Σάββατο, 20 Ιουλίου 2019

Ordesa (πρώτο απόσπασμα)

114

Είναι καλοκαίρι, βρίσκομαι στο Ρανίγιας, και τα έντομα προσελκύονται από το φως του υπολογιστή. Όσα έντομα κι αν σκοτώσω, δεν πρόκειται να τα εξολοθρεύσω όλα. Τα φέρνει το φως του πορτατίφ κάτω από το οποίο γράφω. Είναι αηδιαστικά πλάσματα. Και κωμικά συνάμα. Όταν τα λιώνω πάνω στο τραπέζι, αφήνουν ένα κολλώδες αλλά ανεπαίσθητο ίχνος. Είναι απλώς βρομιά με μικροσκοπικά φτερά. Έχουν την τύχη η ύπαρξή τους να μην είναι ούτε ζωή ούτε θάνατος, μοιάζουν απλώς με φυτικά ρομποτάκια. Στροβιλίζονται σαν κόκκοι σκόνης με φτερά. Όλα τους είναι διαφορετικά. Κοιτάζω τα απομεινάρια διάφορων εντόμων. Κάποια είναι πράσινα, άλλα καφέ, άλλα σχεδόν μαύρα. Μεγέθη ανόμοια.
     Δεν έχουν οικογένεια.
     Δεν ανήκουν σε μία οικογένεια. Η οικογένεια είναι μια μορφή ευμάρειας. Η Ισπανία είναι ένα πεπερασμένο σύνολο από οικογένειες. Όπως και η Γαλλία.
     Κανένα από τα έντομα που δολοφονώ δεν είναι αδελφάκι με κάποιο άλλο.
     Δεν είναι σύζυγοι, μήτε παιδιά και γονείς.
     Δεν έχουν κοινωνική δομή.
     Είναι απλώς ιπτάμενα περιττώματα.

μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος   


Το Ordesa είναι το μεγάλο ισπανικό μυθιστόρημα του 2018, χωρισμένο σε 157 κεφάλαια και έναν επίλογο. Σπαρακτικό και κυνικό ημερολόγιο/χρονικό μιας ζωής, μιας εποχής, μιας χώρας, γραμμένο από τον Manuel Vilas (Μπαρμπάστρο, 1962).    

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

Βιβλιοκριτική του Γρηγόρη Μπέκου για το Πέντε ώρες με τον Μάριο του Miguel Delibes


Η «αντιδραστικιά» Κάρμεν και ο «κόκκινος» Μάριο

του Γρηγόρη Μπέκου, ΤΟ ΒΗΜΑ, 7 Ιουλίου 2019

Έπεσε να κοιµηθεί στο κρεβάτι του και δεν ξύπνησε ποτέ. Τα ξηµερώµατα, καταπώς φαίνεται, υπέστη καρδιακή προσβολή. Τον δυστυχή, δεν πρόλαβε καν να κλείσει τα πενήντα, όπως διαβάζουµε και στο προσεγµένο κηδειόχαρτο. Ο Μάριο Ντίεθ Κολιάδο, δηµόσιος υπάλληλος και πολύτεκνος οικογενειάρχης, ήταν ήπιων τόνων και κοινωνικά συνειδητοποιηµένος, ένας «πολύ ιδιαίτερος χαρακτήρας», κάποιος «που υπερασπίστηκε τους φτωχούς δίχως να γίνει εκείνος πλούσιος», και αυτό έχει σηµασία, ας το συγκρατήσουµε. Στο κοµοδίνο του µάλιστα είχε και µια Βίβλο, µε ορισµένα χωρία της υπογραµµισµένα, στην οποία επανερχόταν επειδή, όπως διατεινόταν, «τον µπόλιαζε µε ιδέες και τον γαλήνευε». Απ’ όσους πάντως καταφθάνουν στο στενόχωρο και τεθλιµµένο σπίτι, προκειµένου να συλλυπηθούν τους οικείους του, σχηµατίζουµε τη γενική εντύπωση ότι έφυγε από τον µάταιο τούτο κόσµο ένας µάλλον καλός αλλά σε κάθε περίπτωση «λοξός» άνθρωπος.
Και δεν αργούµε να στρέψουµε την αµέριστη προσοχή µας στην «απαρηγόρητη σύζυγο», τη 44χρονη Μαρία δελ Κάρµεν Σοτίλιο, την πληθωρική πρωταγωνίστρια αυτού του βιβλίου. Η ίδια, έχοντας παρηγορητικό αποκούµπι µια φίλη αδελφική, προσπαθεί να προσαρµοστεί στη νέα κατάσταση. Αδυνατεί να δικαιολογήσει τα πέντε ορφανά παιδιά της, γιατί της φαίνεται ανήθικο που δεν συντρίβονται, όπως θα όφειλαν, έστω ανακλαστικά, από την απώλεια του πατέρα τους. «Εγώ θέλω να πεθαίνει ο µπαµπάς κάθε µέρα για να µην πηγαίνω στο σχολείο!» αναφωνεί ενθουσιασµένος, λ.χ., ο εξάχρονος Μπόρχα και στη συνέχεια τρώει ένα γερό χέρι ξύλο από τη µητέρα του για να µάθει να φέρεται. Και σαν να µην έφτανε η µαυροφορεµένη θλίψη της, η Κάρµεν έχει και την ύποπτη κουνιάδα της από πάνω, την Ενκάρνα, η οποία θρηνεί τον άντρα της αλληνής λες κι είναι αυτή η αληθινή χήρα. Άλλωστε, κακά τα ψέµατα, τον γυρόφερνε απροκάλυπτα τον µακαρίτη! Η Μέντσου (αυτό είναι το υποκοριστικό της Κάρµεν) δεν είναι καθόλου καλά, αρχίζει δε να νιώθει άβολα ακόµη και µε τα τροφαντά της στήθη τα οποία, έτσι όπως διαγράφονται αγέρωχα και περήφανα, δεν τα θεωρεί κατάλληλα για το απροσµέτρητο πένθος της.
Η ηρωίδα, λίγο πριν από την ταφή του Μάριο, αποφασίζει να µείνει ξάγρυπνη όλη τη νύχτα και, για τελευταία φορά, µόνη µαζί του. Πόσα του ’χει µαζεµένα, η γλώσσα της ροδάνι! Τα πικρά παράπονα, τα αγιάτρευτα απωθηµένα µιας κοινής ζωής που ξεπέρασε τα είκοσι χρόνια και τώρα αργοσβήνει στο τέλος που συνθέτουν τα σπαράγµατα της σκανδαλισµένης µνήµης της. Ανακαλεί ξανά και ξανά, µεταξύ άλλων, την πρώτη νύχτα του γάµου τους, όταν εκείνος απλώς γύρισε πλευρό και την καληνύχτισε, µε τη δικαιολογία πως ήταν τόσο παρθένος και ντροπαλός όσο κι εκείνη. Δεν τα χάφτει αυτά η Κάρµεν! Βασανίζεται, ωστόσο, οι συφοριασµένες οι σκέψεις την βαραίνουν. Υπήρχε άραγε νόηµα στη σχέση τους; Αληθινή κατανόηση; Αυθεντική αγάπη; Επί πέντε εντατικές ώρες, λοιπόν, η Κάρµεν απευθύνεται στον νεκρό σύντροφό της ο οποίος, προφανώς, δεν µπορεί να δώσει τη δική του συνολική οπτική για τα πράγµατα που εκείνη εκθέτει στον παθιασµένο µονόλογό της. Ευτυχώς, υπό µία έννοια, γιατί στο «πνεύµα αντιλογίας» δεν του παράβγαινε κανείς του Μάριο. Ακόµη κι αν αυτό που πληµµυρίζει τ’ αφτιά µας (ναι, τέτοια είναι η ζωηρότητα του κειµένου) δεν είναι παρά γκρίνια, απλούστατα, τότε βρισκόµαστε µπροστά σε µια γκρίνια ασυνήθιστη, έντεχνη, ποικιλοτρόπως παλλόµενη και απολαυστική, διότι αναπτύσσεται ακριβώς γύρω από τη «διπλοπροσωπία» του νεκρού, κρίσιµη κατηγόρια της Κάρµεν αυτή, καθότι «για τους έξω είχες άλλο πρόσωπο, κι άλλο, τελείως διαφορετικό, για τη γυναίκα σου». Δηλαδή, ο Μάριο, σύµφωνα πάντοτε µε την Κάρµεν, είχε µια εκδοχή ιδιωτική και µια εκδοχή δηµόσια, εκδοχές ανέκαθεν συγκρουόµενες και εκνευριστικές, εξ ου και τον χαρακτηρίζει κάπου «βασιλιά της αντίφασης». Η αµφιθυµία της είναι δεδοµένη και ακατάσχετη, πότε τον προσφωνεί «καλέ µου» και πότε «βρε κακορίζικε». Η κριτική της, σε κάθε επίπεδο, από το ερωτικό µέχρι το οικονοµικό ή ακόµη και το καλλιτεχνικό, είναι αυστηρή και ισοπεδωτική.
Πότε όµως συµβαίνουν αυτά; Στην Ισπανία της δεκαετίας του 1960, όταν το φασιστικό φρανκικό καθεστώς παραµένει κυρίαρχο και καταπιεστικό. Εποµένως, αν αναλογιστούµε την εποχή κατά την οποία διαδραµατίζεται το µυθιστόρηµα Πέντε ώρες με τον Μάριο (Cinco horas con Mario), αυτή η υπέροχη και αλφαδιασµένη σύνθεση του Μιγκέλ Ντελίμπες, αντιλαµβανόµαστε ευκολότερα τη στόχευση του µεγάλου ισπανού συγγραφέα: να αφηγηθεί µέσα από την ιστορία ενός ιδεολογικά και αξιακά αταίριαστου ζευγαριού την εµβέλεια της επίπονης µετεµφυλιακής συνθήκης στην πατρίδα του. Και η εκτέλεση, η µαεστρία δηλαδή µε την οποία χειρίζεται αυτό το σύνθετο ζήτηµα, αποκαλύπτει την εγνωσµένη λογοτεχνική ευφυΐα του. Από τη µια µεριά έχουµε τον «κόκκινο» Μάριο µε τα «προλεταριακά γούστα», έναν προοδευτικό καθηγητή γυµνασίου, µαχητικό αρθρογράφο αλλά και συγγραφέα, και από την άλλη µια θρησκευόµενη νοικοκυρά συντηρητικών αρχών και πεποιθήσεων, ενίοτε ακραίων, την «αντιδραστικιά» Κάρµεν η οποία, καταγόµενη από αστικό περιβάλλον, φοβάται ότι χαραµίστηκε ανώφελα και επιπλέον ότι δεν αγαπήθηκε όσο της άξιζε. Οι νοοτροπίες τους, σε αδρές γραµµές, είναι δύο κόσµοι διαφορετικοί. Ο πρώτος πιστεύει, φέρ’ ειπείν, ότι «η αγαθοεργία πρέπει απλώς να γεµίζει τις ρωγµές που παρουσιάζει η δικαιοσύνη, όχι τις αβύσσους της αδικίας», ενώ η δεύτερη πως «αντί για τους γονείς έχουµε τις Αρχές, πάντα όµως πρέπει να υπάρχει κάποιος που να λέει αυτό πρέπει να γίνει κι αυτό δεν πρέπει να γίνει, κι όλοι να βγάζουν τον σκασµό και να υπακούουν, µόνο έτσι µπορούν να πάνε µπροστά τα πράγµατα».
Το Πέντε ώρες με τον Μάριο ανήκει, δίχως αµφιβολία, στα πιο εµπνευσµένα έργα του πολυβραβευµένου συγγραφέα που γεννήθηκε το 1920 στο Βαγιαδολίδ και πέθανε στην ίδια πόλη το 2010. Ο Μιγκέλ Ντελίµπες υπήρξε, δίπλα στον νοµπελίστα Καμίλο Χοσέ Θέλα, ένας από τους κορυφαίους µυθιστοριογράφους της Ισπανίας κατά τον εικοστό αιώνα. Δεν είναι άγνωστος στο ελληνικό κοινό, είχαν κυκλοφορήσει παλαιότερα τα βιβλία του Οι αθώοι άγιοι (µτφρ. Δέσποινα Μάρκου, Γκοβόστης, 2001) και Ο αιρετικός (µτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος, Opera, 2003). Η µεταφραστική εργασία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στο Πέντε ώρες με τον Μάριο – πέραν της κατατοπιστικής εισαγωγής του– αποδεικνύεται καταλυτική σε ένα τέτοιο κείµενο, όπου η προφορικότητα ταυτίζεται µε το ύφος. Η Κάρµεν «µιλάει» σε τόσο αβίαστα και σαρωτικά ελληνικά που θέλουµε να ξανακούσουµε τη «φωνή» της δυνατά.

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

Proyecto GreQuerías. Antología del minicuento griego contemporáneo


Minificción griega actual

La narrativa hiperbreve, con fines narrativos o didácticos, siempre ha estado presente en todas las culturas importantes de la humanidad, desde los tiempos de Hesíodo, Esopo o Heráclito de Éfeso hasta nuestros días, pasando por los cuentos orientales, la paradoxografía (desde el siglo iv a.C., hasta el siglo iii de nuestra era: Antígono de Caristo, Apolonio, Antígono, Heráclito y otros),  Apolodoro, Luciano de Samosata, los escritores latinos (Cicerón, Petronio y otros), Plutarco y, más tarde, Boccaccio, los textos ascéticos de la teología medieval, etc. Desde mediados del siglo xix, pero aún más intensamente desde inicios del siglo xx, se pueden detectar ejemplos de narrativa hiperbreve en la producción literaria de muchos países, principalmente de habla hispana, francesa o inglesa. Algunos de los principales representantes de esta modalidad fueron Poe, Lovecraft, Darío, Huidobro, Tagore, entre otros. A medida que avanza el siglo xx, la narración hiperbreve se enriquece con las aportaciones de autores europeos y americanos importantes: nos referimos a creadores de la talla de Chéjov, Kafka, Bernhard, Borges, Bierce, Cortázar, Hemingway, Updike y muchos otros.
Sin embargo, es a partir de las últimas décadas del siglo xx cuando empiezan a emplearse los términos «microrrelato», «microcuento», «minirrelato», etc. (o sus equivalentes «flash fiction» o «short short story», en inglés) conduciendo así al establecimiendo de lo que se ha venido a llamar, tras la novela, la novela corta y el cuento literario, «el cuarto género narrativo». Más concretamente, en el ámbito hispano, en 1981, la profesora de origen cubano afincada en EE.UU., Dolores M. Koch publica, en el número 30 de la revista Hispamérica, el primer texto teórico en español sobre el microrrelato [primera aparición de dicho término] titulado «El micro-relato en México: Torri, Arreola, Monterroso»; y, en 1991, el escritor y profesor chileno Juan Armando Epple emplea por primera vez el término «microcuento» en su Brevísima relación. Antología del micro-cuento hispanoamericano. Como observan, en ambos casos se emplea un guión para unir el prefijo «micro» con el término literario.
En Grecia, los términos «minificción» [μικρομυθοπλασία] o «microrrelato» [«μικροδιήγημα»], sin guión, tardaron bastante más en implantarse, ya que lo hicieron en los primeros años del presente milenio. Hasta entonces se empleaban los términos de «historia breve» [σύντομη ιστορία] o «cuento breve» [σύντομο διήγημα] para designar los productos literarios narrativos que no superaban las mil palabras. No obstante, tanto en el siglo xix como en el xx son numerosos los escritores griegos que escriben microrrelatos muchas décadas antes del asentamiento de dicho término en la literatura mundial, ahí están, por ejemplo, los casos de los escritores Aryiris Eftaliotis [Αργύρης Εφταλιώτης], Ioanis M. Damveryis [Ιωάννης Μ. Δαμβέργης], Ioanis Kondilakis [Ιωάννης Κονδυλάκης], Athanasios Th. Grávalis [Αθανάσιος Θ. Γκράβαλης], Kostas Várnalis [Κώστας Βάρναλης] o Stratís Mirivilis [Στρατής Μυριβήλης], entre muchos otros, que escriben y publican sus historias cortas en las últimas décadas del siglo xix o en las primeras del siglo xx.
En la presente antología se incluyen 77 narradores y narradoras de Grecia (46 escritores y 31 escritoras) nacidos todos ellos en el siglo xx. Entre ellos se encuentran figuras consagradas de la literatura griega contemporánea, como son los casos de Thanasis Valtinós [Θανάσης Βαλτινός], Petros Tachópoulos [Πέτρος Τατσόπουλος], Antonis Sourounis [Αντώνης Σουρούνης], Yorgos Skambardonis [Γιώργος Σκαμπαρδώνης], Dimitris Kalokiris [Δημήτρης Καλοκύρης], Sotiris Dimitríou [Σωτήρης Δημητρίου], María Kouyoumtzí [Μαρία Κουγιουμτζή] ο del patriarca de la narrativa hiperbreve griega contemporánea Epaminondas Ch. Gonatás [Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς], y escritores y escritoras noveles que han encontrado en la minificción un nuevo género/medio de expresión.   
Con respecto a la disposición cronológica de los 77 minirrelatos de la antología (uno por autor/a), el primero vio la luz en 1977 y el último, recién salido del «horno», en 2019; de ellos, 10 fueron escritos en el siglo xx, 4 en la primera década del siglo xxi y 63 en la década actual. Tenemos así un  indicio del florecimiento de la minificción en el panorama literario griego de los últimos años, floreciemiento en el que han desempeñado un papel importante, tanto para la creación como para la difusión del género, las nuevas tecnologías y los medios sociales, no en vano, 43 de estos 77 minirrelatos han sido publicados inicialmente en la página web, dedicada a la minificción escrita tanto en griego como en 14 idiomas más (entre ellos el español y el catalán) y traducida al griego, que crearon en 2010, y siguen cultivando, los escritores Yanis Patilis [Γιάννης Πατίλης] e Iró Nikopoulou [Ηρώ Νικοπούλου], bajo el título: ΠλανόδιονΙστορίες μπονζάι [Planodion – Historias Bonsái], https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/]. Los 34 minirrelatos restantes de la antología fueron originariamente publicados en revistas, periódicos y colecciones de (minir)relatos. Con respecto a la extensión, el más corto («Vita brevis») cuenta con 4 palabras, el título incluido, y el más largo («Porcelana») con 833. 
En Proyecto GreQuerías se incluyen, además del presente prólogo y de los 77 minicuentos, una sección con las breves notas biográficas de todos los autores y autoras y un apartado final dedicado al proceso de traducción grupal de todos los relatos. ¡Ahí va todo!

Konstantinos Paleologos
Atenas, 2019

Εl presente texto constituye el prólogo del libro Proyecto GreQuerías. Antología del minicuento griego contemporáneo [Κοnstantinos Paleologos y Eduardo Lucena (editores)] que se publicará a principios de 2020 por la editorial malagueña EDA Libros


Κυριακή, 7 Ιουλίου 2019

4 poemas de José Saborit traducidos al griego


FICUS


Al entrar en la casa,
tras los cristales
ruge el diente mecánico
de una sierra implacable,
y en el patio de abajo
yace un monte de leña
allí donde se alzaba el viejo ficus.

Quisiste ser gigante, era tu ley crecer,
sumergir tus raíces en el limo profundo,
agitar en lo alto la espesura y el baile
solemne de tu fronda.



Era tu ley volar
y en la ciega obediencia de tu sino
desafiaste los límites,
la tapia y la parcela de tierra racionada.


Y ahora que no estás,
cómo entonan al viento
tus brillos esmaltados su reverso,
cómo rompen el aire
tus brácteas escarlatas,
cómo hiere de amor
la fresca absolución de tu sombraje.


Ahora que no estás,
ficus vencido,
qué verdes son tus hojas.


Φίκος


Μπαίνοντας στο σπίτι,
πίσω από τις τζαμαρίες
βρυχάται το μηχανικό δόντι
ενός πριονιού αμείλικτου,
και στην αυλή κάτω
κείται ένας σωρός από καυσόξυλα
εκεί όπου υψωνόταν ο γέρικος φίκος.


Θέλησες να γίνεις γίγαντας, νόμος σου ήταν να μεγαλώσεις,
να βυθίσεις τις ρίζες σου στη βαθιά λάσπη,
να αναταράξεις σε μεγαλόπρεπο χορό ψηλά
την πυκνή φυλλωσιά σου.

Νόμος σου ήταν να πετάξεις
και υπακούοντας τυφλά στο πεπρωμένο σου
προκάλεσες τα όρια,
το μαντρότοιχο και το εμβαδόν μιας γης διαμοιρασμένης.

Και τώρα που δεν υπάρχεις,
δες πώς ταιριάζουνε στον άνεμο
την άλλη τους όψη οι σμαλτωμένες λάμψεις σου
πώς σκίζουν τον αέρα
τα άλικα βράκτιά σου,
πώς πονάει από αγάπη
η δροσερή συγχώρεση του ίσκιου  σου.


Τώρα που δεν υπάρχεις,
φίκε ηττημένε,
τι πράσινα που είναι τα φύλλα σου!


///.///..///...///


LA CAMISA DEL PADRE

Durante mucho tiempo
permaneció tendida a la intemperie.

El aire la animaba algunos días
y era un derviche loco, ligerísimo,
que bailaba riéndose
de nuestra pesadumbre.

Por la noche la luna
dibujaba su sombra contra el muro:
la muda silueta de una ausencia.

Cuando cayó la tarde de un domingo,
un viento trágico
la arrancó de sus pinzas y volando
tropezó con los árboles,
se retorció entre ramas
hasta quedar exhausta y extendida
con los brazos abiertos a la noche.

La lluvia la empapó
de oscuridad terrosa; el primer sol
le devolvió su luz, su nácar nuevo.

Un lunes de mañana me la puse,
caminé sin pensarlo a donde fuera,
bajo el auspicio blanco de mi padre.

Aún hubo de llover muchas jornadas,
pero ninguna lluvia
borró su rastro intenso,
intacto entre costuras
cada vez más ceñidas a mi espalda,
a una piel que ya no era solo mía.

Pasó una nube negra
de pájaros y augurios y sentí,
desde el cándido abrazo de mi padre,
la más insobornable indiferencia.


Το πουκάμισο του πατέρα

Για πολύ καιρό
έμεινε απλωμένο έξω στο σκοινί.


Ο αέρας κάποιες μέρες του δινε ζωή
και ήταν ένας δερβίσης τρελός, πανάλαφρος,
που χόρευε περιγελώντας
την θλίψη μας.

Τη νύχτα το φεγγάρι
σχημάτιζε τη σκιά του στον τοίχο:
τη βουβή σιλουέτα μιας απουσίας.


Όταν έπεσε το βράδυ μιας Κυριακής,
ένας άνεμος φοβερός
το ξερίζωσε από τα μανταλάκια του και πετώντας
σκόνταψε στα δέντρα,
στριφογύρισε ανάμεσα στα κλαδιά
μέχρι να μείνει εξαντλημένο και ξαπλωμένο
με τα χέρια ανοιχτά στη νύχτα.


Η βροχή το μούσκεψε
με χωμάτινο σκοτάδι·  ο πρώτος ήλιος
του έδωσε πίσω το φως του, το νέο του μάργαρο.

Μια Δευτέρα πρωί το φόρεσα,
περπάτησα χωρίς να το σκεφτώ για όπου να ρι του﷽﷽﷽﷽;ari toy toy pat;era moy’ναι,
υπό τη λευκή σκέπη του πατέρα μου.


Πρέπει να βρεξε πολλά μερόνυχτα ακόμα,
αλλά καμιά βροχή
δεν έσβησε το έντονο χνάρι του,
άθικτο ανάμεσα σε ραφές
όλο και πιο σφιχτές στην πλάτη μου,
σε ένα δέρμα που πια δεν ήταν μόνο δικό μου.


Πέρασε ένα μαύρο σύννεφο
από πουλιά και οιωνούς και ένιωσα,
από το αθώο αγκάλιασμα του πατέρα μου,
την πιο αδιάφθορη αδιαφορία.


///.///..///...///


Tú no dices mi nombre


Mi boca se deleita al pronunciar,
olas que se deshacen,
las sílabas sonoras de tu nombre:

Tus labios sin embargo
no dicen ese nombre que me nombra
y yo te lo agradezco,
cualquiera que yo sea
perdido en tu misterio:
un nadie proclamando su vacío
en un yermo desierto de afonía.

Tú no dices mi nombre y cada noche
inventas una forma de omitirlo,
en el denso caudal de la metáfora
o en las anchas comarcas del silencio.

Tú no dices mi nombre, siempre evitas
la cadena de letras que me arrastra,
con su collar al cuello,
detrás de los delirios de fijeza.

Tú no dices mi nombre,
y en el nombre de nadie yo bendigo
la blanca absolución de tu silencio.


ΕΣΥ ΔΕ ΛΕΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ


Το στόμα μου απολαμβάνει να προφέρει,
κύματα που διαλύονται,
δυνατά τις συλλαβές απ’ τ’ όνομά σου:
                         
Τα χείλη σου ωστόσο
δε λένε εκείνο το όνομα που με ονομάζει
κι εγώ σ’ ευγνωμονώ γι’ αυτό,
όποιος κι αν είμαι εγώ
χαμένος στο μυστήριό σου:
ένας κανένας που διακηρύσσει το κενό του
σε μια άγονη έρημο αφωνίας.

Εσύ δε λες τ’ όνομά μου και κάθε βράδυ
εφευρίσκεις έναν τρόπο να το παραλείπεις,
στην πυκνή ροή της μεταφοράς
ή στις ευρείες περιοχές της σιωπής.

Εσύ δε λες τ’ όνομα μου, πάντα αποφεύγεις
την αλυσίδα από γράμματα που με σέρνει,
με τη λαιμαριά της στο λαιμό,
πίσω από τα παραληρήματα της σιγουριάς.


Εσύ δε λες τ’ όνομά μου,
και εις το όνομα του κανενός δοξάζω
τη λευκή συγχώρεση της σιωπής σου.


///.///..///...///


LA ETERNIDAD Y UN DÍA

Viviremos sin tregua
la infinita cadena de los días,
con miedo, con codicia,
beberemos las aguas
del océano gris de nuestro tiempo,
viviremos desnudos
de cara a la corriente fugitiva.

Viviremos para volver al polvo
de los mismos caminos fatigados,
para romper el cerco
de las frías colinas del silencio,
viviremos oyendo
la anónima llamada de las aguas,
y en el agua movida de los días
nadaremos lo nuestro y lo de otros,
lo que venga de cara y lo que oculte
su bello rostro esquivo a nuestro paso.


Viviremos al aire,
la intemperie será
nuestro abrigo más cierto,
y cuando todo anuncie
la inminencia del fin inaplazable,
pediremos un día y otro más,
y aún más, aún pediremos
la eternidad y un día.


Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Θα ζήσουμε δίχως ανάπαυλα
την ατελεύτητη αλυσίδα των ημερών,
με φόβο, με απληστία,
θα πιούμε τα ύδατα
του γκρίζου ωκεανού του καιρού μας,
θα ζήσουμε γυμνοί
με το βλέμμα στο ρεύμα που δραπετεύει.

Θα ζήσουμε για να ξαναγυρίσουμε στο χώμα
των ίδιων εξουθενωμένων δρόμων,
για να σπάσουμε την πολιορκία
των κρύων λόφων της σιωπής,
θα ζήσουμε ακούγοντας
το ανώνυμο κάλεσμα των υδάτων,
και στ’ ανήσυχο νερό των ημερών
θα κολυμπήσουμε το δικό μας μα και το αλλότριο,
αυτό που έρχεται φανερά μα κι αυτό που κρύβει
το όμορφο πρόσωπό του απρόσιτο στο πέρασμά μας.

Θα ζήσουμε στον αέρα,
ο ξέσκεπος ουρανός θα είναι
το πιο ασφαλές μας καταφύγιο,
κι όταν όλα θα αναγγέλλουν
την εγγύτητα του αναπόφευκτου τέλους,
θα γυρεύουμε μια μέρα κι άλλη μια,
κι ακόμα μία, κι ακόμα θα γυρεύουμε
την αιωνιότητα και μια μέρα.


Μετάφραση: Μαρία Καραλή & Αλίκη Μανωλά


O Χοσέ Σαμπορίτ είναι βαλενθιανός ποιητής και ζωγράφος.