Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Νέα κυκλοφορία: Η εποχή του ψύχους (ΘΕΑΤΡΙΚΟ)

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΨΥΧΟΥΣ / LA EDAD DEL FRÍO

Συγγραφέας: ΓΚΑΡΣΙΑ ΝΤΕ ΜΕΣΑ, ΡΟΜΠΕΡΤΟ

Εκδότης: BIBLIOTHEQUE

Υπότιτλος - ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΟΝΗ / CONVERSACIONES CON ANTIGONΑ

  • SKU:
    0448762
  • ISBN:
    978-618-5257-36-1
  • ISBN2:
    9786185257361
  • Εκδότης:
    BIBLIOTHEQUE
  • Συγγραφέας:
    ΓΚΑΡΣΙΑ ΝΤΕ ΜΕΣΑ, ΡΟΜΠΕΡΤΟ
  • Μεταφραστής:
    ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
  • Έτος κυκλοφορίας:
    2018
  • Σελίδες:
    122
  • Διαστάσεις:
    14x17
  • Χώρα:
    ΙΣΠΑΝΙΑ

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τρίτο Πρόγραμμα, στην εκπομπή Carte Postale - Ένας μεταφραστής εξομολογείται


http://webradio.ert.gr/trito-programma/5noe2018-carte-postale-enas-metafrastis-exomologite-konnos-paleologos-pros-alberto-menteth/

Carte Postale - Ένας μεταφραστής εξομολογείται

 "Κωνσταντίνος Παλαιολόγος προς Alberto Méndez"

Δευτέρα 05 Νοεμβρίου 2018 

στις 17:30- 18:00




Ο ισπανικός εμφύλιος έχει γίνει παγκόσμιο σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα και πηγή έμπνευσης για αμέτρητα έργα τέχνης μέσα από τα οποία χιλιάδες ιστορίες του εμφυλίου έχουν νικήσει τον χρόνο. Ανάμεσα σ’ αυτά τα έργα τέχνης συγκαταλέγονται «Τα τυφλά ηλιοτρόπια» του Ισπανού Αλμπέρτο Μέντεθ.
Είναι το μοναδικό μυθιστόρημά του που ολοκλήρωσε λίγο προτού πεθάνει και με το οποίο βραβεύτηκε, μετά θάνατον, με το Εθνικό Βραβείο Πεζογραφίας. Ένα βιβλίο σπάνιο, με 4 καθηλωτικές ιστορίες για την ήττα που ανήκει και στα 2 στρατόπεδα, 4 ιστορίες που διεισδύουν στα μύχια, χωρίς συναισθηματισμούς και λυρικές εξάρσεις απογυμνώνοντας με δεξιοτεχνία τον πόνο, τη βαρβαρότητα και την αγωνία νικητών και ηττημένων.

Το θέμα είναι η ήττα του ανθρώπου.

Πρώτη ήττα: 1939
Εάν η καρδιά σκεφτόταν, θα έπαυε να χτυπά

Δεύτερη ήττα: 1940
Το χειρόγραφο που βρέθηκε στη λησμονιά

Τρίτη ήττα: 1941
Η γλώσσα των νεκρών

Τέταρτη ήττα: 1942
Τα τυφλά ηλιοτρόπια  

4 ιστορίες στις οποίες η δράση "διαβάζω" γίνεται "παρακολουθώ" καθώς οι ήρωες έρχονται κοντά και γίνονται οικείοι. 
Γραφή κινηματογραφική, ημερολογιακή, μυθιστορικού ντοκουμέντου, μα πάνω απ' όλα γραφή διεισδυτική και ακαριαία!  

"Η σάρκα είναι όπως οι τίγρεις που κατοικούν μέσα στον άνθρωπο, ο Αμφίονας που γνωρίζει με τέχνη να μετακινεί όλες τις πέτρες, να ανακινεί όλα μα όλα τα θεμέλια της ζωής. Η σάρκα, Πατέρα, θα σας είναι γνωστό από το εξομολογητήριο, είναι κάτι το θαυμαστό. Μπορεί να μας μπολιάσει με την έπαρση της αμαρτίας, ακόμα και με τη διεστραμμένη ικανοποίηση ότι δώσαμε ηδονή σ' ένα σώμα που θέλει να πεθάνει και, παρ' όλη την ταπείνωση, βγάζει μια κραυγή ζωής που είναι ικανή να διαλύσει το αμόνι πάνω στο οποίο ο στρατιώτης γυρεύει να σμιλέψει το ατσάλι."  

Ο Κων/νος Παλαιολόγος ανήκει στην κοινότητα των ισπανόφωνων μεταφραστών που μεταφράζουν με πάθος μια γλώσσα που σκέφτεται και εκφράζεται με πάθος. Ασχολείται πολλά χρόνια με τη μετάφραση σε ρόλο διπλό, μεταφράζοντας ισπανόφωνους συγγραφείς και διδάσκοντας τη γλώσσα και τη λογοτεχνία της σε πανεπιστημιακό επίπεδο (ΑΠΘ). Από την πλούσια και γόνιμη μεταφραστική βιβλιογραφία του επέλεξε να στείλει 4 καρτ ποστάλ στον Αλμπέρτο Μέντεθ θεωρώντας ότι το μυθιστόρημα ζωής του Ισπανού συγγραφέα είναι έργο-σταθμός για την προσωπική πορεία του όχι μόνο ως μεταφραστή αλλά και ως αναγνώστη.

Στη ραδιοφωνική εκπομπή μας, ο μεταφραστής Κων/νος Παλαιολόγος διαβάζει τις καρτ ποστάλ που έγραψε στον Ισπανό συγγραφέα Alberto Méndez και του αφιερώνει μουσική.


Επιμέλεια, παραγωγή, παρουσίασηΑφροδίτη Κοσμά
Ηχητική επεξεργασία: Αλέξανδρος Κασσελάκης

Το σήμα της εκπομπής είναι μουσική του Ανδρέα Πολυζωγόπουλου





*Alberto Méndez
"Τα τυφλά ηλιοτρόπια"
Μετάφραση: Κων/νος Παλαιολόγος
Εκδόσεις Πάπυρος, 
Σειρά Letras, Ισπανόφωνοι και Πορτογαλόφωνοι Συγγραφείς
Αθήνα, 2008






Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Literatura y traducción. Apuntes TraLiterarios, de Konstantinos Paleologos EDICIONES DE AQUI S.L.



Literatura y Traducción: Apuntes TraLiterarios

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Στο σκοτάδι, του Guillermo Arriaga


ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Στην Πατρίσια Αριάγα
Νοσταλγώ τα πρόσωπα, όχι τα χρώματα, γιατί τα χρώματα έχουν κατακλύσει το σκοτάδι μου και είναι το μόνο πράγμα που παραμένει αναλλοίωτο από τις εικόνες του παρελθόντος μου. Η ζωή μου έχει μεταφραστεί σε μια σειρά από χρώματα και λέξεις, από μυρωδιές και αισθήσεις που στερούνται, δυστυχώς για μένα, προσώπου.
Έτσι, όποιος μου μιλάει μεταμορφώνεται μέσα μου σε άμορφη δέσμη από χρώματα. Κάθε άνθρωπος, ένα χρώμα, κάθε κραυγή, ένα χρώμα, κάθε στιγμή, κάθε άρωμα, κάθε νύχτα, κάθε μέρα, ένα χρώμα. Αλλά πλέον δεν υπάρχουν πρόσωπα, γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα.
Διψάω για πρόσωπα. Οι άμορφες φιγούρες με κουράζουν, με νικούν, με κάνουν να χάνω το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ξέρω ότι υπάρχουν χαρακτηριστικά που έχουν διαβρωθεί από τη ζωή, ρυτίδες, φρύδια υψωμένα, γκριμάτσες απρόθυμες, δέρμα εξουθενωμένο, αλλά δεν καταφέρνω να συνθέσω ένα πρόσωπο.
Με θλίβει ιδιαίτερα που δεν μπορώ να θυμηθώ το πρόσωπο της Μάγδα, την έκφρασή της, το χαμόγελό της (θα είχε ξαναχαμογελάσει ποτέ της, άραγε;), τα σαρκώδη χείλη της, τις ξανθές βλεφαρίδες της. Αλλά πάνω απ’ όλα νοσταλγώ το βλέμμα της. Τώρα μόνο την ακούω, τη μυρίζω, την αισθάνομαι. Νιώθω το μίσος της, τις ατέλειωτες κατηγόριες της, την οργή της επειδή δεν είχε το κουράγιο να με εγκαταλείψει.
Δεν συγχωρεί την τύφλωσή μου, αυτά τα εικοσιπέντε χρόνια τα άδεια από φως. Αρκούσε ένα ατύχημα για να μετατραπεί ο άνθρωπος που αγαπούσε, που ποθούσε, ο ζωγράφος που θαύμαζε, στο τιποτένιο αντικείμενο της ενοχής και της δυσαρέσκειάς της.
Όταν έμεινα τυφλός η Μάγδα προσπάθησε να κάνει υπομονή, να δείξει τη συμπόνια που προϋποθέτει μια στοιχειώδης αγάπη. Αλλά σύντομα έπαψε να με αντέχει. Κατηγορούσε την αδεξιότητα μου. Την ενοχλούσαν τα σκουντουφλήματά μου, οι αναπάντεχες πτώσεις μου. Δεν με διευκόλυνε σε τίποτα: κλείδωνε τις ντουλάπες, άφηνε τα παπούτσια της στη μέση, έφευγε για τη δουλειά χωρίς να κλείσει το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση.
Τα υπέμεινα όλα: με τρομοκρατούσε η ιδέα να τη χάσω. Στον ωκεανό του σκοταδιού μου, η Μάγδα ήταν η μοναδική βεβαιότητα από την οποία μπορούσα να πιαστώ. Εξαρτιόμουν από εκείνη ολοκληρωτικά.
Σαφώς είχα στιγμές ανεξαρτησίας. Μέχρι που έφτασα να πιστέψω το παραμύθι ότι οι τυφλοί είναι ικανοί να τα βγάζουν πέρα μόνοι τους. Έμαθα να διαβάζω και να γράφω με το σύστημα Μπράιγ, βρήκα δουλειά σε τηλεφωνικό κέντρο (μια χαζή δουλειά που τότε όμως με έκανε να νιώθω υπέροχα), ακόμα και εκλεπτυσμένα πιάτα προσπάθησα να μαγειρέψω.
Δεν άργησα να καταλάβω ότι όλα ήταν μια απάτη. Μπορούσα να λύσω τα προβλήματα που προέκυπταν από την έλλειψη όρασης, όχι εκείνα που προέκυπταν από την απουσία βλέμματος. Μου φαινόταν αδύνατο να έρθω σε επαφή με τους υπόλοιπους, να τους καταλάβω, να τους ανακαλύψω. Πώς να κάνω κάτι τέτοιο αν μου έλειπε το πιο βασικό;
Η τύφλωσή μου με έκανε δειλό και με ανάγκασε να εξαρτώμαι ακόμα περισσότερο από τη Μάγδα. Ήθελα με λάθος τρόπο να ανακτήσω την αξιοπρέπειά μου και, αφού έκλαψα πολύ, της ζήτησα να με εγκαταλείψει, να πάει να ζήσει το μέλλον που εγώ δεν μπορούσα να της προσφέρω.
Όλα αυτά δεν ήταν παρά μια άσκηση μαζοχισμού: ήξερα καλά ότι ποτέ δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν, ότι τη χρειαζόμουν –περισσότερο ως τυφλός παρά ως άντρας. Προσπάθησα έτσι να παραμείνω πιστός στο στερεότυπο του κλαψιάρη, του ανθρώπου που ξέρει ότι τον περιφρονούν επειδή είναι ανάπηρος.
Εκείνη έφυγε αμέσως λες και έψαχνε ευκαιρία να φύγει. Ωστόσο, στις δύο μέρες επέστρεψε. Ο πατέρας, η μητέρα, ο μεγαλύτερος αδελφός, η αδελφούλα, αγαπημένοι φίλοι και φίλες, ξαδέλφη, θεία, παππούδες, την καταδίκασαν χωρίς δεύτερη σκέψη.
Αχάριστη (για τους γονείς), ανήθικη (για τους παππούδες), πουτάνα (από την πλευρά του μεγάλου αδελφού), αναίσθητη (από την πλευρά των αγαπημένων φίλων), μαλακισμένη (για την ξαδέλφη) και κακιά (προφανώς για τη μικρή αδελφή), ήταν μερικά από τα επίθετα με τα οποία τη στόλισε η οικογένεια.
Η Μάγδα δεν άντεξε άλλο και επέστρεψε γεμάτη ενοχές αλλά και μίσος μαζί. Προσπάθησε να δείξει ειλικρινή μεταμέλεια και γλυκιά συμπεριφορά. Ήταν έκδηλη, παρ’ όλα αυτά, η οργή που προκαλεί ο αθέλητος συμβιβασμός.
Εκείνες τις μέρες τής έκανα έρωτα για τελευταία φορά (δεν ήταν όμως η τελευταία φορά που έκανα έρωτα: πάντα έβρισκα βιτσιόζες γυναίκες που λαχταρούσαν να παρατηρούν τα μάτια ενός τυφλού κατά την κορύφωση της σεξουαλικής πράξης). Την έγδυσα αργά, με τρυφερότητα. Ήθελα να τη χαϊδολογήσω, να την κάνω να νιώσει την επιθυμία μου να την ευχαριστήσω (επιθυμία που θύμιζε υπάκουο σκυλί). Άρχισα να τη φιλάω αποφασισμένος, αλλά το στόμα της μετά βίας ανταποκρινόταν. Χάιδεψα εκείνα τα σημεία που ανήκαν σε παλιές διαδρομές ηδονής, αλλά δεν κατάφερα να τη διεγείρω.
Όταν θέλησα να μπω μέσα της, ο κόλπος της ανέδιδε απέχθεια. Ο φαλλός μου πάλεψε με τρόπο πρωτόγονο να διατρέξει τη διαδρομή εκείνη που θεωρούσε οικεία. Οι αναστεναγμοί και τα βογκητά μου διασκορπίστηκαν μοναχικά στους τοίχους του δωματίου.
Όταν τελειώσαμε εκείνη σηκώθηκε απότομα. Την αισθάνθηκα να στέκεται δίπλα στο κρεβάτι και φαντάστηκα την έκφραση αηδίας στο πρόσωπό της (τότε ακόμη μπορούσα να φανταστώ πρόσωπα). «Δεν θέλω ποτέ, ποτέ πια στη ζωή μου να με ξαναγγίξεις» μου είπε «δεν το αντέχω».
Την ίδια νύχτα μεταφέραμε τα πράγματά μου στο δωμάτιο για τα παιδιά (αυτά τα φανταστικά παιδιά που καταλαμβάνουν το χώρο κάθε νιόπαντρου ζευγαριού) και βάλαμε ανάμεσά μας ένα αδιάβατο σύνορο.
Ποτέ δεν ξαναπάτησα το πόδι μου σε αυτό που κάποτε ήταν η κρεβατοκάμαρά μας. Ήθελα να κλειστεί μόνη της στο μέρος που είχαμε επιλέξει για το δυνατό και που η τύφλωσή μου είχε κάνει αδύνατο.
Σταδιακά το μίσος της μεγάλωσε (εγώ δεν μπορούσα να τη μισήσω: πώς να μισήσω το μοναδικό μου σύνδεσμο με τον κόσμο; Πώς να μισήσω χωρίς βλέμμα;). Οι κινήσεις της σκληρές, δύσκαμπτες, μηχανικές το μαρτυρούσαν κάθε δευτερόλεπτο. Την άκουγα να κλαίει τις νύχτες, να κοιμάται, να ροχαλίζει, να παραμιλάει στον ύπνο της, να ξυπνάει, να κάνει ντους. Την άκουγα να στρώνει το κρεβάτι της, να παίρνει πρωινό, να πλένει τα φλιτζάνια της (ο καθένας έπρεπε να ετοιμάσει το πρωινό του και να πλύνει τα πιάτα του, ήταν απομεινάρι μιας συμφωνίας που είχαμε κάνει όταν ήμασταν αρραβωνιασμένοι), να φοράει ένα πουλόβερ (πάντα φοβόταν μήπως κρυώσει) και να φεύγει για τη δουλειά. Και όλα όσα την άκουγα να κάνει είχαν έναν κοινό παρανομαστή: ήταν φτιαγμένα από μίσος.
Σύντομα η ύπαρξή της έγινε αμφιβολία. Η Μάγδα έμοιαζε με όνειρο που φανερωνόταν μόνο κάποιες στιγμές της μέρας. Ένα όνειρο βουβό και ενοχλητικό. Ήταν το ίχνος του αρώματός της αυτό που μου επιβεβαίωνε την πραγματική της ύπαρξη.
Η ζωή μου περιστρεφόταν γύρω από τη Μάγδα. Οι δύο μοναδικοί φίλοι που είχα, εδώ και καιρό μένουν μακριά (αρκετά τετράγωνα από το σπίτι μου). Οι γονείς μου πέθαναν στο ίδιο δυστύχημα που εγώ έχασα την όρασή μου, και η αδελφή μου, κάθε φορά που έρχεται να με δει, δεν σταματά να κλαψουρίζει, λόγος για τον οποίο την αποφεύγω.
Για κάποιο διάστημα οι τρόποι της Μάγδας μαλάκωσαν. Καταλάβαινα το περπάτημά της πιο χαρούμενο, παρότι εξακολουθούσε να είναι αυστηρό και στρατιωτικό.
Προσπάθησα να καταλάβω την ξαφνική αλλαγή πάνω της και δεν μπόρεσα να την αποκωδικοποιήσω μέχρι που μια μέρα ανακάλυψα στο σώμα της μια μυρωδιά ταγγή: το πικρό άρωμα του αντρικού σπέρματος.
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και μπόρεσα να φανταστώ την οργή αποτυπωμένη στο πρόσωπό μου (αυτή ήταν η τελευταία φορά που μπόρεσα να θυμηθώ ένα πρόσωπο: το δικό μου). Εκείνη ήταν στην κουζίνα ετοιμάζοντας αυγά μάτια και μπήκα να την κατηγορήσω για την απιστία της. Την είπα πουτάνα, ξεδιάντροπη. Δεν μου έδωσε σημασία και συνέχισε να μαγειρεύει.
Η συμπεριφορά της με εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο. Όρμησα πάνω της και την άρπαξα με δύναμη από τα μαλλιά, ταρακουνώντας την πέρα δώθε. Εκείνη πήρε το τηγάνι με τα αυγά μάτια και μου τα έφερε κυριολεκτικά στα μάτια (συνοδευόμενα φυσικά από το ίδιο το τηγάνι, το οποίο ευτυχώς ακόμη δεν έκαιγε).
Μου έσπασε τη μύτη και αισθάνθηκα πηχτό το αίμα να τρέχει στα χείλη μου. Την άφησα από τα χέρια μου. Εκείνη μου φώναξε: «Είσαι μαλάκας, πραγματικό κτήνος» και με ξαναχτύπησε με το τηγάνι (στο πρόσωπο, αυτό που είχα θυμηθεί για τελευταία φορά). Βγήκε από την κουζίνα χτυπώντας την πόρτα. Προσπάθησα να την ακολουθήσω αλλά σκόνταψα σε μια καρέκλα της τραπεζαρίας που επίτηδες είχε μετακινήσει. Έπεσα και έμεινα ακίνητος, μπρούμυτα στο πάτωμα. Συνειδητοποίησα ότι το αίμα πλημμύριζε το χαλί και φαντάστηκα το κόκκινο χρώμα, λαμπερό, έντονο, ρευστό.
Το κεφάλι μου γέμισε κόκκινες εικόνες, κόκκινα ποτάμια, κόκκινους κύκλους, κόκκινο και μόνο κόκκινο. Ποτέ πριν δεν είχα ξανανιώσει τόσο έντονα την ανικανότητά μου. Βρισκόμουν με το πρόσωπο χτυπημένο στο πάτωμα, αιμόφυρτος, ηττημένος και με τη ζήλια να με κατατρώει.
Ξημερώθηκα στην ίδια γελοία θέση. Με ξύπνησε ο ήχος από την ντουζιέρα, από το νερό που έπεφτε με δύναμη πάνω στο λερωμένο από ξένο σπέρμα σώμα. Το ξεραμένο αίμα γύρω από τη μύτη μου, το χαλί που κόλλαγε, το φλογισμένο στόμα και τα καλυμμένα με αυγό χείλη, ήταν η χειροπιαστή απόδειξη της ήττας μου.
Η Μάγδα βγήκε από το μπάνιο, ντύθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Κοντοστάθηκε δίπλα μου, δεν είπε λέξη και έφυγε.
Εκείνη τη νύχτα επέστρεψε αργά. Εγώ κοιμόμουν. Χτύπησε απαλά την πόρτα και μπήκε χωρίς να μου δώσει την ευκαιρία να απαντήσω. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και μου έπιασε το χέρι: «Δεν αξίζει τον κόπο να διαμαρτύρεσαι» είπε με απάθεια «καλύτερα να καταλάβεις». Το σώμα της δεν κουβάλαγε το άρωμα του εχθρού. Με φίλησε στο μέτωπο και βγήκε. Έκλαψα: δεν με ενδιέφερε πλέον να καταλάβω την απιστία της, ήθελα να εξηγήσω το μίσος της.
Από εκείνη τη μέρα κι έπειτα, το ξένο σπέρμα έγινε μέρος τής μυρωδιάς της σαν να ήταν άρωμα που έβγαινε φυσικά από εκείνη. Παρ’ όλα αυτά, δεν έλειψε ούτε μια νύχτα από το σπίτι, ούτε αναφέρθηκε ποτέ στην πιθανότητα να με αφήσει... και έγινε συνήθεια να με φιλάει στο μέτωπο όταν γύριζε το βράδυ.
Κάποια στιγμή, προσπάθησα να την κάνω να νιώσει τη μυρωδιά μιας άλλης γυναίκας στο σώμα μου (γενικά, όταν πήγαινα με κάποια, προσπαθούσα με όλα τα μέσα να απαλλαγώ από το άρωμά της).
Μια μέρα κατέληξα στο κρεβάτι με τη γραμματέα του διευθυντή της Μάγδα. Ήταν μια τεράστια γυναίκα με ζελατινώδη μπούτια που ξεχείλιζαν όταν τα έπιανα. Άρχισε να με φιλάει με τρελή αδεξιότητα, κάνοντας τα χείλη μου να πονάνε. Μετά βάλθηκε να μου πιπιλάει το στήθος, την κοιλιά, τα δάχτυλα των ποδιών, προκαλώντας μου αισθήσεις που κυμαίνονταν ανάμεσα στην επιθυμία και τη ναυτία.
Η ύπαρξή της απασχολούσε το μυαλό μου σαν ασπρουλιάρικος λεκές με κίτρινα στίγματα (ένα χρώμα αποκρουστικό, παρόμοιο με το πύον). Η χοντρή ίδρωνε πολύ και μύριζε σαν... μωρό.
Ταράχτηκα, εγώ ήθελα να μυρίζω γυναίκα. Πασαλείφτηκα με τον ιδρώτα της μασχάλης της, με τα υγρά του φύλου της. Τίποτα, μύριζε ολόκληρη σαν μωρό.
Η παιδική της μυρωδιά κατόρθωσε στο τέλος να εξαλείψει την έξαψή μου και έφυγα αφήνοντας σε εκείνο το διαμέρισμα μια χοντρή ικέτισσα (δεν ικέτευε ευχαρίστηση, αλλά διακριτικότητα εκ μέρους μου: δεν καταλάβαινε ότι το ίδιο το ατέλειωτο πάχος της ήταν εγγύηση διακριτικότητας).
Όταν έφθασα σπίτι, η Μάγδα ήταν ήδη εκεί, ποτισμένη με το αχώριστο πια αντρικό της άρωμα (γιατί έπρεπε να το κάνει όλες τις μέρες; γιατί δεν μπορούσε να σταματήσει να γαμιέται η πουτάνα του κερατά;) Αισθάνθηκα γελοίος να βρωμάω σαν μωρό μπροστά στη δυναμική μυρωδιά του σπέρματος που απέρρεε από κείνη και ντροπιασμένος κλείστηκα στο δωμάτιό μου.
Τη μισή ζωή μου υπήρξα τυφλός και σε λίγο καιρό θα κλείσω τα πενήντα ένα, στις τέσσερις Αυγούστου, για να είμαστε ακριβείς. Ξέρω ότι εκείνη τη μέρα η Μάγδα θα μπει νωρίς στο δωμάτιό μου και θα μου ευχηθεί ξερά πριν βγει να ψάξει τη ζωτική, για εκείνους, συνεύρεση και τις εχθρικές, για μένα, εκσπερματώσεις. Όλον αυτόν τον καιρό έχω συνηθίσει το μίσος της, ένα μίσος που από την τόση καθημερινότητα έγινε αναποτελεσματικό, μονότονο, ρουτινιάρικο.
Πριν από μια βδομάδα οι γιατροί βρήκαν ότι η Μάγδα έχει καρκίνο στο στήθος και εδώ και ένα μήνα ήξεραν ότι διάφορα ογκίδια είχαν εισβάλει στη μήτρα της.
Παρόλο που το σώμα της σαπίζει, δεν έχει πάψει να αναζητά καθημερινά το σπέρμα του άλλου, των άλλων. Ξέρει ότι δεν θα ζήσει περισσότερο από έξι μήνες και την έχω ακούσει να κλαίει γι’ αυτό. Λυπάται για το μέλλον που ποτέ δεν ήρθε, λυπάται που δεν έζησε με τον άντρα που αγάπησε (εμένα), αλλά με τον άντρα που μίσησε (εμένα).
Αυτό δεν απαλύνει ούτε την πικρία της ούτε τις ενοχές της και θα συνεχίσει έτσι μέχρι την ώρα που θα πεθάνει. Εγώ δεν γυρεύω από εκείνη ούτε να μου ζητήσει συγγνώμη, ούτε να με συγχωρέσει.
Και αφού η Μάγδα θα εξαφανιστεί σύντομα, επιθυμώ όσο ποτέ να θυμηθώ το πρόσωπό της, ακόμη κι αν είναι για ένα λεπτό, ακόμη κι αν το δω γεμάτο μίσος. Θέλω κάτι τελευταίο να με δέσει μαζί της, είναι το μόνο πράγμα που ζητάω.

Μεταφραστική επιμέλεια

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Μετάφραση
Ξένια Κακάκη
 Ίρις Καραγιάννη
 Μαρία Βερονίκη Μπούγαλη
 Μυρσίνη Πάρσαλη
Εύη Στάθη


Η μετάφραση είναι προϊόν του μαθήματος «Λογοτεχνικής Μετάφρασης» της ισπανικής κατεύθυνσης, το οποίο δίδαξε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Διαπανεπιστημιακού Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μετάφραση-Μεταφρασεολογία» του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τα ακαδημαϊκά έτη 2008-9 και 2009-10.  

O Γκιγέρμο Αριάγα (Πόλη του Μεξικού, 1958) είναι από τους πιο καταξιωμένους παγκοσμίως κινηματογραφικούς σκηνοθέτες και σεναριογράφους (Βαβέλ, 21 γραμμάρια κ.λπ.). Το παρόν διήγημα ανήκει στη συλλογή Ρετόρνο 201 (Εκδόσεις Πάπυρος).

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

Βιβλιοκριτική της Διώνης Δημητριάδου για τη Θεία Τούλα του Miguel de Unamuno


 Διώνης Δημητριάδου, diastixo.gr, 12.5.2017


[…] Η Χερτρούδις ένιωθε πάντα μόνη. Δηλαδή, μόνη ως προς το να δεχτεί βοήθεια, γιατί για να βοηθήσει εκείνη τους άλλους δεν ήταν με τίποτα μόνη. Ήταν σαν μια ορφανή φορτωμένη με παιδιά.

Πρόκειται για μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες γυναικείες περσόνες της λογοτεχνίας. Η Χερτρούδις, η θεία Τούλα (la tía Tula), ο χαρακτήρας που βγήκε από τη φαντασία του Ουναμούνο, ξαφνιάζει από την αρχή τον αναγνώστη. Μια γυναίκα που έχει αποφασίσει πολύ νωρίς για όλα, απόλυτη και αυστηρή με τον εαυτό της και τους άλλους, στηριγμένη στις ηθικές (στην προσωπική της εκδοχή) αρχές. Μέσα σ’ αυτόν τον κατασκευασμένο από την ίδια αξιακό κώδικα εντάσσει τους ανθρώπους που την περιβάλλουν πείθοντάς τους για την ορθότητα του τρόπου ζωής που στην ουσία τούς επιβάλλει. Δεν αντιδρά κανείς. Είναι η κυρίαρχη προσωπικότητα, το στήριγμα της ζωής όλων.
Θα αποφασίσει ποιον θα παντρευτεί η αδελφή της, θα εισβάλει στο σπίτι της Ρόζας και του Ραμίρο –προσχηματικά ή όχι– για να φροντίσει τα παιδιά τους και ανίψια της, καθώς η αδελφή της αναρρώνει κάθε φορά πιο δύσκολα μετά από κάθε γέννα. Όταν αυτή πεθάνει, ο ρόλος πλέον είναι δικός της δικαιωματικά. Όχι ως συζύγου του Ραμίρο (θα του επιβάλει, άλλωστε, έναν γάμο με την υπηρέτρια του σπιτιού), αλλά ως μητέρας των παιδιών (υιοθετώντας και τα νέα παιδιά που θα γεννηθούν), αυτή που ποτέ δεν θα θελήσει να κάνει δικά της, αποστρεφόμενη όπως δηλώνει τη σεξουαλική πράξη. Τα παιδιά, ως περισσότερο επιδεκτικά λόγω ηλικίας σε τέτοιες αλλαγές ρόλων, θα τη βλέπουν σαν μητέρα τους. Θα μπορούσε αυτή να είναι η εικόνα της αγίας οικογένειας, έτσι όπως περιβάλλεται με τον μανδύα μιας θυσίας για ιερό σκοπό; Χωρίς διάθεση υποτίμησης της πράξης αυτοθυσίας, θα λέγαμε ότι μάλλον πρόκειται για μια εύκολη ερμηνεία του πολυσήμαντου αυτού έργου. Ο συγγραφέας του, άλλωστε, δεν μας έχει συνηθίσει σε επιφανειακές προσεγγίσεις των θεμάτων του. Πολυεπίπεδοι οι ήρωές του, σε προκαλούν για ανίχνευση της προσωπικότητάς τους, για αποκάλυψη των συνιστωσών που διαμορφώνουν τις επιλογές τους. Η πρόθυμη να θυσιάσει την προσωπική της ζωή Χερτρούδις δεν είναι η στεγνή και άνυδρη γυναίκα που θα τη φανταζόμαστε έγκλειστη σε κάποιο μοναστήρι, αφοσιωμένη στον θεϊκό νυμφίο. Ζει τον γάμο μέσω της οικογένειας της αδελφής της, τον ρόλο της μητέρας οικειοποιούμενη αλλά και αυτόν της ιδιότυπης συντρόφου του κουνιάδου της. Είναι μια παρθένος-μητέρα, μια άσπιλη σύντροφος. Καταχρηστικοί και οι δύο ρόλοι, έχουν πραγματική υπόσταση μόνο μέσα στην ηθική της που κατευθύνει τα βήματά της. Και η συμφιλίωση με τη βαθύτερη φύση της είναι άραγε εφικτή; Η καταπίεση των επιθυμιών της από τη νεαρή ήδη ηλικία πώς έχει διαμορφώσει τη στάση της απέναντι στον εαυτό της; Ήθελε δικά της παιδιά; Αυτό όχι:

[…] Και αυτή η ιδέα των παιδιών από την σάρκα της έκανε να πάλλεται από ιερό τρόμο το μεδούλι από τα οστά της ψυχής της Χερτρούδις, που ποθούσε τη μητρότητα, αλλά μια μητρότητα πνευματική.

Και αν η παραπάνω ιδιότητα μπορεί να εκληφθεί και ως θετική, πάλι κάτω από το πρίσμα της προσφοράς με τη συνακόλουθη αποχή από τους πειρασμούς της σάρκας (άλλωστε δεν είναι πρωτόγνωρη αυτή η παραχώρηση στους θρησκευτικούς κύκλους), πώς να αποδεχθεί κανείς τη διάθεσή της να ωθήσει τους άλλους στην αμαρτία (με την έννοια της αστοχίας) επιβάλλοντας παράδοξες σχέσεις και καταχρήσεις ρόλων; Δύσκολος ο συγκερασμός ιδιοτήτων αυτής της προσωπικότητας, δύσκολη και η πρόσληψή της από τον αναγνώστη. Ο αυταρχισμός, η επιμονή στην απόλυτη ορθότητα των επιλογών της, ο ατομοκεντρισμός αυτής της θεώρησης ζωής, συνάδει άραγε με την αγιότητα που υποτίθεται ότι υπηρετεί; Νομίζω έχουμε εδώ έναν τυπικό χαρακτήρα που έπλασε η φαντασία του Ουναμούνο. Με δίπολα εσωτερικά, πολύ ενδιαφέροντα για ανάλυση. Άλλωστε οι σελίδες που έχουν γραφεί για τη «θεία Τούλα» υπερβαίνουν κατά πολύ τις σελίδες της ίδιας της ιστορίας.
Κατά μία εκδοχή (η οποία συμπεριέχεται στο επίμετρο του βιβλίου, γραμμένο από τον Carlos A. Longhurst):

[…] το σφάλμα της Χερτρούδις, εάν πρόκειται για σφάλμα, έγκειται στο ότι μπέρδεψε αυτό που θέλει να είναι με αυτό που μπορεί να είναι.

Τότε όμως οφείλουμε να εξετάσουμε την ηρωίδα αυτή υπό το πρίσμα της τραγικότητας που ίσως τη χαρακτηρίζει. Καταπιεσμένες και απωθημένες επιθυμίες, συνειδητοποίηση της ανάγκης συγκερασμού του θέλω με το πρέπει και το επιβάλλεται. Ποιος τότε θα την κατηγορήσει για την ατολμία της να υπερκεράσει την εγγενή της αδυναμία; Σε κάθε περίπτωση η Χερτρούδις, έστω με το υποκοριστικό της θεία Τούλα, επιμένει να ζητά δικαίωση, τουλάχιστον από τον αναγνώστη. Ο Ουναμούνο έχει δώσει όλα τα στοιχεία προκειμένου αυτό να αποτελέσει μια δεύτερη (μετά την ανάγνωση) απολαυστική διερεύνηση. Προφανώς για τον αναγνώστη εκείνον που δεν βολεύεται με μια επιφανειακή εξήγηση.
Σχετικά με αυτό αξίζει να γίνει ένα σχόλιο ακόμη. Η ιστορία δομείται κυρίως στον άξονα των προσώπων που συνδιαλέγονται. Είναι ο διάλογος που μας προσφέρει απλόχερα τους ομιλούντες χαρακτήρες και τις εσωτερικές τους διεργασίες, όπως αυτές εκδηλώνονται προς τα έξω με τις λέξεις τους, χωρίς σημαντική παρεμβολή του συγγραφέα. Έχουμε, λοιπόν, ένα θεατρικό σχεδόν έργο, με τον μανδύα του μυθιστορήματος. Και είναι παράδοξο αυτό, αν λάβουμε υπόψη μας ότι η λογοτεχνία δεν είναι θέατρο, το μυθιστόρημα δεν είναι θεατρικό έργο και, φυσικά, οι ήρωες δεν είναι ηθοποιοί. Εδώ λείπει εντελώς η περιγραφή που θα έκανε τους ήρωες να πατούν γερά στο επινοημένο πλαίσιο της αφήγησης. Και γνωρίζουμε πόσο μετέωροι μοιάζουν οι χαρακτήρες της λογοτεχνίας, όταν δεν βρίσκουν χώρο να πατήσουν και να γίνουν ανάγλυφοι και αληθοφανείς, άρα αληθινοί. Και όμως, η τέχνη ενός μεγάλου συγγραφέα κατορθώνει το αδύνατο σχεδόν. Παρακολουθούμε απολύτως γήινους χαρακτήρες να ξεδιπλώνουν τη ζωή τους, η οποία με τη σειρά της, ναι, θα μπορούσε να πείσει για την πραγματική της υπόσταση.
Η θεία Τούλα αποδίδεται στον αναγνώστη της περίοπτη και ανάγλυφη, αληθινή μέσα στις αντιφάσεις της, όπως όλοι οι γήινοι και ειλικρινείς ήρωες, ανοιχτή σε αναγνώσεις πολλαπλές, όσες και οι εκδοχές της ιδιότυπης φύσης της.
Η μετάφραση του μυθιστορήματος από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο είναι βασισμένη στην έκδοση των Εκδόσεων Cátedra. Το βιβλίο περιλαμβάνει επίσης προλογικό σημείωμα του μεταφραστή, πρόλογο του Ουναμούνο και εκτενές επίμετρο με πολλές κατατοπιστικές πληροφορίες για το έργο και τον συγγραφέα, αλλά και ερμηνευτικές του συγκεκριμένου έργου, από τον Carlos A. Longhurst. Μια ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση από τη νέα σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg. Τη σειρά αυτή εμπνεύστηκε και οργάνωσε ο εκλιπών Δημήτρης Αρμάος, προς τιμή του λόγιου ανθρωπιστή, τυπογράφου και εκδότη της Αναγέννησης, του ελληνιστή Άλδο Μανούτιο. Κάθε βιβλίο, κάθε aldina που έβγαινε από το τυπογραφείο του με αυστηρή επιμέλεια και κάτω από τον δικό του προσωπικό σχεδιασμό, είχε ως λογότυπο ένα δελφίνι τυλιγμένο γύρω από μια άγκυρα (πηγή έμπνευσης στάθηκε ένα ρωμαϊκό νόμισμα του 80 μ.Χ, όπου το συγκεκριμένο σήμα συνοδευόταν από το ρητό «σπεῦδε βραδέως» – λατ. «festina lente»). Το ίδιο λογότυπο κοσμεί και τη νέα σειρά των εκδόσεων Gutenberg, που περιλαμβάνει στο πρόγραμμά της πολλά σημαντικά, σύγχρονα και παλαιότερα, λογοτεχνικά έργα. Εκδόσεις με υψηλές προδιαγραφές. Θα το καταλάβει ο αναγνώστης, όταν πιάσει αυτά τα βιβλία στα χέρια του. Όλο το μεράκι, όλη η φροντίδα που παλαιότερα συναντούσαμε πιο συχνά και που σήμερα από κάποιους θεωρούνται περιττά «στολίδια». Δεν είναι όμως περιττά καθόλου, ίσα ίσα χαρακτηρίζουν την αληθινή αγάπη για το βιβλίο, που ξεκινά από την εκδοτική ομάδα και φθάνει να αγγίξει τον πραγματικό φίλο των βιβλίων και της ανάγνωσης. Στο εξώφυλλο η εικαστική παρέμβαση (δείγμα και αυτή της ιδιαίτερα καλαίσθητης έκδοσης) του Μάκη Βάγια, Έκλειψη ΙΙ, 2013.

Η θεία Τούλα
Miguel de Unamuno
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Gutenberg
262 σελ.
ISBN 978-960-01-1851-3
Τιμή: €14,00


Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

Παύση-πονώ / Sed-antes


Στέλλα – Λουίζα Κατσαμπή

Παύση-πονώ

Στις 3:46 έρχεται το τρένο.
Δεν ήρθες στο σταθμό.
Ή στο αεροδρόμιο.
Ή σεμένα την ίδια.

Το κεφάλι ψηλά και αγύριστο.
Κι η βαλίτσα μου βαριά.
Βαρύτερη η φωτογραφία με τη γάτα μου.
−κι εσένα μαζί−

Αν ήξερα να φεύγω, δεν θα το ’κανα.
Αν ήξερα να μ’ αγαπώ, θα σ’ άφηνα.
Αν ήξερα να θυμώνω, θα αγαπούσα άλλον.
Κι αν ήξερα να μην πονώ, θα έπαιρνα ασπιρίνη.

>.<>.<>.<

Stela-Luisa Catsabí

Sed-antes

A las tres cuarenta y seis viene el tren.
No viniste a la estación.
O al aeropuerto.
O a mí misma.

La cabeza alta y sin girar.
Y mi maleta que pesa mucho.
Más pesa la foto con mi gata.
−y contigo−

Si supiera marcharme, no lo haría.
Si supiera amarme, te dejaría.
Si supiera cabrearme, amaría a otro.
Y si supiera no sentir dolor, me tomaría una aspirina.

Traducción: Konstantinos Paleologos

Stela-Luisa Catsabí ha nacido en Salónica en 1995. Su primer libro de poesía, en edición conjunta con Stavros Guirguenis, se titula Demonios humanos (2018). Regenta el blog brokenpastelchalks.blogspot.gr