Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

Proyecto Grequerías. Taller de traducción de minirrelatos griegos al español


Proyecto Grequerías
Antología del minirrelato griego contemporáneo

Taller de traducción y revisión grupal de minirrelatos griegos contemporáneos al español

Organizan y dirigen:
Konstantinos Paleologos, Eduardo Lucena

La minificción griega gana cada día nuevos adeptos en nuestro país, pero permanece prácticamente desconocida fuera de nuestras fronteras lingüísticas. Con el taller de traducción y revisión grupal: «Proyecto Grequerías. Αntología de minirrelato griego contemporáneo», aspiramos a reunir en español un número suficiente de minirrelatos de autores griegos contemporáneos para una antología que se publicará por la editorial malagueña E.D.A. Libros en 2020.
El taller se dirige tanto a personas que tengan el español como lengua materna y posean excelente nivel de griego, como a personas que tengan el griego como lengua materna y posean un excelente nivel de español.

Día y hora: martes, 11.00 a 13.00 h
Inicio: 16/10/2018
Final: 12/3/2019 (20 sesiones de 2 horas)
Precio: 390 euros

I n s c r i p c i ó n    a b i e r t a 

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Ο Jorge Carrión στην Εφημερίδα των Συντακτών και τη Βένα Γεωργακοπούλου



Παθιασμένος συλλέκτης βιβλιοπωλείων

Ο Χόρχε Καριόν, ήρθε στην Αθήνα για το 10ο Φεστιβάλ ΛΕΑ, το αφιερωμένο στην λογοτεχνία της Ιβηρικής Χερσονήσου και της Λατινικής Αμερικής


17.06.2018, Εφημερίδα  των Συντακτών
Συντάκτης: 


Δεν μπορώ να φανταστώ βιβλιόφιλο που να μη ρουφήξει το, ήδη μεταφρασμένο σε δώδεκα γλώσσες, ιδιόρρυθμο, γοητευτικό βιβλίο του 42χρονου Χόρχε Καριόν από τη Βαρκελώνη (με ρίζες όμως στην Ανδαλουσία, εξ ου και μου έριξε μια στραβή ματιά όταν τον ρώτησα για το ζήτημα της ανεξαρτησίας της).
Ο τίτλος τα λέει όλα: «Βιβλιοπωλεία». Κάτι μεταξύ δοκιμίου και ταξιδιωτικού, σε παίρνει από το χέρι και σε οδηγεί σε βιβλιοπωλεία κάθε γωνιάς της Γης, διάσημα και άσημα (και στην Αθήνα φυσικά), ενώ συγχρόνως ξετυλίγει την ιστορία ανά τoυς αιώνες αυτών των μαγικών χώρων που λατρεύει και παθιάζεται με τη διατήρησή τους σε εποχές amazon.
Ο Χόρχε Καριόν, που γράφει και μυθιστορήματα, ενώ διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της αγαπημένης του Βαρκελώνης, ήρθε στην Αθήνα για το 10ο Φεστιβάλ ΛΕΑ, το αφιερωμένο στην λογοτεχνία της Ιβηρικής Χερσονήσου και της Λατινικής Αμερικής. Οι εκδόσεις «Ποταμός» μόλις έβγαλαν τα «Βιβλιοπωλεία» σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

• Γιατί ξεκινήσατε αυτό το πρότζεκτ; Είχατε κάτι πολύ συγκεκριμένο στο μυαλό σας ή το βιβλίο δημιουργήθηκε σιγά σιγά on the road;
Είμαι «συλλέκτης βιβλιοπωλείων», είναι το πάθος μου. Επί είκοσι χρόνια, από τα 17-18 μου, γυρνούσα τον κόσμο ψάχνοντας για βιβλιοπωλεία χωρίς να φαντάζομαι ότι θα γράψω βιβλίο, νόμιζα ότι ίσως κάνω μια έκθεση ή ένα web site. Αλλά μια μέρα, επιστρέφοντας από τη Νότια Αφρική, σκέφτηκα ότι έχω πια πληροφορίες και από τις πέντε ηπείρους και άρχισα πανευτυχής να γράφω. Σε τρεις μήνες το είχα τελειώσει. Το έγραφα είκοσι χρόνια στο κεφάλι μου.

• Εχετε καταλάβει τι σας έκανε μανιακό των βιβλιοπωλείων; Μια οικογενειακή ιστορία ίσως;
Στο σπίτι δεν είχαμε βιβλία, οι γονείς μου δεν είναι διανοούμενοι. Ούτε υπήρχαν βιβλιοπωλεία στην εργατική συνοικία της πόλης Ματαρό, κοντά στη Βαρκελώνη, που μεγάλωσα. Μόνο κιόσκια με εφημερίδες και κόμικς. Ανακάλυψα τα βιβλιοπωλεία και τη βιβλιοθήκη στο κέντρο της πόλης, όταν μεγάλωσα. Και κατάλαβα ότι με τα βιβλία μπορώ να ταξιδέψω, ότι είναι τα ταξίδια μου σε μια οικογένεια που δεν ταξίδευε.
Το πρώτο μου μεγάλο ταξίδι για να γράψω ένα βιβλίο (σ.σ. Australia. Un viaje) ήταν στην Αυστραλία: ένα μέρος της οικογένειάς μου έφυγε κάποτε από την Ανδαλουσία για την Καταλονία και ένα άλλο πήγε Αυστραλία. Πήγα να τους βρω, να τους μελετήσω.

• Τι είναι λοιπόν για σας ένα «καλό βιβλιοπωλείο»; Τι είδους βιβλιοπωλεία σάς ενδιέφεραν στα ταξίδια σας;
Μου αρέσουν τα βιβλιοπωλεία που έχουν μια ιστορία. Όχι αναγκαστικά τα παλιά, ακόμα και τα πολύ καινούργια μπορεί να κρύβουν μια αφήγηση για τη γέννησή τους, που πρέπει να τη μάθεις, να τη διασχίσεις για να μπορέσεις να εισχωρήσεις σ’ αυτά. Και τα βιβλιοπωλεία που σε βάζουν μπροστά σε προκλήσεις. Δηλαδή μπαίνεις μέσα έχοντας στο μυαλό σου ποιο βιβλίο θες να αγοράσεις και σε οδηγούν σε ένα βιβλίο που το ήθελες, χωρίς να ξέρεις ότι το θέλεις.
Επειδή όμως δεν υπήρχε άλλο τέτοιο βιβλίο, έπρεπε να απλώσω τα διαβάσματα και την έρευνά μου σε όλη την πολυπλοκότητα του φαινομένου. Διάβασα για αρχιτεκτονική, για πολεοδομία, ακόμα και για θέματα φύλου, αφού οι πιο σημαντικοί ιδιοκτήτες βιβλιοπωλείων τον 20ό αιώνα ήταν γυναίκες, όπως η Σίλβια Μπιτς του περίφημου παρισινού Shakespeare and Company!

• «Το βιβλιοπωλείο είναι ελαφρύ, η βιβλιοθήκη βαριά» γράφετε. Εξηγήστε μας την άποψή σας. Προτιμάτε προφανώς τα βιβλιοπωλεία από τις βιβλιοθήκες.
Η ιστορία του πολιτισμού είναι ένας συνεχής διάλογος μεταξύ βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών. Οι βιβλιοθήκες είναι μνημειώδεις, δημόσιες και... αργές. Τα βιβλιοπωλεία είναι ιδιωτικοί χώροι, πολύ μοντέρνοι και γρήγοροι. Προσωπικά προτιμάω τα βιβλιοπωλεία, γιατί συνεχώς αλλάζουν.
Μια βιβλιοθήκη μπορείς να τη μάθεις καλά. Ένα βιβλιοπωλείο, όχι. Ο κατάλογος, οι προθήκες, τα ράφια δεν μένουν ποτέ ίδια. Επίσης ο βιβλιοθηκάριος μπορεί να είναι παθητικός, ο βιβλιοπώλης δεν επιτρέπεται να είναι.
Πρέπει να είναι συνεχώς σε εγρήγορση. Δεν είναι ανάγκη να ξέρει από λογοτεχνία, να είναι διανοούμενος, γιατί η δουλειά του είναι να πουλάει. Άρα δεν του χρειάζεται τόσο γνώση, όσο συναίσθημα, ικανότητα να προκαλεί συζητήσεις και να δημιουργεί δεσμούς με τους ανθρώπους, να οργανώνει εκδηλώσεις και παρουσιάσεις. Τώρα, που μπορείς να βρεις τα πάντα στο amazon, το βιβλιοπωλείο πρέπει να σου προσφέρει μια εμπειρία που δεν θα τη βρεις στο ίντερνετ: μια ερωτική σχέση με τα βιβλία.

• Διαβάζετε e-books;
Διάβαζα για πέντε χρόνια στο iPad μου. Αλλά μετά τα Βιβλιοπωλεία το έκοψα. Συνειδητοποίησα ότι ποτέ στα μαθήματα και τις διαλέξεις μου δεν είχα αναφερθεί σε κάτι που είχα διαβάσει στο iPad μου. Η μνήμη μου έχει μάθει να λειτουργεί μέσα από τα βιβλία.

• Κι αυτό το μανιφέστο εναντίον του amazon που δημοσιοποιήσατε;
Ήταν μια συμβολική χειρονομία. Δεν είχα ποτέ πρόβλημα με το amazon, οι άνθρωποι ψωνίζουν από αυτό γιατί είναι εύκολο και γρήγορο, κι εγώ αγαπάω πολύ τις τηλεοπτικές του σειρές. Αλλά κάποια στιγμή στη ζωή σου σκέφτεσαι τι κάνεις και γιατί. Αν αγοράζεις βιβλία μόνο από το amazon, τα παιδιά και τα εγγόνια σου κινδυνεύουν να μη μάθουν ποτέ τι είναι βιβλιοπωλείο. Αν θέλεις να σώσεις τους τόπους αυτής της τελετουργίας, κόβεις το amazon. Για μένα τα βιβλιοπωλεία είναι ό,τι ήταν η εκκλησία για τη γιαγιά και τη μαμά μου.

• Στην Αθήνα είμαστε ελαφρώς καχύποπτοι με τις αλυσίδες και τα μεγάλα βιβλιοπωλεία και εξιδανικεύουμε τα μικρά, της γειτονιάς. Καλά κάνουμε;
Οι αλυσίδες είχαν κάποτε τον ρόλο που έχει σήμερα το amazon, ανταγωνίζονταν τα παραδοσιακά βιβλιοπωλεία. Έκαναν όμως μια χαρά δουλειά στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, γιατί η βιομηχανία του βιβλίου πούλαγε πολύ, ήταν μια αγορά για όλους. Τώρα όμως περνάνε μεγάλη κρίση.
Ο συνδυασμός των e-books και του amazon δίνει νέο νόημα στην επιστροφή σε μια ανθρώπινη κλίμακα, σε ένα μικρό χώρο, που είναι σαν μια μικρή κοινότητα πιστών. Πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια οι αλυσίδες θα εξαφανιστούν. Ήδη στη Βαρκελώνη κάθε χρόνο εμφανίζονται καινούργια βιβλιοπωλεία, πάντα μικρά.

• Σκεφτόσασταν καθόλου ότι το βιβλίο σας μπορεί να γεννήσει ένα είδος «τουρισμού βιβλιοπωλείων»;
Μου έχουν πει διάφοροι ότι το βιβλίο «σχεδίασε» τις διακοπές τους. Άλλα όταν το έγραφα δεν σκεφτόμουνα τον αναγνώστη, μόνο πώς θα μοιραστώ το πάθος μου για τα βιβλιοπωλεία. Ένα ήταν καθαρό: δεν ήθελα με τίποτα να κάνω έναν οδηγό βιβλιοπωλείων. Κι επειδή πάντα στα βιβλία μου ανακατεύω τα genres, έτσι σ’ αυτό έκανα ένα μείγμα ταξιδιωτικού και ιστορίας του πολιτισμού. Το βιβλίο μου είναι πάνω απ’ όλα λογοτεχνία. Δεν είναι τυχαίο ότι έβαλα μόνο εκείνα τα βιβλιοπωλεία που μπορούσα να εντάξω σε έναν λογοτεχνικό λόγο.

Οπερα και Βιβλιοθήκη μαζί; Πολύ εκκεντρικό

• Το βιβλίο ξεκινάει από την Αθήνα. Πότε ακριβώς ήρθατε; Οι εντυπώσεις σας;
Ήμουν στην Αθήνα πριν από περίπου 11 χρόνια, μάλλον σε διάθεση διακοπών. Εκείνο το καλοκαίρι ταξίδευα από τη Βενετία στην Κωνσταντινούπολη μέσω Σαράγεβο, Αλβανίας, Αθήνας, ελληνικών νησιών, Σμύρνης. Αλλά θυμάμαι μια πολύ ενδιαφέρουσα μέρα, που έμεινα έκπληκτος με το πόσο πολλά βιβλιοπωλεία έχετε στο κέντρο.
Ένα μόνο πρόβλημα είχα στην Αθήνα, το ίδιο με Κάιρο, Κωνσταντινούπολη, Ιερουσαλήμ. Δεν καταλάβαινα τι είναι το βιβλίο, τι λέει το εξώφυλλο. Γι’ αυτό και χάρηκα τόσο που έπεσα πάνω στον γαλλόφωνο Κάουφμαν... Αλήθεια, μήπως ξέρετε ποιο είναι αυτό το πανέμορφο, μικρό βιβλιοπωλείο, που ανακάλυψα χθες, αλλά δυστυχώς ήταν κλειστό, με μια γατούλα που ήταν σαν να περιμένει να μπει μέσα; (σ.σ. μου δείχνει στο κινητό του μια φωτογραφία του βιβλιοπωλείου των εκδόσεων Πόλις).

• Προλάβατε να δείτε τη νέα Βιβλιοθήκη του Ρέντζο Πιάνο;
Ναι, πήγα χθες. Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο που η Όπερα και η Βιβλιοθήκη να είναι μαζί. Πολύ εκκεντρική επιλογή, αλλά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία μεταξύ δύο μεγάλων συμβόλων της παραδοσιακής κουλτούρας. Μου άρεσε επίσης που από τον Φάρο, στην κορφή του κτιρίου, έχεις όλη την εικόνα της πόλης και καταλαβαίνεις ότι το μέλλον περνάει μέσα από τον διάλογο της παλιάς πόλης με τη θάλασσα.
Νομίζω ότι το στοίχημα τώρα είναι να επανασυνδεθείτε με τα βιβλία, γιατί όλοι οι νέοι που είδα -και ήταν πολλοί, το χάρηκα- διάβαζαν σε οθόνες, κανένας από βιβλίο. Κι όμως, πιστεύω ότι βρισκόμαστε στο ξεκίνημα μιας μετα-ψηφιακής εποχής.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

El libro de los pequeños milagros. Εργαστήριο λογοτεχνικής μετάφρασης


abanico  DEPARTAMENTO DE TRADUCCIÓN
Εργαστήριο συλλογικής μετάφρασης και επιμέλειας
(μέρος δεύτερο και… τελευταίο)

El libro de los pequeños milagros
του ισπανού συγγραφέα
Juan Jacinto Muñoz Rengel

Συντονιστές:
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος – Αναστασία Γιαλαντζή


Ημέρα και ώρα:         Παρασκευή, 20:00 - 22:00
Έναρξη:                     19 Οκτωβρίου 2018
Λήξη:                         15 Μαρτίου 2019 (40 ώρες)
Τιμή:                         375 ευρώ      
Οργάνωση/εγγραφές: Μεταφραστικό Τμήμα του Abanico

Σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο OPERA που θα εκδώσει το βιβλίο εντός του 2020



Αποτέλεσμα εικόνας για el libro de los pequeños

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

Ηδονοβλεψίας, του Έκτορ Ακίλες Γκονσάλες



Ο άντρας πάρκαρε το αυτοκίνητο και κατέβηκε με τις αποσκευές του. Ήταν 9:00 το βράδυ. Ήταν μια αρκετά φορτωμένη μέρα, είχε επισκεφτεί πελάτες σε διάφορες επαρχίες της χώρας. Έδωσε τα στοιχεία του στη ρεσεψιόν και ζήτησε να του φέρουν φαγητό στο δωμάτιο. Κάτι ελαφρύ. Δεν του άρεσε να τρώει βαριά το βράδυ, επειδή ύστερα έβλεπε εφιάλτες. Ενόσω περίμενε, έκανε ένα αναζωογονητικό ντους και κάθισε να δει τηλεόραση. Έφτασε το φαγητό, το καταβρόχθισε με μεγάλη όρεξη και αμέσως έπεσε για ύπνο, μιας και την επομένη έπρεπε νωρίς να επισκεφτεί ένα φαρμακείο.
Σχεδόν τον είχε πάρει ο ύπνος, όταν νιώθει βογγητά ευχαρίστησης στο διπλανό δωμάτιο. Οι κραυγές γίνονταν όλο και πιο δυνατές και μάλιστα μπορούσε να ακούσει κάτι σαν μαστίγιο, λες και βασάνιζαν κάποιον. Προσπάθησε να το αγνοήσει, αλλά οι θόρυβοι διαρκώς αυξάνονταν. Κάλεσε τη ρεσεψιόν για να κάνει παράπονα και η κοπέλα τού είπε ότι το δωμάτιο για το οποίο μιλούσε δεν ήταν κατειλημμένο, αλλά, σε κάθε περίπτωση, θα πήγαιναν να ελέγξουν.
Οι θόρυβοι σταμάτησαν για λίγο αλλά δύο ώρες μετά ξανάρχισαν με περισσότερη ένταση. Ακούγονταν κάτι φρικτά ουρλιαχτά. Ο άντρας έντρομος σκέφτηκε πως σκότωναν κάποιον. Ήθελε να καλέσει και πάλι τη ρεσεψιόν αλλά συγκρατήθηκε. Αυτή τη φορά θα πήγαινε ο ίδιος να το διερευνήσει.
Σηκώθηκε. Έβαλε τη ρόμπα του. Έψαξε για τις παντόφλες του και βγήκε αποφασισμένος να τελειώνει με αυτό το «πράμα» μια και καλή και να τους στείλει όλους στα τσακίδια. Χτύπησε την πόρτα με τόση μανία που παρά λίγο να την γκρεμίσει. Γύρισε το πόμολο και είδε πως ήταν ανοιχτά. Μπήκε και χαμογέλασε, η σκηνή τον συνεπήρε.

Ο Héctor Aquiles González γεννήθηκε στην πόλη του Παναμά το 1963. ανάμεσα στα βιβλία που έχει εκδώσει ξεχωρίζουν η νουβέλα El Sheriff de Panamá (2014) και η συλλογή μικροδιηγημάτων La última carcajada y otras minificciones (2013) στην οποία και ανήκει το «Voyeurista».

><>< 


Η μετάφραση του μικροδιηγήματος του Héctor Aquiles González είναι προϊόν εργαστηρίου συλλογικής μετάφρασης, παρουσία του συγγραφέα, που συντόνισαν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης στο Κέντρο Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής γλώσσας Abanico τον Ιούνιο του 2018 στο πλαίσιο του 10ου Festival LEA. Συμμετείχαν οι:

Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Κατερίνα Δημητροπούλου, Κωνστάνς
Ελμαλόγλου, Χαράλαμπος Θεοδόσης, Μαρία Καραλή, Tchoukie McCoy,
Μαρία Μαλακάτα, Αλίκη Μανωλά, Έφη Μητσούλα, Εύα Παπαϊωάννου,
Βίβιαν Πελετλή, Κέλλυ Σαμιώτου, Σταύρος Χατζής.


Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Βιβλιοπωλεία, του Jorge Carrión: νέα κυκλοφορία / εκδήλωση

            Βιβλιοπωλεία - Ο χάρτης του κόσμου από έναν αναγνώστη» στη Στοά του Βιβλίου

Από την Αρχαία Ρώμη ως τις σύγχρονες μητροπόλεις, ο Χόρχε Καριόν καταγράφει την εξέλιξη των βιβλιοπωλείων σε ένα συναρπαστικό αφήγημα – ποταμό

Τα Βιβλιοπωλεία είναι το άθροισμα της ιστορίας των βιβλιοπωλείων, οι σχέσεις τους με τους συγγραφείς και το πώς έγιναν κεντρικά σημεία κουλτούρας και πολιτικής αντίστασης — όλα καταλήγουν σ’ ένα ταξίδι από το εμπόριο βιβλίων της αρχαίας Ρώμης ως τον 21ο αιώνα. Νοσταλγικό αλλά και απομυθοποιητικό το βιβλίο είναι και κριτική του πολιτισμού και μαζί ταξιδιωτικό χρονικό.
Το βιβλίο του Χόρχε Καριόν που κυκλοφόρησε στις 8 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ποταμός (σειρά Φάροι & Φαρίσκοι) θα παρουσιαστεί από τον ίδιο τον συγγραφέα την Τρίτη 12 Ιουνίου 2018, ώρα 20:30, στη Στοά του Βιβλίου στο πλαίσιο του 10ου ιβηροαμερικάνικου φεστιβάλ Λογοτεχνίας ΛΕΑ. Ο Χόρχε Καριόν θα συζητήσει με τον μεταφραστή του Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.  

Μεταφραστής: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Έτος: 2018 
ISBN/ISSN: 978-960-545-091-5 
Σελίδες: 420 
Διαστάσεις: 14x21 εκ., χαρτόδετο 
Γλώσσα: Ελληνικά 
Ημερ/νία Έκδοσης: 8/6/2018 

Φωτογραφία του χρήστη Festival LEA - Sol Latino.



Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Μόλις κυκλοφόρησε: Ξαφνικός θάνατος [Muerte súbita], Άλβαρο Ενρίγκε [Álvaro Enrigue]

Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 312

Αυτό το μυθιστόρημα μιλάει για την επανάσταση: καλλιτεχνική, θρησκευτική, πολιτική, προσωπική, σεξουαλική. Αυτό το μυθιστόρημα είναι ταυτόχρονα μυθοπλασία, ιστορικό αρχείο και μαντείο.

Η Ιστορία σε ένα παιχνίδι τένις. Ένας αγώνας τένις στη Ρώμη του 16ου αιώνα. Ο Καραβάτζο, το τέρας της ιταλικής ζωγραφικής, εναντίον του Κεβέδο, του πιο ευφυώς αιρετικού ισπανού ποιητή. Διαιτητής ο Γαλιλαίος. Το μπαλάκι είναι φτιαγμένο από τα μαλλιά της Αν Μπολέιν, της αποκεφαλισμένης βασίλισσας της Αγγλίας. Το σκηνικό περιλαμβάνει μονομαχίες, μεθύσια, σεξουαλικές διαστροφές, ανήθικους Πάπες, εκτελέσεις, φόνους και εξαπατήσεις, τον Τόμας Κρόμγουελ και τον Ερρίκο Η’ να μηχανορραφούν, τη Ρώμη να φλέγεται.
Και στην άλλη πλευρά του ωκεανού, ο κονκισταδόρ Ερνάν Κορτές με τη Μαλίντσε, την ιθαγενή ερωμένη και μεταφράστριά του, να παίζουν τα δικά τους παιχνίδια, παιχνίδια που έμελλε να αλλάξουν την ιστορία ολόκληρου του κόσμου. Μάχες, παραισθησιογόνα μανιτάρια, περισσότερο σεξ, ουτοπικές πολιτείες, τυχοδιώκτες μισθοφόροι, γενοκτονίες…


Απόσπασμα από το βιβλίο



Δεν ξέρω… Όλον αυτό τον καιρό που γράφω, δεν ξέρω τι θέλει να πει αυτό το βιβλίο. Τι αφηγείται; Δεν μιλάει απλώς για έναν αγώνα τένις. Ούτε είναι ένα βιβλίο περί της αργής και μυστηριώδους ενσωμάτωσης της αμερικανικής ηπείρου σ’ αυτό που αποκαλούμε, με σκανδαλώδη έλλειψη προσανατολισμού, «Δυτικό κόσμο» – για τους κατοίκους της αμερικανικής ηπείρου, η Ευρώπη είναι η Ανατολή.


Δεν είναι ένα βιβλίο για τον Καραβάτζο ή τον Κεβέδο, αν και είναι ένα βιβλίο με τον Καραβάτζο και τον Κεβέδο. Αυτούς τους δύο, αλλά και τον Κορτές και τον Κουαουτέμοκ, τον Γαλιλαίο και τον Πάπα Πίο Ε΄. Γιγάντιες προσωπικότητες που συγκρούονται, γαμάνε, μεθάνε, στοιχηματίζουν στο απόλυτο κενό. Τα μυθιστορήματα συντρίβουν τα μνημεία ακριβώς γιατί όλα, ακόμα και τα πιο σεμνά, είναι κατά κάποιο τρόπο πορνογραφικά.

Δεν πρόκειται, βέβαια, ούτε για ένα βιβλίο περί της γέννησης του τένις ως λαϊκού αθλήματος, αν και βασίζεται φυσικά σε μια μακροχρόνια έρευνα που έκανα επί του θέματος. Την ξεκίνησα ύστερα από την ανακάλυψη ενός σαγηνευτικού στοιχείου: ο πρώτος μοντέρνος, με όλη τη σημασία της λέξης, ζωγράφος της ιστορίας υπήρξε επίσης μεγάλος παίκτης του τένις και δολοφόνος. Αδελφός μας.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

«El arte de escribir novelas» con Javier Cercas, Rea Galanaki y Héctor Abad Faciolince. Modera Konstantinos Paleologos


Sábado 9 de junio 19:30 - 21:00h

Centro Cultural Fundación Stavros Niarchos - Book Castle

Charla «El arte de escribir novelas» con Javier Cercas (España), Rea Galanaki (Grecia) y Héctor Abad Faciolince (Colombia). Modera Konstantinos Paleologos (Grecia).

Se considera que la novela es el descendiente de las grandes formas épicas, pero nace definitivamente hace cuatro siglos con la aparición del Quijote, la primera «novela moderna», si entendemos por moderna una literatura que pone en tela de juicio su propio mensaje, y se consagra, un siglo más tarde, con Robinson Crusoe,  la novela que refleja con claridad las tendencias de la clase burguesa que había nacido de la Revolución inglesa. Llevamos, pues, más de cuatrocientos años de este, según Julio Llamazares, «arte de mentir» que ha triunfado, con sus continuas mutaciones, en la conciencia de los lectores y se encuentra en primera línea de la actualidad literaria. No obstante, no son pocos aquellos que consideran este género, por su éxito, un plebeyo que ha triumfado y que desempeña, hasta cierto punto, el papel de nuevo rico. Del arte (o de las múltiples artes) de escribir novelas y del lugar que ocupa este género en el sistema literario de nuestra época dialogarán tres consagrados novelistas: Héctor Abad Faciolince, Javier Cercas, y Rea Galanaki. Coordina el profesor y traductor Konstantinos Paleologos.

*  En español y griego

Con el apoyo de Acción Cultural Española y el Consulado Honorario de Colombia en Atenas y el auspicio de las Embajadas de España, Colombia en Italia y la Sociedad de Autores Griegos.



http://www.blod.gr/lectures/Pages/viewlecture.aspx?LectureID=4149



Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Angustias de un traductor, de Héctor Abad Faciolince / Οι αγωνίες ενός μεταφραστή, του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε




de Héctor Abad Faciolince

En estas semanas entendí, en primera persona, por qué la economía china crece con un ritmo anual del 8 o 10 por ciento, mientras nosotros seguimos estancados en porcentajes irrisorios. La historia empezó hace tres meses, cuando recibí una carta muy amable, redactada en un español impecable, escrita por un señor chino, de nombre Zhang Guangsen. Él me informaba brevemente que acababa de emprender la traducción al mandarín de una novela mía, Angosta. El tono no era de esos melindrosos o halagadores. Decía, lacónicamente: “La novela me gustó y la estoy traduciendo.” Punto.
Después Zhang se presentaba y me decía sin orgullo, pero sin falsa modestia, que había sido profesor de español durante 20 años en la Universidad de Beijing, y que toda la vida había traducido obras literiarias de autores hispanoamericanos, entre las que estaban nada menos que el Quijote, la poesía de Borges, de Bécquer, de Neruda, y varios tratados de Baltasar Gracián. Decía luego que esperaba tener lista la traducción de mi libro para finales de julio, y que ya llevaba unas cien páginas, de las cuatrocientas totales. “En la cuarta parte que hasta hoy he traducido, no he encontrado todavía grandes tropiezos, lo que quiere decir que todo va viento en popa. Apuntaré todos los problemas que encuentre en adelante y es muy posible que le vaya a molestar, por lo que anticipo mis disculpas.” Yo le contesté que estaba a su disposición para cualquier duda, pero él no volvió a escribirme en todo este tiempo, hasta la semana pasada.
En su segunda carta Guangsen me informaba que “durante estos tres meses he dedicado todo mi tiempo a la traducción y he estado tan concentrado que ni siquiera me he conectado al Internet. Por suerte, llegué ayer, por fin, al final del libro.” Yo he traducido libros y sé muy bien la sensación de felicidad, e incluso de liberación que se siente al terminar el primer borrador de un libro que traducimos. Y con mayor razón si la novela es larga, como lo es Angosta. Supongo que es lo mismo que siente Armstrong al coronar una cima en el Tour de Francia. Después viene la última corrección, pero eso ya es pedalear en bajada.
Traducir 400 páginas en poco más de tres meses, a una lengua y a una cultura que con el español no tiene el menor parentesco, me parece una labor impresionante, de la que es capaz tan solo un verdadero estajanovista. En este mismo lapso yo habré escrito, si mucho, 70 páginas, contando estos artículos, y ahí me queda la lección de la productividad china enfrentada a la nuestra.
Zhang Guangsen, con esa prudencia oriental de la que tanto deberíamos aprender, añadía que en este tiempo no había querido plantearme sus dudas y dificultades “pues quise acumularlas para no molestarle a usted a cada momento”. Humildemente aclaraba que “traducir es siempre una interpretación por parte de una persona ajena de lo que el autor original piensa y quiere expresar. Esta es una tarea que nunca resultará impecable ni mucho menos loable, pues interpretar consiste muchas veces en suponer y adivinar. ¡Hasta interpretar las ideas de un conocido no es fácil y es imaginable cuán difícil será de un idioma a otro!” Y a continuación venían, finalmente, sus dudas más importantes.
Algunas yo las podía suponer, pues se trataba de típicos colombianismos como “aguapanela”, “burroteca”, “chicharrones de once patas”, “turupes”, y cosas así. También la transcripción de la jerga barriobajera era para él una cuestión desesperante. Por ejemplo, el nuevo estilo de pedir de nuestros pordioseros, que ya no consiste en solicitar una limosna “por amor de Dios”, sino en esta frase críptica: “Don, ¿meá colaorar?” O esta curiosa despedida: “Tolis, gonorsofia, ahí nos pillamos, toobién.” En fin, este tipo de tropiezos con la lengua vernácula eran apenas naturales.
Pero a continuación venían otras que me sorprendieron y gustaron mucho más, por lo que revelan sobre la distancia, más que lingüística, cultural, entre Colombia y China. Unas tenían que ver con cuestiones religiosas. Guangsen no entendía qué era eso de “Señor Caído”, “Niño perdido” y “Sermón de la montaña”. “Supongo”, me decía, “que son episodios de la mitología.” Su intuición de que estas cosas tuvieran que ver con un mito era correcta, aunque sin duda llamar mitología a la historia sagrada sonará blasfemo para un cristiano. Después había una laguna de cultura popular. Yo había escrito en la novela que los ojos de la protagonista eran de dos colores “como los de David Bowie”. Y Guangsen preguntaba: “¿Quién es este tipo?” Pero lo que más me gustó fue su última pregunta, en la que juntaba, sin ánimo humorístico, a otras dos personas: “¿Quiénes diablos son Juan XXIII y Corín Tellado?” Se lo expliqué despacio y también le dije que no se imaginaba hasta qué punto lo envidiaba yo por ignorar ciertas cosas que nosotros no solamente sabemos, sino que en cierto sentido nos ahogan.

≥≤≥≤

Οι αγωνίες ενός μεταφραστή

του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε

Τις τελευταίες εβδομάδες κατάλαβα, από προσωπική εμπειρία, γιατί η κινέζικη οικονομία έχει ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 8% με 10%, ενώ εμείς εξακολουθούμε βαλτωμένοι σε ποσοστά κυριολεκτικά για γέλια. Η ιστορία μας ξεκίνησε πριν τρεις μήνες, όταν έλαβα ένα πολύ ευγενικό γράμμα, σε άψογα ισπανικά, γραμμένο από κάποιον κινέζο κύριο ονόματι Τζαν Γκουανσέν. Ο εν λόγω με ενημέρωνε εν συντομία πως μόλις είχε αρχίσει να μεταφράζει στα μανδαρίνικα ένα δικό μου μυθιστόρημα, το Angosta. Το ύφος του δεν ήταν ούτε μελιστάλακτο ούτε κολακευτικό. Έλεγε λακωνικά: «Το μυθιστόρημα μου άρεσε και το μεταφράζω». Τελεία.
          Στη συνέχεια ο Τζαν συστηνόταν και μου έλεγε χωρίς έπαρση, αλλά και χωρίς ψεύτικη μετριοφροσύνη, πως είχε εργαστεί ως καθηγητής ισπανικής γλώσσας επί μία εικοσαετία στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου, και πως όλη του τη ζωή μετέφραζε λογοτεχνικά έργα ισπανόφωνων συγγραφέων, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονταν ούτε λίγο ούτε πολύ ο Δον Κιχότε, η ποίηση του Μπόρχες, του Μπέκερ, του Νερούδα, και διάφορα δοκίμια του Μπαλτασάρ Γκραθιάν. Έλεγε κατόπιν πως έλπιζε να έχει έτοιμη τη μετάφραση του βιβλίου μου ως τα τέλη Ιουλίου, και πως ήδη είχε ολοκληρώσει γύρω στις εκατό σελίδες, από τις συνολικά τετρακόσιες. «Στο ένα τέταρτο του βιβλίου που έχω μεταφράσει έως τώρα, δεν έχω συναντήσει ακόμα μεγάλες δυσκολίες, πράγμα που σημαίνει ότι όλα πάνε πρίμα. Θα σημειώσω όλα τα προβλήματα που θα συναντήσω στην πορεία και ενδεχομένως να σας ενοχλήσω, γεγονός για το οποίο ζητώ προκαταβολικά συγνώμη». Εγώ του απάντησα πως ήμουν στη διάθεσή του για οποιαδήποτε απορία, αλλά εκείνος δεν μου ξαναέγραψε όλο αυτό το διάστημα μέχρι την περασμένη εβδομάδα.
          Στο δεύτερο γράμμα του ο Γκουανσέν με πληροφορούσε ότι «κατά τη διάρκεια των τριών αυτών μηνών αφιέρωσα όλο μου το χρόνο στη μετάφραση και ήμουν τόσο απορροφημένος που ούτε καν συνδέθηκα στο ίντερνετ. Ευτυχώς, χθες τέλειωσα επιτέλους το βιβλίο». Εγώ έχω μεταφράσει βιβλία και γνωρίζω πολύ καλά την αίσθηση ευτυχίας, ακόμα και απελευθέρωσης που αισθάνεται κάποιος όταν τελειώνει το πρώτο χέρι ενός βιβλίου που μεταφράζει· και ένας λόγος παραπάνω όταν το μυθιστόρημα είναι μεγάλο, όπως συμβαίνει με το Αngosta. Υποθέτω πως κάπως έτσι αισθάνεται και ο Άρμστρονγκ όταν περνάει μια κορυφή στον Ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας. Κατόπιν έρχεται η τελευταία διόρθωση, αλλά αυτό πια είναι σαν να κάνεις πετάλι στην κατηφόρα.
          Το να μεταφράσεις 400 σελίδες σε λίγο περισσότερο από τρεις μήνες, σε μια γλώσσα και σε μια κουλτούρα που δεν έχουν την παραμικρή συγγένεια με την ισπανική μού φαίνεται δουλειά εντυπωσιακή, για την οποία μόνο ένας αληθινός σταχανοβίτης είναι ικανός. Στο ίδιο αυτό διάστημα εγώ θα είχα γράψει το πολύ 70 σελίδες, συμπεριλαμβανομένων αυτών των άρθρων, και αυτό αποτελεί για μένα ένα μάθημα για την κινέζικη παραγωγικότητα σε σχέση με τη δική μας.
          Ο Τζαν Γκουανσέν με αυτή την ανατολίτικη σύνεση από την οποία τόσα θα έπρεπε να διδαχτούμε, πρόσθετε ότι σε αυτό το διάστημα δεν θέλησε να μου γνωστοποιήσει τις απορίες και τις δυσκολίες του «καθώς ήθελα να τις συγκεντρώσω για να μην σας ενοχλώ διαρκώς». Διευκρίνιζε με ταπεινότητα ότι «η μετάφραση είναι πάντα μια ερμηνεία από κάποιον ο οποίος αγνοεί αυτό που ο συγγραφέας του πρωτοτύπου σκέφτεται και θέλει να εκφράσει. Πρόκειται για μια εργασία που ποτέ δεν θα αγγίξει την τελειότητα ούτε βέβαια θα δρέψει δάφνες, καθώς το να ερμηνεύεις συνίσταται πολλές φορές στο να υποθέτεις και να μαντεύεις. Ακόμα και το να ερμηνεύει κανείς τις ιδέες ενός γνωστού του δεν είναι εύκολο, φανταστείτε πόσο δύσκολο είναι από μια γλώσσα σε άλλη!». Και στη συνέχεια ακολουθούσαν, τελικά, οι πιο σημαντικές του απορίες.
Κάποιες μπορούσα να τις μαντέψω, καθώς επρόκειτο για τυπικούς ιδιωματισμούς της Κολομβίας όπως aguapanela, burroteca, chicharrones de once patas, turupes και άλλα παρόμοια. Επίσης, η αποκωδικοποίηση της αργκό του δρόμου ήταν κάτι που τον έφερνε σε απόγνωση. Για παράδειγμα, ο νέος τρόπος επαιτείας των ζητιάνων μας που πλέον δεν ζητούν ελεημοσύνη λέγοντας «ο Θεός να σας έχει καλά», αλλά με αυτή τη μυστήρια φράση: «Κύριος, κανά ψιλό παιζ;». Ή αυτός ο παράξενος αποχαιρετισμός: «Τσάγεια, μωρή τσαπού, τα λέγαμε, μουά λε πουλέ». Μην μακρηγορώ, τέτοιες δυσκολίες με την καθομιλουμένη ήταν σχεδόν αναμενόμενες.
Αλλά στη συνέχεια ακολουθούσαν και άλλες απορίες που με εξέπληξαν και μου άρεσαν πολύ περισσότερο, γιατί φανερώνουν όχι τόσο τη γλωσσική όσο την πολιτισμική απόσταση μεταξύ Κολομβίας και Κίνας. Κάποιες είχαν να κάνουν με θρησκευτικά ζητήματα. Ο Γκουανσέν δεν καταλάβαινε τι ήταν η «¨Ο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ρΟδός του ΜαρτυρίουΠΕ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽λσκευτικμικεπιτόπου, οθο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽γελ΄υτικμικεπιτόπου, ο¨Ο﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ρ¨οο», το «Χαμένο ΠαιδίΠΕ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽λσκευτικμικεπιτόπου, ο» και ηΠΕ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽λσκευτικμικεπιτόπου, ο «Επί του Όρους Ομιλία». «Υποθέτω», μου έλεγε, «ότι είναι αναφορές στη μυθολογία». Η διαίσθησή του ότι αυτά τα πράγματα είχαν να κάνουν με ένα μύθο ήταν σωστή, παρόλο που, χωρίς αμφιβολία, το να αποκαλεί κανείς την Ιερή Ιστορία μυθολογία ηχεί σαν βλασφημία στα αφτιά ενός χριστιανού. Έπειτα παρουσιαζόταν ένα κενό στην ποπ κουλτούρα. Εγώ είχα γράψει στο μυθιστόρημα ότι τα μάτια της πρωταγωνίστριας είχαν διαφορετικό χρώμα «σαν του Ντέιβιντ Μπόουϊ». Και ο Γκουανσέν ρωτούσε: «Ποιος είναι αυτός ο τύπος;». Αλλά αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν η τελευταία του ερώτηση, στην οποία τοποθετούσε μαζί, χωρίς διάθεση για χιούμορ, άλλες δύο προσωπικότητες: «Ποιοι στον δαίμονα είναι οι Ιωάννης ΚΓ΄ και Κορίν Τεγιάδο;». Του τα εξήγησα ένα προς ένα κι επιπλέον του είπα ότι δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο πολύ τον ζήλευα επειδή αγνοούσε κάποια πράγματα που εμείς όχι μόνο τα γνωρίζουμε, αλλά υπό μια έννοια μας πνίγουν κιόλας.

Ο Héctor Abad Faciolince (Μεντεγίν, 1958) είναι κολομβιανός συγγραφέας και μεταφραστής. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τρία βιβλία του από τις εκδόσεις Ενάλιος και Πατάκης.

Η μετάφραση του δοκιμίου του Héctor Abad Faciolince είναι προϊόν εργαστηρίου συλλογικής μετάφρασης που συντόνισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Κέντρο Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής γλώσσας Abanico κατά την περίοδο Μαΐου - Ιουνίου 2018 στο πλαίσιο του 10ου Festival LEA. Η τελική επεξεργασία της μετάφρασης έγινε με την παρουσία του συγγραφέα. Συμμετείχαν οι:

Κωνστάνς Ελμαλόγλου, Θεώνη Κάμπρα, Μαρία Καραλή, Μαρία Μαλακάτα, Αλίκη Μανωλά, Στέλλα Σουφλέρη, Σοφία Φερτάκη


Διευκρινίσεις του συγγραφέα προς τη μεταφραστική ομάδα, 
Απρίλιος 2018

«aguapanela» [αγουαπανέλα]
Είναι ένα πολύ δημοφιλές ζεστό ρόφημα, χωριάτικης προέλευσης, που συνήθως σερβίρεται για πρωινό. Είναι απλώς νερό με ζεστή panela (ακατέργαστη ζάχαρη, σκληρή σαν πέτρα, που παράγεται από τη σύνθλιψη του ζαχαροκάλαμου). Ενίοτε ο καφές φτιάχνεται κατευθείαν με aguapanela.

«burroteca» [μπουροτέκα]
Η burroteca είναι μια «μαφιόζικη» επινόηση: είναι μια ντισκοτέκ (μεγάφωνα στη διαπασών) που τοποθετείται στη ράχη ενός γαϊδάρου [burro] ή ενός μουλαριού. Εξ ου και το όνομα: γαϊδουροτέκ.

«chicharrones de once patas» [τσιτσαρόνες δε όνσε πάτας]
Το chicharrón είναι πολύ δημοφιλές πιάτο. Είναι χοιρινή πανσέτα τηγανισμένη. Είθισται να κόβεται το μέρος του λίπους και του κρέατος, χωρίς να κοπεί και η πέτσα. Κάθε κομμάτι είναι μια pata,  ένα πόδι. To έχον έντεκα [όνθε] πόδια θα ήταν, λοιπόν, ένα γιγαντιαίο chicharrón.

«turupes» [τουρούπες]
Turupe είναι το καρούμπαλο, το εξόγκωμα ή το πρήξιμο στο κεφάλι, ενδεχομένως και σε άλλα μέρη του σώματος, σαν ένα απόστημα.

 «Don, ¿meá colaorar?» [Δον, μεά κολαοράρ]
Λοιπον, αυτό είναι μονάχα μια απομίμηση ενός λαϊκού τρόπου ομιλίας, αφαιρώντας τα σύμφωνα. Don, ¿me va a colaborar? Δηλαδή: Κύριε, θα με βοηθήσετε;

«Tolis, gonorsofia, ahí nos pillamos, toobién» [Τόλις, γονορσόφια, αΐ νος πιγιάμος, τοομπιέν]

Tolis είναι μια αναστροφή του listo [έξυπνος]. Gonorsofia είναι ένας ευφημισμός για να μην αναφερθεί κανείς στη χειρότερη βρισιά που κυκλοφορεί στις λαϊκές συνοικίες του Μεντεγίν, τη γονόρροια. Ahí nos pillamos είναι σαν να λέει κανείς, «τα λέμε» ή «θα τα πούμε». Και toobién απλώς σημαίνει «όλα καλά» σε μια βίαια φωνητική μεταγραφή.