Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

"Η Βιβλιοθήκη του Πρώτου" με τη Μαρία Σφυρόερα (Τα βρώσιμα βιβλία) 26-4-18

https://www.youtube.com/watch?v=cyFWZRxkDSA&feature=youtu.be


Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μιλάει στη "Βιβλιοθήκη του Πρώτου" για την 

Ιστορία των βρώσιμων βιβλίων και άλλα διηγήματα 

που απαρτίζουν αυτή τη συλλογή. 



Τέσσερις συγγραφείς, τέσσερις ιστορίες, που καταργούν τα, έτσι και αλλιώς ασαφή, όρια 


πραγματικότητας και μυθοπλασίας, δημιουργού και (αυτό)δημιουργούμενου.



Η συλλογή με τίτλο Η ιστορία των βρώσιμων βιβλίων και άλλα διηγήματα, κυκλοφορεί από τις 

Εκδόσεις Γαβριηλίδης.


Αποτέλεσμα εικόνας για Τα βρώσιμα βιβλία

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Los bárbaros, de Pedro Ugarte / Οι βάρβαροι, του Πέδρο Ουγκάρτε

Los bárbaros

de Pedro Ugarte

Nosotros, los bárbaros, vivíamos en las montañas, en cuevas húmedas y oscuras, comiendo bayas, robando huevos de los nidos y apretándonos los unos contra los otros cuando la noche se hacía insufrible.
Era cierto que, a veces, un trémolo sordo nos llamaba. Temerosos, descendíamos por el bosque hasta ver el camino que habían construido los hombres del poblado, y veíamos las caravanas, los ricos carruajes, los soldados de brillantes corazas. Y era tanto el odio y la envidia y la rabia, que precipitábamos sobre ellos gruesas piedras (eran nuestra única arma) y escapábamos antes de que nos alcanzaran sus dardos.
A veces, en lo más sombrío e intrincado del bosque, aparecían hombres del poblado que gritaban y agitaban los brazos. Se acercaban y nos ofrecían inútiles objetos. Acariciaban a los niños y, con gestos, trataban de enseñarnos alguna cosa, pero eso nos ofendía, y bastaba que uno de los nuestros gruñera para que todos nos abalanzáramos sobre ellos y destrozáramos sus artilugios y los despedazáramos. Los hombres que venían a nuestro encuentro no eran, además, como los soldados; eran infelices que se dejaban atropellar, que lloraban si rompíamos sus cajas de finas hojas llenas de signos apretados. De los soldados salíamos huyendo, pero a aquellos viejos que venían en son de paz podíamos atarlos a los árboles y torturarlos sin peligro. Babeando, danzábamos delante de ellos, les aplicábamos brasas candentes, los ofrecíamos al hambre de nuestras mujeres y de los niños que colgaban de sus pechos.
Sin embargo, a veces, disciplinados ejércitos de soldados avanzaban geométricamente sobre el bosque. Nosotros chillábamos, les lanzábamos piedras, les mostrábamos las bocas desdentadas con el gesto de amenaza que veíamos poner a los perros,  pero ellos se desplegaban, y capturaban a algunos de los nuestros, y los lanceaban, y los demás sólo podíamos retroceder, adentrarnos más en el bosque, ocultarnos en lo más espeso, en lo más inhóspito de sus profundidades.
Ahora ya casi todo el bosque es suyo. Rebeldes, rabiosos, ascendemos por las montañas mientras ellos extienden sus poblados, sus caminos empedrados, sus obedientes animales. Debemos retirarnos cada vez más, hasta aterirnos de frío en estas cumbres de nieve donde nada vive, donde nada hay que les pueda ser útil. Aquí nos apretamos, diezmados, cada vez más hambrientos, incapaces de comprender cómo son tan hábiles para aplicarse sobre el cuerpo finas pieles, de dónde sacan sus afiladas armas.
En las montañas, luchamos por sobrevivir frente a los osos y la lluvia. Vagamos en busca de comida, aunque cada vez es más difícil evitar a los hombres del poblado, los hombres sabios, los que tanto odiamos.
Ellos creen que no pensamos, pero se equivocan. Bastaría que vieran nuestras uñas rotas de escarbar la tierra, nuestra mirada agria e intolerante, nuestra rabia; bastaría eso para que al fin se dieran cuenta de que también sabemos preguntarnos por qué la victoria ha de ser suya.


                                                      Οι βάρβαροι   

                                  του Πέδρο Ουγκάρτε

Εμείς, οι βάρβαροι, ζούσαμε στα βουνά, σε σπηλιές υγρές και σκοτεινές, τρώγοντας βατόμουρα, κλέβοντας αυγά από τις φωλιές των πουλιών, και καθόμασταν ο ένας κολλητά με τον άλλο όταν η νύχτα γινόταν αβάσταχτη.
Είναι γεγονός ότι μερικές φορές ένα πνιχτό τρέμολο μας καλούσε. Κατεβαίναμε τρομαγμένοι στο δάσος μέχρι να συναντήσουμε το δρόμο που είχαν φτιάξει οι άντρες του οικισμού, και βλέπαμε τις πομπές από κάρα, τις πλούσιες άμαξες, τους στρατιώτες με τις αστραφτερές πανοπλίες. Και ήταν τέτοιο το μίσος και ο φθόνος και η λύσσα, που ρίχναμε πάνω τους ευμεγέθεις πέτρες (ήταν το μοναδικό μας όπλο) και το σκάγαμε πριν μας βρουν τα βέλη τους.
Κάποιες φορές, στο πιο σκοτεινό και χαοτικό μέρος του δάσους, εμφανίζονταν κάποιοι άντρες του χωριού που φώναζαν και κουνούσαν τα χέρια τους. Πλησίαζαν και μας πρόσφεραν άχρηστα πράγματα. Χάιδευαν τα παιδιά και με χειρονομίες, προσπαθούσαν να μας δείξουν κάποιο αντικείμενο, όμως αυτό μας πρόσβαλλε, και αρκούσε να γρυλίσει ένας από τους δικούς μας για να ορμήσουμε πάνω τους και να καταστρέψουμε και να διαλύσουμε τα σύνεργά τους. Επιπλέον, οι άντρες που έρχονταν προς το μέρος μας, δεν ήταν σαν τους στρατιώτες, ήταν κάτι κακόμοιροι που άφηναν να τους χτυπήσουμε, που έκλαιγαν εάν τους σπάγαμε τα γεμάτα λεπτά φύλλα με στριμωγμένα σύμβολα κουτιά τους. Από τους στρατιώτες το σκάγαμε τρέχοντας, αλλά εκείνους τους γέρους που έρχονταν με ειρηνικές διαθέσεις μπορούσαμε να τους δέσουμε στα δέντρα και να τους βασανίσουμε άφοβα. Λυσσασμένοι, χορεύαμε μπροστά τους, τους μπήγαμε καυτά κάρβουνα, τους προσφέραμε στην πείνα των γυναικών μας και των παιδιών που κρέμονταν από τα στήθη τους.
Ωστόσο, κάποιες φορές, πειθαρχημένα στρατεύματα παρέλαυναν γεωμετρικά στο δάσος. Εμείς κραυγάζαμε, τους πετούσαμε πέτρες, τους δείχναμε τα ξεδοντιάρικα στόματά μας με τις απειλητικές γκριμάτσες που βλέπαμε να κάνουν τα σκυλιά, όμως  εκείνοι αναπτύσσονταν και αιχμαλώτιζαν μερικούς από τους δικούς μας και τους λάβωναν με τα ακόντια, και οι υπόλοιποι το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να οπισθοχωρήσουμε, να μπούμε  όλο και πιο μέσα στο δάσος, να κρυφτούμε στο πιο πυκνό μέρος, στο πιο αφιλόξενο από τα βάθη του.
Τώρα σχεδόν όλο το δάσος είναι δικό τους. Ανυπότακτοι, εξεγερμένοι, ανεβαίνουμε στα βουνά ενώ εκείνοι επεκτείνουν τους οικισμούς τους, τα πλακόστρωτα μονοπάτια τους, τα υπάκουα ζώα τους. Πρέπει να υποχωρούμε όλο και περισσότερο, μέχρι να ξεπαγιάσουμε από το κρύο σε αυτές τις χιονισμένες κορυφές όπου τίποτα δεν ζει, όπου τίποτα δεν θα μπορούσε να μας φανεί χρήσιμο. Εδώ στριμωχνόμαστε, αποδεκατισμένοι, όλο και πιο πεινασμένοι, μην μπορώντας να καταλάβουμε πώς είναι τόσο ικανοί να φορούν στα σώματα τους όμορφα δέρματα από τα οποία βγάζουν τα ακονισμένα όπλα τους.
Στα βουνά παλεύουμε να επιβιώσουμε, αντιμέτωποι με τις αρκούδες και τη βροχή. Περιφερόμαστε προς αναζήτηση τροφής, αν και κάθε φορά είναι και όλο και πιο δύσκολο να αποφύγουμε τους άντρες του χωριού, τους άντρες τους σοφούς που τόσο μισούμε.
Εκείνοι πιστεύουν πως δε σκεφτόμαστε, αλλά απατώνται. Θα αρκούσε να έβλεπαν τα νύχια μας, τα κατεστραμμένα από το σκάψιμο της γης, το πικρόχολο και γεμάτο δυσανεξία βλέμμα μας, τη λύσσα μας. Θα αρκούσε αυτό για να καταλάβουν στο τέλος ότι κι εμείς μπορούμε να αναρωτηθούμε γιατί θα πρέπει η νίκη να είναι δική τους. 



Ο Pedro Ugarte είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1963 στο Μπιλμπάο της Ισπανίας όπου και σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Deusto. Το παρόν διήγημα είναι από τη συλλογή Materiales para una expedición (Lengua de Trapo, 2002).

Η μετάφραση του διηγήματος είναι προϊόν του μαθήματος «Μετάφραση ισπανικής λογοτεχνίας στα ελληνικά» του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Μετέφρασε η Ευαγγελία Χαιροπούλου, επιμελήθηκε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.


Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Περί σύνεσης και ευφορίας. Νέα ισπανική ποίηση εν έτει 2013.

Raúl Díaz Rosales
Universita degli Studi di Milano

Η νέα ισπανική ποίηση βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση, αν λάβουμε υπόψη μας τον αριθμό των δημιουργιών και το λογοτεχνικό περιβάλλον (εκδοτικοί οίκοι, περιοδικά, συναντήσεις ποίησης...), στοιχεία που καταδεικνύουν ότι προφανώς βρισκόμαστε εν μέσω άνθισης του ποιητικού φαινομένου.
Η νέα ισπανική ποίηση (που αναφέρεται, κατά κοινή παραδοχή, σε δημιουργούς ως 35 ετών), ισορροπεί ασυνήθιστα ανάμεσα στην παράδοση ως παρακαταθήκη, η οποία χαλιναγωγεί την πρωτότυπη ικανότητά της να εκφράζεται, και στην αναζήτηση ενός προσωπικού ύφους που να καθορίζει την πρωτοτυπία της φωνής της, ενώ ταυτόχρονα αποποιείται τις στείρες γενεαλογίες (το να σκοτώσεις τον πατέρα σου για να καταλήξεις να μιμείσαι τον παππού σου φαίνεται να μην έχει πλέον ιδιαίτερο νόημα). Ο ποιητής βρίσκει τη φωνή του αγνοώντας χρονολογίες και γεωγραφικούς άτλαντες. Η ποιητική πραγματικότητα, υποψιάζομαι, θυμίζει περισσότερο χάρτη του μετρό, με κοντινές συνδέσεις στο χώρο και στο χρόνο. Ο Ignacio Elguero στο βιβλίο του Inéditos: 11 poetas (εκδ. Huerga y Fierro, Μαδρίτη, 2002) μίλησε για τον «αιώνα των ατομικοτήτων». Στη συνέχεια αυτής της ανθολογίας, Periféricos, 15 poetas (στην οποία συγκέντρωνε μη κεντρικές φωνές της σύγχρονης ποίησης οι οποίες θα μπορούσαν μεταγενέστερα είτε να απορροφηθούν από τον κανόνα, είτε, ακόμα και εκούσια, να παραμείνουν εκτός αυτού, δεδομένης της ετεροδοξίας τους, χωρίς ωστόσο να απαξιωθούν) παρουσίαζε αυτό το άνοιγμα ως θετική απελευθέρωση. Όπως αναφέρει μάλιστα στον πρόλογό του (σελ. 12) «κανένας δεν επιβάλλει κριτήρια, και η στάση αυτή αντανακλάται στην εξέλιξη του έργου των ποιητών που εμφανίζονται στις πρόσφατες ανθολογίες νεανικής ποίησης».
Η έλλειψη αυστηρού πλαισίου, όχι μόνο ως προς το ύφος ή τη θεματολογία, δίνει πνοή στην πολυσυλλεκτικότητα. Υπάρχει ένας εκλεκτικισμός που πηγάζει, πλέον, από τη θεώρηση του ποιήματος. Έτσι, δημιουργοί όπως η Ana Gorria στο Araña σε συνεργασία με την εικαστικό Pepa Cobo (εκδ. El Gaviero, Αλμερία, 2005), η Almudena Vega στο Dirty Generation με τον Miguel Ángel Emérico (εκδ. Alea Blanca, Γρανάδα, 2012), η Luna Miguel στο Pensamientos estériles με τη Laia Arqueros (εκδ. Cangrejo Pistolero, Σεβίλλη, 2011), ή ο Carlos Fernández López στο Vitral de voz με τον Héctor Solari (εκδ. DVD, Βαρκελώνη,  2011), ενσωματώνουν ένα οπτικό στοιχείο αδιαμφισβήτητης βαρύτητας (δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που γίνεται λόγος για συνδημιουργία) το οποίο κάθε άλλο παρά δευτερεύον ή πρόσθετο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Μια κατανομή μεταξύ τεχνών η οποία μπορεί να είναι λιγότερο πρόδηλη από την εικόνα του συγγραφέα, ο οποίος στις μέρες μας δεν περιορίζεται μόνο σε ένα είδος: ο Raúl Quinto περνά από την ποίηση του La piel del vigilante (αξίζει να σημειωθεί η αναφορά στο κόμικ του Alan Moore Watchmen [εκδ. DVD, Βαρκελώνη, 2005] ως ένα πέρασμα από την κλασική έμπνευση σε σύγχρονα σημεία αναφοράς) στο Idioteca (εκδ. El Gaviero, Αλμερία, 2010) που αποτελεί μια ενδιαφέρουσα και αξιοπρόσεκτη μείξη ειδών. Ο Juan Manuel Gil, επίσης ποιητής, κυκλοφορεί τώρα το μυθιστόρημά του, Mi padre y yo: un western (εκδ. El Gaviero, Αλμερία, 2012). Η Luna Miguel μετρά ήδη πολλά χρόνια καριέρας ως αρθρογράφος. Στην περίπτωση του Pablo Fidalgo Lareo, η ξεκάθαρη διάκριση στο έργο του μεταξύ της θεατρικής δημιουργίας με την ομάδα La tristura (που αναδείχθηκε με τη σύμπραξη του ηθοποιού Celso Giménez) και της ποιητικής φαίνεται να βασίζεται περισσότερο σε ζητήματα υλοποίησης παρά σε μια συνολική εικόνα ή μια εκφραστική σκοπιμότητα.
Εγκαταλείποντας το μικρόκοσμό τους, οι ποιητές εκδίδουν: το βιβλίο Flechas de Atalanta, στο οποίο συμμετέχει η Luci Romero, το Oniria των Raúl Quinto και María Salgado (ηλεκτρονικό περιοδικό που δεν εκδίδεται πλέον και δυστυχώς δεν είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο), το περιοδικό Ex Libris (που εκδιδόταν αρχικά από το Πανεπιστήμιο του Αλικάντε και τώρα από το Ινστιτούτο Juan Gil Albert) με πρωτεργάτη τον Luis Bague Quílez, το ηλεκτρονικό περιοδικό ποίησης Catálogos de Valverde 32 του Raúl Díaz Rosales· και όχι απλώς σε ερασιτεχνικό ή μη θεσμικό επίπεδο διανομής, αλλά και με ένα πιο οργανωμένο σχέδιο, όπως στην περίπτωση του εκδοτικού οίκου La Bella Varsovia των Elena Medel και Alejandra Vanesa ή με τη συνεργασία του David Leo García στη συλλογή Puerta del Mar.
Δείχνοντας, επίσης, ενδιαφέρον για τη μετάφραση, ο Fruela Fernández, ο Juan Manuel García Román, η Ana Gorria ή η Sandra Santana τονίζουν την ανάγκη κατανόησης της ποίησης όχι πλέον ως κάτι το στεγανό, αλλά ως έναν ιστό παλλόμενων επιρροών, που ουδεμία σχέση έχει με την αποδοχή του κανόνα που κληρονομήθηκε: τώρα ο ποιητής επιλέγει και παρεμβαίνει στην αποδοχή των δημιουργών. Ο ίδιος ο Fruela Fernández, μαζί με τους Carlos Pardo και Juan Antonio Bernier –«νέοι ποιητές» εκείνης της εποχής– συμμετείχε στη διοργάνωση του διεθνούς φεστιβάλ Cosmopoética, στο οποίο είχε βαρύνουσα σημασία η παρουσία ξένων δημιουργών· εκδόθηκαν, μάλιστα, ποιητικές συλλογές αποκλειστικά ξένων δημιουργών (ανθολογίες αμερικανικής ή βουλγαρικής ποίησης, για να αναφέρω δύο εκ διαμέτρου αντίθετα παραδείγματα). Ο εκλεκτικισμός των προτάσεων που παρουσιάστηκαν (από το 2012 και μετά, υπεύθυνος είναι ο Joaquín Pérez Azaustre) ορίζει ξεκάθαρα το προφίλ του ποιητή που ενδιαφέρεται να μάθει από την ποίηση ανεξάρτητα από τα διαβατήρια που φέρουν μια εγκεκριμένη θεώρηση κύρους.
Η δομή της αγοράς (είτε πρόκειται για δημόσια, είτε για ιδιωτική) έχει επιδείξει, μέχρι τώρα, αξιοζήλευτη «υγεία». Πληθώρα λογοτεχνικών βραβείων για νέους: Hiperión, Emilio Prados, Adonáis, Pablo García Baena… και επομένως αισθητικές διαφοροποιήσεις που αποτελούν δείγμα ποιητικής ευεξίας η οποία, μέσα από τη διαφορετικότητα, παρέχει το κλειδί για την κατανόηση ενός φαινομένου πλουραλιστικού και αποκλίνοντος.
Η πραγματικότητα των ανθολογιών μάς παρουσιάζει ορισμένα ονόματα που συνήθως επαναλαμβάνονται (David Leo García, Ana Gorria, Erika Martínez, Elena Medel, Luna Miguel, Vanesa Pérez Sauquillo…). Σε αντίθεση όμως με την κανονικοποίηση η οποία μετατρέπεται σε φαύλο κύκλο (άραγε για να συμπεριληφθείς σε μια συστημική ανθολογία είναι απαραίτητη προϋπόθεση να έχεις συμπεριληφθεί σε μια προηγούμενη συστημική ανθολογία;), άλλες δημοσιεύσεις παραπέμπουν σε θεωρήσεις λιγότερο επικεντρωμένες στο δημιουργό και περισσότερο στην ποίηση (έτσι, η ανθολογία Y habré vivido. Poesía andaluza contemporánea [2011], μας επέτρεπε να ορίσουμε ένα ποιητικό πανόραμα, παρ’ όλο που η παρουσίαση των ποιητών κατά χρονολογική σειρά αποπροσανατόλιζε από το στόχο και, εντέλει, δεν κατέγραφε σημαντικές διαφοροποιήσεις). Το ρίσκο έχει κόστος, είναι όμως ελκυστικό. Ο Ignacio Elguero το αναλαμβάνει σε ανθολογίες όπως η Inéditos (όπου συμπεριλαμβάνονταν ποιητές όπως η Elena Medel ή ο Antonio Agredano) ή η προαναφερθείσα Periféricos. Και η Luna Miguel συνεισφέρει, υπό αυτή την έννοια, νέες αναγνώσεις ανοιχτές σε διαφορετικούς τρόπους έκφρασης (πέρα από την πιθανή υπέρμετρη αισιοδοξία που διέπει τα ανάλεκτά της), μέσα από ανθολογίες όπως η Tenían veinte años y estaban locos (εκδ. La Bella Varsovia, Κόρδοβα, 2011).
Προφανώς οι νέες δυνατότητες που προσφέρει το διαδίκτυο ανοίγουν διαύλους επικοινωνίας με τον αναγνώστη, και περιπτώσεις όπως της ανθολογίας Tenían veinte años y estaban locos, η οποία ξεκίνησε ηλεκτρονικά για να εκδοθεί στη συνέχεια σε έντυπη μορφή,  καταδεικνύουν τη δύναμη του νέου αυτού προτύπου. Αλλά οφείλουμε να είμαστε δύσπιστοι απέναντι σε αυτές τις διαδικασίες: άραγε, εάν το ηλεκτρονικό μέσο γίνεται ολοένα και πιο ισχυρό από το έντυπο, ποιο το νόημα των εκδόσεων; Ο ρόλος των εκδοτικών οίκων είναι και πάλι σημαντικός, αλλά στην παρούσα περίπτωση προκύπτουν νέες δυνατότητες. Θλίψη προκαλεί το κλείσιμο του εκδοτικού οίκου DVD, ο οποίος στα 16 χρόνια ιστορίας του παρουσίασε σημαντικά επιτεύγματα: από την ανθολογία Feroces μέχρι την ανακάλυψη, στην εποχή τους, ποιητών όπως ο Pablo García Casado (με τη συλλογή Las Afueras), η Elena Medel (με τη συλλογή Mi primer bikini), και άλλων δημιουργών όπως ο Martín López Vega και ο Antonio Lucas.  Ίσως τη σκυτάλη να έχουν πάρει οι κατάλογοι εκδοτικών οίκων όπως El Gaviero, La Bella Varsovia και Cangrejo Pistolero, στους οποίους όμως, παρά την αδιαμφισβήτητη ποιότητά τους (quandoque bonus dormitat Homerus), παρατηρούμε περιορισμένη επιθυμία για πολυσυλλεκτικότητα. Η ενότητα της Cosmopoética που είναι αφιερωμένη στους ανερχόμενους ποιητές αποτελεί, επίσης, μια προθήκη στην οποία μπορεί κανείς να παρατηρήσει πληθώρα αξιοσημείωτων προτάσεων (από εκεί πέρασαν, εκτός από τους προαναφερθέντες, οι Nieves Chillón, Berta Garfía Faet, Jacob Lorenzo, Rubén Martín Díaz…).

Τους ζυγούς λύσατε! Εν είδει συμπεράσματος.

Ας δώσουμε σε αυτές τις σελίδες κυκλική δομή. Ο Luis Bagué Quílez, στη μελέτη «La poesía después de la poesía. Cartografías estéticas para el tercer milenio» [«Η ποίηση μετά την ποίηση. Αισθητικές χαρτογραφήσεις για την τρίτη χιλιετία»] τόνιζε την πολυφωνία, καταδεικνύοντας ως αιτία την ανάλωση σε πρακτικές προηγούμενων παραδόσεων παρά στην εμφάνιση καινούριων προτάσεων. Η άποψή του αυτή συμπίπτει με την προσέγγιση του Elguero ο οποίος στον πρόλογο της ανθολογίας Periféricos, 15 poetas δηλώνει ότι η νέα ισπανική ποίηση δεν δημιουργεί σε καμία περίπτωση συμμαχίες ή αντιπαλότητες με το παρελθόν, απλώς αναδύεται μέσα από «την ίδια της την εξέλιξη, επαναπροσδιορίζεται από τον πυρήνα της και αναπτύσσεται διεκδικώντας, πιθανώς ασυνείδητα, τη δημιουργική της ανεξαρτησία» (σελ. 13). Σε κάθε περίπτωση τα πάντα μοιάζουν να συνηγορούν αφενός στην κατάργηση της ποίησης της εμπειρίας ως ενεργής κληρονομιάς, και στην αναίρεση της τάξης πραγμάτων που εκείνη όριζε, και αφετέρου στην ελευθερία υιοθέτησης ποικίλων τάσεων από μια νέα ποίηση που σε ορισμένες περιπτώσεις τείνει στην άγρια ασυμβατότητα απελευθερωμένη από το κόσκινο της ποιότητας.
Γίνεται κατανοητό ότι τα κανάλια δόμησης της λογοτεχνικής πραγματικότητας έχουν αλλάξει. Ο φαινομενικός εκδημοκρατισμός της λογοτεχνίας με την εμφάνιση πολλών νέων εκδοτικών οίκων (αποτέλεσμα των μειωμένων οικονομικών απαιτήσεων που απαιτεί a priori αυτή η επιχείρηση) και η εξάπλωση του διαδικτύου (blogs, ιστολόγια, ψηφιακά περιοδικά) άνοιξαν το δρόμο σε νέους δημιουργούς οι οποίοι δεν χρειάζεται, πλέον, να ενσωματωθούν στον κανόνα χάρη στην επιτυχία τους ούτε, φερόμενοι «προκλητικά», να βρεθούν στον αντίποδα του εχθρού, και να κερδίσουν μια θέση στη λογοτεχνική ιστορία (πρόκειται για λογοτεχνίες άναρχες, «πέρα από τη συνήθη γραφή και, οι ίδιες, ξένες ως προς την αυστηρή, μηχανοποιημένη αλλά ταυτόχρονα διαφωτιστική ιεράρχηση του κανόνα, που βρίσκει για τα πάντα μία θέση παραμετροποιημένη και αξιολογημένη», («Προσοχή! Δεν είμαστε μόνοι! Υπάρχουν και άλλα ονόματα στο ισπανικό ποιητικό πανόραμα!», Raúl Díaz Rosales, σελ. 34). Απειλούμαστε από τον πειρασμό της ευφορίας, καθόσον η ετεροδοξία οδηγεί σε διαφορετικές επιλογές, δίχως όμως να συνεπάγεται και την ποιότητα αυτών. Οι ανθολογίες, συνήθως, επαναλαμβάνουν μια συγκεκριμένη λίστα ποιητών, η μεταβολή της οποίας εμπεριέχει τον κίνδυνο της αποτυχίας. Ίσως στο περιθώριο συναντήσουμε, τελικά, μεγαλύτερη ζωτικότητα και σημεία καμπής για τη λογοτεχνική ιστορία.
Προφανώς, το πιο γρήγορο και αποστειρωμένο είναι οι εκτενείς λίστες, που αναπόφευκτα αφήνουν εκτός υπερβολικά πολλούς συγγραφείς, αλλά ταυτόχρονα προστατεύουν τον ανθολόγο καθώς αποφεύγει χαρακτηρισμούς και ιεραρχίες (πέραν της αλφαβητικής).  Προσωπικά, θα υποκύψω σε αυτόν τον πειρασμό: θα αναφέρω τα ονόματα των Antonio Agredano, María Alcantarilla, Modesto Ballesteros, Laura Casielles, Cristina Castro Moral, Carmen G. de la Cueva, Alejandro Díaz del Pino, María Fernández Salgado, Sara R. Gallardo, José Daniel García, Sara Herrera Peralta, Salvador Hueso Marín, Carmen Jodra Davó, Hasier Larretxea, Ángela Jiménez, Andrés A. Martínez, Diego Medina Poveda, Raúl Quinto, Sandra Santana, Álvaro Tato, Ana Toledano, Fernando Valderde, Javier Vela, Javier Vicedo Alós, Ana Vidal Egea, Rebeca Yanke, Bárbara Zagora, μεταξύ πολλών άλλων, πέρα από τους προαναφερθέντες σε αυτό το κείμενο και όσους ανθολόγησε η Marina Bianchi. Ένας κατάλογος που με την ποικιλία και το εύρος του προβάλλει τις δυνατότητες ποιητών που δεν μετέχουν σε διαμάχες ή λογοτεχνικούς κομματισμούς.
«Είναι εύκολο να είσαι ποιητής στα είκοσι. Το δύσκολο είναι να είσαι ποιητής στα πενήντα» σημείωσε σε συνέντευξή του ο Pere Gimferrer. Το πρόβλημα της ποίησης δεν είναι ποτέ οι ποιητές, αλλά τα βιβλία. Πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι κρίνουμε προβολές στο μέλλον και όχι αποτελέσματα, διαφορετικά δεν θα έχουμε ποτέ καθαρή ματιά. Θα μείνουν στην Ιστορία, προφανώς, σπουδαία ποιήματα ή ρηξικέλευθα βιβλία τα οποία, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα απαντώνται στο σύνηθες, στα κανονιστικά ρεύματα που χαρακτηρίζουν μια εποχή δίχως όμως να την εξυψώνουν παρά μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις. Το πρόβλημα του νέου ποιητή δεν είναι ποτέ η δημιουργία του, αλλά η διαχείριση της περσόνας του.
Ποιητές όπως οι Juan Carlos Abril, Rafael Espejo, Abraham Grajera, Carlos Pardo, Josep M. Rodríguez ή Alberto Santamaría μόλις αποτίναξαν αυτόν το χαρακτηρισμό, κατάφεραν να αποδείξουν την αξία τους υπεράνω ρευμάτων και αποτελούν, πλέον, σταθερές αξίες.  Μια ανθολογία όπως η Veinticinco poetas españoles jóvenes, του Jesús Munárriz (εκδ. Hiperión, Μαδρίτη, 2003) κατεδείκνυε, σύμφωνα με τον εκδότη, την εσωτερική ανάγκη των νέων ποιητών να ανανεώσουν τη γλώσσα καθώς επίσης «το χαρακτήρα και τα θέματα της ποίησης». Ίσως σε αυτή τη συνέχεια που χαρακτηρίζεται από εσωτερική ασυνέχεια μπορούμε να κατανοήσουμε την ποίηση που παράγεται σήμερα. Για την πολυφωνία, την εγκατάλειψη προηγούμενων οπτικών και την πρόκληση των νέων πραγματικοτήτων μιλάει ο Alberto Santamaría: «Υπό αυτή την έννοια φαίνεται να υπάρχει μια κατανόηση της πραγματικότητας (πέρα από τάσεις) ως πλήθος επιπέδων δίχως εμφανή αλληλεπίδραση, μια πραγματικότητα σύνθετη στην οποία η νέα ποίηση προβάλλει δίχως αυτοπεριορισμούς [...]» (Santamaría, «Poéticas y contrapoéticas. Los nuevos márgenes estéticos en la poesía española reciente», σελ. 172).
Κάθε επιλογή συνεπάγεται κάποιο κόστος. Οι ποιητές που επιλέχθηκαν παρουσιάζουν χαρακτηριστικά που μας επιτρέπουν να ενσωματώσουμε τις θεωρητικές συντεταγμένες που αναλύθηκαν παραπάνω για να  αιτιολογήσουμε την παρουσία τους σε αυτές τις σελίδες. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται απλώς για ελάχιστο δείγμα από ένα ευρύ σύμπαν που υπόσχεται δυναμισμό και πίστη στον ποιητικό λόγο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

- Luis BAGUÉ QUÍLEZ, «La poesía después de la poesía. Cartografías estéticas para el tercer milenio», Monteaguado, 3η περίοδος, 13 (2008), σελ. 49-72.
- Raúl DÍAZ ROSALES, «¡Cuidado, no estamos solos! Otros nombres del panorama poético español», στο Los órdenes del caos. Última poesía española, Μάλαγα, Alfama, 2012, σελ. 15-35.
- Ignacio ELGUERO, «Prólogo», στο Periféricos. 15 poetas, Σαν Σεμπαστιάν δε λος Ρέγες, Universidad Popular José Hierro, 2004, σελ. 11-16.
- Alberto SANTAMARÍA, «Poéticas y contrapoéticas. Los nuevos márgenes estéticos en la poesía española reciente», στο Ricardo Pinero Moral, Antonio Ruiz, Domingo Hernández Sánchez, Alberto Ruiz Samaniego και Alberto Santamaría, Aciertos de metáfora. Materiales de arte y estetica, 4, Σαλαμάνκα, Luso-Española de Ediciones, 2008, σελ. 107-173.
- Diego VAYA, «Entrevista de José Daniel García», Perfil del Aire, 4, σελ. 11-12.



Cristian Alcaraz

Ο Κρίστιαν Αλκάραθ (Μάλαγα, 1990) σπουδάζει Ισπανική  Φιλολογία και Σκηνοθεσία και Δραματουργία στην Ανωτάτη Σχολή Δραματικής Τέχνης (ESAD) της Μάλαγας. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Turismo de interior (εκδ. La Bella Varsovia, 2010), η οποία κέρδισε το Βραβείο Νεανικής Ποίησης Pablo García Baena, και La orientación de las hormigas (εκδ. Renacimiento, 2013), που πήρε το βραβείο Νεανικής Ποίησης Andalucía Joven Desencaja. Συμμετείχε, ακόμη, στον τομέα οπτικών τεχνών του διαγωνισμού MálagaCrea 2012. Έχει προσκληθεί σε πολλά φεστιβάλ, όπως το Cosmopoética, Ποιητές του κόσμου στην Κόρδοβα. Κάποια από τα ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά και ανθολογίες όπως La dolce Vita. Poesía y Cine (2010) ή Tenían veinte años y estaban locos (2011).

Κυριακή. Όγδοο κτήριο, 5ος όροφος, πόρτα Γ   

Ένας αετός απλώνει ορθάνοιχτα τα φτερά του πάνω από το τραπέζι
της τραπεζαρίας. Είναι ο παππούς μου κρεμασμένος στο διάδρομο
που με καληνυχτίζει. Μια λάμπα πέφτει ξαφνικά. 
Εκατομμύρια παιδιά παρακαλούν τον Θεό να φτάσουν στα δεκαεφτά τους δίχως
[όγκους.
Αλλά εγώ δεν μιλάω. Δεν μπορώ να μιλήσω μπροστά σε όλους αυτούς.

Τα αδέρφια μου πιπιλάνε τους αντίχειρές τους. Από την ταράτσα αρχίζουν να
[καταφθάνουν
οι ύαινες. Γρατζουνίζουν με τα νύχια τους τα γόνατά μου, καταβροχθίζουν ό,τι έχει
[απομείνει από το δείπνο.
Και φαίνεται αχνά να ξημερώνει πίσω από την κουρτίνα αλλά είναι η φωτιά.
Ακούω γέλια. Όλοι ασάλευτοι.

Η οικογένεια μου κατεστραμμένη και όλοι ασάλευτοι.
Αλλά  εγώ δεν μιλάω. Εγώ
Δεν μπορώ να μιλήσω.

Vanesa Pérez-Sauquillo

Η Βανέσα Πέρεθ-Σαουκίγιο (Μαδρίτη, 1978) έχει εκδώσει μέχρι στιγμής πέντε ποιητικές συλλογές, ορισμένες από τις οποίες έχουν βραβευτεί, ενώ έργα της περιλαμβάνονται σε αρκετές ανθολογίες σύγχρονης ποίησης  – όπως  El poder del cuerpo (εκδ. Castalia, 2009) ή Veinticinco poetas españoles jóvenes (εκδ. Hiperión, 2003).Τα τελευταία της βιβλία είναι τα Climax Road (εύφημη μνεία του βραβείου Adonáis και Βραβείο Ojo Crítico του Κρατικού Ραδιοφώνου της Ισπανίας το 2012), Bajo la lluvia equivocada (Βραβείο Νεανικής Τέχνης της Αυτοδιοικούμενης Περιφέρειας της Μαδρίτης, Hiperión, 2006) και Invención de gato (εκδ. Calambur, 2006). Ασχολείται ενεργά με τον εκδοτικό χώρο και τη μετάφραση, ειδικά παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας.

Δύο αποσπάσματα

Παιδιά μιας εύθραυστης εποχής.
Εποχής σαν πόδι αράχνης
στην κυκλική λιμνούλα
μιας άλλης εποχής

Πέτρα καθαρή από λάσπη.
Από το κλαδί
ο τοίχος είναι δρόμος.

Erika Martínez

Η Έρικα Μαρτίνεθ (Χαέν, 1979) είναι διδάκτωρ Ισπανικής Φιλολογίας και πτυχιούχος Θεωρίας της Λογοτεχνίας. Η πρώτη της ποιητική συλλογή, Color carne (εκδ. Pre-Textos, 2009), τιμήθηκε με το Βραβείο Νεανικής Ποίησης του Κρατικού Ραδιοφώνου της Ισπανίας. Έχει, επιπλέον, εκδώσει ένα βιβλίο με αφορισμούς: Lenguaraz (εκδ. Pre-Textos, 2011). Ως επιμελήτρια είναι υπεύθυνη για πολλές ανθολογίες ισπανών και λατινοαμερικανών σύγχρονων ποιητών οι οποίες εκδόθηκαν από τους εκδοτικούς οίκους Visor Libros, DVD  και το Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού. Το 2010 επιμελήθηκε τον τόμο Quiroga íntimo για τον εκδοτικό οίκο Páginas de Espuma. Σήμερα είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας.

Σσσς

Κάτι νέο ξεκινά με κάθε χειρονομία εγκατάλειψης,
το εξουθενωμένο χέρι του Θεού,
η ιδέα μετά το σελιδοδείκτη,
ο δείκτης του χεριού σου που άφησες
(ενώ κοιμόσουν, για να κοιμηθείς)
ξεχασμένο ανάμεσα στους γλουτούς μου
σαν κάποιον που ζητάει εξαντλημένος
ανακωχή: ησυχία, παρακαλώ.

Raúl Díaz Rosales

Ο Ραούλ Ντίαθ Ροσάλες (Μάλαγα, 1979) είναι διδάκτωρ Ισπανικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου της Μάλαγας. Έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στη μετάφραση λογοτεχνίας και κειμένων από τις ανθρωπιστικές επιστήμες (Πανεπιστήμιο της Μάλαγας) όσο και στις εκδόσεις (Grupo Santillana/Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα). Μαζί με τον Ramón Díaz Guerrero έχουν δημιουργήσει και δημοσιεύσει τη σειρά μονογραφιών ποιητικής δημιουργίας Catálogos de Valverde 32 (www.catalogosdevalverde32.es). Υπήρξε στο παρελθόν σύμβουλος σύνταξης στο περιοδικό Robador de Europa, υπό τη διεύθυνση του Francisco Ruiz Noguera, που εξέδιδε το Πανεπιστήμιο της Μάλαγας. Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία Teoría de las grietas (Βραβείο MálagaCrea, 2007) και Elige tu último aniversario (2008).

Απόγευμα

Ο άνεμος οχυρώνεται στη βεράντα. Έχει κλειστεί, δίχως δεύτερη σκέψη, εύθραυστη αυτοκρατορία σε αναζήτηση βαρβάρων. Το φως είναι μια νεκρή αρτηρία που μας υποχρεώνει να αγγιχτούμε, να ανακρίνουμε το δέρμα για να καταλάβουμε όλα όσα δεν είναι απαραίτητα. Μπορούμε να μείνουμε στο δωμάτιο μου. (Μας πολιορκεί πια τόσος χειμώνας).

Λες πως πάντα θα υπάρχουν χειρότερες μέρες, αλλά το να σκέφτεσαι έτσι δεν είναι αρκετό: εμείς δεν είμαστε πια η απάντηση.

Ένα οικογενειακό μίσος μάς ψυχαγωγεί. Εγώ ξέρω ότι εσύ είσαι εσύ γιατί τρέμω, συμφιλιώνομαι με τα πράγματα γύρω σου. Δεν ξέρεις ότι είμαι εγώ, σου αρκεί όμως μια ακριβής οικειότητα, γάντι χειρουργού πριν την τομή.

Το κρύο είναι το σχέδιο του  μέλλοντος. Αυτό το απόγευμα θα είναι σαν όλα τα άλλα που θα έρθουν. Πρέπει να προετοιμάσουμε καλά την ρουτίνα τους. Ένα εξημερωμένο πάθος, μια ανάμνηση δίχως αγκυροβόλι. Ένας κουρασμένος άνεμος δίχως ένταση.

Κοιτάζουμε το παράθυρο, αυτό που μας προσφέρει. Η πραγματικότητα αρχίζει να είναι ένα  εναλλακτικό σχέδιο.


Η μετάφραση είναι προϊόν του μαθήματος «Μετάφραση από τα Ισπανικά στα Ελληνικά» που διδάσκει ο αναπληρωτής καθηγητής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΑΠΘ «Διερμηνεία και Μετάφραση», κατεύθυνση Μετάφρασης και του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Συμμετείχαν οι σπουδαστές και σπουδάστριες Οδυσσέας Βαγγελάς, Χρύσα Γρηγοριάδου, Ρομίνα Κηπουρίδου, Νικολέτα Κουμουρίδου, Χριστίνα Μυλωνά, Σοφία Ορφανίδου, Κατερίνα Παπανικολάου, Βενετία Ποσταντζόγλου, Κατερίνα Τσακίρη.


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Πολύφιλος, τεύχος 4, 2013 

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Ο τελευταίος ρομαντικός: Μια προσέγγιση στη μετάφραση των Rimas του Γουστάβο Αδόλφο Μπέκερ στα ελληνικά


Η Ισπανία των αρχών του 19ου αιώνα είναι μια χώρα παραπαίουσα, μια αυτοκρατορία υπό κατάρρευση. Ο πληθυσμός της, γύρω στα 12 εκατομμύρια, υποφέρει, μεταξύ άλλων δεινών, από διαδοχικές επιδημίες. Η χειρότερη από αυτές είναι η χολέρα που μεταξύ του 1833 και του 1835 θερίζει περί τις 100.000 ζωές. Είναι όμως και μια χώρα ιδιότυπα «ρομαντική»: από τη μια αποτελεί εξωτικό προορισμό και τόπο προσκυνήματος και έμπνευσης για αγγλοσάξονες ρομαντικούς ποιητές και διανοούμενους (όπως και η Ελλάδα, άλλωστε), και από την άλλη ζει στον αστερισμό ενός δικού της ιδιαίτερου λογοτεχνικού ρομαντισμού (Χοσέ δε Εσπρονθέδα, Μαριάνο Χοσέ δε Λάρα κ.ά.) που εκτός από την υπερπροβολή του εγώ και την τάση για φυγή, ελάχιστα κοινά σημεία έχει με τον βορειοευρωπαϊκό (γνήσιο;) ρομαντισμό. Κάπου εκεί λοιπόν, στη Σεβίλλη του 1836, ένα χρόνο μετά την εξάλειψη της χολέρας και ένα χρόνο πριν την αυτοκτονία του Λάρα, γεννιέται ο Γουστάβο Αδόλφο Κλαούντιο Ντομίνγκεθ Μπαστίδα. Μην φοβάστε, δεν θα μιλήσουμε για κάποιον άλλον, για τον Μπέκερ πρόκειται, αλλά όταν ακόμα δεν ήταν ο «Μπέκερ». Το εύηχο και ξεχωριστό, για τα ισπανικά δεδομένα, «Μπέκερ» προέρχεται από μια ευγενή σεβιλλιάνικη οικογένεια, από την οποία καταγόταν τόσο η μητέρα όσο και ο πατέρας του ποιητή, και υιοθετήθηκε από όλους τους καλλιτέχνες της οικογένειας, από τον ποιητή μας, από τον ζωγράφο αδελφό του (Βαλεριάνο Μπέκερ) και, πριν από όλους, από τον πατέρα τους, τον επίσης ζωγράφο Χοσέ Ντομίνγκεθ Μπέκερ.
        Υπάρχει λοιπόν μια αύρα μεγαλείου και μια ελιτίστικη άποψη περί ζωής στην υιοθέτηση του εν λόγω επιθέτου από την οικογένεια, μεγαλείο που δυστυχώς δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, μια πραγματικότητα μεγάλης ένδειας και στερήσεων, που βιώνει ο ποιητής μας (ορφανός και από τους δύο γονείς ήδη στα έντεκά του) στα λίγα χρόνια που πρόλαβε να ζήσει, αλλά έτσι και αλλιώς το προσδόκιμο ζωής στην Ισπανία των μέσων του 19ου αιώνα είναι πολύ χαμηλό.
        Ορφανά πλέον τα αδέλφια Μπέκερ, φιλοξενούνται σε διάφορα σπίτια συγγενών. Σε ένα από αυτά, της νονάς του ποιητή, ο Γουστάβο Αδόλφο θα βρει μια μικρή αξιόλογη βιβλιοθήκη (καθόλου δεδομένη και διαδεδομένη στα σπίτια της κοινωνικής του τάξης εκείνη την εποχή) και θα αρχίσει να «εθίζεται» στη λογοτεχνία. Ύστερα από ένα σύντομο πέρασμα από τη ζωγραφική (κάποιος θείος του τού είπε: «δεν πρόκειται να γίνεις καλός ζωγράφος, κακός λογοτέχνης θα γίνεις»), φεύγει για τη Μαδρίτη, το 1854, για να κυνηγήσει το λογοτεχνικό του όνειρο. Εκεί θα κάνει διάφορες δουλειές γραφιά, προκειμένου να επιβιώσει, όπως η συγγραφή λιμπρέτων για οπερέτες (τις ισπανικές Θαρθουέλας). Το 1857 θα εμφανιστεί στη ζωή του η φυματίωση, ένας από τους λόγους που θα τον στείλουν πρόωρα, 13 χρόνια αργότερα, στον τάφο (οι άλλοι είναι η σύφιλη και η κίρρωση του ήπατος).
        Από αυτούς του «άλλους λόγους» του θανάτου του αντιλαμβανόμαστε ότι ο ποιητής (που ακόμα δεν έχει εκδώσει κάτι πραγματικά δικό του) ζει έντονα τη ζωή του: «El amor es mi única felicidad» [ο έρωτας είναι η μοναδική ευτυχία μου], έλεγε. Το 1858 αρχίζει να γράφει τις Rimas (τα ποιήματα που μας έχουν ενώσει, 160 χρόνια μετά, όλους εδώ). Η έμπνευσή τους μπορεί να οφείλεται στη Χούλια Εσπίν, στην Ελίσα Γκιγέν ή στην Κάστα Εστέμπαν ι Ναβάρο (μητέρα των τριών παιδιών του), ποιος ξέρει; Το γεγονός είναι ότι από το 1862 και έπειτα ο πατέρας πολυμελούς οικογένειας ποιητής μας αρχίζει να συγγράφει περισσότερο, για ευνόητους λόγους: πρέπει να συντηρήσει σύζυγο και τέκνα.
        Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είναι μυθιστορηματικά (ή μήπως τραγικά…): γράφει ακατάπαυστα, ενώ η κατάσταση της υγείας του συνεχώς επιδεινώνεται και η σχέση του με την Κάστα πάει από το κακό στο χειρότερο (σίγουρος πως τον απατά, υποπτεύεται πως το τρίτο παιδί τους δεν είναι δικό του). Πεθαίνει στις 22 Δεκεμβρίου του 1870. Λίγο πριν πεθάνει, λέει στον ποιητή και φίλο του Αουγούστο Φεράν: «Si es posible, publicad mis versos. Tengo el presentimiento de que muerto seré más y mejor conocido que vivo» [αν είναι δυνατόν, εκδώστε τους στίχους μου. Προαισθάνομαι ότι νεκρός θα γίνω πιο γνωστός από όσο ζωντανός]. Πράγματι, το έργο του, εν μέσω της πομπώδους και δήθεν υπερβατικής ρομαντικής ποίησης του καιρού του, πέρασε, όσο ακόμα ήταν εν ζωή, απαρατήρητο. Εκείνος ήταν ένας ποιητής χαμηλών τόνων, ο προάγγελος του ρεαλισμού, ο τελευταίος πραγματικός ρομαντικός. Οι Rimas που δεν πρόλαβε να τις δει σε βιβλίο (μόνο σκόρπιες σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά) πρωτοεκδόθηκαν από τους φίλους του, το 1871, μαζί με τα πεζά του (υπό τον τίτλο Leyendas, «θρύλοι», δηλαδή) και θα αυγατίσουν, σε διαδοχικές μελλοντικές εκδόσεις από ποιήματα και θρύλους που βρήκαν οι φίλοι του στα αρχεία του. Και θα γίνουν πηγή έμπνευσης για τους σημαντικότερους ποιητές του ισπανικού λογοτεχνικού κανόνα (Αντόνιο Ματσάδο, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Λουίς Θερνούδα…).
        Εβδομήντα εννιά, λοιπόν, σύντομες ποιητικές συνθέσεις [«Η καλύτερη γραπτή ποίηση είναι εκείνη που δεν γράφεται», έλεγε ο ποιητής], αποτελούν αυτό το Βιβλίο των Σπουργιτιών που ήρθαμε να διαβάσουμε και να ακούσουμε σήμερα εδώ. Γιατί πλέον το έχουμε στα ελληνικά, πλήρες. Είχαν προηγηθεί αποσπασματικές (όπως ακριβώς και όταν ο Μπέκερ βρισκόταν εν ζωή) μεταφράσεις μέρους των Rimas στα ελληνικά: το 2009 από την ποιήτρια Ελένη Δημάκου έχουμε μια σύντομη 48σέλιδη ανθολογία κάποιων από τα ποιήματα (Εκδόσεις Κουλτούρα), ενώ πρόσφατα, το 2017, στο περιοδικό Ποιείν δημοσιεύτηκαν οι πέντε πρώτες ρίμες σε μετάφραση του Στέργιου Ντέρτσα.
        Ο Περουλής Σακελλαρίδης και ο Δημήτρης Ιντζές (απόφοιτοι του Προγράμματος Σπουδών «Ισπανική Γλώσσα και Πολιτισμός» του ΕΑΠ, όπως και ο Στέργιος, κάτι, ελπίζω, να λέει αυτό για τη δουλειά που γίνεται στο Πρόγραμμα αυτό) αναμετρήθηκαν (αψηφώντας το κόστος, πνευματικό και, δυστυχώς, οικονομικό) με ένα έργο κλασικό που κανείς προηγουμένως δεν είχε παρουσιάσει στα ελληνικά στην ολότητά του. Δούλεψαν συλλογικά (οι καλές δουλειές είναι πάντα συλλογικές) και πέτυχαν ένα αποτέλεσμα αξιοζήλευτο: «έφεραν» τον Μπέκερ στην Ελλάδα και τα ελληνικά τού 2018 και μάλιστα σε δίγλωσση έκδοση (οι μεταφραστές ξέρουν τι σημαίνει αυτό…). Έφεραν τη δροσιά του, το ρυθμό του, τη δήθεν «αφέλειά» του, τον βαθιά αυθεντικό συναισθηματικό του κόσμο. Και το έκαναν αυτό δύο μεταφραστές που έχουν μικρή εμπειρία στο χώρο της λογοτεχνικής μετάφρασης, αν και, τώρα που το σκέφτομαι, τη «δροσιά» μόνο από νέους ανθρώπους μπορούμε να την περιμένουμε, και από τον Μπέκερ, πάντα.         
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

H παρουσίαση της ελληνικής μετάφρασης των Rimas του Gustavo Adolfo Béquer έλαβε χώρα στον ΙΑΝΟ τη Δευτέρα 2 Απριλίου 2018