Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020

Αλφρέδο Μπράις Ετσενίκε: Πριν από το ραντεβού με τους Λινάρες


Αλφρέδο Μπράις Ετσενίκε

Πριν από το ραντεβού με τους Λινάρες

Στη Μερσέδες και τον Αντόνιο, πάντα

«Όχι, όχι, γιατρέ ψυχίατρε, δεν μπορείτε να με εννοήσετε· δεν πρόκειται περί αυτού, γιατρέ ψυχίατρε, θα έλεγα πως πρόκειται περισσότερο για αϋπνίες, για παράξενα όνειρα… πολύ παράξενα…»
            «Εφιάλτες…»
            «Μην με διακόπτετε, γιατρέ ψυχίατρε, πρόκειται για πολύ παράξενα όνειρα, αλλά δεν είναι εφιάλτες. Οι εφιάλτες προκαλούν φόβο και εγώ δεν νιώθω φόβο, ή μάλλον, νιώθω λίγο φόβο αλλά περισσότερο πριν πέσω στο κρεβάτι μου και όση ώρα κάνει να με πάρει ο ύπνος, μετά έρχονται τα όνειρα, αυτά που εσείς αποκαλείτε εφιάλτες, γιατρέ ψυχίατρε, αλλά σας λέω πως δεν είναι εφιάλτες γιατί δεν με τρομάζουν, θα έλεγα ότι είναι χαριτωμένα, γιατρέ ψυχίατρε…»
            «Σεμπαστιάν, μην με αποκαλείς γιατρέ ψυχίατρε, είναι σαν να με αποκαλούσες κύριε μίστερ Χουάν Λούνα. Να με φωνάζεις γιατρέ ή Χουάν αν σε βολεύει περισσότερο…»
            «Ναι, γιατρέ ψυχίατρε, είναι κάτι όνειρα πραγματικά χαριτωμένα, η πιο μεγάλη από τις θείες μου με τις κυλόττες, η γιαγιούλα μου με πατίνι και το περασμένο βράδυ εσείς να χέζετε, σχεδόν σίγουρα, γιατρέ ψυχίατρε… δεν μπορώ να αποφύγω τη λέξη ψυχίατρε, γιατρέ… ψυχίατρε… το βλέπω μπροστά μου, εσείς να χέζ…»
            «Έλα, έλα, Σεμπαστιάν. Βάλε σε κάποια τάξη τις ιδέες σου, έχε λίγο τον έλεγχο, πάμε στο θέμα, πιάσε την ιστορία από την αρχή, από όταν ξεκινάει το ταξίδι…»
            «Ναι, γιατρέ ψυχίατρε… να χέζετε…»
            «Στο είχα πει: ένα καφέ δεν είναι το κατάλληλο μέρος για να έχουμε μια συνεδρία, κάθε τρεις και λίγο γυρνάς για να δεις ποιος μπαίνει. Θα έπρεπε να έχουμε συναντηθεί στο ιατρείο μου…»
            «Όχι, όχι, όχι, με τίποτα στο ιατρείο σας. Δεν είναι ανάγκη να πάρουμε αυτή την ιστορία στα σοβαρά, καταλάβετέ με: ένα ραντεβού με τον ψυχίατρο στο ιατρείο του και αμέσως φοβάμαι τι θα πω· εδώ, στο καφέ, όλα φαίνονται λιγότερο σημαντικά, εδώ δεν μπορείτε να κατεβάσετε τις περσίδες ούτε να με υποχρεώσετε να ξαπλώσω στον καναπέ, εδώ, πίνοντας τον καφέ μας, γιατρέ ψυχίατρε, γιατί αν δεν μου το σταματήσετε, γιατρέ ψυχίατρε, συγγνώμη, δεν μπορώ να πάψω να σας αποκαλώ έτσι, αν δεν μου το σταματήσετε, είναι καλύτερα να εξακολουθήσω να σας βλέπω να χέζετε, συγγνώμη… αλλά έτσι είναι, τα πάντα έτσι είναι, τις προάλλες, για παράδειγμα, θα σας πω ένα όνειρο από τα πιο χαριτωμένα, τις προάλλες ένας τεράστιος στρατός πήγαινε να εισβάλει σε μια χώρα, δεν ξέρω ποια, θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε, και ακριβώς πριν φτάσουν στα σύνορα άρχισαν όλοι να κάνουν πατίνι, σαν τη γιαγιούλα μου, και να πετάνε μπουγέλα νερού όπως γίνεται στο καρναβάλι, και μετά ξεκίνησε, στο όνειρο, το καρναβάλι του Ρίο μέχρι που ξύπνησα σχεδόν ευτυχισμένος… Το μόνο κακό είναι ότι ήταν ακόμα χαράματα, πέντε η ώρα… Κατά πως βλέπετε δεν πρόκειται για εφιάλτες ή τι να σας πω…»
            «Λίγη τάξη, Σεμπαστιάν. Άρχισε την ιστορία από τη στιγμή που αφήνεις το Παρίσι».

            Είχε φτιάξει τη βαλίτσα του τρεις μέρες πριν το ταξίδι γιατί ήταν προνοητικός, μανιακός και μεθοδικός. Είχε νοικιάσει σε άλλον το δωμάτιό του στο Καρτιέ Λατέν για τους τρεις μήνες του καλοκαιριού γιατί ήταν ένας φοιτητής μάλλον φτωχός. Είχε αποφασίσει να περάσει το καλοκαίρι στην Ισπανία γιατί είχε φίλους εκεί, γιατί λάτρευε τον Δον Κιχότε και γιατί ήθελε να δει τον Βίτι να ταυρομαχεί· ίσως επίσης για όλα όσα επρόκειτο να του συμβούν εκεί.
            Είχε νοικιάσει το δωμάτιό του σε έναν Ισπανό που ερχόταν να γράψει τη διατριβή του στη διάρκεια του καλοκαιριού. Ο Ισπανός κατέφθασε δύο μέρες νωρίτερα από την ημερομηνία που είχαν συμφωνήσει και χρειάστηκε να κοιμηθούν μαζί. Συζήτησαν. Καθώς ο Ισπανός δεν τον γνώριζε ακόμα πολύ καλά, του μίλησε για ανώδυνα πράγματα, δίχως ιδιαίτερη σημασία, ή μήπως όχι;
            «Αν λες ότι έχεις χάσει έξι κιλά, θα δεις πως θα τα ξαναπάρεις στην Ισπανία. Εκεί μπορείς να φας καλά και φθηνά».
            «Μισώ τα τρένα. Θέλω ως δια μαγείας να βρεθώ στη Βαρκελώνη».
            «Άνθρωπέ μου, ένα ταξίδι με τρένο στην εποχή μας μπορεί να είναι πολύ διασκεδαστικό. Θα δεις: ή θα συνταξιδέψεις με κάποιες Σουηδέζες ή Γερμανίδες και σε αυτή την περίπτωση, καθώς εσύ μιλάς Ισπανικά, τίποτα πιο εύκολο από το να επωφεληθείς από την περίσταση· ή, αντίθετα, θα βρεθείς με ισπανούς εργάτες που επιστρέφουν στη χώρα τους για διακοπές και τότε ψωμί, κρασί, τσορίθο, τρανζιστοράκια, σαν να ’ταν γιορτή, ούτε που θα καταλάβεις πώς πέρασε η ώρα, μην το συζητάς».
            Ο Ισπανός δεν τον συνόδευσε να πάρει το καταραμένο τρένο. Ο Σεμπαστιάν απεχθανόταν τα τρένα και είχε σηκωθεί πολύ νωρίς για να βρει το κάθισμά του στα βαγόνια δεύτερης θέσης, και για να μην καθίσει κάποιος άλλος στο μέρος του, αλλά και γιατί, μανιακός καθώς ήταν, ήταν πεπεισμένος ότι ο οδηγός του τρένου τον μισούσε και, προκειμένου να του τη σπάσει, θα ξεκινούσε, μόνο εκείνη τη μέρα, πριν την προκαθορισμένη ώρα. Ήταν ο πρώτος που ανέβηκε στο τρένο. Ο πρώτος που εντόπισε τη θέση του, που τοποθέτησε τις βαλίτσες του. Καθώς, τρία λεπτά αργότερα, το βαγόνι εξακολουθούσε να είναι άδειο, ο Σεμπαστιάν σηκώθηκε και βγήκε να διαπιστώσει ότι δεν υπήρχε στο ίδιο τρένο κάποιο άλλο βαγόνι με το ίδιο νούμερο ούτε, όταν πλέον είχε επιστρέψει στο βαγόνι του, κάποια άλλη θέση με το νούμερό του. Αυτό το τελευταίο το έκανε τρέχοντας, γιατί φοβήθηκε ότι κάποιος άλλος μπορεί να είχε καθίσει στη θέση του και τότε θα έπρεπε να έχει χρόνο για να πάει να αναζητήσει τον άνθρωπο του Οργανισμού ‒δεν ξέρει κανείς με ποιον θα χρειαστεί να τα βάλει‒ ώστε εκείνος να υποχρεώσει τον σφετεριστή να σηκωθεί. Άδεια. Η θέση του ήταν άδεια και ο Σεμπαστιάν την έβρισε επειδή δεν ήταν δίπλα στο παράθυρο, επειδή ήταν στη μέση και επειδή τώρα στο ταξίδι, όπως και στο σινεμά, κανείς δεν θα ’χει την παραμικρή ιδέα σε ποιο από τα δύο μπράτσα της θέσης θα πρέπει να στηρίξει τον αγκώνα του και αυτό μπορεί να προκαλέσει μίση στο κουπέ. Αλλά μπορεί και όχι γιατί δεν θα αργούσαν να εμφανιστούν δύο ανδαλουσιανοί εργάτες, μαζί με εκείνον τρεις άντρες, με κρασί, τσορίθο και τα τρανζιστοράκια τους, και αμέσως μετά τρεις Σουηδέζες, τρεις με τρεις, με τα μακριά τους πόδια, τα ξανθά τους μαλλιά, έτοιμες να πεθάνουν από ηλίαση σε κάποια παραλία της Μάλαγας. Εκείνος θα άρχιζε να μιλάει για τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, οι Ισπανοί θα κέρναγαν κρασί· στα δέκα λεπτά όλοι θα μιλούσαν με όλους, αλλά μισή ώρα αργότερα εκείνος θα μιλούσε πια μόνο με τη Σουηδεζούλα με την οποία επρόκειτο να παντρευτεί, δεν θα επιστρέψω πλέον στη χώρα μου, με την οποία επρόκειτο να εγκατασταθεί στη Στοκχόλμη και η οποία ήταν τόσο αταίριαστη με τη γλυκιά μικρούλα Βάσκα που θα τον υποχρέωνε να ριζώσει στην Γκιπούθκοα, ένα σπίτι στο βουνό και ποιήματα ποιήματα ποιήματα, τόσο αταίριαστη με τα πελώρια ερωτευμένα μαύρα μάτια της Σολεδάδ, της όμορφης Ανδαλουσιανής που τον πήγε στους ταύρους, τόσο αταίριαστη με την, που τον λάτρεψε τη στιγμή που ο Βίτι τούς αφιέρωσε τον ταύρο, τόσο αταίριαστη με την, Σαντιάγο Μαρτίν, Ελ Βίτι, θριαμβευτής… Όλα αυτά, όλα επρόκειτο να του συμβούν, αλλά πριν, πριν, γιατί μετά, μετά θα επέστρεφε στο Παρίσι για τις σπουδές του.
            Και οι πέντε έβγαλαν το ροζάριο και άρχισαν να προσεύχονται. Και οι πέντε. Δεν είχε αναχωρήσει καλά καλά το τρένο και οι πέντε έβγαλαν το ροζάριο και άρχισαν να προσεύχονται. Εκείνος δεν είχε ένα ρεβόλβερ να τις σκοτώσει και, επιπλέον, δεν του ήταν δυνατόν να τις μισήσει. Ήταν πεντακάθαρες οι πέντε καλογριούλες και τον είχαν χαιρετήσει μόλις μπήκαν στο κουπέ. Τότε το ταξίδι άρχισε να διαρκεί οκτώ ώρες μέχρι τα σύνορα· εξήντα λεπτά κάθε ώρα μέχρι τα σύνορα· οκτώ χιλιάδες ώρες μέχρι τα σύνορα και οι πέντε καλογριούλες θα ταξίδευαν ακούνητες μέχρι τα σύνορα και εκείνος πώς θα τα κατάφερνε να μην κατουρήσει μέχρι τα σύνορα γιατί υπήρχε μια άσπιλη ανάμεσα σε εκείνον και την πόρτα και δεν μπορούσε να της πει: «Μητέρα, σας παρακαλώ θέλω να πάω στην τουαλέτα», την ώρα που εκείνη ίσως προσευχόταν για εκείνον. Ούτε τους αγκώνες του μπορούσε να στηρίξει, ούτε το βιβλίο του να διαβάσει, πώς ήταν δυνατόν να διαβάζει τον Μαρκήσιο ντε Σαντ που είχε στην τσέπη του μπροστά σε εκείνες, πώς να έλεγε σε εκείνη που είχε βάλει τη βαλίτσα της πάνω στη δικιά του: «Μητέρα, σας παρακαλώ, θα μπορούσατε να πάρετε τη βαλίτσα σας πάνω από τη δική μου; Θα ήθελα να βρω ένα βιβλίο που έχω εκεί μέσα». Αισθανόταν τόσο κακός, τόσο κολασμένος ανάμεσα στις καλογριούλες. «Μητερούλα, χαρίστε μου μια εικονίτσα», σκέφτηκε, και εκείνη τη στιγμή τού ήρθε στο μυαλό αυτή η τόσο παράλογη εικόνα, οι καλογριούλες να μετράνε μαύρα φασόλια, μετά άλλη, οι καλογριούλες με πατίνι μέχρι τα σύνορα, και τότε ανακάθισε κάπως στη θέση του για να καθαρίσει το μυαλό του από τέτοιες ιδέες και για να δει αν κάποιο υγρό κουνιόταν στα νεφρά του και να διαπιστώσει αν είχε όρεξη να κατουρήσει ώστε να αρχίσει να κρατιέται μέχρι τα σύνορα.

«Και όταν αποκοιμήθηκα, γιατρέ ψυχίατρε, όχι για πάνω από μισή ώρα, γιατρέ ψυχίατρε, είμαι βέβαιος, σημειώστε το γιατί αυτή ήταν η πρώτη φορά που ονειρεύτηκα περίεργα πράγματα, αυτά τα χαριτωμένα όνειρα: οι καλογριούλες με πατίνι, σε μάχη σώμα με σώμα, να πετούν φασόλια η μία στο πρόσωπο της άλλης. Πιστεύω δε πως ξύπνησα γιατί μου ήρθε ένα φασόλι στο μάτι».
«Είσαι σίγουρος, Σεμπαστιάν, ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά;»
«Ναι, ναι, σίγουρος, σιγουρότατος. Και η δεύτερη φορά ήταν όταν λαγοκοιμόμουν σε εκείνο το παγκάκι στο Ιρούν, περιμένοντας το τρένο για Βαρκελώνη. Έριχνε καταρράκτες και είχαν βραχεί τα πόδια μου, γι’ αυτό άρπαξα εκείνο το καταραμένο το κρυολόγημα… Καταραμένη βροχή».
«Και οι μοναχές;»
«Οι καλογριούλες πήραν άλλο τρένο με κατεύθυνση προς Μαδρίτη. Εγώ τις βοήθησα να φορτωθούν και να ανεβάσουν τις βαλίτσες τους. Αν βλέπατε πόση ευγνωμοσύνη μού έδειξαν. Όταν τις αποχαιρέτησα πίστεψα ότι θα βάλω τα κλάματα, δηλαδή, ότι θα γέμιζαν τα μάτια μου με δάκρυα. Έφυγαν η κάθε μία με το ροζάριό της… άσπιλες… Αν βλέπατε το κατούρημα που έριξα στο Ιρούν…»
«Τα όνειρα στο Ιρούν ήταν τα ίδια με τα όνειρα στο τρένο;»
«Ναι, γιατρέ ψυχίατρε, ακριβώς, καμία διαφορά, μόνο που στο τέλος τις βοήθησα να πάρουν τα πατίνια τους και να τα ανεβάσουν στο άλλο τρένο. Στο τρένο για Βαρκελώνη ονειρεύτηκα και εκεί το ίδιο στην αρχή, αλλά αυτή τη φορά ήταν επίσης οι Σουηδέζες και οι ανδαλουσιανοί εργάτες και δεν τολμούσαμε να τους μιλήσουμε γιατί δεν κάνει να πιάνει κάποιος την κουβέντα με μια Σουηδέζα μπροστά σε μια καλόγρια την ώρα της προσευχής της…

Έφτασε στη Βαρκελώνη το βράδυ της 27ης Ιουλίου και έβρεχε. Κατέβηκε από το τρένο και όταν είδε στο ρολόι του ότι ήταν έντεκα το βράδυ, το πήρε απόφαση ότι θα έπρεπε να κοιμηθεί στο δρόμο. Όταν βγήκε από το σταθμό, άρχισαν να εμφανίζονται μπροστά στα μάτια του οι επιγραφές που διαφήμιζαν τις πανσιόν, τα πανδοχεία και τους ξενώνες. Μονολόγησε: «Δεν υπάρχει δωμάτιο για εσάς», στις πόρτες τεσσάρων πανσιόν, αλλά δεν δίστασε να ανέβει με θάρρος τις σκάλες της πέμπτης πανσιόν που βρήκε μπροστά του. Έχασε και ξαναβρήκε το διαβατήριό του πριν μπει και στη συνέχεια προχώρησε προς ένα είδος ρεσεψιόν όπου ένας υπάλληλος μπορεί και να τον είχε μπερδέψει με κάποιον λαθρέμπορο. Ήθελε, γονατιστός, ένα δωμάτιο για αρκετές ημέρες γιατί στη Βαρκελώνη επρόκειτο να συναντηθεί με τους Λινάρες, γιατί ήταν πολύ κρυωμένος και γιατί έπρεπε να κοιμηθεί καλά εκείνη τη νύχτα. Ο υπάλληλος της ρεσεψιόν τού απάντησε πως ο ίδιος ήταν ο ιδιοκτήτης αυτής της πανσιόν, ο ιδιοκτήτης όλων των δωματίων αυτής της πανσιόν, όλων των τραπεζιών της τραπεζαρίας αυτής της πανσιόν και μετά του είπε πως δεν υπήρχε τίποτα για εκείνον, πως υπήρχε μόνο ένα δωμάτιο με δύο κρεβάτια για δύο άτομα. Ο Σεμπαστιάν άρχισε το πιο μακρύ κατηγορώ εναντίον όλων των πανσιόν του κόσμου: σε εκείνον που ήταν ένας ξένος φοιτητής, σε εκείνον που ήταν άρρωστος, κρυωμένος, κουρασμένος μετά από τόσο ταξίδι, σε εκείνον που είχε το νόμιμο διαβατήριό του (το έχασε και το ξαναβρήκε), σε εκείνον που είχε έρθει αναζητώντας ξεκούραση, ήλιο και τον Δον Κιχότε, του επεφύλασσαν υποδοχή με βροχή και τον υποχρέωναν να κοιμηθεί στο έλεος των καιρικών συνθηκών. «Ηρεμήστε, ηρεμήστε, κύριε», είπε ο ιδιοκτήτης-ρεσεψιονίστ, «μην απελπίζεστε, αφήστε με να ολοκληρώσω: θα τηλεφωνήσω σε άλλη πανσιόν και θα σας βρω δωμάτιο». Όμως κάποιος ανέβαινε τις σκάλες· μερικά βήματα στα σκαλιά, βήματα δυνατά, αισιόδοξα, αποφασιστικά, απέτρεψαν τον ιδιοκτήτη-ρεσεψιονίστ από το να πάρει τηλέφωνο στην άλλη πανσιόν και έστρεψαν το βλέμμα του Σεμπαστιάν προς την πόρτα της ρεσεψιόν. Εκεί είχε κοντοσταθεί και εκείνοι λίγο ακόμα και θα τον χειροκροτούσαν γιατί αντιπροσώπευε όλες τις αρετές της παγκόσμιας νιότης. Ήταν υγιής, υγιέστατος, και όταν χαμογέλασε, ο Σεμπαστιάν διάβασε πεντακάθαρα τα γράμματα που σχηματίζονταν σε κάθε ένα από τα δόντια του. «Τα πλένω κάθε μέρα, τρεις φορές τη μέρα». Φορούσε τεράστια μποτάκια, με λάστιχα τρακτέρ για σόλες, στα οποία ο Σεμπαστιάν θα κατάφερνε να βάλει τα πόδια του μόνο με ψεύτικα χαϊδολογήματα και μικροαπατεωνιές και αποχαιρετώντας τα για πάντα. Κουβαλούσε επίσης, κρεμασμένο στην πλάτη, ένα τεράστιο λαδί σακίδιο και ήταν διατεθειμένος, έτσι και του το ζητούσε κάποιος, να βγάλει από μέσα ένα αγροτόσπιτο και να το συναρμολογήσει μέσα στην πανσιόν (ή όπου αλλού) μέσα σε τριάμισι δευτερόλεπτα ακριβώς. Δεν είχε κλείσει ακόμα τα εικοσιτέσσερα και φορούσε κοντοπαντέλονο και στρατιωτικό πουκάμισο. Ήταν ξανθός και κοκκινοπρόσωπος και τα πόδια του, καλυμμένα με ξανθιές, βοστρυχωτές τριχούλες, θα μπορούσαν να του προκαλέσουν σύμπλεγμα κατωτερότητας λόγω ανωτερότητας.
Έκανε μια υπόκλιση και μίλησε: «Haben Sie ein Zimmer?». Ο ιδιοκτήτης-ρεσεψιονίστ χαμογέλασε κοροϊδευτικά και είπε: «Nein». Αλλά τότε ο Σεμπαστιάν αποφάσισε ότι ο θεός Tορ και εκείνος μπορούσαν να καταλάβουν το δωμάτιο με τα δύο κρεβάτια εκείνο το βράδυ. Ήταν μια μεγάλη ιδέα γιατί ο ιδιοκτήτης-ρεσεψιονίστ δέχτηκε και τους ζήτησε να του δείξουν τα διαβατήριά τους και να συμπληρώσουν τα νομότυπα δελτία άφιξης. Ο Σεμπαστιάν δεν έβρισκε το μολύβι του, αλλά ο Θωρ, χαμογελαστός, έβγαλε δύο, υποχρεώνοντάς τον να εφεύρει ένα προσωπείο αδελφοσύνης και να αποφασίσει, μετά από εσωτερικό μονόλογο, να του δείξει στο χάρτη που ο Θωρ θα έβγαζε από το αγροτόσπιτο το οποίο κουβαλούσε στο σακίδιο, πού ακριβώς βρισκόταν η χώρα του, μπορεί και να τον ενδιέφερε και να πήγαινε αύριο περπατώντας μέχρι εκεί.
Λεγόταν Σιγκφρίδο, όχι Θωρ, και ο Σεμπαστιάν, ήδη με πνευμονία, του έδωσε το χέρι του για να το κάνει κομμάτια, υποχρεώνοντάς τον να κουβαλήσει τη βαλίτσα του με το αριστερό χέρι και να τον ακολουθήσει καθώς κατευθυνόταν τεράστιος μέχρι το αρκετά καλό δωμάτιο, με ντους και απ’ όλα. Ο Σεμπαστιάν φτερνίστηκε τρεις φορές την ώρα που έβαζε την πιζάμα του και όταν, μετά από μερικά λεπτά, είδε τον Θωρ να χώνεται γυμνός στο κρύο ντους και μετά τον άκουσε να τραγουδάει και να χτυπάει με δύναμη (τον τοίχο ή το στήθος του που θύμιζε Βίκινγκ;), αποφάσισε να σκεπαστεί καλά με την κουβέρτα γιατί εκείνο το βράδυ θα πέθαινε από πνευμονία. «Ταρα-λα-λα-λα-λα-λα-λα, ταρα-λα-λα-λα-λα-λα-λα, Χοανίτο Πανάνο, Χοανίτο Πανάνο…»

«Είμαι σίγουρος, γιατρέ ψυχίατρε, ότι επέστρεφε από το γύρο του κόσμου με το σακίδιο στην πλάτη και εκείνες τις παπουτσάρες που ήταν ένας κίνδυνος για την ασφάλεια, για τα δημόσια πόδια. Και επίσης μπορούσε να τραγουδήσει με φωνή σαν της χορωδίας του ρωσικού πολεμικού ναυτικού και να κάνει μπάνιο με κρύο νερό, μόνο κρύο νερό είχαμε και δεν υπήρξε η παραμικρή αλλαγή στον τόνο της φωνής του όταν άνοιξε τη βρύση, τίποτα, απολύτως τίποτα: εξακολούθησε να τραγουδάει σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και εγώ εκεί, να πεθαίνω από κρύο και πνευμονία στο κρεβάτι…»
«Σεμπαστιάν, εγώ πιστεύω πως υπερβάλλεις κάπως… Πώς είναι δυνατόν ένα απλό κρυολόγημα να μετατραπεί σε πνευμονία μέσα σε λίγα λεπτά; Ένιωθες άσχημα, κουρασμένος, στεναχωρημένος…»
«Αυτό πήγαινα να πω, γιατρέ ψυχίατρε, αυτό πήγαινα να πω πριν λίγο όταν άρχισα να σας βλέπω να χέζ…»
«Στο είπα εγώ πως είναι λάθος που έχουμε ραντεβού σε ένα καφέ, συνέχεια στρέφεις το κεφάλι σου να δεις τον κόσμο που μπαίνει».
«Όχι, γιατρέ ψυχίατρε, δεν είναι αυτό, τα πέρα-δώθε που κάνω με το κεφάλι μου προς κάθε κατεύθυνση είναι γιατί θέλω να σβήσω από το μυαλό μου την εικόνα σας να χέζ…»
«Άκου, Σεμπαστιάν…»
«Ακούστε εσείς, γιατρέ ψυχίατρε, και μην στεναχωριέστε που σας βλέπω σε αυτή τη στάση γιατί αν εσείς δεν είστε ικανός να αντιληφθείτε ότι ένα κρύωμα μπορεί να εξελιχθεί σε πνευμονία σ’ ένα δευτερόλεπτο εξαιτίας ενός τύπου σαν τον Θωρ, τότε είναι καλύτερα να σας βλέπω πάντα να χέζετε, γιατρέ ψυχίατρε…»
«………»
«Δεν καταλαβαίνετε; Δεν αντιλαμβάνεστε ότι επέστρεφε από το γύρο του κόσμου σαν να μην έτρεχε τίποτα; Δεν μπορείτε να τον φανταστείτε με το αγροτόσπιτο στην πλάτη και μετά γυμνό και κατακόκκινο κάτω από το κρύο ντους, έτοιμο να κοιμηθεί δίχως χάπια και προβλήματα τις ώρες που χρειαζόταν ώστε να φύγει ξανά για ένα νέο γύρο του κόσμου;»
«Πώς τελειώνει όλο αυτό, Σεμπαστιάν;»
«Ήταν απαίσια, γιατρέ, μια νύχτα απαίσια, κοιμήθηκε αμέσως και είμαι σίγουρος πως δεν ροχάλισε από ευγένεια. Εγώ πέρασα ώρες περιμένοντας να τον ακούσω να ροχαλίζει, αλλά τίποτα: δεν άρχισε ποτέ, κοιμόταν σαν μωρό την ώρα που εγώ μούσκευα τα πάντα με τον ιδρώτα μου και ζητούσα απεγνωσμένα ένα θερμόμετρο. Ποτέ πριν δεν είχα ιδρώσει τόσο στη ζωή μου και πώς έκαιγε ο λαιμός μου! Άρχισα να κατεβάζω όλα τα δισκία της πενικιλίνης. Δηλητηριάστηκα παίρνοντας όλα όσα υπήρχαν στο μπουκαλάκι. Ήταν απαίσια, γιατρέ ψυχίατρε. Ο Θωρ σηκώθηκε τα ξημερώματα για να ξυριστεί, να πλύνει τα δόντια του και για να ξεκινήσει για άλλο ένα γύρο του κόσμου. Με τα πόδια, γιατρέ ψυχίατρε, τους γύρους του κόσμου τούς έκανε με τα πόδια. Δεν έκανε θόρυβο για να μην με ξυπνήσει και εγώ ούτε που είχα κοιμηθεί ακόμα… Δεν ίδρωνα πλέον, αλλά τώρα ήταν όλα μούσκεμα στο κρύο κρεβάτι και είχα αρχίσει να νιώθω ναυτία από την πολλή πενικιλίνη. Ο Θωρ ήταν τέλειος, γιατρέ ψυχίατρε, ήταν υγιέστατος, και εγώ δεν ξέρω γιατί στην ευχή κουνήθηκα. Κατάλαβε ότι δεν κοιμόμουν και δευτερόλεπτα πριν φύγει πλησίασε στο κρεβάτι μου να με αποχαιρετήσει, είπε πράγματα στα Γερμανικά και εγώ μάλλον θα πήρα το ύφος ζαλάδας και αδελφοσύνης όταν έβγαλα το υγρό χέρι μου από την κουβέρτα και του το έδωσα για να το πάρει μαζί του στο γύρο του κόσμου. Μου το άφησε να κρέμεται, γιατρέ ψυχίατρε…»
«Δεν κατάφερες να κοιμηθείς μετά που έφυγε;»
«Ναι, γιατρέ ψυχίατρε, βεβαίως κατάφερα να κοιμηθώ αλλά μόνο για λίγο και ήταν αρκετό για να αρχίσουν ξανά τα χαριτωμένα όνειρα. Ήταν απίστευτο γιατί ονειρεύτηκα ακόμα και τις κατάλληλες λέξεις ώστε το ζήτημα να γίνει κωμικό· ναι, ναι, τη λέξη θυσία. Ονειρεύτηκα ότι ο ιδιοκτήτης-ρεσεψιονίστ και εγώ προσφέραμε μια θυσία στον Θωρ, εκεί, στην είσοδο της πανσιόν, οι δυο μας με το ερίφιο, και ο άλλος δώσ’ του να λέει “Haben Sie ein Zimmer?” και μετά άρχισε να μου χαρίζει δισκία πενικιλίνης που έβγαλε από μια αριθμημένη τσέπη του πουκάμισού του…»

Ήταν Κυριακή και απέμεναν δύο μέρες για τη μέρα του ραντεβού. Ο Σεμπαστιάν πήγε στην τραπεζαρία και έφαγε πρωινό χωρίς κέφι. Είχε κάνει εμετό αρκετές φορές αλλά ήταν καλύτερα να αρχίσει τη μέρα του τρώγοντας πρωινό, όπως όλος ο κόσμος, και έτσι να αισθανθεί επίσης όπως όλος ο κόσμος. Είχε ανάγκη να αισθανθεί όπως όλος ο κόσμος.
Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και το απόγευμα θα πήγαινε στην ταυρομαχία. Για την ώρα έκανε βόλτα κοντά στη θάλασσα και πλησίαζε προς το λιμάνι. Αισθανόταν ανακουφισμένος. Ένιωθε ότι η πενικιλίνη τον είχε σώσει από ένα σοβαρό κρύωμα και ο εμετός τον είχε σώσει από την πενικιλίνη. Αισθανόταν καλά. Αισιόδοξος. Περπατούσε προς το λιμάνι και άρχιζε να απολαμβάνει μια ατμόσφαιρα ανέμελη και γαλήνια στην οποία ο ήλιος έδινε ένα τόνο χαράς. Χαμογελούσε όταν σκεφτόταν τον Σιγκφρίδο που εκείνος τον είχε αποκαλέσει Θωρ και τον φανταζόταν ευτυχισμένο να διατρέχει τους δρόμους της Ισπανίας. Στο λιμάνι ενώθηκε με μια παρέα ανθρώπων και όλοι μαζί περπάτησαν μέχρι να φτάσουν σε δύο πολεμικά πλοία. Ήταν δύο αμερικανικά πολεμικά πλοία και είχαν αγκυροβολήσει εκεί, μπροστά του. Ο Σεμπαστιάν τα παρατηρούσε. Δεν ήξερε τι τύπος καραβιού ήταν, αλλά τα ονόμασε destroyers γιατί εκείνα τα κανόνια μπορούσαν να καταστρέψουν ό,τι γούσταραν. Ο κόσμος έκανε ουρά. Ανέβαινε και επισκεπτόταν τα destroyers ενώ οι ναύτες σουλάτσαραν στο κατάστρωμα και, από κάτω, ο Σεμπαστιάν τους έβλεπε μικροσκοπικούς. Τότε αποφάσισε να φύγει για να μην τον έβλεπαν και εκείνον μικροσκοπικό οι ναύτες που τον κοίταζαν. Ήταν κάτι τεράστια πλοία και ο Σεμπαστιάν είχε αρχίσει να τα ξεχνάει, αλλά τότε είδε την καραβέλα.
Ήταν εκεί, ολοκαίνουργη, άψογη, επιπλέοντας αγκυροβολημένη τριακόσια μέτρα πιο πέρα από τα destrοyers, δεν συμβαίνει στον καθένα, η καραβέλα, και ο Σεμπαστιάν έπαψε να καταλαβαίνει. Θέλησε, αλλά πλέον δεν μπορούσε να αισθανθεί όπως μετά το πρωινό και τώρα του πάγωναν τα χέρια. Τώρα πλέον δεν βολτάριζε στη Βαρκελώνη όπως όλος ο κόσμος και τώρα πια δεν μπορούσε να δώσει μια καλή εξήγηση για το τι στο διάολο συνέβαινε τριγύρω· ίσως να μην ήταν δικό του το φταίξιμο, αλλά της πραγματικότητας· διαισθανόταν μια θεωρία, θα ήταν καταπληκτικό να την εξηγούσε σε κάποιον ψυχίατρο, μια συνεισφορά στην αλληλοκατανόηση, αλλά όχι, δεν γουστάρω όλα όσα σου είπα πριν, όλα τα «ξαπλώστε εκεί, νεαρέ» ή τις περσίδες του ιατρείου.
Η καραβέλα του εξακολουθούσε να πλέει σαν ένα πλοίο-παιχνίδι μέσα σε μια μπανιέρα, αλλά πελώρια, αληθινή και πολύ καλά λουστραρισμένη. Ο Σεμπαστιάν έφυγε από εκεί και πήγε εκατό μέτρα πιο πέρα μέχρι τα «χελιδόνια». Έτσι αποκαλούσαν κάτι λευκά βαρκάκια που πήγαιναν, κάθε μισή ώρα, βόλτα τους τουρίστες, όχι πολύ μακριά από το λιμάνι. Εκεί μπροστά του πουλούσαν τα εισιτήρια, μπορούσε να ανέβει και να περιμένει να σαλπάρει το επόμενο, μπορούσε να κάτσει και να περιμένει στην καφετέρια. Δεν αγόρασε εισιτήριο, προτίμησε να μπει στην καφετέρια και να βάλει σε κάποια τάξη όλα εκείνα που θα του άρεσε να διηγηθεί σε κάποιον ψυχίατρο, οποιονδήποτε.
Δεν μπόρεσε, ο καημένος, γιατί με το που κάθισε στο τραπέζι τού κατέβηκε στο κεφάλι η ιδέα με τα επίπεδα. Μόλις την είχε συλλάβει όταν τον πλησίασε εκείνος ο άντρας και τον υποχρέωσε να παραδεχτεί πως τα παπούτσια του ήταν βρόμικα, εκείνος δεν θα ήθελε να τον δει να σκύβει, θα τα καθαρίσω εγώ, αλλά ήταν βρόμικα και ο άντρας εξακολουθούσε να στέκεται δίπλα του, έτοιμος να κάνει τον κόπο και εκείνος του έκανε «ναι» με το κεφάλι και το δάχτυλο γιατί ήθελε να τελειώνει και τώρα ο άντρας καθόταν ήδη στις φτέρνες του και πλέον όλη η ιδέα με τα επίπεδα είχε συμπληρωθεί: κάποιος εκεί κάτω να του πιάνει τα πόδια και οι ναύτες των destroyers επάνω, πάνω στα σκαμπό, μπροστά στην μπάρα, παραγγέλνοντας και πίνοντας συνέχεια μπίρες. «Και εγώ θέλω μια μπίρα», είπε, όταν ήρθαν να τον εξυπηρετήσουν. Το γκαρσόνι ήταν και εκείνο σε άλλο επίπεδο.
Έπειτα σκέφτηκε ότι ο λούστρος δεν είχε ένα πρόσωπο. Είχε πρόσωπο αλλά δεν είχε ένα πρόσωπο, και όταν κοιτούσε προς τα κάτω για να το διαπιστώσει έβλεπε μόνο τα σπαστά μαλλιά, που πολεμούσαν να γεμίσουν μπούκλες, και ένα μέτωπο δίχως τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά ποτέ το πρόσωπο· δεν είχε ένα πρόσωπο ακόμα και όταν το παράκανε σε τελειομανίες και ζογκλερικά πετώντας τη βούρτσα, τσαφ τσαφ, σαν με ελαφρά χαστουκάκια, από την μια παλάμη στην άλλη, όλο και πιο γρήγορα, βάφοντας, τρίβοντας, γυαλίζοντας με μαεστρία, τεχνική, επιδεξιότητα, σχεδόν τέχνη, ένας καλλιτέχνης, αλλά όχι, όχι γιατί δεν ήταν σημαντικός, ήταν μόνο τσαφ τσαφ, γονατιστός, και τα βαρκάκια, τα «χελιδόνια», εξακολουθούσαν να σαλπάρουν, κάθε μισή ώρα, γεμάτα τουρίστες, για να κάνουν μια θαλάσσια βόλτα, μια περατζάδα, όχι πολύ μακριά από το λιμάνι.
Ο λούστρος τού είπε πως το παπούτσι του είχε ένα σκίσιμο, εκείνος το ήξερε ήδη και δεν κοίταξε· τότε ο άντρας χωρίς ένα πρόσωπο του είπε πως δεν είναι βαθύ και πως το είχε φτιάξει, του είχε φτιάξει το παπούτσι, το ζευγάρι παπούτσια· τότε εκείνος κοίταξε και να ’σου εκεί πάντα το σκίσιμο, μόνο που τώρα επιπλέον έλαμπε, υποχρεώνοντάς τον να πάρει το βλέμμα του από εκεί και να ευχαριστήσει, να ευχαριστήσει ευγνώμων, να ανάψει τσιγάρο, να πιει μια τεράστια γουλιά μπίρα, να κοιτάξει την μπάρα, να ξανασκεφτεί τα επίπεδα, να μιλήσει για το αξιαγάπητο παπούτσι του, του είχε στοιχήσει μια περιουσία, υποχρεώνοντάς τον να σκεφτεί πλέον το φιλοδώρημα, τι του είχε πει ο Ισπανός για τα φιλοδωρήματα, τι σκέφτονται οι Λινάρες για τους λούστρους, πόσα κέρματα είχε, τσαφ τσαφ τσαφ, σαν απαλά χαστουκάκια, χάδια σχεδόν, τι είναι η γενναιοδωρία;
Το απόγευμα πήγε στην αρένα.

«Η χειρότερη ταυρομαχία του κόσμου, γιατρέ ψυχίατρε, δεν μπορείτε να φανταστείτε, ήταν η χειρότερη ταυρομαχία του κόσμου, είχε μέχρι και βροχή. Όλο αμερικάνοι ναύτες και τουρίστες. Μόνο λίγοι Ισπανοί και όλοι τους έξω φρενών, όλοι να στέλνουν στο διάολο τους ταυρομάχους, αλλά στο τέλος άλλαξαν συμπεριφορά, γιατρέ ψυχίατρε, άλλαξαν συμπεριφορά και άρχισαν να κάνουν πλάκα, γιατρέ ψυχίατρε: κοροϊδίες, βρισιές, χαχανητά, πεταμένα μαξιλαράκια. Μόνο η καημένη η Σουηδέζα υπέφερε, η καημένη δεν άντεχε το αίμα των ταύρων, έκλεινε τα μάτια, φανταζόταν ταύρους να ξεκοιλιάζουν ταυρομάχους, έκλαιγε, σου ερχόταν να την παντρευτείς, γιατρέ ψυχίατρε, αλλά έκλαιγε στον ώμο του αγαπημένου της, γιατρέ ψυχίατρε, χανόταν στο λαιμό ενός γίγαντα σαν τον Θωρ, γιατρέ ψυχίατρε, ενός γίγαντα σαν τον Θωρ αν και ετούτος δεν ήταν τόσο υγιής…
«Και είδες και άλλα όνειρα, Σεμπαστιάν;»
«Όχι τόσα πολλά πλέον, γιατρέ ψυχίατρε, όχι τόσα πολλά. Ονειρεύτηκα μόνο την ταυρομαχία: ήταν παράξενο γιατί ο γίγαντας της Σουηδέζας ήταν και δεν ήταν ο Θωρ ταυτόχρονα… Ναι, ναι, γιατρέ ψυχίατρε, ήταν και δεν ήταν γιατί μετά είδα τον Θωρ να καταφτάνει σε μια πανσιόν στην Αίγυπτο και να ρωτάει “Haben Sie ein Zimmer?” αν και αυτό θα πρέπει να ήταν πιο αργά, στην πραγματικότητα δεν θυμάμαι καλά, θυμάμαι μόνο ότι φοβήθηκα πολύ γιατί η αρένα άρχισε να λικνίζεται αργά, να λικνίζεται σαν να επέπλεε και μου έφυγε ο φόβος μόνο όταν ανακάλυψα ότι οι κερκίδες είχαν συντονιστεί στο ρυθμό που είχαν τα σαγόνια των ναυτών: ήταν Αμερικάνοι, γιατρέ ψυχίατρε, και μασούσαν τσίχλα… Έμοιαζαν ευχαριστημένοι…

Δεν του άρεσε να παίζει χαρτιά, δεν ήξερε να ρίχνει πασιέντζες, αλλά πιστεύει πως μπορεί να μιλήσει για το τι αισθάνεται ένας άνθρωπος που ρίχνει πασιέντζες, το πιστεύει εξαιτίας όσων έκανε εκείνο το πρωί, μια μέρα πριν από το ραντεβού με τους Λινάρες.
Πήρε πρωινό, όπως όλος ο κόσμος στην πανσιόν, στις εννιά το πρωί. Ύστερα κάθισε στη ρεσεψιόν, κουβέντιασε με τον ιδιοκτήτη-ρεσεψιονίστ, απέφυγε τις βόλτες δίπλα στη θάλασσα και κάπνισε μέχρι τις έντεκα το πρωί. Και τότε μια ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό του Σεμπαστιάν: γιατί να μην έχει κάνει λάθος σχετικά με τη μέρα του ραντεβού; Είχαν κανονίσει να συναντηθούν την Τρίτη 30 Ιουλίου, στη μία το μεσημέρι, αλλά το είχαν κανονίσει ένα μήνα πιο μπροστά και, με τόσο καιρό που είχε μεσολαβήσει, οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει μια μέρα λάθος. Επιπλέον τον ανησυχούσε το γεγονός ότι δεν γνώριζε τη Βαρκελώνη. Κι αν έπαιρνε λάθος δρόμο και έφτανε κατόπιν εορτής; Κι αν χανόταν και έφτανε με μεγάλη καθυστέρηση; Κι αν εκείνοι κουραζόντουσαν να τον περιμένουν και αποφάσιζαν να φύγουν; Κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα της πανσιόν και ρίχτηκε στο δρόμο αναζητώντας το καφέ Τέρμινους, στη γωνία του Πασέο δε Γκράθια με την οδό Αραγόν. Και τώρα περπατούσε ανοίγοντας τον καταραμένο χάρτη της πόλης που του κολλούσε στο σώμα και χωνόταν ανάμεσα στα πόδια του εξαιτίας του ανέμου. «Από εδώ, στα δεξιά· από εκεί, στα αριστερά», μονολογούσε και νόμιζε πως ήδη θα τον περίμεναν σε εκείνο το καταραμένο καφέ στο οποίο δεν θα έφτανε ποτέ. Ο ήλιος, η ζέστη, ο αέρας, ο πελώριος χάρτης που άνοιγε με δυσκολία και που ποτέ δεν θα ξαναδιπλωνόταν σωστά, που μπορεί να ήταν λάθος, να ήταν πολύ παλιός… Όχι, με τίποτα· σταματημένος σε εκείνη τη γωνία, την πιο ζεστή γωνία του κόσμου, δίχως κάποιο παγωτατζίδικο κάπου κοντά, δεν επρόκειτο να ξαναδεί τους Λινάρες με τίποτα.
Και ύστερα δεν μπόρεσε να ρωτήσει εκείνο τον αστυνομικό γιατί ο ιδιοκτήτης-ρεσεψιονίστ είχε κρατήσει το διαβατήριό του, το μοναδικό αποδεικτικό της ταυτότητάς του. Κι αν του είχε έρθει πλέον η βεβαίωση του εμβολιασμού του; Μπορούσε όμως να ρωτήσει εκείνον τον άλλο: πεζέ, περαστικέ, κάντε μου μια χάρη, κύριε, και μετά τον μίσησε όταν του είπε ότι το Τέρμινους ήταν εκεί δίπλα, στην επόμενη γωνία, και εκείνος διαπίστωσε πως το ραντεβού ήταν σε μία ώρα, και επιπλέον ήταν αύριο.
Πράγματι, το γκαρσόνι του Τέρμινους είχε μεγάλη υπομονή, δεν τον ρωτούσε αν ήθελε κάτι, αν και μάλλον τον παρακολουθούσε με το βλέμμα. Μα τι γύρευε αυτός ο κύριος; Γιατί κάθισε πρώτα μέσα και μετά στα τραπεζάκια έξω; Γιατί μετακινήθηκε από την αριστερή πλευρά στη δεξιά; Τι ψάχνει αυτός ο κύριος; Είναι τρελός; Γιατί δεν σταματάει να με κοιτάζει; Θα με τρελάνει, δεν το καταλαβαίνει; Έτσι, λοιπόν, ο Σεμπαστιάν εξέταζε όλες τις πιθανότητες, καθόταν σε όλες τις γωνιές, πρόσεχε όλες τις εισόδους του καφέ, προκειμένου να μην του διαφύγουν οι Λινάρες. Ακόμα και τώρα τους περίμενε για αρκετή ώρα, μην τυχόν και…
Το βράδυ πριν το ραντεβού είδε πάλι όνειρα, αλλά ήταν διαφορετικά. Το πρωί ξύπνησε πολύ νωρίς, αλλά ξύπνησε χαρούμενος και πήρε πρωινό νιώθοντας καλύτερα από όλο τον κόσμο. Περπάτησε πάλι μέχρι το καφέ Τέρμινους, αλλά τώρα πλέον γνώριζε το δρόμο και δεν είχε μαζί του το χάρτη της πόλης. Φορούσε ελαφριά ρούχα και γυαλιά ηλίου, αλλά ο ήλιος ήταν ευχάριστος και δεν έκαιγε πάρα πολύ. Όταν βρέθηκε στο καφέ, βρήκε άδειο το τραπέζι του και το γκαρσόνι δεν τον κοίταζε πλέον απελπισμένο. Περιορίστηκε στο να του φέρει την μπίρα που ζήτησε και μετά τον άφησε ήσυχο με το τετράδιο και το μολύβι που είχε φέρει για να γράψει, γιατί απέμεναν ακόμα αρκετές ώρες για το ραντεβού. Και έγραφε, έγραφε γρήγορα και στη διάρκεια των δύο πρώτων ωρών σήκωνε το κεφάλι μόνο κάθε δέκα λεπτά για να δει αν είχαν καταφτάσει οι Λινάρες. Μετά, απέμενε μόνο μια ώρα, και τότε άρχισε να σηκώνει το κεφάλι κάθε πέντε λεπτά, κάθε τρία, κάθε δύο λεπτά γιατί πλέον δεν θα αργούσαν να καταφτάσουν, αλλά εξακολουθούσε να γράφει, έγραφε και σήκωνε το κεφάλι, έγραφε και κοιτούσε…

«Λες ότι ήταν διαφορετικά τα όνειρα, Σεμπαστιάν;»
«Ναι, γιατρέ, εντελώς διαφορετικά, ήταν χαρούμενα, ήταν εκεί όλοι μου οι φίλοι, μου μιλούσαν. Οι Λινάρες κατέφθαναν διαρκώς, δεν κουραζόντουσαν να καταφτάνουν, ξανά και ξανά, ήταν υπέροχα όνειρα και αν επρόκειτο να μου δώσετε χάπια, θα ήθελα μόνο χάπια εναντίον των άλλων ονείρων, τίποτα για αυτά τα όνειρα, γιατρέ, τίποτα για αυτά τα όνειρα με τους φίλους και τους Λινάρες να καταφτάνουν…»

Ποιος από τους δύο είναι πιο μαυρισμένος; Εκείνος ή εκείνη; Ποιος φοράει τα γυαλιά ηλίου; Ποιος χαμογελάει περισσότερο; Καταραμένο φορτηγό που δεν τους αφήνει να διασχίσουν το δρόμο. Ακόμα το φανάρι. Σήκω να τους αγκαλιάσεις. Μην χύσεις την μπίρα. Μην λερώσεις το διήγημα. Μην κλωτσήσεις το τραπέζι. Πράσινο φως. Ποιος από τους δύο είναι πιο μαυρισμένος; Ποιον να αγκαλιάσω πρώτον; Τα χαμόγελα. Οι Λινάρες. Οι πρώτες ερωτήσεις. Τα πρώτα σχόλια στις πρώτες απαντήσεις.
«Σεμπαστιάν! Είσαι υπέροχος!»
«Ναι, ναι, Και εσείς κατάμαυροι. Έχει περάσει ένας μήνας που…»
«Ενάμισης μήνας κάτω από τον ήλιο, φτάνει πια. Δεν βλέπεις πόσο όμορφη έγινε εκείνη;»
«Και τώρα, Σεμπαστιάν, στη Χερόνα μαζί μας».
«Τρεις μπίρες;»
«Ναι, ναι, συμφωνώ, συμφωνώ».
«Τι είναι αυτό, Σεμπαστιάν;»
«Α, ένα διήγημα. Άρχισα να γράφω όσο σας περίμενα, θα πρέπει να σας το διαβάσω».
«Έλα, λοιπόν, ξεκίνα!»
«Όχι τώρα, πρέπει πρώτα να κάνω διορθώσεις».
«Και ο τίτλος του;»
«Δεν έχω βάλει ακόμα, είχα σκεφτεί να το ονομάσω «Γιατρέ ψυχίατρε», αλλά δεδομένων των συνθηκών, νομίζω ότι θα το πω: «Πριν από το ραντεβού με εσάς, με τους Λινάρες».  



Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Ο Alfredo Bryce Echenique [Αλφρέδο Μπράις Ετσενίκε] γεννήθηκε στη Λίμα του Περού το 1939. Γόνος ευκατάστατης οικογενείας, φοίτησε σε ιδιωτικό αγγλόφωνο κολέγιο και σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Σαν Μάρκος της Λίμα. Το 1964 ταξίδεψε στην Ευρώπη και παρέμεινε επί μακρά σειρά ετών στο Παρίσι όπου πραγματοποίησε διδακτορικές σπουδές στη γαλλική λογοτεχνία, στη Σορβόννη. Έζησε, επίσης, στο Μονπελιέ, τη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη καθώς και για σύντομα διαστήματα στην Ελλάδα, τη Γερμανία και την Ιταλία. Υπήρξε καθηγητής στα πανεπιστήμια της Ναντέρ στο Παρίσι, του Μονπελιέ, του Γέιλ, του Όστιν κ.ά. Το 1972 του απονεμήθηκε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας του Περού για το μυθιστόρημα Un mundo para Julius και το 1998 το Εθνικό Βραβείο Πεζογραφίας της Ισπανίας για το μυθιστόρημα Reo de nocturnidad. Σήμερα ζει στο Περού όπου το 2012 παρουσίασε το, κατά δήλωσή του, τελευταίο του μυθιστόρημα με τίτλο Dándole pena a la tristeza.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2020

Vasilis Manusakis: Insomnio


Vasilis Manusakis

Insomnio
Sus ojos no se cerraban tampoco esta noche. Por enésima vez estaba sentada, como estupefacta, en el balcón de enfrente para oler, tal vez, el humo de los coches revuelto con el dulce jazmín de la terraza de al lado.
         Mis ojos no se cerraban tampoco esta noche. Estaba de pie ante la ventana de la cocina y la miraba como estupefacto sentada en el balcón de enfrente estática, como si posara para unas fotografías artísticas. El cuerpo inclinado hacia adelante. Los ojos mirando al infinito. Las manos entrecruzadas puestas al lado graciosamente.
           Tomé mi cámara fotográfica y la miré a través de la lente. Su rostro ya conocido, esta vez parecía un poco indolente y pálido. Ella no me miraba. Nunca me miraba. Se sentaba simplemente allí contemplando el universo, tal vez. Parecía estar pensando en algo, pero por más que tratara a través de la lente no se me revelaba qué podría ser. Abandoné mis esfuerzos y enfoqué hacia otro lado para sacar las fotografías de la velada que coleccionaba insomne cada noche.
            Y entonces lo vi.
            Sus ojos no se cerraban tampoco esta noche. Estaba de pie delante de la ventana de su cocina y tomaba imágenes con una cámara digital, como si rodara una película sobre la vida. Parecía de marmol, pero la lente de mi cámara me reveló que se movía imperceptiblemente para volverse unas veces  hacia mi ventana y otras hacía la ventana de ella. Ella lo miraba fijamente y ahora, como si una atracción más fuerte  que la gravedad me atrajera hacía él, yo también lo miraba.
            Nos quedamos así los tres durante un largo rato mirándonos en silencio. Dos ojos, una cámara fotográfica, una cámara digital. Después, entramos en nuestras casas y nos dormimos. 
                 A la mañana siguiente nos encontramos a la hora de salir para ir al trabajo, pero nuestras miradas cayeron al suelo. Tres extraños protagonistas en el perpetuo ritual del insomnio. Tres desconocidos y solitarios que se darían cita por la noche para tres diferentes formas de pensar y tres diferentes miradas sobre la ciudad.


Fuente: Primera publicación,  Planodion-Bonsái, 20 de enero de 2012

Vasilis Manusakis. (Atenas, 1972) Poesía, narración, traducción.  Es Doctor en poesía norteamericana. Profesor de Literatura y Traducción en el Hellenic American College. Libros: Μιας σταγόνας χρόνος (poesía, 2009), Ανθρώπων όνειρα (cuentos, 2010), Movie Stills (poesía en lengua inglesa, 2013), Εύθραυστο όριο (poesía, 2014). Colaborador en la redacción de los tres  homenajes de la revista Planodion al microcuento/bonsai griego y americano. Ha traducido más de 20 libros de género literario y varios cuentos y poemas. Ha organizado homenajes literarios en el extranjero, y  sus traducciones y artículos se han publicado en revistas griegas y en el extranjero.

Traducción: Flor de María Nochebuena
Revisión: Konstantinos Paleologos

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2020

¡Eligiendo los mejores minicuentos! / Επιλέγοντας τα καλύτερα μικροδιηγήματα!


¡Eligiendo los mejores minicuentos!

El Concurso de minicuentos del Festival LEA en casa ha tenido muy buena acogida. Actualmente, el jurado se encuentra deliberando a fin de elegir, por un lado, los tres mejores minicuentos con vistas a figurar en el libro del XII Festival LEA que reúne los textos literarios de escritores griegos e iberoamericanos participantes en alguna edición del Festival; por otro, los minicuentos más votados por el jurado que serán publicados digitalmente en el blog del Festival LEA.

El jurado está formado por:
Juan Vicente Piqueras, poeta, jefe de estudios Instituto Cervantes de Amán. Presidente
Yannis Palavós, escritor, traductor. Miembro
Ifigenia Dumi, poeta, traductora. Miembro
Ana Verriopulu, hispanista, traductora. Miembro
Edu Lucena, profesor de literatura y teatro hispánicos. Miembro

Los resultados se anunciarán a finales del mes de julio de 2020. ¡Estén atentos!


 >.<>.<>.<


Επιλέγοντας τα καλύτερα μικροδιηγήματα!

Ο διαγωνισμός μικροδιηγήματος του Φεστιβάλ ΛEA στο σπίτι σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Αυτή τη στιγμή, η κριτική επιτροπή συζητά προκειμένου να επιλέξει, αφενός, τα τρία καλύτερα μικροδιηγήματα με σκοπό να συμπεριληφθούν στο βιβλίο του XII Φεστιβάλ ΛEA που θα συγκεντρώσει τα λογοτεχνικά κείμενα ελλήνων και ιβηροαμερικανών συγγραφέων οι οποίοι έχουν λάβει μέρος σε κάποια από τις εκδόσεις του Φεστιβάλ· και αφετέρου, τα μικροδιηγήματα που θα λάβουν τις περισσότερες ψήφους από την κριτική επιτροπή και θα δημοσιευτούν ψηφιακά στο ιστολόγιο του Φεστιβάλ ΛEA.

Η κριτική επιτροπή αποτελείται από τους:

Χουάν Βιθέντε Πικέρας, ποιητής, διευθυντής σπουδών Ινστιτούτο Θερβάντες του Αμάν. Πρόεδρος
Γιάννης Παλαβός, συγγραφέας, μεταφραστής. Μέλος
Ιφιγένεια Ντούμη, ποιήτρια, μεταφράστρια. Μέλος
Άννα Βερροιοπούλου, ισπανίστρια, μεταφράστρια. Μέλος
Έντου Λουθένα, καθ. ισπανόφωνης λογοτεχνίας και θεάτρου. Μέλος

Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν εντός του Ιουλίου 2020. Μείνετε συντονισμένοι!

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2020

Γκιγέρμο Σαμπέριο: Εκείνη κατοικούσε σε ένα διήγημα


Γκιγέρμο Σαμπέριο

Εκείνη κατοικούσε σε ένα διήγημα

στον Φερνάντου Φερέιρα ντε Λουάντα

«Όταν πιστεύουμε πως ονειρευόμαστε και είμαστε
ξύπνιοι, νιώθουμε τη λογική μας να παθαίνει ίλιγγο».
Σιλβίνα Οκάμπο και Αδόλφο Μπιόι Κασάρες

Κατά τις πρώτες βραδινές ώρες, ο συγγραφέας Γκιγέρμο Σεγκόβια έδωσε μια διάλεξη στο Πειραματικό Λύκειο της Ισταπαλάπα. Οι μαθητές στο μάθημα της Αισθητικής, με διδάσκοντα τον νεαρό ποιητή Ισραέλ Καστεγιάνος, έμειναν πολύ ικανοποιημένοι από την εμπεριστατωμένη ομιλία του Σεγκόβια. Ο καθηγητής Καστεγιάνος δεν δίστασε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και να επαινέσει μπροστά τους το έργο του προσκεκλημένου. Εκείνος όμως που ένιωσε πιο άνετα από όλους ήταν ο ίδιος ο Σεγκόβια, ο οποίος είναι γεγονός ότι πριν αρχίσει την ομιλία του είχε κάποια νευρικότητα, τη στιγμή όμως που άρχισε να παρουσιάζει τις σημειώσεις που είχε προετοιμάσει δύο ημέρες νωρίτερα, οι λέξεις του ξεπήδησαν σταθερές και ζωηρές. Όταν ένας μαθητής τον ρώτησε για το πώς δομούνται οι χαρακτήρες της μυθοπλασίας που βασίζονται σε πραγματικά πρόσωπα, ο Γκιγέρμο Σεγκόβια στεναχωρήθηκε από μέσα του γιατί η συγκίνηση και η εμπιστοσύνη στον εαυτό του που τον κατέκλυζαν δεν είχαν εμφανιστεί ενώπιον ενός πιο ειδικού κοινού. Μια τέτοια κενόδοξη ιδέα δεν τον εμπόδισε να απολαύσει τον ίλιγγο που γεννά ένας δημιουργικός και οξυδερκής λόγος, ο χώρος εκείνος όπου η θεωρία και τα παραδείγματά της συρρέουν σε μια πυκνή και ταυτόχρονα απλή ομιλία. Άφησε τις φράσεις να συνδυαστούν δίχως να έχει τον πλήρη έλεγχό τους· η πλοκή των φράσεων παρήγαγε μια έκδηλη δυναμική, ανεξάρτητη από τον ομιλούντα.
Ο Γκιγέρμο Σεγκόβια μόλις είχε κλείσει τα τριάντα τέσσερα. Είχε συγγράψει τρία βιβλία με διηγήματα, ένα μυθιστόρημα και μια σειρά άρθρων για εφημερίδες, τόσο τοπικές όσο και του εξωτερικού, κυρίως του Παρισίου, όπου είχε σπουδάσει Φιλολογία. Είχε επιστρέψει στο Μεξικό έξι χρόνια πριν την ημέρα της ομιλίας του στο Πειραματικό Λύκειο, παντρεμένος με την Ελένα, μια νεαρή ερευνήτρια από την Κολομβία, με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά. Με το που επέστρεψε, ο συγγραφέας άρχισε να εργάζεται σε μια εφημερίδα, ενώ η σύζυγός του έπιασε δουλειά στο Εθνικό Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού. Είχαν νοικιάσει ένα σπίτι στην ιστορική συνοικία του Κογιοακάν και ζούσαν άνετα.  
Όταν πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του, οδηγώντας ένα Φολκσβάγκεν μοντέλο του 1982, ο Γκιγέρμο δεν μπορούσε να θυμηθεί κάποια αποσπάσματα από το τέλος της ομιλίας του. Δεν στεναχωριόταν όμως ιδιαίτερα, η μνήμη του συνήθιζε να παρουσιάζει διάφορα περιστασιακά κενά. Επιπλέον, ήταν ενθουσιασμένος εξαιτίας ενός αποσπάσματος που θυμόταν και το οποίο μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για να γράψει ένα διήγημα. Είχε να κάνει με εκείνη την παιχνιδιάρικη σύγκριση ανάμεσα σε έναν αρχιτέκτονα και έναν συγγραφέα. «Υπό το πρίσμα της δημιουργικότητας, ο σχεδιασμός ενός σπιτιού κινείται το δίχως άλλο στο χώρο του φανταστικού. Όταν οι κτίστες αρχίζουν να το κατασκευάζουν, βρισκόμαστε πλέον ενώπιον της πραγμάτωσης του φανταστικού. Όταν τελειώσει, ο ιδιοκτήτης θα κατοικήσει στο σπίτι του και στη μυθοπλασία του αρχιτέκτονα. Επεκτείνοντας το συλλογισμό μου, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι πόλεις είναι μυθοπλασίες της αρχιτεκτονικής· γι’ αυτό το λόγο άλλωστε θεωρείται τέχνη. Ο αρχιτέκτονας ο οποίος κατοικεί σ’ ένα σπίτι που σχεδίασε και κατασκεύασε είναι ένας από τους λίγους ανθρώπους που έχουν τη δυνατότητα να κατοικήσουν τη φαντασία τους. Από την πλευρά του, ο συγγραφέας είναι ένας χειροτέχνης της λέξης, σχεδιάζει ιστορίες και φράσεις, ώστε ο αναγνώστης να κατοικήσει στο κείμενο. Ένα σπίτι και ένα διήγημα πρέπει να είναι στέρεα, λειτουργικά, απαραίτητα, διαχρονικά. Σε μια αφήγηση, η κινητικότητα χρειάζεται ροή, ούτως ειπείν, από το σαλόνι στην κουζίνα, από τα υπνοδωμάτια στο μπάνιο. Δεν θέλει κολόνες και τοίχους, αυτά είναι άχρηστα. Τα διάφορα μέρη του διηγήματος ή του σπιτιού πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και φτιαγμένα με ακρίβεια. Συγγράφεται λογοτεχνία και χτίζονται εστίες ώστε ο άνθρωπος να κατοικήσει σε αυτές δίχως δυσκολίες».
«Να κατοικείς στο κείμενο», σκεφτόταν ο Γκιγέρμο καθώς το αυτοκίνητό του κινούνταν μέσα στη νύχτα της λεωφόρου Ισταπαλάπα. Είχε στραμμένη την προσοχή του μόνο στους φωτεινούς σηματοδότες και δεν παρατηρούσε το άνυδρο τοπίο εκείνης της αστικής περιοχής. Ούτε καν όταν η κίνηση έγινε εντονότερη φτάνοντας προς την Καλσάδα δε λα Βίγα, αντιλήφθηκε την αλλαγή πορείας. «Να κατοικείς στο κείμενο», επέμενε, παρά τα νοητικά του κενά. Η ιδέα του να κατοικήσει μέσα στις φράσεις τού φαινόταν καταπληκτική· ήθελε αίφνης να γράψει ένα διήγημα πάνω σε αυτή την ιδέα. Έχοντας στο μυαλό του τον τρόπο που θα το προσέγγιζε, σκέφτηκε πως θα προσπαθούσε να αποφύγει ήδη υπάρχουσες λογοτεχνικές λύσεις για παρόμοια ζητήματα. Τυχαία, μονολόγησε πως μια γυναίκα θα ήταν η κατάλληλη ηρωίδα. Σαν μέσα σε ομίχλη διαισθανόταν μια γυναίκα να κατοικεί σε μια ιστορία που είχε δημιουργήσει εκείνος. «Εκείνη κατοικούσε στο κείμενο», ήταν η πρώτη μετατροπή. «Εδώ πλέον βρίσκομαι στο έδαφος του διηγήματος· η ίδια η φράση είναι λογοτεχνική, ηχεί όμορφα».
Θυμήθηκε διάφορες γυναίκες, κοντινές και μακρινές, αλλά καμία δεν πληρούσε την επιθυμία του. Πήγε πάλι από την αρχή και άρχισε να φαντάζεται την ενασχόλησή της. Έφτιαξε ένα μικρό κατάλογο με επαγγέλματα και λειτουργήματα, για να προσανατολιστεί στο τέλος σε εκείνο της ηθοποιού. Αναρωτήθηκε για τους λόγους αυτής της επιλογής τη στιγμή που το αυτοκίνητό του απομακρυνόταν από τη συνοικία Κάντρι Κλουμπ και κατευθυνόταν προς Μιγκέλ Άνχελ δε Κεβέδο για να διασχίσει τη γέφυρα του Τλάλπαν. Άφησε τη σκέψη του να παίξει σε αναζήτηση μιας απάντησης ή μιας δικαιολογίας. «Υπό μία έννοια οι ηθοποιοί κατοικούν στο κείμενο. Ζουν μέσα στον ήρωα που τους έτυχε να υποδυθούν και επίσης ζουν μέσα στο κείμενο δεν ενσαρκώνουν κάποιο πρόσωπο. Στο θέατρο κατοικούν εντός της λογοτεχνίας για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Στον κινηματογράφο, δικές τους στιγμές διαρκούν στο χρόνο τείνοντας προς το άπειρο. Οι δραματουργοί έχουν γράψει θεατρικά έργα για να προσεγγίσουν το αρχαίο όνειρο του συγγραφέα μυθοπλασίας: να κατοικήσουν τα κείμενά του ανθρώπινα όντα∙ να περάσει η καλλιτεχνική δημιουργία από την επικράτεια του φανταστικού σε εκείνη της πραγματικότητας. Στην περίπτωση της ιδέας μου η κίνηση είναι αντίστροφη: θα πρέπει η πραγματικότητα να ταξιδέψει προς το φανταστικό».
Το αυτοκίνητο του Γκιγέρμο Σεγκόβια έστριψε στη λεωφόρο Φελίπε Καρίγιο Πουέρτο, προχώρησε ένα τετράγωνο και έστριψε ξανά στην Αλμπέρτο Σαμόρα. Τριάντα μέτρα πιο κάτω, παρκάρισε. Την ώρα που έσβηνε τη μηχανή αποφάσισε ότι η γυναίκα του διηγήματός του θα ήταν μια νεαρή ηθοποιός που τη θαύμαζε για τις παραστάσεις της και την ιδιαίτερη ομορφιά της. Επιπλέον, η ηθοποιός είχε κάποια ομοιότητα με τη ζωγράφο Φρίντα Κάλο η οποία απεικονιζόταν στα όνειρα των πινάκων της, άλλος ένας τρόπος να κατοικείς τις προσωπικές σου μυθοπλασίες. Αν και ο Σεγκόβια δεν έβαζε τίτλο στα διηγήματά του πριν ολοκληρώσει τη συγγραφή τους, σε αυτή την περίπτωση είχε την παρόρμηση να το κάνει. Εκείνη κατοικούσε σε ένα διήγημα θα ήταν ο τίτλος του αφηγήματός του όσον αφορά τη γυναίκα, θα είχε το ίδιο όνομα με την πραγματική ηθοποιό: Οφέλια.
Ο Γκιγέρμο κατέβηκε από το Φολκσβάγκεν, μπήκε στο σπίτι του και, διασχίζοντας προς τα αριστερά ένα όχι πολύ μεγάλο σαλόνι, έφτασε στο γραφείο του. Ένα μικρό δωμάτιο στους τοίχους του οποίου υπήρχαν βιβλιοθήκες από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι. Άναψε το φως, έβγαλε από τη θήκη της τη γραφομηχανή, την ακούμπησε επάνω στο γραφείο, που βρισκόταν στο βάθος του δωματίου, δίπλα σ’ ένα παράθυρο, από το οποίο διακρίνονταν μερικά φυτά ενός κηπαρίου. Άνοιξε το ραδιόφωνο του στερεοφωνικού του συγκροτήματος και έβαλε το Σταθμό του Πανεπιστημίου. Την ώρα που άνοιγε το πρώτο συρτάρι του γραφείου του, έκανε την εμφάνισή της η Ελένα στο κατώφλι της πόρτας.
            «Πώς πήγε;», του είπε, περπατώντας προς το μέρος του.
            «Καλά», απάντησε ο Γκιγέρμο, πλησιάζοντάς την.
            Φιλήθηκαν. Ο Σεγκόβια της χάιδεψε τα μαλλιά και τους γοφούς. Φιλήθηκαν εκ νέου και, μόλις χώρισαν, η Ελένα επέμεινε.
            «Πώς ανταποκρίθηκε το κοινό;»
            «Έδειξε ενδιαφέρον. Κατάλαβα ότι τα παιδιά είχαν διαβάσει τα διηγήματά μου. Αυτό το χρωστάω στον Καστεγιάνος… Τη στιγμή των ερωτήσεων προέκυψε ένα ενδιαφέρον θέμα», πρόσθεσε, κατευθυνόμενος προς το γραφείο του.
            «Τα παιδιά μόλις κοιμήθηκαν… Εγώ διάβασα λίγο… Δεν θα φας κάτι;»
            «Όχι… Προτιμώ να καθίσω να γράψω…»
            «Καλά. Σε περιμένω στην κρεβατοκάμαρα».
Η Ελένα βγήκε φυσώντας ένα φιλί από την παλάμη του χεριού της προς το μέρος του συζύγου της. Ο Γκιγέρμο Σεγκόβια κάθισε αναπαυτικά μπροστά από τη γραφομηχανή και έβγαλε από το συρτάρι, που το είχε αφήσει ανοιχτό ένα πάκο λευκές σελίδες. Έβαλε την πρώτη στη γραφομηχανή. Έγραψε τον τίτλο και συνέχισε.

ΕΚΕΙΝΗ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣΕ ΣΕ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ

Εκείνη τη μέρα το κύμα ψύχους που σάρωνε την πόλη επιδεινώθηκε. Κατά τις έντεκα το βράδυ, πάνω κάτω, έπεσε κάτι σαν ομίχλη, ως αποτέλεσμα των χαμηλών θερμοκρασιών και της αιθαλομίχλης. Είχε σκοτεινιάσει περισσότερο από το σύνηθες με αποτέλεσμα να μην φαίνονται καθαρά ούτε καν τα μέρη με μεγαλύτερη φωτεινότητα. Οι δρόμοι στο ιστορικό κέντρο του Κογιοακάν έμοιαζαν να έχουν βυθιστεί σε μια εποχή πολλούς αιώνες πίσω. Ακόμα και το φως από τους φανοστάτες και τα αυτοκίνητα ήταν μουντό∙ διείσδυε αδύναμα σε εκείνο τον παλαιό κόσμο. Λίγα άτομα, φορώντας παλτά και χοντρά πουλόβερ, περπατούσαν κολλητά στους τοίχους, προσπαθώντας να καταπολεμήσουν το κρύο. Έμοιαζαν με σιλουέτες ενός άλλου καιρού, λες και στο τωρινό Κογιοακάν είχε ξεπεταχτεί ένα Κογιοακάν από το παρελθόν και ο κόσμος είχε κάνει λάθος στην εκατονταετία και κατευθυνόταν σε μέρη που δεν θα έβρισκε ποτέ. Έχοντας στην πλάτη της την πλατεία Ιδάλγο και περπατώντας στη στενή λεωφόρο Φρανσίσκο Σόσα, πήγαινε η Οφέλια. Το αδύνατο κορμί της φορούσε γκρι μάλλινο παντελόνι και ένα χοντρό μαύρο πουλόβερ το οποίο, έτσι φαρδύ που ήταν, έμοιαζε να κρέμεται στους ώμους της. Ένα βιολετί κασκόλ τύλιγε το μακρύ λαιμό της γυναίκας. Το λευκό δέρμα του προσώπου της έφεγγε σαν διακριτικό φως μέσα από τα σκουρόχρωμα μαλλιά που κυμάτιζαν αγγίζοντας τους ώμους της. Οι μαύρες μπότες της μόλις που ακούγονταν πάνω στο πλακόστρωτο.
          Αν και δεν μπορούσε να καταλάβει από πού, η Οφέλια προαισθανόταν ότι την παρατηρούσαν. Στη γωνία Φρανσίσκο Σόσα με Άβε Μαρία κοντοστάθηκε γιατί ένα αυτοκίνητο έστριβε στα δεξιά. Εκμεταλλεύτηκε εκείνη τη στιγμή για να στραφεί προς τα πίσω, υποθέτοντας ότι θα ανακάλυπτε το άτομο που την κοιτούσε. Είδε μόνο ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που έβγαινε από την είσοδο μιας πολυκατοικίας και κατευθυνόταν πεζή στην πλατεία. Πριν διασχίσει το δρόμο αισθάνθηκε απροστάτευτη· έπειτα ένιωσε μια ελαφριά ανατριχίλα. Σκέφτηκε ότι ίσως ήταν καλύτερα να την παρακολουθούσε κάποιος. Άρχισε πάλι να περπατάει σίγουρη πως, παρ’ όλη τη μοναξιά της, η νύχτα παρατηρούσε τις κινήσεις της. Την έπιασε κάποιος φόβος και, ενστικτωδώς, επιτάχυνε το βήμα της. Έτριψε τα χέρια της, κοίταξε προς τα δέντρα που είχε μπροστά της και στη συνέχεια προς τη λεωφόρο που εξαφανιζόταν στο ομιχλώδες τοπίο. «Θα ήταν καλύτερα να με είχε φέρει κάποιος», είπε με παράπονο καθώς περνούσε μπροστά από το Δημαρχείο.
          Λίγα λεπτά νωρίτερα βρισκόταν στις παλιές εγκαταστάσεις του Κέντρου Δραματικής Τέχνης, παρακολουθώντας τη γενική πρόβα ενός μεσαιωνικού θεατρικού έργου. Με το που ολοκληρώθηκε η πρόβα και αφού είχαν βγει στο δρόμο, μια από τις ηθοποιούς είχε προσφερθεί να τη γυρίσει σπίτι. Η Οφέλια προφασίστηκε πως έπρεπε να επισκεφτεί μια φίλη της που ζούσε ακριβώς στη γωνία, στη συμβολή με Φρανσίσκο Σόσα. Η αλήθεια ήταν πως η γκρίζα και περίεργη ατμόσφαιρα του Κογιοακάν της είχε προκαλέσει την όρεξη για περπάτημα. Επιπλέον, για εκείνη το ομιχλώδες τοπίο ήταν μια συνέχεια της σκηνογραφίας του έργου και της έφερνε στη μνήμη την περίοδο που ζούσε στην Αγγλία. Καληνύχτισε και άρχισε να περπατάει, ενόσω οι υπόλοιποι έμπαιναν σε διάφορα αυτοκίνητα.
          Την αίσθηση πως κάποιος την παρακολουθούσε την ένιωσε στη λεωφόρο. Τώρα, βλέποντας ότι δεν της συνέβαινε τίποτα το συγκεκριμένο, δεν έβρισκε κάποια βαθιά αιτία για το φόβο της. Το φαινόμενο κάποια εξήγηση θα έπρεπε να είχε, αλλά προς στιγμή της διέφευγε. Αυτή η ιδέα της έφτιαξε το κέφι και με κάπως καλύτερη διάθεση προσπάθησε να ζεστάνει με τα χνώτα της τις παλάμες της. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η άξαφνη ηρεμία όξυνε ακόμα περισσότερο την αντιληπτική της ικανότητα. Ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, κάποια μάτια που είχαν σκοπό τους να μπουν μέσα της· μάτια η λειτουργία των οποίων είχε να κάνει περισσότερο με την αφή.
          Καλά λοιπόν, αφού της ήταν αδύνατον να απαλλαγεί από αυτό το βίωμα, επιθυμούσε τουλάχιστον να το εξηγήσει. Ήταν, άραγε, καινούργια συναισθήματα και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να οριστούν; Τι επεδίωκε το εν λόγω βλέμμα; Λίγες φορές στη ζωή της είχε πρόβλημα με μανίες καταδίωξης. Επέτρεπε στον εαυτό της κάποια ανασφάλεια εξαιτίας της βίας που επικρατούσε στην Πόλη του Μεξικού. Έπαιρνε πάντα προφυλάξεις· τώρα, όμως, που είχε εκτεθεί, δεν την απειλούσε κανένας. Ο κόσμος στα λίγα αυτοκίνητα που περνούσαν πλάι της δεν ενδιαφερόταν για εκείνη. Και τότε, θυμήθηκε τους έντονα φωτισμένους χώρους στη σκηνή του θεάτρου, όταν το φως των προβολέων την εμποδίζει να δει το κοινό που από την πλευρά του έχει καρφωμένο το βλέμμα του σε εκείνη. Ξέρει ότι ένα πλήθος ματιών βρίσκεται στο ημίφως και κινείται στο ρυθμό που απαιτεί εκείνη· άθροισμα ματιών, μεγάλο μάτι κρυμμένο, γιγάντιο μάτι ακουμπισμένο στο κορμί της. Προσπαθώντας να πάρει κουράγιο από αυτή τη θύμηση, η Οφέλια μονολόγησε ότι ίσως να επρόκειτο για τη μνήμη της επιδερμίδας της, εντελώς ξένη προς εκείνη του μυαλού της· σε αυτό το ομιχλώδες τοπίο, ίσως επέστρεφε στο κορμί της και σταδιακά το επανακατακτούσε. Μάτι-δίχτυ, μάτι-πλαίσιο, μεγάλο μάτι που την πλησίαζε, μάτι που όλο και μεγάλωνε· η Οφέλια θέλησε να αποτινάξει από πάνω της αυτή την αίσθηση κουνώντας πέρα-δώθε το κεφάλι της. Η προσπάθεια, το καταλάβαινε, ήταν μάταιη· δίχως δυνάμεις πλέον, αφέθηκε στο πεπρωμένο της και αισθάνθηκε να βυθίζεται σε μια τυφλή νύχτα. Περπάτησε σ’ ένα χώρο άξαφνα σκοτεινό, χάνοντας την αίσθηση του χώρου, με την αμυδρή ακόμα βεβαιότητα ότι δεν επρόκειτο να αντιμετωπίσει κάποιο κίνδυνο.
          Μόλις έστριψε στο στενό του σπιτιού της, αισθάνθηκε πως το τεράστιο μάτι βρισκόταν πια πάνω στα μαλλιά της, το πρόσωπό της, το κασκόλ της, το πουλόβερ της, το παντελόνι της. Κοντοστάθηκε και την έπιασε κάτι σαν ίλιγγος όμοιος με εκείνον που νιώθει κανείς στα όνειρά του όταν αιωρείται δίχως να βρίσκει στήριγμα ούτε τρόπο να κατέβει. Η Οφέλια ήξερε ότι βρισκόταν μερικά μέτρα μακριά από το σπίτι της, στο Κογιοακάν, στην πόλη της, πάνω στη Γη, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούσε να αποφύγει την αίσθηση του ονείρου, εκείνον τον ευχάριστο, σε τελική ανάλυση, ίλιγγο γιατί εκείνος που ονειρεύεται κατά βάθος αντιλαμβάνεται ότι δεν διατρέχει κίνδυνο και εκτοξεύει το κορμί του μέσα στο σκοτάδι σαν ένα αερόστατο που θα κατέβει όταν ανοίξει τα μάτια του. Η Οφέλια παρέμενε ακίνητη στο στενάκι, προσπαθώντας να καταλάβει. Χαμηλόφωνα μονολόγησε: «Δεν είναι μια λιποθυμία ούτε κάποιο ψυχικό πρόβλημα. Δεν είναι κάτι που προέρχεται από εμένα, είναι κάτι ξένο, κάτι που δεν ελέγχω». Κινήθηκε αργά προς τον τοίχο και στήριξε την πλάτη της. Η αίσθηση έγινε πιο έντονη στο αδύνατο κορμί της, λες και η ομίχλη του στενού είχε κατακαθίσει επάνω της. «Δεν με παρατηρούν απλώς, είναι κάτι πιο ισχυρό από αυτό». Ακούμπησε με το ένα της χέρι το μέτωπό της και έβαλε τα μακριά δάχτυλά της ανάμεσα στα μαλλιά της ξανά και ξανά· αλαφιασμένη, αντιλαμβανόμενη ξαφνικά τι συνέβαινε, μονολόγησε: «Είμαι μέσα στο μάτι». Κατέβασε αργά το χέρι της και, ακολουθώντας το νήμα των τελευταίων λέξεών της, συνέχισε: «Βρίσκομαι στο εσωτερικό του βλέμματος. Κατοικώ σε ένα βλέμμα. Αποτελώ μέρος μιας όρασης. Κάτι με ωθεί να περπατήσω· η ομίχλη έχει κατέβει χαμηλά και οι σκοτεινές της κορδέλες κρέμονται από τα παράθυρα. Είμαι μια μορφή που έχει βγει από το παρελθόν και έχει κολλήσει στους τοίχους. Ονομάζομαι Οφέλια και αυτή τη στιγμή ανοίγω την ξύλινη εξώπορτα του σπιτιού μου. Μπαίνω, στα δεξιά μου εμφανίζεται σαν κινέζικο θέατρο σκιών ο κήπος, μέσα από τα φυτά πετιέται η Παλόμα χοροπηδώντας από χαρά. To λευκό τρίχωμά της μοιάζει με οβάλ σβώλο από βαμβάκι που πλέει μέσα στο σκοτάδι. Μου γαβγίζει αδύναμα, πλησιάζει στα πόδια μου, τρίβεται στη γάμπα μου. Ύστερα σηκώνεται στα πισινά της ποδαράκια και με καλεί να παίξουμε. Τη χαϊδεύω και την παραμερίζω απαλά. Γρυλίζει θλιμμένα, αλλά εγώ περπατάω ήδη ανάμεσα στα φυτά μου στο μονοπάτι που είναι φτιαγμένο με ποταμίσιες πέτρες. Το φως στο χολ είναι αναμμένο. Ανοίγω την πόρτα, την κλείνω. Επιθυμώ να φάω κάτι και κατευθύνομαι προς την κουζίνα. Κοντοστέκομαι και αναγκάζομαι να πισωπατήσω και να κατευθυνθώ στο σαλόνι. Ανάβω ένα φωτιστικό δαπέδου, ανοίγω το μπαρ, παίρνω ένα ποτήρι και ένα μπουκάλι κονιάκ. Χωρίς να κλείσω το πορτάκι του μπαρ, γεμίζω το ποτήρι και, μόλις κατεβάζω την πρώτη γουλιά, αντιλαμβάνομαι ότι η επιθυμία να φάω εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά η γεύση του κονιάκ με σαγηνεύει και, παρά τη θέλησή μου, αποκηρύσσω το φαγητό. Όταν φέρνω για δεύτερη φορά το ποτήρι στα χείλη μου, εμφανίζεται η Πλάσιδα, με χαιρετάει με σεβασμό και με ρωτάει αν χρειάζομαι κάτι. Της ζητάω να πάει για ύπνο, εξηγώντας της ότι αύριο πρέπει να σηκωθούμε πολύ νωρίς. Η Πλάσιδα καληνυχτίζει σκύβοντας ελαφριά το κεφάλι και εγώ πίνω όλο το ποτό μου. Κρατώ στο χέρι μου το μπουκάλι και το ποτήρι· με το άλλο χέρι σβήνω το φωτιστικό και, στα σκοτεινά, διασχίζω το σαλόνι και ανεβαίνω τις σκάλες. Η πόρτα του δωματίου μου είναι ανοιχτή και μπαίνω. Ανάβω το φως, κατευθύνομαι προς το κομοδίνο μου. Ακουμπώ πάνω του το μπουκάλι και το ποτήρι. Κάθομαι στην καρέκλα, ανοίγω το συρτάρι, βγάζω το τετράδιο όπου κρατώ σημειώσεις, ένα στυλογράφο και αρχίζω να γράφω το τι μου συμβαίνει».

Ξέρω πολύ καλά ότι ακόμα κατοικώ στο βλέμμα. Ακούω τους ήχους που γεννιούνται στο βάθος του, όμοιους με το μουρμουρητό της πόλης που ανεβαίνει στον τελευταίο όροφο του Πύργου της Λατινικής Αμερικής. Χρειάστηκε να μετακινηθώ με ηρεμία και ακρίβεια. Ο φόβος εξαφανίζεται, νιώθω έκπληκτη, δεν είμαι πια απελπισμένη. Τώρα, ξαφνικά, είμαι ενοχλημένη, θυμωμένη· νιώθω την ανάγκη να γράψω ότι διαμαρτύρομαι. Ναι, διαμαρτύρομαι, κυρίες και κύριοι. Διαμαρτύρομαι! Άνθρωποι αυτού του κόσμου, διαμαρτύρομαι. Γράφω ότι κατοικώ, γράφω ότι η κακή διάθεση με εγκατέλειψε· σταματάω το γράψιμο. Βάζω ποτό και το πίνω μονορούφι. Μου αρέσει πολύ η παλιά μου Montblanc, είναι κομψή. Το κορμί μου είναι ζεστό, καίνε τα μάγουλά μου. Σκέφτομαι πως δεν μπορώ να πάψω να ζω σε δύο χώρους· η λεωφόρος Φρανσίσκο Σόσα, που τώρα την αισθάνομαι πολύ μακριά από μένα, είναι δύο δρόμοι, ένα μόνο μεγάλο μάτι. Στους δρόμους του παλιού Κογιοακάν που αγαπάω τόσο πολύ υπάρχει και άλλο Κογιοακάν. Εγώ προηγουμένως διέσχιζα δύο Κογιοακάν, δύο διαφορετικές νύχτες, μέσα στη διπλή ομίχλη. Τούτη τη στιγμή με τα ιλιγγιώδη οράματα, υπάρχουν, σαν και μένα, άνθρωποι που κατοικούν και στα δύο Κογιοακάν, δύο Κογιοακάν που το ένα εφαρμόζει τέλεια μέσα στο άλλο, απολύτως, κοινά σωθικά, δύο χώροι. Κάποιος, ίσως ένας άντρας, ακριβώς αυτή τη στιγμή γράφει τις ίδιες λέξεις που αναπτύσσονται στο τετράδιό μου. Ακριβώς τις ίδιες λέξεις. Σταματάω να γράφω. Πίνω και άλλο ποτό. Νιώθω λίγο μεθυσμένη. Είμαι ευχαριστημένη. Σαν το δωμάτιό μου να έχει πολύ φως. Η Παλόμα γαβγίζει προς δύο αόρατα φεγγάρια. Έχω την παρόρμηση να γράψω πως ο άντρας ίσως να ονομάζεται Γκιγέρμο και να είναι ένα άτομο με μούσι και ίσια μακριά μύτη. Θα μπορούσε να είναι ο Γκιγέρμο Σεγκόβια, ο συγγραφέας ο οποίος ταυτόχρονα ζει μέσα σ’ έναν άλλο Γκιγέρμο Σεγκόβια. Ο Γκιγέρμο Σεγκόβια μέσα στον Γκιγέρμο Σαμπέριο, ο ένας μέσα στον άλλο, ένα και μόνο σώμα. Επιμένω ότι μου έρχεται η σκέψη πως γράφει στη γραφομηχανή του ακριβώς ό,τι γράφω και εγώ, λέξη προς λέξη, κοινό κείμενο, δύο χώροι. Ο Γκιγέρμο γράφει ένα διήγημα υπερβολικά φιλόδοξο. H κεντρική ηρωίδα θα μπορούσε να ονομάζεται όπως εγώ. Γράφω πως γράφει ένα αφήγημα στο οποίο κατοικώ εγώ. Έχουν περάσει πια τα μεσάνυχτα και ο συγγραφέας Γκιγέρμο Σεγκόβια αισθάνεται κουρασμένος. Σταματάει το γράψιμο, τραβάει τα γένια του, στρίβει το μουστάκι του· σηκώνεται, τεντώνει τα χέρια του και, καθώς τα κατεβάζει, βγαίνει από το γραφείο του. Ανεβαίνει στα δωμάτια του πρώτου ορόφου. Κοιτάζει στην κρεβατοκάμαρά τους και βλέπει τη σύζυγό του να κοιμάται, μ’ ένα βιβλίο ανοιχτό πάνω στο στήθος της. Την πλησιάζει, τη φιλάει στο μάγουλο, παίρνει το βιβλίο και το αφήνει πάνω στο κομοδίνο. Πριν βγει, ρίχνει μια τελευταία ματιά στη γυναίκα. Καθώς κατεβαίνει τις σκάλες, αν και δεν μπορεί να καταλάβει από πού, προαισθάνεται ότι τον παρατηρούν. Κοντοστέκεται και γυρίζει το κεφάλι του νομίζοντας πως έχει σηκωθεί ο μικρός τους γιος, αλλά δεν βλέπει κανέναν. «Ίσως να πρόκειται για αυθυποβολή λόγω του διηγήματος», σκέπτεται αναζητώντας μια αιτία. Κατεβαίνει και το τελευταίο σκαλί και η αίσθηση ότι τον παρατηρούν μεγαλώνει μέσα του. Αυτή η αλλαγή τον ανησυχεί γιατί αντιλαμβάνεται ότι το επόμενο στάδιο είναι να καταλάβει ότι δεν τον βλέπει κανείς και πως εκείνος κατοικεί σε ένα βλέμμα. Πως αποτελεί μέρος ενός τρόπου ιδέσθαι. Όρθιος στο τέλος της σκάλας, σκέφτεται: «Αυτό το βλέμμα μπορεί να ανήκει στην Οφέλια». Από την πλευρά μου, όσο γράφω με την ωραία μου Montblanc, αισθάνομαι ότι σταδιακά εγκαταλείπω την ιστορία του Γκιγέρμο Σεγκόβια. Και εκείνος δεν μπορεί να προσποιηθεί πως δεν καταλαβαίνει ότι το κείμενό μου θα μπορούσε να λέγεται κάτι σαν «Ο Γκιγέρμο κατοικούσε σε ένα διήγημα». Τώρα γράφω ότι ο Σεγκόβια, δέσμιος πλέον του φόβου του, κατευθύνεται προς το γραφείο του την ίδια στιγμή που εγώ κατοικώ ξανά μόνο σε ένα Κογιοακάν, ενώ εκείνος κατοικεί σταδιακά σε δύο, τρία ή και περισσότερα Κογιοακάν. Ο Γκιγέρμο παίρνει τις δεκαπέντε σελίδες που έχει γράψει, ένα μισοτελειωμένο διήγημα, γεμάτο λάθη· αρπάζει τον αναπτήρα του, τον ανάβει και πλησιάζει τη φλόγα στην άκρη των σελίδων που αρχίζουν να καίγονται. Παρατηρεί πώς βγαίνει φωτιά από το διήγημά του με τον πρώιμο τίτλο «Εκείνη κατοικούσε σε ένα διήγημα». Πετάει το μισοκαρβουνιασμένο αφήγημα στο μικρό καλάθι αχρήστων, πιστεύοντας ότι όταν καεί τελείως θα σταματήσει η «αυθυποβολή». Αλλά τώρα ακούει τους ήχους που γεννιούνται στα βάθη του προσηλωμένου βλέμματός μου, ίδιους με το σούσουρο της πόλης που ανεβαίνει στους τελευταίους ορόφους του Πύργου της Λατινικής Αμερικής. Βλέπει να ξεπηδάει καπνός από τα σκουπίδια χωρίς να μειώνεται ο φόβος του. Θέλει να πάει να βρει τη σύζυγό του ώστε να τον παρηγορήσει, αλλά ψυχανεμίζεται ότι δεν θα του χρησιμεύσει σε τίποτα. Όρθιος, στο κέντρο του γραφείου του, ο Γκιγέρμο δεν ξέρει τι να κάνει. Ξέρει ότι κατοικεί στο σπίτι του και σε άλλα σπίτια, αν και δεν μπορεί να τα καταγράψει. Προχωράει προς τη γραφομηχανή του, κάθεται μπροστά της και ανοίγει το δεύτερο συρτάρι του γραφείου του. Δέσμιος της φούριας του να σταματήσει την αποσύνθεσή του, χωρίς να ξέρει καλά καλά τι ή ποιον να σκοτώσει, βγάζει το παλιό του τριανταοχτάρι Κολτ που είχε κληρονομήσει από τον παππού του. Σηκώνεται και κατευθύνεται στην πόρτα· κρατάει προτεταμένο το όπλο. Καθώς διασχίζει το σκοτεινό σαλόνι, νιώθει ότι χάνει τα λογικά του, παρ’ όλο που ακόμα έχει συναίσθηση της στιγμής που ζει. Στο τέλος, σε αυτή τη συγκεχυμένη και αγωνιώδη κατάσταση, ανεβαίνει ξανά στον πρώτο όροφο. Σ’ ένα από τα δωμάτια στο βάθος το φως είναι αναμμένο. Προς τα εκεί κατευθύνεται.
Καθώς κοντοστέκεται στην κάσα της πόρτας, δεν καταφέρνει να αναγνωρίσει το δωμάτιο· τα μάτια του αν και βλέπουν δεν μπορούν να τον ενημερώσουν για όσα βλέπουν. Από το δείκτη του χεριού του αρχίζει να ρέει η κρύα ύπαρξη του μετάλλου· αναγνωρίζει τη σκανδάλη και τη λαβή. Ένα χλομό φως εμφανίζεται στο βάθος της αντίληψής του, και του επαναφέρει στοιχεία της κατάστασής του. Διακρίνει όγκους, σκιές μιας πραγματικότητας· κοιτάζει το τεντωμένο χέρι του και σηκώνει το βλέμμα του. Απέναντί του, καθισμένη σε μια όμορφη καρέκλα, τον παρατηρεί μια γυναίκα. Ο Σεγκόβια κατεβάζει αργά το χέρι του και αφήνει το Κολτ να πέσει κάνοντας έναν υπόκωφο θόρυβο πάνω στο χαλί. Η γυναίκα σηκώνεται και προσπαθεί να χαμογελάσει με τα λεπτά της χείλη. Όταν ο Γκιγέρμο αντιλαμβάνεται ότι δεν παραμονεύει κάποιος κίνδυνος, ο φόβος του μειώνεται, αφήνοντάς του ένα μουδιασμένο αποτύπωμα στο κορμί του. Δίχως να το σκεφτεί πολύ, αποφασίζει να προχωρήσει· καθώς μπαίνουν σε κίνηση τα πόδια του, επιτέλους, έρχεται η διαύγεια. Κοντοστέκεται πλάι μου, σιωπηλός, και, αποδεχόμενος την κοινή μας μοίρα, με πιάνει από το χέρι και εγώ του το επιτρέπω.   

     Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος 



Ο Guillermo Samperio [Γκιγέρμο Σαμπέριο] γεννήθηκε στην Πόλη του Μεξικού το 1948 και απεβίωσε στην ίδια πόλη το 2016. Έγραψε δοκίμια, παιδική λογοτεχνία, ποίηση, μυθιστόρημα, πλην όμως το λογοτεχνικό είδος στο οποίο διέπρεψε από τη δεκαετία του ’70 είναι η σύντομη αφήγηση. Εξέδωσε δεκάδες συλλογές διηγημάτων και μικροδιηγημάτων καθώς και βιβλία σχετικά με τη συγγραφή αυτών των ειδών, όπως το Cómo se escribe un cuento. 500 consejos para nuevos cuentistas del siglo XXI