονειρεύτηκε με αυτό το έργο τη χώρα του, το Περού, ενωμένη μέσω της μουσικής, του βαλς της κρεολικής μουσικής που γεννήθηκε στα στενοσόκακα της Λίμα. Δεν εύρισκα το βιβλίο αντάξιο του μεγαλειώδους θέματός του, κι ας μη γνώριζα την περουβιανή μουσική.

Κι επειδή σ’ αυτές τις περιπτώσεις της κακοδιαθεσίας το ένα φέρνει το άλλο, μου ερχόταν στο μυαλό οι παλαιότερες εκτιμήσεις μου, ότι δηλαδή ο Λιόσα -παρά την ειδικά συνάφεια που αισθάνομαι ως αναγνώστης ότι έχω μαζί του- είναι ένας άνισος συγγραφέας, δεν του βγαίνουν όλα όσα επιχειρεί να κάνει. Η σχέση μας με τα βιβλία είναι ιδιότροπη - όπως όλες οι σχέσεις, άλλωστε.

Όπως και νάχει, αισθανόμουν ως τούβλο- κάτι σχεδόν χωρίς οποιαδήποτε ενέργεια- το βιβλίο που είχα διαλέξει να με συντροφεύσει στη φάση της μετάβασης. 

 

Στους παλμούς της Μαδρίτης

 

Με το που φτάσαμε στη λαμπερή Μαδρίτη, το ποιο βιβλίο κουβαλούσα κατά τη διάρκεια της πτήσης, δεν είχε πιά κάποια σημασία. Το ξενοδοχείο μας ήταν σε μια πολύ ζωντανή περιοχή, με πολύ κόσμο και νεολαία στις καλοσχηματισμένες πλατείες: μας ενημέρωσαν ότι με τον θάνατο του Φράνκο το 1975, από κει ξεκίνησε ένα πολυδιάστατο κίνημα, το επονομαζόμενο «La Movida Madrileña», σε αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας για την Ισπανία, πέρα από τα «κουτιά», και τα «σφιχτά λουριά» της μακρόχρονης δικτατορίας. Η περιοχή του ξενοδοχείου ήταν ακριβώς αυτή όπου ο Αλμοδοβάρ γύριζε τις πρώτες γνωστές ταινίες του. Υπήρχε μια έντονα ηδονιστική διάθεση, στα πλαίσια της Movida, που αποτυπωνόταν σε φράσεις όπως «Madrid nunca duerme» (Η Μαδρίτη δεν κοιμάται ποτέ», «Esta noche todo el mundo a la calle» (Σήμερα, όλος ο κόσμος στους δρόμους!), ή «Madrid me mata» (Η Μαδρίτη με σκοτώνει!).

Έβλεπα γύρω μου ότι αυτή η διάθεση, τόσα χρόνια μετά, έχει ποτίσει ήσυχα την πόλη, μα η Μαδρίτη δεν είναι μόνο αυτό: επάλληλα στρώματα Πολιτισμού και Ιστορίας, μαζί με τις πλατιές λεωφόρους, τους καθαρούς δρόμους, τις πλατείες με τα θερινά σινεμά, τα εστιατόριά τους και τα μπαρ, τα ατελείωτα ενδιαφέροντα κτίρια με τη δική τους ιδιοπροσωπία, τα συγκλονιστικά Μουσεία με έργα από όλο τον Κόσμο- μα με έναν πολύ στιβαρό και δημιουργικό υπομνηματισμό που αναδεικνύει μια θέαση και ερμηνεία μέσα από τον δικό τους πολιτισμό. Όλα αυτά, και άλλα πολλά, συγκροτούν μια πόλη πολύ δυνατών παλμών.

Μέσα σ’ αυτό τον αναζωογονητικό καταιγισμό, αναζήτησα και τα βιβλιοπωλεία της πόλης. Έχοντας ήδη δει και συζητήσει σχετικά, δεν ήταν έκπληξη για μένα ότι εκεί (όπως και στα μενού των εστιατορίων, και αλλού) πρυτάνευε κατ’ αποκλειστικότητα η ισπανική γλώσσα: δεν υπήρχαν βιβλία στα αγγλικά ή σε άλλη γλώσσα, άλλο αν υπήρχαν πολλές μεταφράσεις από την ξένη γραμματεία. Δεν πρόκειται για εσωστρεφή εμμονικό επαρχιωτισμό, μα για το αντίθετο: η ιδέα είναι ότι προκειμένου να υπάρξει μια δημιουργική ώσμωση και σύνθεση πολιτισμών, είναι απαραίτητο ο καθένας απ’ αυτούς να είναι συγκροτημένος: αλλιώς, προκύπτει μια άνευρη, συχνά καταπτωτική, συναναστροφή.

 

*****

 

Εκεί, σ’ αυτά τα βιβλιοπωλεία, ξανασυνάντησα τον Μάριο Βάργκας Λιόσα: παντού, σε ωραία σημεία, με περιποιημένες εκδόσεις αναδείκνυαν το έργο του. Μπροστά-μπροστά, το βιβλίο της πτήσης μου - εννοείται, στα ισπανικά.

Αλλού, αλλιώς, συνάντησα επίσης ζώσες όψεις της Λατινικής Αμερικής. Οι κατά βάση συμπτωματικές, μα πυκνές, επαφές γινόταν είτε κατά τη διάρκεια του πρωϊνού στο ξενοδοχείο- όπου ολόκληρες κατά τεκμήριο εύπορες οικογένειες έκαναν τις διακοπές τους, γνωρίζοντας τη Μαδρίτη και την Ισπανία-, είτε στα εστιατόρια- όπου, τουλάχιστον σ’ αυτά που πηγαίναμε, η πλειονότητα των υπαλλήλων ήταν άνθρωποι που είχαν έρθει σε αναζήτηση καλλίτερης τύχης από το ισπανόφωνο νότιο τμήμα της Αμερικής.

Όλοι αυτοί, μαζί με τους μόνιμους κατοίκους της Μαδρίτης, μιλούσαν την ίδια γλώσσα: τα ισπανικά. Όπως είχα προλάβει να διαβάσω στον Λιόσα: «Υπάρχουν περίπου χίλιες πεντακόσιες γλώσσες, διάλεκτοι και ντοπιολαλιές στη Λατινική Αμερική, αν και ορισμένοι φιλόλογοι ανεβάζουν αυτό τον αριθμό σε πέντε χιλιάδες… Σ’ αυτόν τον ωκεανό από γλώσσες, ντοπιολαλιές και διαλέκτους σε διαφορετικά επίπεδα εξέλιξης, τα ισπανικά έπεσαν σαν πρωινή βροχούλα που κάλυψε και ένωσε τους πάντες…»

Κάποια στιγμή συμπέσαμε στο πρωϊνό με μια νέα γυναίκα από την Κόστα Ρίκα. «Πώς είναι τα πράγματα εκεί;» τη ρωτάω. «Μια χαρά» μου λέει, «έχουμε προ πολλού καταργήσει τον Στρατό, οπότε δεν κινδυνεύουμε από πραξικοπήματα». «Από ευημερία;» συνεχίζω. «Τα τελευταία περίπου είκοσι χρόνια έχουν μεγαλώσει οι ανισότητες» λέει, «μα γενικά μια χαρά, αποκαλούν τη χώρα μας ^Ελβετία της περιοχής^». Ήταν καταρτισμένη και εργαζόταν σε παραγωγικό τομέα της οικονομίας, οπότε επέκτεινα το πεδίο της συνεννόησής μας: «Τί φταίει και η Λατινική Αμερική συνολικά μοιάζει να είναι καθηλωμένη και προβληματική;» «Διαβάστε το ^Harsh Times^ του Λιόσα» μου απάντησε, ξαναφέρνοντας από αλλού τον Λιόσα στο προσκήνιο. Φωτίστηκα. «Οπότε, τί λέτε για τη Γουατεμάλα, που είναι και το θέμα του βιβλίου;» άρπαξα την ευκαιρία. «Α, δεν φαντάζεστε πόσο μαγικά όμορφη είναι η φύση της!» μιλούσε κι άπλωνε τα χέρια της. «Σε πλήρη αντιδιαστολή με την ελεεινή κατάσταση που βρίσκεται η κοινωνία της. Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, όχι μόνο δεν έκανε ένα βήμα προς τα μπρος, μα διαρκώς καταβυθίζεται: είναι μια από τις φτωχότερες και πιο επικίνδυνες χώρες του πλανήτη». «Μήπως ήταν πάντα ένας τόπος μακριά από τον Κόσμο;» Δεν γνώριζα, και ρωτούσα για να μάθω. «Αστειεύεστε; Υπήρξαν σπουδαίες αιχμές στη Γουατεμάλα. Δέστε, για παράδειγμα, τον συγγραφέα Miguel Ángel Asturias, που έζησε στον Μεσοπόλεμο και στις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- σημειωτέον ότι ο ισπανόφωνος κόσμος δεν συμμετείχε σ’ αυτόν τον πόλεμο. Αυτός είναι ο πατέρας, ο επινοητής του Μαγικού Ρεαλισμού, όχι ο Μάρκες!» Αυτή η γυναίκα ήταν θησαυρός. «Διαβάστε μια καινούρια μετάφραση στα αγγλικά του μυθιστορήματός του ^Mr President^, με πρόλογο του Μάριο Βάργκα Λιόσα!» Όπως έλεγξα μετά, το βιβλίο του αυτό έχει κυκλοφορήσει και σε ελληνική μετάφραση, και ότι μεταξύ των έργων του Asturias, που εξόριστος στη Γαλλία είχε σπουδάσει στη Σορβόννη, είναι το «Μύθοι της Γουατεμάλας» που αφορά τη κουλτούρα των Μάγια πριν από την εποχή του Κολόμβου, και πρωτοκυκλοφόρησε το 1931 με πρόλογο του ποιητή Πωλ Βαλερύ.

Ο Κόσμος είναι εν δυνάμει πολύ πλούσιος. Ένα άλλο από τα πρόσωπα του πρωϊνού, μια νέα γυναίκα που επισκεπτόταν με τον άνδρα της και τα δυο παιδιά της την Ισπανία, ήταν από το Εκουαδόρ, τη χώρα που στα ελληνικά αποκαλούμε Ισημερινό. «Είστε από την Ελλάδα και θα μιλάμε για το Εκουαδόρ;» μου λέει χαμογελώντας. «Μια φορά επισκέφτηκα τη χώρα σας, πριν από δέκα χρόνια, και δεν θα την ξεχάσω ποτέ!»

 

******

 

Όπως είπαμε, στα μαγέρικα, τα εστιατόρια και τα μπαρ, οι άνθρωποι από τη Λατινική Αμερική που εργαζόταν εκεί, δεν ερχόταν στη Μαδρίτη για διακοπές, μα για να βγάλουν το ψωμί τους.

Σε μια Θερβεθερία- μπυραρία στα καθ’ ημάς-, που καταλήγαμε κάθε βράδυ για φαγητό, ξεθεωμένοι από τις ξέφρενες δραστηριότητες της μέρας, όλοι οι υπάλληλοι ήταν θαυμάσιοι με τους θαμώνες, μα ξεχώριζαν δύο, με τους οποίους είχαμε και τη βασική επαφή: η Λάουρα, ένα κορίτσι από την Κούβα που έκανε κουμάντο στο μαγαζί («πώς έφυγες από την Κούβα;» τη ρώτησα, «κολυμπώντας;». Γέλασε και μου είπε: «όχι βέβαια! Πάντως περιπετειωδώς έφτασα εδώ, μετά από επτά χώρες, ενώ οι γονείς μου έμειναν στο Περού, και άνοιξαν μια επιχείρηση εκεί»), κι ένας νευρώδης νεαρός σερβιτόρος από το Περού, που δεν μιλούσε λέξη αγγλικά και είχε ένα μεγάλο τατουάζ στο χέρι.

Η περιποίηση ήταν μεγάλη και η κουζίνα εξαιρετική, το ίδιο και οι μπύρες και τα κρασιά σ’ αυτό το άνετο οικογενειακό εστιατόριο (σε ένα τραπέζι καθόταν ένα γεροντοπαλλήκαρο παλαιάς κοπής που γνωρίζανε τα γούστα του και τον σερβίρανε χωρίς να παραγγείλει συγκεκριμένα, σε ένα άλλο μια θεία με την ανιψιά της που κουτσομπολεύανε μακριά από την κλεισούρα του σπιτιού και τις τηλεοράσεις ή, αλλού, ένα ζευγαράκι που κανόνιζε τα μελλοντικά, και τα λοιπά). Προσωπικά δεν έβλεπα την ώρα να ζητήσω ένα συγκεκριμένο πιάτο (ακόμα λαχταράω τη γεύση του), που ποτέ δεν έμαθα το όνομά του στα ισπανικά, μα ήταν τόσο απολαυστικό, και μαζί τόσο χωνευτικό για τα κόκκινα κρασιά που το συνόδευαν.

Βράδυ με το βράδυ αισθανόμαστε όλο και περισσότερο τη Θερβεθερία σαν ένα πολύ φιλικό σπίτι που μας φιλοξενούσε στη Μαδρίτη, με οικοδεσπότες την Κουβανέζα και τον Περουβιανό που προανέφερα.

Όταν πλησίαζε λοιπόν η μέρα που θα φεύγαμε -αφού όλα τα καλά, όπως και τα καλά κάποτε τελειώνουν- είχα μια διάθεση συμβολικής ανταπόδοσης, αναγνώρισης του πλούσιου αναβαπτισμού που μας προσφέρθηκε από αυτή τη σπουδαία πόλη. Ήταν βεβαίως αδύνατο αυτό να γίνει προς τους αόρατους ευεργέτες- όπως, για παράδειγμα, τους Διευθυντές των Μουσείων ή των Πάρκων, όπως και αυτούς που φρόντιζαν για την έκτακτη καθαριότητα των δρόμων, αλλά και τους πρωταγωνιστές του Πολιτισμού των Φαντασμάτων, όπως αυτούς που προνόησαν κάποτε για τον σχεδιασμό της Χωροταξίας της πόλης και των κτιρίων της-, μα μπορούσε εκ των πραγμάτων αυτό να γίνει συμβολικά σε ανθρώπους κοντινούς μας, κι αυτοί θα ήταν οι άνθρωποι της Θερβεθερίας, και κυρίως το κορίτσι από την Κούβα που μιλούσε αγγλικά, και μπορούσαμε να συνεννοηθούμε καλλίτερα.

Αλλά, πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;

 

Το βιβλίο ως φυλαχτό

 

Από την ώρα που αποφάσισα να σχηματοποιήσω τη συγκεκριμένη διάθεσή μου, ήξερα πώς θα το κάνω. Θα χάριζα στη Λάουρα το βιβλίο του Μάριο Βάργκας Λιόσα «Σας αφιερώνω τη σιωπή μου», που παρέμενε ανενεργό για μένα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. «Μα θα χαρίσεις στην ισπανόφωνη κοπέλα ένα βιβλίο που δεν σου μίλησε, και μάλιστα στα ελληνικά;» εξανέστη η γυναίκα μου, η Λη, παρ’ όλο που δεν την εξέπλητταν οι παραξενιές μου.

Επιχειρηματολόγησα: «Η πράξη είναι συμβολική. Πόσοι άνθρωποι δεν έχουν στο σπίτι τους το «1984» του Όργουελ, και εμπνέονται απ’ αυτό, χωρίς να το έχουν διαβάσει; Ο Λιόσα μου κάνει για γέφυρα, ως ενιαία, κοινή αναφορά: πόσες φορές δεν έχουμε πέσει επάνω του, εδώ κι εκεί; Μα, στα ελληνικά; Γιατί δεν πάω να αγοράσω το συγκεκριμένο βιβλίο στα ισπανικά, και να το δωρίσω; Μα γιατί δεν είναι το περιεχόμενο που ενδιαφέρει: είναι η ιδέα της γέφυρας, το σημείο όπου οι Μούσες μας συναντούν τις Μούσες των άλλων; Πόσες φορές στη ζωή μας κάποια βιβλία δεν λειτουργούν ως φυλαχτά, μόνο και μόνο για την ιδέα που αποπνέουν;  Κι έπειτα, δίνω σε ένα βιβλίο μια καινούρια ζωή- παρά να το κρατάω για μένα ανενεργό».

Παρ’ όλα αυτά, πείστηκα. Δύσκολα, αλλά πείστηκα. Τα επιχειρήματα της γυναίκας μου αναπτυσσόταν στο πεδίο του ορθού λόγου, κι εκεί δεν είχα πολλά να πω. Άλλωστε, αυτά λειτουργούν όταν γίνονται ήσυχα και εξαίφνης, με το «τζιζ!» μιας ιδέας, όχι όταν γίνονται μεγάλο θέμα. Παρ’ όλα αυτά, έκανα μια γέφυρα με την ιδέα «το βιβλίο ως φυλαχτό»: το «φυλαχτό», που οι Άγγλοι αποδίδουν ως «talismán», μια λέξη που την πήραν από το «telsman» των Αράβων, που κι αυτοί με τη σειρά τους την είχαν υιοθετήσει από τους Έλληνες που χρησιμοποιούσαν τη λέξη «τέλεσμα», κάτι που σε επίπεδο τελετουργίας σήμαινε «πράγμα αφιερωμένο», και το οποίο μεταξύ άλλων θα μπορούσε να αναφέρεται και σε «χρήματα πληρωθέντα ή μέλλοντα να πληρωθούν». Έκλεισα τον κύκλο δίνοντας κάποια χρήματα ως ανταπόδοση στην Κουβανέζα και τον Περουβιανό (ο οποίος στην αρχή νόμιζε ότι πρόκειται να ζητήσω κάποια χάρη απ’ αυτόν, και στη συνέχεια, όταν αντιλήφθηκε την χειρονομία, μας εξήγησε χαμογελώντας πλατιά, με χειρονομίες και ακατάληπτα από μας λόγια, ότι το τατουάζ το έκανε για τον μικρό του γιό, για τον οποίο ήταν περήφανος).

 

*******

 

Όταν ξεθύμανε η δουλειά, το τελευταίο μας βράδυ στην Ισπανία, η Λάουρα κάθισε στο τραπέζι μας να κουβεντιάσουμε. Της ανοίχτηκα, εξηγώντας τη διάθεσή μου για το «τέλεσμα» και τη διαχείρισή του. Γέλασε με την καρδιά της, έδειχνε να της αρέσει αυτό που άκουγε, αν και έμοιαζε ότι το είχε ήδη σκεφτεί. «Ο Λιόσα έχει αναδείξει πολύ ωραία αυτό τον τρόπο, σε σχέση με τη συγκεκριμένη διάθεση!» είπε. Αντιλήφθηκα, από όσα μου εξήγησε, ότι στα καθ’ ημάς θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε με τον όρο «φανταγμός», που- μαζί με την έννοια «προκαλώ ζωηρή εντύπωση» ή μια στροφή του λόγου όπως «μου φάνταξε ένα κοστούμι»- έρχεται να συναντηθεί κατευθείαν με το ρεμπέτικο «φάνταζε σαν πριγκηπέσσα».

Για να συνεννοηθούμε, της μίλησα για μια σχετική δική μου έμμεση εμπειρία:

Ένας από τους υπαλλήλους στην επιχείρηση του πατέρα μου, ο Κώστας Τ., άνθρωπος με το δικό του αποτύπωμα στην πόλη, ξερακιανός με ^βούρτσα^ το μαλλί, κάθε Σάββατο αργά το απόγευμα, με το που τελείωνε τη δουλειά του, πήγαινε στο σπίτι του, έκανε μπάνιο, φορούσε το καλό το σταυρωτό του κοστούμι και τα τριζάτα τα παπούτσια, και στη συνέχεια με το λεωφορείο της γραμμής ή με κάποιον φίλο του που είχε αυτοκίνητο, πήγαινε στη Θεσσαλονίκη, στο μαγαζί που έπαιζε ο παιδικός του φίλος ο Βασίλης Τσιτσάνης. Μόλις έβλεπε τον παλιό του φίλο να ανοίγει την πόρτα και να μπαίνει, ο Τσιτσάνης του έπαιζε το αγαπημένο του τραγούδι. Το άκουγε όρθιος, από σεβασμό, και μετά καθόταν να ακούσει κάνα δυο από το πρόγραμμα. Δεν κρατούσε πολύ αυτό. Σηκωνόταν, χαιρετούσε από μακριά, κι έφευγε για να επιστρέψει στην πόλη που ήταν το σπίτι του.

«Ναι! Αυτός είναι ο φανταγμός!» αναφώνησε το κορίτσι από την Κούβα. Σηκωθήκαμε όλοι, αποχαιρετιστήκαμε, ευχηθήκαμε τα καλλίτερα, και πήγαμε για άλλα.

 

Επίμετρο

 

Παρά τις αντιρρήσεις μου (εκτιμούσα ότι, με όλον τον σεβασμό, είχε εξαντληθεί κάθε προσπάθεια να αναδυθεί κάποια καινούρια ενέργεια από το συγκεκριμένο βιβλίο του Λιόσα), η γυναίκα μου έφερε το μυθιστόρημα «Σας αφιερώνω τη σιωπή μου» ξανά πίσω στην Ελλάδα. Την ευγνωμονώ γι’ αυτό, καθώς λίγες μέρες μετά την επιστροφή μας ξεφύλλισα το βιβλίο και- παρά το ότι το βασικό περιεχόμενό του εξακολουθούσε να μην με ενδιαφέρει- βρήκα σ’ αυτό μια πολύτιμη ανάλυση του φανταγμού, από τον Λιόσα. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα (σε μετάφραση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου):

 

-Οι σουρεαλιστές έλεγαν ότι το άκρον άωτον του σουρεαλισμού ήταν το να βγει κάποιος στον δρόμο και να πυροβολήσει τον πρώτο περαστικό που θα έβρισκε. Η εμβληματική πράξη του φανταγμού είναι εκείνη του πυγμάχου που, από τις οθόνες της τηλεόρασης, με το πρόσωπο πρησμένο ακόμη από τις μπουνιές που δέχτηκε, χαιρετάει τη μανούλα του που τον παρακολουθεί και προσεύχεται για τη νίκη του.

 

-Η φανταγμένη επικοινωνία μεταξύ ενός ατόμου και του κόσμου περνά περισσότερο μέσα από τα συναισθήματα και τις αισθήσεις παρά μέσα από τη λογική, διότι για την αυτού εξοχότητα τον φανταγμό οι ιδέες είναι διακοσμητικές και αναλώσιμες, αποτελούν εμπόδιο στην ελεύθερη έκχυση συναισθημάτων.

 

-Υπάρχει ένας φανταγμός τρυφερός (η κοπέλα που αγοράζει το κόκκινο κιλοτάκι, με δαντέλα, για να αναστατώσει τον αγαπημένο της) και λογιών – λογιών προσεγγίσεις οι οποίες, ως μη αναμενόμενες, τον φέρνουν στον νου: οι μαρξιστές παπάδες, για παράδειγμα. Ο φανταγμός προσφέρει μια οπτική γωνία μέσα από την οποία μπορεί κανείς να παρατηρήσει και να οργανώσει και τον κόσμο και την κουλτούρα.

 

-Ο φανταγμός (που δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την επιτήδευση, δηλαδή τη διαστρέβλωση του γούστου ή την πόζα, η οποία έχει κάτι το δυσοίωνο, προαναγγέλει κάτι άσχημο) μπορεί να είναι υπέροχος, αλλά σπάνια είναι ευφυής. Είναι διαισθητικός, περίπλοκος, φορμαλιστικός, μελωδικός, ευφάνταστος, και, πάνω απ’ όλα, ψυχοπονιάρης.

 

 

Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο Μεθόριος- η επικράτεια των ορίων, όπως και το σύνολο των έργων του, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

 

 >.<>.<


Και ένα Επίμετρο-Σχόλιο, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

(24/12/2025)

 

Είμαι πολύ ευγνώμων στον κύριο Χατζηστεργίου γι’ αυτό το κείμενο ποταμός, για δύο λόγους. Κατ’ αρχάς, για τη φρέσκια ματιά σε μια πόλη που έχω ζήσει και αγαπήσει όσο λίγες, τη Μαδρίτη, και, κατά δεύτερον, για την τόσο γόνιμη ανάγνωση ενός βιβλίου με το οποίο πέρασα, μεταφράζοντάς το, πάνω από μισό χρόνο πολύ στενής σχέσης. Υπάρχει και ένας τρίτος λόγος για να του είμαι ευγνώμων, που τον σκέφτομαι μόλις τώρα: είναι η πρώτη φορά που διαλέγομαι μ’ ένα κείμενο που αφορά, έστω εν μέρει, κάποιο μετάφρασμά μου.

          Θα συμφωνήσω με τον κύριο Χατζηστεργίου ότι το Σας αφιερώνω τη σιωπή μου είναι ένα βιβλίο που μπορεί να απογοητεύσει το πιστό αναγνωστικό κοινό του Λιόσα. Ο συγγραφέας θέλησε, πριν φύγει από αυτόν τον κόσμο, να κλείσει το μάτι στη πατρίδα του από την οποία είχε απομακρυνθεί, στεναχωρημένος/θυμωμένος;, λόγω και της εκλογικής του αποτυχίας (δεν είναι τυχαίο ότι «χρησιμοποιεί» το αντιπροτελευταίο του μυθιστόρημα, Cinco Esquinas, για να τα ψάλλει στον τότε εκλογικό του αντίπαλο και μετέπειτα πρόεδρο-δικτάτορα του Περού, Αλμπέρτο Φουχιμόρι). Το αποτέλεσμα είναι ένα μυθιστόρημα που εμένα μου φάνηκε καλοστημένο, μεν, αφελές, δε. Από αυτή την άποψη, με άφησε αδιάφορο, δεν με συγκίνησε σε κανένα σημείο, αν και χάρη σ’ αυτό άκουσα πολύ καλή μουσική.

          Θα συμφωνήσω επίσης με τον κύριο Χατζηστεργίου ότι το μεγάλο μυθιστόρημα του περουβιανού νομπελίστα, από τα τελευταία έργα του, είναι το Tiempos recios (θα κυκλοφορήσει εντός του 2026 από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε δική μου μετάφραση, με τον τίτλο «Άγριοι καιροί»). Σε αυτό το μυθιστόρημα βρίσκουμε τον Βάργκας Λιόσα που μου αρέσει. Τον μυθιστοριογράφο που ξέρει όσο κανείς να παρουσιάζει, αναλύει, ειρωνεύεται, αποδομεί τους μηχανισμούς της εξουσίας.   

          Καλά όλα αυτά τα περί Λιόσα, ως σκέψεις με αφορμή τις σκέψεις του κυρίου Χατζηστεργίου, αλλά δεν θα είχα στρωθεί να γράψω αυτό το κείμενο αν δεν είχε χτυπήσει ευαίσθητη χορδή με την αναφορά του στη λέξη «φανταγμός». Η huachafería, στο πρωτότυπο, είναι η κεντρική λέξη του Σας αφιερώνω τη σιωπή μου. Μια λέξη που, σύμφωνα με τον συγγραφέα, χαρακτηρίζει τους Περουβιανούς/ες. Υπάρχουν λέξεις μπροστά στις οποίες εμείς, οι μεταφραστές και μεταφράστριες, σηκώνουμε τα χέρια, πώς να μεταφραστεί το duende, το saudade, το serendipity, το φιλότιμο… Με την huachafería, λοιπόν, ταλαιπώρησα κόσμο και κοσμάκη (θυμάμαι πρόχειρα την Παναγιωτίδου, τον Πρατσίνη, την Ντούμη…). Πέρασε από πολλές εκδοχές: έπαρση, ξιπασιά, βλαχομπαρόκ, μεγαλομανία, νεοπλουτισμός (και λίγες λέω), μέχρι να καταλήξω στον «φανταγμό», μια λέξη η οποία, όπως και η huachafería, έρχεται από τα βάθη του λεξικού. Και τώρα, τη βλέπω στην «πένα» του κυρίου Χατζηστεργίου και στα χείλη της κουβανής φίλης του (μέσω του κυρίου Χατζηστεργίου, αλλά τι σημασία έχει). Για κάτι τέτοιες στιγμές ζούμε εμείς οι μεταφραστές/μεταφράστριες. Στιγμές επικοινωνίας (και μιας κάποιας δικαίωσης).

 

Υγ. Εγώ χάρισα την ελληνική έκδοση του Σας αφιερώνω τη σιωπή μου σε έναν αναγνώστη που δεν ξέρει ελληνικά, στον μεξικανό συγγραφέα Εμιλιάνο Μόνχε. Τα βιβλία λένε, έτσι κι αλλιώς, (και) ιστορίες που υπερβαίνουν τη γλώσσα.

 

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Héctor Viel Temperley: Βρετανικό Νοσοκομείο [ΔΙΓΛΩΣΣΗ ΕΚΔΟΣΗ]

 


Στις αρχές του 2026 από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν σε συλλογική μετάφραση


Héctor Viel Temperley 

 

Βρετανικό Νοσοκομείο

[ΔΙΓΛΩΣΣΗ ΕΚΔΟΣΗ] 

 

 

Συλλογική μετάφραση: Μαρία Αθανασιάδου, Όλγα Αναστασιάδου, Πάνος Γεράκης, Χριστίνα Δημητρίου, Μαρία Κολεύρη, Εδουάρδο Λουθένα, Νίκος Μανουσάκης, Ματίνα Μπίλλια, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Μυρσίνη Πάρσαλη, Γιώτα Ρόμπολα, Τζίνα Ρουμπέα, Σοφία Φερτάκη

 

 

Εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Θεσσαλονίκη, 2026

 

>.<>.<

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

 

Έκτορ Βιελ Τέμπερλεϊ ή Η ποίηση στις παρυφές του λογοτεχνικού κανόνα

 

Ο Έκτορ Μπενχαμίν Βιελ Τέμπερλεϊ, όπως ήταν το πλήρες όνομα του ποιητή, γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες στις 21 Μαΐου 1933 και απεβίωσε στην ίδια πόλη στις 26 Ιουνίου 1987, ύστερα από μια μακρά επώδυνη ασθένεια που απαίτησε διαδοχικές και επίπονες νοσηλείες.

Ο Βιελ Τέμπερλεϊ ήταν ένας εξαιρετικά νεωτερικός συγγραφέας, με έργο μικρής έκτασης μεν, αλλά ιδιαίτερα εμπνευσμένο, στο οποίο συνδυάζει έναν μπαρόκ ποιητικό μυστικισμό[1] –κατά καιρούς, με έντονη σουρεαλιστική διάθεση– με μια υπερβατική ζωτικότητα. Η ποίησή του κέρδισε τον σεβασμό αρκετών σύγχρονων ομότεχνών του (όπως οι Ενρίκε Μολίνα, Φρανσίσκο Μαδαριάγα, Έντγκαρ Μπάιλεϊ και Ενρίκε Φόγκγουιλ), ωστόσο χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να γίνει –μετά θάνατον, δυστυχώς– ευρύτερα αποδεκτή από την καθεστηκυία τάξη των αργεντινών Γραμμάτων.

Η ενασχόλησή του με την ποίηση ξεκίνησε νωρίς: σε ηλικία 15 ετών, πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, άρχισε να σκαρώνει τους πρώτους του στίχους.

Όταν τελείωσε το σχολείο, εργάστηκε για λίγο στην εφημερίδα Crónica, για να αφοσιωθεί, στη συνέχεια, στη διαφήμιση, ένα επάγγελμα που εκείνη την εποχή –τη δεκαετία του 1950– δεν είχε την επιδραστικότητα που θα αποκτούσε σε μεταγενέστερους καιρούς ούτε ήταν οικονομικά ιδιαίτερα προσοδοφόρο.

Στην πράξη, σε αυτό το στάδιο της ζωής του, ο Βιελ Τέμπερλεϊ εκμεταλλεύτηκε κάθε ευκαιρία για να περνάει πολύ χρόνο στην εξοχική κατοικία της οικογένειάς του, που βρισκόταν στο Ντολόρες, 300 χιλιόμετρα περίπου ανατολικά της πρωτεύουσας της Αργεντινής, μέρος στο οποίο αργότερα θα καταπιανόταν ακόμα και με αγροτικές εργασίες. Το τοπίο και οι πυρήνες νοήματος που θα προέκυπταν από αυτή την πρώιμη επαφή με την αγροτική ζωή, έμελλε να διαποτίσουν έντονα το μεταγενέστερο ποιητικό του έργο.

Σε ηλικία μόλις 23 ετών, το 1956, παντρεύτηκε με τη Μαρούκα Ματέ, με την οποία απέκτησαν εφτά παιδιά: τον Χουάν Κρους, τη Μαρία Βικτόρια, τη Μαρία Κλάρα, τη Μαρία Βερόνικα, τη Μαρία Σολεδάδ, τον Χουάν Μπαουτίστα και τον Φακούντο.

Την ίδια χρονιά, ο Βιελ Τέμπερλεϊ δημοσίευσε το πρώτο του ποιητικό βιβλίο, Poemas con caballos, το οποίο του χάρισε μια τιμητική διάκριση από την Αργεντινή Εταιρεία Συγγραφέων (SADE). Την εν λόγω έκδοση, όπως και εκείνες πολλών μεταγενέστερων βιβλίων του, ο ποιητής θα την πλήρωνε από την τσέπη του.

Η εργασιακή σχέση του ποιητή με διάφορα διαφημιστικά γραφεία, αργεντινά ή παραρτήματα πολυεθνικών εταιρειών, θα λάβει τέλος το 1965, όταν ιδρύει τη δική του διαφημιστική εταιρεία, με την επωνυμία «Viel Temperley Publicidad».

Το 1967, έντεκα ολόκληρα χρόνια μετά το πρώτο του έργο, δημοσιεύτηκε η δεύτερη ποιητική του συλλογή, με τίτλο El nadador.

Το 1969 χώρισε από τη σύζυγό του –κάτι που δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο στην Αργεντινή εκείνης της εποχής– και η ζωή του άλλαξε ριζικά. Απομονώθηκε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα, στα βόρεια προάστια του Μπουένος Άιρες, όπου περνούσε ώρες ακόμα και μέρες γράφοντας (και σκίζοντας πολλά από τα γραπτά του). Είναι η χρονιά που δημοσιεύει το Humanae vitae mia.

Παρά την επιχειρηματική του δραστηριότητα –η Viel Temperley Publicidad είχε σημαντικούς πελάτες στο ενεργητικό της, ανάμεσά τους την εταιρεία Ford Motor Argentina–, ο ποιητής δεν έπαψε σε κανένα σημείο της ζωή του να διάγει μποέμικο βίο. Είναι η εποχή, τέλη της δεκαετίας του ’60 με αρχές της δεκαετίας του ’70, που ο Βιελ Τέμπερλεϊ έχει αποκτήσει σχετική φήμη στην ακμάζουσα ποιητική σκηνή του Μπουένος Άιρες, ωστόσο, παρά τις συχνές προσκλήσεις από συναδέλφους και φίλους του, εκείνος αρνείτο να συμμετάσχει σε λογοτεχνικές συναθροίσεις και βραδιές ποιητικών αναγνώσεων, μια στάση ασυνήθιστη που συνδυαζόταν με δύο ακόμα πολύ προσωπικές επιλογές: ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να παρουσιάσει καμία από τις εννέα ποιητικές συλλογές που εξέδωσε και δεν παραχωρούσε συνεντεύξεις (πλην μίας, στον Σέρχιο Μπίσιο, λίγο πριν αποβιώσει[2]).

Το 1971, γνώρισε τη γυναίκα που θα γινόταν η σύντροφός του για το υπόλοιπο της ζωής του, τη Λουίσα Χάνσεν. Δημοσίευσε την ποιητική του συλλογή Plaza Batallón 40 και, δύο χρόνια αργότερα, τη συλλογή Febrero 72 - Febrero 73· το 1976, εξέδωσε το Carta de marear και το 1978 το Legión extranjera.

Μετά από αρκετά χρόνια παρουσίας στην αγορά, η εταιρεία του χρεοκόπησε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και το αποτέλεσμα ήταν ένα επαχθές χρέος που του αφαίρεσε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα όλα όσα είχε καταφέρει να αποκτήσει με τη δουλειά του. Η οικονομική του κατάσταση έγινε, περιττό να το επισημάνουμε, ιδιαίτερα δύσκολη. Ο Βιελ Τέμπερλεϊ εγκατέλειψε οριστικά τον χώρο της διαφήμισης και, σε εκείνη τη δύσκολη οικονομική συγκυρία, κατάφερε να συντηρηθεί με μεγάλες θυσίες, χάρη στην ενοικίαση κάποιων κτημάτων που είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του. Το πενιχρό του εισόδημα του επέτρεπε να πληρώνει το ενοίκιο για το μικρό διαμέρισμα όπου διέμενε και τις (αυτο)εκδόσεις των βιβλίων του. Το 1982, με αφορμή την έκδοση της νέας του ποιητικής συλλογής, Crawl, αποφάσισε να ιδρύσει τον δικό του εκδοτικό οίκο, με την επωνυμία Par-Avi-Cygno.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο ποιητής, που ήταν φανατικός καπνιστής, διαγιγνώσκεται με καρκίνο του πνεύμονα και έτσι αρχίζει μια μακρά σειρά ιατρικών εξετάσεων και επαναλαμβανόμενων θεραπειών από ογκολόγους, οι οποίες, όμως, δεν θα αποτρέψουν την ανάπτυξη μεταστάσεων που οδηγούν σε όγκο στον εγκέφαλο. Το 1985, εισήχθη στο Βρετανικό Νοσοκομείο του Μπουένος Άιρες. Η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί δραματικά. Παρ’ όλα αυτά, η χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε αφαίρεσε με επιτυχία τον όγκο και ο ποιητής μπόρεσε να επιστρέψει στο διαμέρισμά του[3], όπου, κατά τους επόμενους μήνες, ολοκλήρωσε ένα από τα πιο διάσημα και αναγνωρισμένα έργα του, το ομώνυμο με το νοσοκομείο Hospital Británico, ένα ημερολόγιο ασθενείας, μια σύνθεση από θραύσματα γλώσσας, που κυκλοφόρησε, από τον δικό του εκδοτικό οίκο, το 1986.

Ωστόσο, μια νέα μετάσταση στον εγκέφαλο θα προκαλούσε μια δεύτερη νοσηλεία, αυτή τη φορά στο σανατόριο του Σαν Χοσέ στο Μπουένος Άιρες, όπου πέθανε την Πέμπτη 26 Ιουνίου 1987.

        Από τον θάνατό του και έπειτα, τα έργα του έχουν επανεκδοθεί ξανά και ξανά, ενώ έχουν γραφτεί δεκάδες μελέτες ή μονογραφίες αφιερωμένες στην ποίησή του. Ο λογοτεχνικός κανόνας, που (και εξαιτίας του χαρακτήρα του ποιητή) στάθηκε άπιαστο όνειρο όσο ο Βιελ Τέμπερλεϊ βρισκόταν εν ζωή, τελικά αναγκάστηκε να υποκλιθεί σε ένα έργο του αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της αργεντινής ποίησης του 20ού αιώνα.



[1] Ο ποιητικός μυστικισμός του Βιελ Τέμπερλεϊ χαρακτηρίζεται από τη διαρκή παρουσία της σάρκας, του σώματος –που αθλείται, ασθενεί, υποφέρει ή ηδονίζεται– και την αδιασάλευτη πίστη στην εκστατική ανάσταση. «Θεωρείς ότι είσαι ένας θρησκευτικός ποιητής;» είχε ερωτηθεί στη μοναδική συνέντευξη που παραχώρησε στη ζωή του· και εκείνος αποκρίθηκε: «Ένας θρησκευτικός ποιητής; Όχι. Σε καμία περίπτωση. Είμαι ένας ποιητής μυστικιστής, σουρεαλιστής, οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι θρησκευτικός. Μιλάω για ναυτικούς και κολυμβητές. Ο Ιησούς Χριστός εμφανίζεται μέσα από έναν ληστή, έναν ρουφιάνο, έναν ναυαγοσώστη. Έγραψα: να μου φιλήσω το Πρόσωπο στον Ιησού Χριστό. που σημαίνει ότι ο Χριστός με οδήγησε να φιλήσω τον εαυτό μου σε Αυτόν».

[2] Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο Μπουένος Άιρες, στο περιοδικό Vuelta Sudamericana, τεύχος 12, Ιούλιος 1987.

[3] Τρεις ημέρες αφότου εξήλθε από το Βρετανικό Νοσοκομείο, ο ποιητής παρίσταται, με τους επιδέσμους ακόμη στο κεφάλι του, λόγω του τρυπανισμού στον οποίο είχε υποβληθεί, στην κηδεία της μητέρας του, η οποία αποτελεί μια από τις κεντρικές μορφές του Βρετανικού Νοσοκομείου.


>.<>.<


Βρετανικό Νοσοκομείο

 

Πτέρυγα Ροσέτο, μακριά γωνιά καλοκαιριού, πανοπλία από πεταλούδες: Η μητέρα μου ήρθε στον ουρανό να με επισκεφθεί.

 

Έχω το κεφάλι μου δεμένο. Παραμένω στο στήθος του Φωτός με τις ώρες. Είμαι ευτυχισμένος. Με έχουν βγάλει από τον κόσμο.

 

Η μητέρα μου είναι το γέλιο, η ελευθερία, το καλοκαίρι.

 

Είκοσι τετράγωνα από δω κείται αργοπεθαίνοντας.

 

Εδώ φιλάει τη γαλήνη μου, βλέπει τον γιο της αλλαγμένο, προετοιμάζεται –εν μέσω του θρήνου Σου– για να ξεκινήσει τα πάντα απ’ την αρχή.