Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

H Elsa Cross στο Festival LEA 2019 / Taller de traducción de poesía con la presencia de ka autora




Η Elsa Cross στην Αθήνα


Εργαστήριο Λογοτεχνικής Μετάφρασης
με την παρουσία της συγγραφέως Elsa Cross


To Festival LEA και το Abanico διοργανώνουν εργαστήριο διάρκειας 11 ωρών (τέσσερις συναντήσεις των δύο ωρών και μία των τριών ωρών)  συλλογικής μετάφρασης και επιμέλειας ποιημάτων της μεξικανής ποιήτριας Έλσα Κρος.

ΣΥΝΤΟΝΙΖΕΙ: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Το εργαστήριο θα λάβει χώρα στο Abanico στις κάτωθι ημερομηνίες:
1.     Δευτέρα 6 Μαΐου, 11.00 με 13.00
2.     Δευτέρα 13 Μαΐου, 11.00 με 13.00  
3.     Δευτέρα 20 Μαΐου, 11.00 με 13.00
4.     Δευτέρα 27 Μαΐου, 11.00 με 13.00
5.     Τρίτη 11 Ιουνίου, 11.00 με 14.00 (παρουσία της ποιήτριας)

Κόστος: 120 ευρώ
Δηλώσεις συμμετοχής: tel. 210.3251214 & 215 / info@abanico.gr o en Secretaría (Kolokotroni 12, 1er piso, Síndagma).

ΤΑ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


SRI NITYANANDA MANDIR    
(El templo de Sri Nityananda)

Sonríe desde su estatua.
En su pecho se reflejan                                                              
las llamas de las lámparas
                               ondeando en círculos.

Inciensos,
                 alcanfor.
Y trae la lluvia un olor de jazmín
a la ventana
                 custodiada por una cobra de barro.

(Más fragancia en sus manos.)

Los cantos empiezan.
Gorriones dentro del templo,
salamandras que se deslizan por la pared—
y los gorriones quietos
                                    como escuchando

Vande jagat káranam

Causa del mundo
dueño del mundo
forma del mundo
destructor

Sonríe desde su estatua
y en la ablución nocturna
su cabeza recibe
agua de rosas,
perfumes,
ríos de leche y miel.

La curva de sus hombros se estremece,
sus ojos miran
y es tibia su piel oscura.
Su cercanía,
                  embriaguez.


EL VINO

Basta una palabra,
                         un giro del deseo
para traer de pronto
                               toda esta ebriedad.
Vino que se decanta en gotas lentísimas.
Néctar
más sutil que el éter
                               desciende al corazón
y allí
          el sortilegio.
               
Ebrios de Dios mis ojos.
Ebrias mis manos.

Llenar la copa hasta los bordes, dicen.

Tu rostro en todas partes,
tu mirada embriagada.


De Ultramar. Odas

LAS CIGARRAS   / 4

“El único instrumento es la pasión.”
Las palabras se abren desde el sueño,
sorteando imágenes,
                              explicaciones sentenciosas.
Todo desaparece,
como tinta invisible de juegos infantiles.
La garganta se contrae,
las palabras se quedan en la boca,
y sólo repiten
            “El único instrumento es la pasión.”
 
¿Y qué es pasión?
Vivir al borde de lo posible
                                        o lo imposible,
aferrarse a algo
--o dejarlo ir
como se suelta de la jaula
                               un jilguero querido.
O sufrir en sí mismo
la carga de un gozo delirante,
encandilado
                en sus blancuras y sus brillos,
en sus vuelcos
                       atónito,
capricho de un dios
que puede aniquilar
                               en un segundo.

“El único instrumento es la pasión.”

Desde lo oscuro,
sólo se ve la misma estancia
                               reflejada en los vidrios.
Silencio afuera
  noche de las cigarras.

Tal vez sea pasión
                     su grito obstinado
penetrando las paredes del alma,
hendiendo la realidad
hasta volverla sólo eso: 
                                               grito.   

De Nadir

GALAXIDI / 7

En las terrazas de Galaxidi
hablamos del sueño,
y de la noche nupcial de las termitas aladas,
de la navegación del lagarto de lengua azul.
Hablamos de la muerte,
del ganso-urraca alternando el apareo
con sus dos hembras;
del cielo oscurecido por los murciélagos de la fruta,
y del cielo esclarecido por las flores de los cerezos.
Hablamos del amor,
del ganso macho graznando sobre los lirios del pantano,
y de la danza de las grullas de cabeza roja.
Hablamos del narciso cautivo en las telas de araña,
de la agonía del sílvido órfico,
del silencio del mirlo blanco en la nieve
                                         aprendizaje del vacío.



ELSA CROSS (México, 1946). Su Poesía completa (1964-2012) apareció en el Fondo de Cultura Económica. Diez libros suyos han sido traducidos en distintos países. También ha publicado libros de ensayo y traducción de poesía. Tiene maestría y doctorado en Filosofía por la UNAM, donde es profesora titular de Filosofía de la Religión.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

"Η πιο κακιά κυρία του κόσμου", του Φρανσίσκο Ινοχόσα σε συλλογική μετάφραση


Η πιο κακιά κυρία του κόσμου

                                                                                                                                             

Για τη Σοφία

Στα βόρεια της Τουραμπούλ ζούσε μια φορά και έναν καιρό μια κυρία που ήταν η πιο κακιά κυρία του κόσμου. Ήταν χοντρή σαν ιπποπόταμος, κάπνιζε πούρο και είχε δυο σουβλερούς και λαμπερούς κυνόδοντες.
        Επιπλέον, φορούσε μυτερές μπότες και είχε κάτι μακριά και κοφτερά νύχια, με τα οποία της άρεσε να γρατζουνάει τον κόσμο.
        Τα πέντε παιδιά της τα έδερνε όταν έπαιρναν κακούς βαθμούς στο σχολείο, αλλά και όταν έπαιρναν δεκάρια. Τα τιμωρούσε όταν φέρονταν καλά, αλλά και όταν φέρονταν άσχημα. Τους έριχνε λεμόνι στα μάτια και όταν έκαναν αταξίες, και όταν τη βοηθούσαν να σκουπίσει το σπίτι ή να πλύνει τα πιάτα μετά το φαγητό.
        Και επιπλέον, για πρωινό τούς έδινε να φάνε σκυλοτροφή. Όποιος δεν την έτρωγε έπρεπε να κάνει σχοινάκι εκατόν είκοσι φορές, πενήντα βαθιά καθίσματα και να κοιμηθεί στο κοτέτσι.
        Τα παιδιά της γειτονιάς το έβαζαν στα πόδια όταν την έβλεπαν να πλησιάζει. Το ίδιο και οι κύριοι και οι κυρίες και τα γεροντάκια και οι γριούλες και οι αστυνομικοί και οι μαγαζάτορες.
Μέχρι και οι γάτες, οι γλάροι και οι κατσαρίδες ήξεραν ότι η ζωή τους κινδύνευε κοντά στη μοχθηρή γυναίκα. Στα μυρμήγκια ούτε που τους πέρναγε από το μυαλό να κάνουν τη φωλιά τους κοντά στο σπίτι της γιατί ήξεραν ότι η κυρία θα τους έριχνε καυτό νερό.
        Ήταν μια κυρία κακιά, απαίσια, φρικαλέα, μοχθηρότατη. Η πιο κακιά από τις πιο κακές κυρίες του κόσμου. Η πιο μοχθηρή από τις μοχθηρές.
Ώσπου μια μέρα τα παιδιά της και όλοι στο χωριό δεν την άντεξαν άλλο και προτίμησαν να το σκάσουν από φόβο για τη ζωή τους.
        Από τότε οι πλατείες ήταν άδειες, τα σκυλιά δεν γάβγιζαν πια  στους δρόμους ούτε τα πουλάκια πετούσαν στον ουρανό ούτε οι μέλισσες γύρευαν λουλούδια. Ακουγόταν μόνο το σφύριγμα του ανέμου και ο χτύπος από τις σταγόνες της βροχής στις στέγες των σπιτιών.
        Κι έτσι η κακιά γυναίκα έμεινε μόνη, μοναχούλα, δίχως κανέναν να ενοχλεί ή να γρατζουνάει.
        Το μοναδικό πλάσμα που εξακολουθούσε να ζει εκεί ήταν ένα ταχυδρομικό περιστέρι φυλακισμένο στο κλουβί κάποιου γειτονικού σπιτιού. Η φρικαλέα γυναίκα διασκέδαζε δίνοντάς του κάθε μέρα να τρώει ψίχουλα βουτηγμένα σε καυτερή σάλτσα και να πίνει νερό ανακατεμένο με ξύδι. Κάποιες φορές τού ξερίζωνε ένα φτερό και κάποιες άλλες του στραμπουλούσε τα δάχτυλα των ποδιών.
        Όταν το καημένο το περιστέρι κόντευε να πεθάνει, η κυρία, απελπισμένη που δεν θα είχε κάποιον να δέρνει, κατάλαβε ότι μόνο εκείνο μπορούσε να τη βοηθήσει για να φέρει ξανά πίσω τους χωριανούς.
        Αποφάσισε τότε να του δίνει τα ψίχουλα χωρίς καυτερή σάλτσα, το νερό σκέτο και, μερικές μέρες αργότερα, τόλμησε να το χαϊδέψει. Όταν βεβαιώθηκε ότι το περιστέρι ήταν πια φίλος της και ότι θα πήγαινε ένα μήνυμά της στα παιδιά της και στους άλλους χωριανούς, το έγραψε σ’ ένα χαρτάκι, το έβαλε στο ράμφος του πουλιού και το άφησε να πετάξει.
        Λίγες μέρες αργότερα, οι παλιοί κάτοικοι του χωριού επέστρεψαν αφού η πιο κακιά από όλες τις κυρίες του κόσμου στο μήνυμά της τους ζητούσε συγγνώμη:

Θέλω να με συγχωρέσετε. Το ξανασκέφτηκα και πιστεύω ότι ήμουν κακός άνθρωπος. Δεν θα είμαι ξανά όπως παλιά. Για να με πιστέψετε θα αφήσω να με πατήσουν και να με γρατζουνήσουν όσοι από εσάς θέλετε.

Μετά από λίγο καιρό ο κόσμος γύρισε στο χωριό, επέστρεψε στα σπίτια του και με χαρά μεγάλη γρατζούνησε και πάτησε την τρομακτική γυναίκα.
Μέχρι που μια νύχτα, ενώ όλοι κοιμόντουσαν, εκείνη βάλθηκε να χτίσει ένα τείχος γύρω από το χωριό, ώστε να μην μπορεί κανείς πια να ξεφύγει. Άντε ψάξε να βρεις πώς το έκανε, το μόνο σίγουρο είναι ότι ένα ψηλό τείχος φυλάκισε την επόμενη μέρα όλο μα όλο το χωριό.
Και από τότε ξανάγινε η πιο κακιά, η πιο κακιά κακιά, η πιο κακιασμένη από όλες τις γυναίκες του κόσμου.
Έριχνε χαστούκια στα παιδιά της, δάγκωνε τα αφτιά των μαραγκών, έσβηνε το πούρο της στους αφαλούς των ταξιτζήδων, βάραγε τα παιδιά στο κεφάλι, έδινε κλωτσιές στις γριούλες, έμπηγε τα δάχτυλά της στα μάτια των στρατηγών και χτυπούσε με το χάρακα τα χέρια των αστυνομικών.
Έπειτα έριχνε σάπιο κρέας στα σκυλιά, γρατζουνούσε με τα μακριά της νύχια τις προβοσκίδες των ελεφάντων, έστριβε τους λαιμούς των καμηλοπαρδάλεων και έτρωγε ζωντανές τις ανυπεράσπιστες ταραντούλες. Ακόμα και τα λιοντάρια έκαναν σα γατάκια όταν την έβλεπαν, γιατί τους τραβούσε τόσο δυνατά τη χαίτη, που τα άφηνε δίχως τρίχα και με δάκρυα στα μάτια.
Και τι να πούμε για τα λουλούδια: μέσα σε μερικές ώρες δεν υπήρχε ούτε ένα που να έχει πέταλα.
Μια ωραία μέρα, όμως, την ώρα που η κυρία απολάμβανε το μεσημεριανό της ύπνο, μαζεύτηκε όλο το χωριό στην κεντρική πλατεία. Ο αρχιπυροσβέστης είπε:
        «Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση».
        «Έχεις δίκιο», τον σιγοντάρισε ο φαρμακοποιός. «Πρέπει να ρίξουμε το τείχος και να τρέξουμε όσο βαστούν τα πόδια μας».
        «Και γιατί», ρώτησε ένα παιδί, «δεν την πείθουμε να σταματήσει μια και καλή να μας ενοχλεί;»
        «Χα, χα, χα», όλοι ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια, που τα έπνιξαν αμέσως από φόβο μήπως την ξυπνήσουν.
        «Όχι», παρενέβη ο πιο ηλικιωμένος του χωριού. «Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να την ξεγελάσουμε».
        «Να την ξεγελάσουμε;», ρώτησε έκπληκτος ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου πάγου. «Πώς μπορούμε να την ξεγελάσουμε;»
        «Πολύ εύκολα», διαβεβαίωσε ο γεροντάκος. «Όταν θα μας δέρνει, εμείς θα της λέμε ευχαριστώ. Αν μας δαγκώνει τα αφτιά, θα της ζητάμε να το ξανακάνει. Αν μας γρατζουνάει, θα της λέμε πως αυτό είναι ό,τι πιο απολαυστικό έχουμε νιώσει στη ζωή μας. Πώς σας φαίνεται;»
«Ωωωωω!», αναφώνησαν όλοι γουρλώνοντας τα μάτια.
«Δεν είναι και κακή ιδέα», πρόσθεσε ο ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου στόλου από καμήλες στο χωριό.
Και έτσι το συμφώνησαν.
        Η κυρία ξύπνησε έξω φρενών από το μεσημεριανό της ύπνο. Είχε τρομερή όρεξη να τσιμπήσει ένα παιδί. Το πρώτο που βρήκε, τον μεγάλο της γιο, τον άρπαξε από το μάγουλο και δεν έλεγε να τον αφήσει μέχρι που πέρασε ένα μισάωρο. Ο γιος, υπομένοντας τον πόνο, της είπε:
«Ευχαριστώ, μανούλα, μπορείς να μου δώσεις άλλη μια τσιμπιά; Έλα, σε παρακαλώ, μόνο μία…»
Η κυρία, ξαφνιασμένη στην αρχή, του είπε όχι, δεν την άξιζε τέτοια επιβράβευση.
        Κατόπιν κίνησε για τη γειτόνισσα. Μόλις την είδε της έδωσε μια τρομερή κλωτσιά στο καλάμι με τη μύτη της μπότας της. Αν και πέθανε στον πόνο, η γειτόνισσα δάγκωσε τα χείλη της, συγκράτησε τα δάκρυα και είπε στην κακούργα:
«Ευχαριστώ πολύ, ευχαριστώ πολύ. Θα μπορούσα να σας ζητήσω μια χάρη;»
«Χάρη; Τι χάρη και ξεχάρη;», φώναξε η μοχθηρή γυναίκα.
«Δώστε μου και μια κλωτσιά στον πισινό. Είναι υπέροχη η αίσθηση. Κανείς ποτέ δεν με είχε δείρει τόσο όμορφα όσο εσείς. Χτυπάτε τόσο δυνατά…»
«Όχι, όχι και πάλι όχι! Ποια νομίζετε ότι είστε για να μου ζητάτε χάρες;»
«Ούτε μια ξυλιά στον πισινό;», ικέτεψε η γειτόνισσα με ύφος, πραγματικά, πολύ θλιμμένο.
Βλέποντας ότι συνέβαιναν πολύ περίεργα πράγματα, η κακιά γυναίκα πήγε και βρήκε τον τσαγκάρη και του τράβηξε τα μαλλιά τόσο δυνατά που της έμειναν τούφες στο χέρι.
«Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία, θα το εκτιμούσα αν μου βγάζατε και τα υπόλοιπα μαλλιά. Δε φαντάζεστε πόσο λαχταράω να μείνω φαλακρός. Και μου τα βγάζετε με τόση λεπτότητα... Πιστέψτε με, ούτε ο καλύτερος κομμωτής του κόσμου δεν θα το έκανε τόσο καλά».
Και το ίδιο έκανε η πιο κακιά κυρία του κόσμου με όλους μα όλους τους χωριανούς, μέχρι που βράδιασε και την έπιασε νύστα.
Όσο εκείνη κοιμόταν, ο κόσμος συγκεντρώθηκε ξανά.
«Πιστεύω», είπε ο πιο ηλικιωμένος, «ότι το σχέδιό μας λειτουργεί. Τώρα πρέπει να συνεχίσουμε να την ξεγελάμε. Όταν της έρθει να κάνει κάτι καλό, αν είναι να της έρθει, θα διαμαρτυρηθούμε σαν να μας πονάει και σαν να είναι το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει κανείς».
Το χαμόγελο άνθισε σε όλα τα χείλη και όλοι μαζί αποκρίθηκαν:
«Σύμφωνοι!»
Το επόμενο πρωί, η πιο κακιά κυρία του κόσμου σηκώθηκε με πολύ κακή διάθεση. Πήγε στην κουζίνα για να ετοιμάσει στα παιδιά της τη σκυλοτροφή. Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για να συγκρατηθεί όταν ανακάλυψε ότι το κουτί ήταν άδειο.
«Γκρρρ!!!», γκρίνιαξε. «Θα πρέπει να τους δώσω για πρωινό δημητριακά με γάλα και μέλι».
        Τα παιδιά μόλις είδαν τι τους είχε σερβίρει, άρχισαν να διαμαρτύρονται.
        «Μαμά, τι είναι αυτή η αηδία;»
        «Δημητριακά με μέλι, χαζό παιδί».
        «Εγώ δεν θέλω».
        «Ούτε εγώ», είπε ο μικρότερος με ένα δάκρυ στα μάτια.
        «Προτιμώ τη σκυλοτροφή».        
        «Κι εγώ το ίδιο», ούρλιαξαν μαζί όλα τ’ άλλα.
        Η μαμά τους τα υποχρέωσε όλα να φάνε αυτό που τους είχε σερβίρει. Και εκείνα, φυσικά, πήραν τέτοια έκφραση αηδίας που ήταν σαν να έτρωγαν σκορπιούς στιφάδο.
Αφού άφησε τα παιδιά της στο σχολείο, συνάντησε τυχαία στο δρόμο το σιδερά, ο οποίος της είπε:
«Με συγχωρείτε, κυρία. Θα μπορούσατε να μου κάνετε τη χάρη να μου ρίξετε ένα χτύπημα καράτε στην πλάτη;»
«Όχι, βέβαια! Ποιος νομίζετε ότι είστε για να μου ζητάτε χάρες, ε;»
Ήταν τόσο τσαντισμένη και τόσο σαστισμένη η κυρία με όλα όσα συνέβαιναν γύρω της που, χωρίς να το καταλάβει, έδωσε ένα κέρμα στο ζητιάνο του χωριού. Εκείνος έγινε έξαλλος και την επέπληξε:
«Τι σας συμβαίνει, κυρία μου; Πάρτε από δω τα ψωρολεφτά σας. Μη με προσβάλλετε με την ελεημοσύνη σας».
Χαρούμενη στη σκέψη πως αυτό δεν άρεσε στο ζητιάνο, έβγαλε από την τσάντα της όλα τα χαρτονομίσματα και όλα τα κέρματα που είχε και τα έριξε στο καπέλο του.
Το ίδιο έγινε με όλους μα όλους τους χωριανούς.
Ο τελευταίος που συνάντησε ήταν ο πιο ηλικιωμένος, ο οποίος της είπε:
«Πολύ κακή σας ημέρα, κυρία. Έχετε αντιληφθεί πως ένας άγγελος που έπεσε από τον ουρανό έχτισε στο χωριό μας ένα υπέροχο τείχος; Είμαστε όλοι πολύ χαρούμενοι και περήφανοι που έχουμε ένα τόσο ωραίο τείχος».
Έξαλλη από θυμό, βγάζοντας σάλια από το στόμα και αφρούς από τα ρουθούνια, έτρεξε στο τείχος και, σε λιγότερο από μία ώρα, το είχε γκρεμίσει εντελώς.
Από τότε όλοι έζησαν ευτυχισμένοι, γιατί η πιο κακιά κυρία συνέχιζε να κάνει τα πιο καλά κακά πράγματα του κόσμου, την ώρα που το χωριό διασκέδαζε με την ψυχή του ξεγελώντας την.

Φρανσίσκο Ινοχόσα


Η συλλογική μετάφραση του παραμυθιού του Francisco Hinojosa είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης που έλαβε χώρα στο Abanico στις 22 Μαρτίου 2016, παρουσία του συγγραφέα Francisco Hinojosa. Το εργαστήριο συντόνισαν οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης και συμμετείχαν οι Γεώργιος Αμολοχίτης, Ελένη Βότση, Αναστασία Γιαλατζή, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Αρμόδιος Διαμαντής, Εύη Κύρλεση, Σπύρος Λαζάρου, Eduardo Lucena, Σταυρούλα Ντίντα, Μαρία Στρατηγάκου, Ναταλί Φύτρου και η συγγραφέας Tanya Huntington.



Σάββατο, 9 Μαρτίου 2019

O ισπανός συγγραφέας Roberto García de Mesa στo Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του AΠΘ


Μάιος - Maggio - 2019Μayo - May

Μήνας Πολιτισμού - Mese di Cultura - Mes de Cultura - Month of Culture

Πρόσκληση
για συμμετοχή σε εργαστήριο συλλογικής μετάφρασης μικροδιηγημάτων παρουσία του συγγραφέα

Συντονιστής: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

To Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ, διοργανώνει εργαστήριο μετάφρασης μικροδιηγημάτων με την παρουσία του συγγραφέα τους, Ρομπέρτο Γκαρσία ντε Μέσα. Το εργαστήριο, που θα συντονίσει ο αναπληρωτής καθηγητής του ΑΠΘ και μεταφραστής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, θα λάβει χώρα στην Αίθουσα Β (Υπόγειο Νέου Κτιρίου Φιλοσοφικής) την Παρασκευή 10 Μαΐου 2019, από τις 11.00 έως τις 13.00. 
Εάν ενδιαφέρεστε, δηλώστε συμμετοχή στην ηλεκτρονική διεύθυνση kpaleologos@itl.auth.gr αποστέλλοντας σύντομο Βιογραφικό με έμφαση στη μεταφραστική εμπειρία. Θέσεις περιορισμένες (όχι περισσότερα από 12 άτομα).
Όσες και όσοι επιλεγούν, θα ενημερωθούν με ηλεκτρονικό μήνυμα μέχρι τα τέλη Μαρτίου.


Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα:

Ο Ρομπέρτο Γκαρσία ντε Μέσα έχει σπουδάσει Νομική και Ισπανική Φιλολογία, και είναι κάτοχος διδακτορικού τίτλου στην Ισπανική Φιλολογία. Ποιητής, θεατρικός σκηνοθέτης, δραματουργός, θεατρικός παραγωγός και καλλιτεχνικός επιμελητής παραστάσεων, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, ερευνητής, visual artist, μουσικός. Έχει εκδώσει περισσότερα από 40 βιβλία (3 εκ των οποίων έχουν ήδη εκδοθεί στα ελληνικά). Έχει δημιουργήσει την Εταιρεία Θεάτρου Roberto García de Mesa, και έχει σκηνοθετήσει περισσότερα από 15 θεατρικά έργα.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019

Μιγκέλ Ντελίμπες (1920-2010). Η ήρεμη δύναμη του ισπανικού μυθιστορήματος


1. Εργοβιογραφία ενός καστιλλιάνου μυθιστοριογράφου
O Μιγκέλ Ντελίμπες Σετιέν γεννήθηκε στο Βαγιαδολίδ το 1920 και πέθανε στην ίδια πόλη το 2010, λίγους μήνες πριν κλείσει τα ενενήντα. Υπήρξε μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος, σκιτσογράφος, ακαδημαϊκός (από το 1975) και φυσιολάτρης σε μια εποχή που αυτή η λέξη σχεδόν δεν υπήρχε στο ισπανικό λεξιλόγιο, αλλά, πάνω απ’ όλα, υπήρξε μια γλυκιά και ήρεμη φιγούρα ακόμα και μέσα στη δίνη των πιο τραγικών στιγμών της σύγχρονης ισπανικής ιστορίας.
          Γιός πολύτεκνης οικογένειας (είχε επτά αδέλφια) και γόνος νομικών (τόσο από το σόι του πατέρα του όσο και από εκείνο της μητέρας του), σπούδασε Νομικά, αλλά τον κέρδισε γρήγορα, ύστερα από ένα σύντομο πέρασμα από την εκπαίδευση, η δημοσιογραφία, αρχικά ως σκιτσογράφο και, στη συνέχεια, ως αρθρογράφο. Το 1946 παντρεύτηκε με την Άνχελες δε Κάστρο, η οποία υπήρξε διαχρονικά η μεγάλη του μούσα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ντελίμπες-συγγραφέας αρχίζει τη λαμπρή σταδιοδρομία του μετά το γάμο του και τη γέννηση του πρώτου από τα πέντε παιδιά του (1947) και ο Ντελίμπες-άνθρωπος υφίσταται ισχυρό και, εν πολλοίς, αξεπέραστο σοκ με το θάνατό της (1974).  
          Το 1947, λοιπόν, εκδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα: La sombra del ciprés es alargada [Η σκιά του κυπαρισσιού είναι στενόμακρη], το οποίο κερδίζει, την ίδια χρονιά, το σημαντικότατο Βραβείο Nadal. Τα επόμενα χρόνια, παράλληλα με τις γεννήσεις των υπόλοιπων παιδιών του, ο Μιγκέλ θα «γεννά» έργα, πολλά εκ των οποίων τον έφεραν αντιμέτωπο με τη λογοκρισία του φρανκικού καθεστώτος. Συνέγραψε συνολικά 22 μυθιστορήματα, 5 βιβλία με διηγήματα, 6 ταξιδιωτικά αφηγήματα και δεκάδες βιβλία με δοκίμια, πολλά από αυτά αφιερωμένα στο κυνήγι, το μεγάλο του πάθος.
          Από τα μυθιστορήματά του πρέπει ιδιαιτέρως να σταθούμε στο Las ratas [Οι αρουραίοι] του 1962, που απέσπασε το Βραβείο Κριτικής, και στο οποίο αφηγείται την αβίωτη ζωή σ’ ένα εγκαταλελειμμένο από τον Θεό και τους ανθρώπους χωριό της Ισπανίας· στο Los santos inocentes του 1981 [μεταφράστηκε στα ελληνικά από τη Δέσποινα Μάρκου με τον τίτλο Οι αθώοι άγιοι], σκληρό πορτρέτο και αυτό της υπανάπτυκτης αγροτικής Ισπανίας και των φεουδαρχικών δομών της· και στο τελευταίο του μυθιστόρημα, γραμμένο το 1998, Εl hereje, που απέσπασε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ισπανίας, ένα ιστορικό μυθιστόρημα-κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στην ανθρώπινη καταπίεση, που κυκλοφορεί στα ελληνικά, σε μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου, με τον τίτλο Ο αιρετικός.
          Ο Μιγκέλ Ντελίμπες, μαζί με τον Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002, Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1989), υπήρξε ένας απ’ τους δύο μεγαλύτερους ισπανούς μυθιστοριογράφους του 20ού αιώνα, αιώνα τον οποίον έζησαν και οι δυο τους σχεδόν ολόκληρο, συγγράφοντας για περισσότερα από 60 χρόνια. Εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες, πράος και χαμηλών τόνων ο Ντελίμπες, αμετροεπής και αθυρόστομος ο Θέλα, έζησαν τη φρίκη του εμφυλίου πολέμου στα νεανικά τους χρόνια, επέζησαν, με αξιοπρέπεια ο πρώτος, με αρκετές σκιές ο δεύτερος, της φρανκικής δικτατορίας, και γνώρισαν την απόλυτη καταξίωση εν ζωή, γεγονός πολύ σπάνιο για τα ισπανικά λογοτεχνικά δεδομένα της εποχής τους.
Στα έργα του Ντελίμπες κυριαρχεί η ηθική δέσμευση απέναντι στις ανθρώπινες αξίες και το πάθος για κοινωνική δικαιοσύνη. Η πλειονότητα των μυθιστορημάτων του εξελίσσεται στο Βαγιαδολίδ και στα φτωχά χωριά της αγαπημένης του και, σε πολλές περιοχές της, υπανάπτυκτης Καστίλλης. Ήταν σε όλη την πορεία του ένας συγγραφέας με έντονες ανησυχίες για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον, την υποβάθμιση του οποίου στιγμάτιζε σε τέτοιο σημείο ώστε κατά καιρούς –κατά τη γνώμη μας, απολύτως άδικα– η εν λόγω οικολογική στάση και η αντίθεσή του με τις υπερβολές της κοινωνίας της κατανάλωσης που βίωσε στην Ισπανία τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του τον έφερε αντιμέτωπο με χαρακτηρισμούς όπως «οπισθοδρομικός» και «ιδεολογικά παρωχημένος». Εκείνος, σε όλα αυτά, απαντούσε με τη γνωστή μειλιχιότητά του: «Ο άνθρωπος, είτε μας αρέσει είτε όχι, έχει τις ρίζες του στη Φύση, συνεπώς, ξεριζώνοντάς τον με το δόλωμα της τεχνολογικής προόδου, τον απογυμνώνουμε από την ουσία του».  

2. Carmen vs. Mario, ή η τέχνη του πολυφωνικά μονολογικού μυθιστορήματος
Από τη δεκαετία του ’50 του 20ού αιώνα η Ισπανία αρχίζει σταδιακά να συνέρχεται από τα τραύματα του εμφυλίου πολέμου. Αν και ο εκδημοκρατισμός της χώρας έμελλε να αργήσει πολύ ακόμη, στα μέσα του περασμένου αιώνα παρατηρούνται τόσο στον οικονομικό όσο και στον κοινωνικοπολιτικό τομέα κάποιες δειλές, πλην όμως ενδιαφέρουσες, αλλαγές. Το 1957, ο Φράνκο προβαίνει σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην πολιτική του, με τη χρησιμοποίηση στο κυβερνητικό σχήμα τεχνοκρατών, οι οποίοι επεξεργάστηκαν και επέβαλαν, το 1959, το περίφημο Σχέδιο Σταθεροποίησης [Plan de Εstabilización], που έθεσε, κατά μεγάλο ποσοστό, τις βάσεις για την ανάκαμψη της ισπανικής οικονομίας κατά τη δεκαετία του ’60, ανάκαμψη που έλαβε τον μεγαλόστομο τίτλο «Οικονομικό θαύμα της δεκαετίας του ’60» [Milagro económico de los 60]. Η χώρα εγκαταλείπει σταδιακά και επώδυνα τον γεωργικό οικονομικό της σχεδιασμό και μετατρέπεται σε μια ημιβιομηχανική κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά, οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις δεν συνοδεύονται από ανάλογα «ανοίγματα» στην πνευματική ζωή, αφού η λογοκρισία εξακολουθεί να περιορίζει τις ελευθερίες στη σκέψη και στη δημιουργία.
          Μέσα, λοιπόν, σε αυτό το κλίμα εκδίδεται το 1966 το Cinco horas con Mario, το σημαντικότερο μυθιστόρημα του Μιγκέλ Ντελίμπες, ένα μυθιστόρημα που κατά 90% περίπου (εξαιρουμένων κάποιων σελίδων στην αρχή και στο τέλος όπου βρισκόμαστε ενώπιον ενός τριτοπρόσωπου αφηγητή) είναι ένας πρωτοπρόσωπος (εσωτερικός;) μονόλογος, της 44χρονης Κάρμεν που μόλις έχει χάσει, από καρδιακή προσβολή, τον άντρα της, τον 49χρονο Μάριο (το alter ego του Ντελίμπες θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, αφού μοιράζονται την ίδια περίπου, εκείνη την εποχή, ηλικία, 49 ο Μάριο, 46 ο Ντελίμπες, ενώ ο Μάριο, όπως ακριβώς και ο δημιουργός του, είναι άνθρωπος χαμηλών τόνων, έχει πολεμήσει, έφηβος σχεδόν, με τις δυνάμεις του Φράνκο στον εμφύλιο, έχει πέντε παιδιά και είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας).
          Όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα, γνώρισε μεγάλη επιτυχία γιατί το κοινό κατάλαβε αμέσως ότι επρόκειτο για ένα βιβλίο που επιτέλους μιλούσε καθαρά για τις δύο Ισπανίες της εποχής, την «αναχρονιστική» (που εκπροσωπείται από την Κάρμεν) η οποία απεχθανόταν ακόμα και την παραμικρή υποψία αλλαγής, και τη «νεωτεριστική» (που «εκφράζεται» από τον Μάριο) η οποία πιστεύει στο διάλογο και στην ελευθερία σκέψης. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Κοινωνικός Ρεαλισμός που κυριαρχούσε στο ισπανικό μυθιστόρημα από τη δεκαετία του ’50 (Αλδεκόα, Μαρτίν Γκάιτε, Σάντσεθ Φερλόσιο κ.ά.) αποτύπωνε ναι μεν την πραγματικότητα, αλλά, από το φόβο της λογοκρισίας, δεν τολμούσε να τη σχολιάσει. Ο Ντελίμπες το τολμά (και τα καταφέρνει περίφημα) καταφεύγοντας ιδιοφυώς στην τέχνη του πολυφωνικά μονολογικού μυθιστορήματος. Μπορεί η μοναδική σχεδόν φωνή που «ακούγεται» στο μυθιστόρημα να είναι εκείνη της ακραία συντηρητικής και, συνεπώς, αποδεκτής από το καθεστώς Κάρμεν, αλλά μέσα από εκείνη περνά εμμέσως ο λόγος άλλων πολλών χαρακτήρων που ασφυκτιούν και οραματίζονται μια άλλη Ισπανία (η οποία, τελικά, έμελλε να αργήσει εννιά χρόνια ακόμα για να εμφανιστεί).
          Αν όμως το μυθιστόρημα ήταν απλώς ο μονόλογος μιας πικραμένης συντηρητικών πεποιθήσεων χήρας με φόντο ένα δικτατορικό καθεστώς, τότε, πιστεύουμε, το έργο θα είχε πάψει να ενδιαφέρει το κοινό εδώ και δεκαετίες. Και όμως, το Πέντε ώρες με τον Μάριο εξακολουθεί όχι μόνο να διαβάζεται (σε δεκάδες γλώσσες) αλλά και να παίζεται στα ισπανικά θέατρα (σχεδόν ανελλιπώς από το 1979), γιατί πάνω από όλα αναπαράγει με λόγο ακριβή τη βουβή αντιπαλότητα / ασυμβατότητα ενός ζεύγους, η οποία υποβόσκει επί δεκαετίες και ξεσπά με μανία (και με αλήθειες που δεν έχουν ειπωθεί ποτέ) λίγες ώρες πριν την ταφή του συζύγου, και αυτή η συνθήκη καθιστά το εν λόγω αφήγημα, που συμπλήρωσε ήδη πενήντα χρόνια ζωής, σημερινό, αιώνιο, κλασικό.
          Ο ίδιος ο Ντελίμπες, λίγο πριν πεθάνει, θέλοντας να τονίσει τα πολλά επίπεδα του έργου του και να βάλει φρένο σε απλοϊκές προσεγγίσεις που ήθελαν την Κάρμεν να αντιπροσωπεύει το μαύρο της συντήρησης και τον Μάριο το άσπρο της ελπίδας για έναν πιο δίκαιο κόσμο, έγραψε: «Νομίζω ότι ο Μάριο ξεπέρασε τα όρια, υπήρξε ένας σύζυγος σκληροπυρηνικός παρότι είχε να αντιμετωπίσει ένα ασήμαντο πρόβλημα: η Κάρμεν, πολύ σύνηθες για εκείνη την εποχή, δεν ήταν παρά η εκπρόσωπος μιας αστικής τάξης με μια μηχανική γλώσσα, γεμάτη κοινοτοπίες και κληρονομημένες ιδέες, αλλά δίχως κανένα ιδεολογικό βάθος». 

3. Μεταφράζοντας ένα μυθιστόρημα του 1966 εν έτει 2019
Καμία μετάφραση, λογοτεχνική ή μη, δεν είναι εύκολη ή απλή υπόθεση. Το Πέντε ώρες με τον Μάριο δεν θα μπορούσε, φυσικά, να αποτελέσει εξαίρεση. Υπάρχουν, δε, δύο λόγοι που έκαναν τη μεταφορά του στα ελληνικά (όπως και σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, φανταζόμαστε) μια ιδιαίτερα πολύπλοκη διαδικασία: α) η χρονική απόσταση που μας χωρίζει τόσο από την εποχή που γράφτηκε όσο και από το πλαίσιο αναφοράς του, και β) ο προφορικός χαρακτήρας του.
          Ας δούμε αυτά τα ζητήματα από κοντά. Όπως περιγράψαμε προηγουμένως, το εν λόγω μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στη φρανκική Ισπανία της δεκαετίας του ’60. Η Κάρμεν μιλάει τη γλώσσα εκείνης της εποχής και αναφέρεται στα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω της. Διπλό το πρόβλημα για τον μεταφραστή: από τη μια να μπει στο μυαλό του Ντελίμπες (ενός εξαιρετικά λεπτολόγου μυθιστοριογράφου) και από την άλλη να επιλέξει τη «σωστή» στρατηγική για να μεταφράσει.
          Ακόμα και για τους Ισπανούς του σήμερα η πλήρης αποκωδικοποίηση αυτού του μυθιστορήματος είναι περίπλοκη υπόθεση· το μαρτυρούν δεκάδες διαδικτυακές συζητήσεις και αντεγκλήσεις γύρω από την ερμηνεία συγκεκριμένων αποσπασμάτων του. Φανταστείτε το βαθμό δυσκολίας για έναν άνθρωπο από άλλη κουλτούρα που δεν έχει ζήσει τη συγκεκριμένη περίοδο από κοντά. Το μυθιστόρημα θα ήταν ένας (άλυτος;) γρίφος σε πολλά σημεία του για τον μεταφραστή αν δεν υπήρχε η βοήθεια τριών ισπανών φίλων και συνεργατών που υπομονετικά του άνοιξαν τα μάτια. Θερμές ευχαριστίες, λοιπόν, στους φιλολόγους-μεταφραστές, Βιθέντε Φερνάντεθ Γκονθάλεθ, Λεάντρο Γκαρθία Ραμίρεθ και Εδουάρδο Λουθένα.
          Στη συνέχεια, έπρεπε να ληφθούν αποφάσεις ως προς τη μεταφραστική προσέγγιση των ποικίλων πολιτισμικών ενδεικτών του μυθιστορήματος. Η πιο συνήθης τακτική που έχουμε οι μεταφραστές για να ξεπεράσουμε αυτόν το σκόπελο είναι οι υποσημειώσεις. Πλην όμως, πάρα πολλές φορές η υπερβολική χρήση τους οδηγεί, στην κυριολεξία, σε ένα παράλληλο, με το μυθιστόρημα, κείμενο που ουσιαστικά στερεί από τον αναγνώστη τη χαρά τού να αποκρυπτογραφήσει μόνος του το έργο· τείνουμε, δηλαδή, εμείς οι μεταφραστές και μεταφράστριες, να του συμπεριφερθούμε σαν να επρόκειτο για άτομο μειωμένων αναγνωστικών ανακλαστικών.
Στην περίπτωση του Πέντε ώρες με τον Μάριο αποφασίσαμε να εντάξουμε στο βιβλίο τις λιγότερες δυνατόν υποσημειώσεις (συνολικά 17) μόνο σε σημεία που ο αναγνώστης / η αναγνώστρια θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να κατανοήσει πλήρως το νόημα των συγκεκριμένων αποσπασμάτων δίχως τη συνδρομή μιας εξωκειμενικής παρέμβασης. Ας δούμε ένα παράδειγμα: συχνά πυκνά στο μυθιστόρημα γίνεται αναφορά στις τύψεις που είχε ο πατέρας του Μάριο επειδή μια συγκεκριμένη Δευτέρα δεν άφησε τον Χοσέ Μαρία, τον τρίτο του γιο, να πάει στο γραφείο του και αυτό, θεωρεί εκείνος, τον οδήγησε στο θάνατο. Είναι πολύ δύσκολο για τον μη γνωρίζοντα τα του ισπανικού εμφυλίου πολέμου αναγνώστη να αντιληφθεί ότι οι τύψεις αυτές πηγάζουν από ένα πολιτικό γεγονός: το Βαγιαδολίδ έπεσε στα χέρια των πραξικοπηματιών τον Ιούλιο του 1936 σχεδόν μέσα σε ένα σαββατοκύριακο, κυρίως λόγω της λιγοψυχίας που επέδειξαν οι δημοκρατικές αρχές της πόλης· ο πατέρας, συνεπώς, πίστευε, αβάσιμα κατά την Κάρμεν, ότι η κατόπιν δικής του προτροπής απουσία του δημοσίου υπαλλήλου γιου του από τη δουλειά του εκείνη τη Δευτέρα ερμηνεύτηκε ως ένδειξη συμπαράστασης του τελευταίου στους «κόκκινους» και είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία του από τους φασίστες.
Η άλλη μεγάλη δυσκολία για την απόδοση του Πέντε ώρες με τον Μάριο σε άλλη γλώσσα προέρχεται από την έντονη προφορικότητα του κειμένου. Ο Ντελίμπες ύφανε ένα κείμενο που με κανονικό ρυθμό ανάγνωσης κρατάει όσο λέει ο τίτλος του έργου: πέντε ώρες. Πέντε ώρες ενός συνεχούς και, μερικές φορές, παραληρηματικού μονολόγου (όση ώρα μονολογεί η Κάρμεν δεν υπάρχει στο βιβλίο ούτε μία παράγραφος, πέρα των αλλαγών κεφαλαίων), με συχνά πετάγματα από το ένα θέμα στο άλλο, με τις συνεχείς ενσωματώσεις στο λόγο της παραληρούσας χήρας των θέσεων/απόψεων/σχολίων άλλων χαρακτήρων, με δεκάδες φράσεις κλισέ, με ένα λεξιλόγιο εν πολλοίς πλέον παρωχημένο. Έπρεπε η Κάρμεν να ακούγεται γυναίκα μιας άλλης εποχής, δίχως να γίνει καρικατούρα, να ηχεί οικεία στα αφτιά μας, δίχως να χάσει την ισπανικότητά της, να ανήκει στην Ισπανία του 1966 και να είναι ενδιαφέρουσα για τον αναγνώστη / την αναγνώστρια στην Ελλάδα του 2019…    
Το ζεύγος της λαλίστατης συντηρητικής Κάρμεν και του βουβού (ακόμα και όταν βρισκόταν εν ζωή) Μάριο είναι από τα συγκλονιστικότερα ζευγάρια της ισπανικής λογοτεχνίας, πλασμένο ιδιοφυώς από έναν απίθανο καλλιτέχνη της ισπανικής γλώσσας. Διαβάστε μόνο, καθώς κλείνουμε αυτή την εισαγωγή, μαζεμένους εδώ τους 33 τρόπους με τους οποίους η Κάρμεν απευθύνεται στον Μάριο, τον Μάριό της, στις πέντε ώρες αυτής της σκληρής αγρυπνίας: καλέ μου, χαζούλιακα, παλιοπεισματάρη, σπαστικέ, βλίτο, ισχυρογνώμονα, κακορίζικε, δειλέ, γλυκέ μου, κατεργάρη, αθεόφοβε, ψυχή μου, βλάκα με περικεφαλαία, αγόρι μου, ανακατωσιάρη, μνησίκακε, ζαμανφού, μπουνταλά, εγωίσταρε, παιδί μου, αγαπητέ, μονόχνωτε, ανεπρόκοπε, φασουλή, χοντροκέφαλε, βλάκα, κυνικέ, ανόητε, χαζοβιόλη, αρχιτεμπέλαρε, κουτορνίθι, ομορφούλη, είσαι ένας...
Καλή ανάγνωση!

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αθήνα, 2019

Το εν λόγω κείμενο αποτελεί την εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης του μυθιστορήματος του Μιγκέλ Ντελίμπες, Πέντε ώρες με τον Μάριο, που θα κυκλοφορήσει σε μετάφραση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου από τις Εκδόσεις Ποταμός τον Απρίλιο του 2019.