Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

«Εξόριστη» ισπανική ποίηση, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου


Πριν από ογδόντα και πλέον χρόνια, στις 17 Ιουλίου του 1936, ξεκινούσε από τη Μελίγια και τη Θέουτα, τις δύο ισπανικές πόλεις στα μεσογειακά παράλια του Μαρόκου, ο εμφύλιος πόλεμος που για μία τριετία θα κατάτρωγε τις σάρκες της Ισπανίας. Από τη μια, η φασιστική λαίλαπα υπό τον στρατηγό Φρανθίσκο Φράνκο και, από την άλλη, ο συνασπισμός των δημοκρατικών δυνάμεων συγκρούστηκαν δίχως οίκτο σε ολόκληρη σχεδόν την ισπανική επικράτεια. Στις 19 Μαΐου 1939 η μεγαλειώδης παρέλαση των εθνικιστών στο κέντρο της Μαδρίτης, στο Paseo de la Castellana, που εκείνη την εποχή είχε μετονομαστεί σε Avenida del Generalísimo (Λεωφόρος του Στρατηγού των Στρατηγών) σηματοδότησε την τελική τους επικράτηση και την είσοδο της χώρας στην 36χρονη δικτατορική περίοδο. Το τέλος του πολέμου, ενός πολέμου που έμελλε να αναγορευτεί σε παγκόσμιο σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα και πηγή έμπνευσης για αμέτρητα έργα τέχνης, οδήγησε χιλιάδες Ισπανούς στην εξορία, αφού η μνησικακία του Φράνκο απέναντι στους ηττημένους δεν άφηνε κανένα περιθώριο για εθνική συμφιλίωση και αγαστή συμβίωση νικητών και ηττημένων.
            Ανάμεσα στους αντιφρονούντες που επέλεξαν το δρόμο της εξορίας για κάποια ευρωπαϊκή (Γαλλία, Ιταλία κ.λπ.) ή αμερικανική χώρα (Αργεντινή, Μεξικό, Κούβα, ΗΠΑ κ.ά.) βρίσκονταν πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, οι οποίοι φοβόντουσαν, όχι άδικα, ότι η επικράτηση των φασιστών θα στραγγάλιζε την ελευθερία της έκφρασης. Πράγματι, για τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια, άλλοτε με μεγαλύτερη αυστηρότητα και άλλοτε με σχετική ελαστικότητα, η λογοκρισία επενέβαινε και, εν πολλοίς, καθόριζε το τι θα έβλεπαν, θα άκουγαν ή θα διάβαζαν οι Ισπανοί. Αυτό δεν σημαίνει πως, για να περιοριστούμε στο χώρο της ποίησης η οποία μας ενδιαφέρει στην παρούσα περίσταση, δεν εκδόθηκαν μέχρι το 1975, ημερομηνία θανάτου του Φράνκο και πτώσης του καθεστώτος, πολλά και σημαντικά έργα: ο Ντάμασο Αλόνσο θα δημοσίευε το 1944 την περίφημη συλλογή του Hijos de la ira στην οποία συμπεριλαμβάνεται το “Insomnio” («Αϋπνία») και ο εμβληματικός στίχος “Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres” («Η Μαδρίτη είναι μια πόλη με περισσότερα από ένα εκατομμύριο πτώματα»), ο Βιθέντε Αλεϊξάντρε θα συνέχιζε την αθόρυβη αλλά τόσο εμπνευσμένη δουλειά που θα του απέφερε, το 1977, το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, θα εμφανιζόταν η σημαντική γενιά της δεκαετίας του 1950 (Φρανθίσκο Μπρίνες, Άνχελ Γκονθάλεθ, Χοσέ Άνχελ Βαλέντε…), ο Αντόνιο Γκαμονέδα θα ξεκινούσε την «ακίνητη εξέγερσή» του (Sublevación inmóvil, 1960). Είναι όμως γεγονός ότι για πάνω από τρεις δεκαετίες υπήρξαν εν γένει στη λογοτεχνία και ειδικά στην ποίηση δύο παράλληλα γίγνεσθαι: από τη μια, η εντός των συνόρων παραγωγή και, από την άλλη, η παραγωγή των εξόριστων ισπανών ποιητών, οι οποίοι, όπως θα διαπιστώσουμε και παρακάτω, δεν αποτελούν ούτε ενιαία γενιά, ούτε ομοιόμορφη ομάδα: κάποιοι, όπως ο Λεόν Φελίπε ή ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, διάγοντας εκείνη την εποχή ήδη την έκτη δεκαετία της ζωής τους, έφυγαν από την Ισπανία όντας καταξιωμένοι ποιητές, κάποιοι άλλοι, όπως ο Χόρχε Γκιγέν ή ο Λουίς Θερνούδα, ενώ βρίσκονταν στο άνθος της ποιητικής τους δημιουργικότητας και κάποιοι τρίτοι, όπως ο ποιητής που έχουμε σήμερα κοντά μας, όντας ακόμα μικρά παιδιά. Ορισμένοι, όπως ο Μανουέλ Αλτολαγκίρε γύρισαν και πέθαναν στην πατρίδα πριν την πτώση του καθεστώτος, άλλοι, όπως ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, επέστρεψαν, σε μεγάλη πλέον ηλικία, μετά την πτώση του καθεστώτος, ενώ κάποιους λιγότερο τυχερούς, όπως ο Πέδρο Σαλίνας, ο θάνατος τους βρήκε στην εξορία.
            Στη συνέχεια, θα δούμε συνοπτικά τους σημαντικότερους ισπανούς ποιητές που έζησαν την περιπέτεια της εξορίας, επιχειρώντας να επικεντρωθούμε λίγο περισσότερο στο Μεξικό, χώρα στην οποία πρωτοδημοσίευσε τα ποιήματά του ο Τομάς Σεγκόβια: όταν, το 1938, ο Λεόν Φελίπε έπαιρνε το δρόμο, που έμελλε να είναι δίχως γυρισμό, για το Μεξικό, ήταν 54 χρονών. Είχε ήδη ζήσει και εργαστεί στην Ισημερινή Γουϊνέα, στις ΗΠΑ και στο Μεξικό, όπου είχε πρωτοπάει το 1922, και είχε επιστρέψει στην Ισπανία λίγο πριν την έναρξη του εμφυλίου πολέμου… για να φύγει οριστικά λίγο πριν τη λήξη του. Ιστορικοί έμειναν οι οργισμένοι στίχοι που απηύθυνε στους «νικητές»: “¿Y cómo vas a recoger el trigo/ y alimentar el fuego/ si yo me llevo la canción?” («Πώς θα θερίσεις τα σπαρτά / και θα κρατήσεις ζωντανή τη φωτιά / τώρα που παίρνω μακριά το τραγούδι;»). Η υπερβολή είναι προφανής αφού, όπως είδαμε, ήταν αρκετοί και σημαντικοί οι «τραγουδιστές» που παρέμειναν στην Ισπανία, αλλά εύλογη είναι και η οργή του Φελίπε Καμίνο Γκαλίθια δε λα Ρόσα (όπως είναι το πλήρες όνομα του Λεόν Φελίπε) που άφησε τελικά την τελευταία του πνοή στο Μεξικό το 1968. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν σήμερα ότι το έργο του δεν έχει τύχει ακόμα της αναγνώρισης που του αξίζει.
            Στο Μεξικό βρήκε επίσης καταφύγιο, από το τέλος του εμφυλίου μέχρι το 1955, χρονιά που απεβίωσε, ο Χοσέ Μορένο Βίγια. Τρία χρόνια μικρότερος από τον Λεόν Φελίπε –γεννημένος στη Μάλαγα το 1887– είχε εμφανιστεί στην λογοτεχνική σκηνή της Ισπανίας τη δεκαετία του 1920, ενώ υπήρξε επίσης αρκετά σημαντικός ζωγράφος. Αξίζει να σημειωθεί ότι το έργο του μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά από τον Νίκο Καζαντζάκη και παρουσιάστηκε στο περιοδικό Κύκλος στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Στο ίδιο έντυπο, ο Καζαντζάκης δημοσίευσε μεταφράσεις ποιημάτων και άλλων ισπανών ποιητών που πήραν τον δρόμο της εξορίας (Αλμπέρτι, Σαλίνας, Αλτολαγκίρε κ.ά.).
            Ο πιο σημαντικός όμως από τους ποιητές που εγκατέλειψαν την φρανκική Ισπανία ήταν αναμφίβολα ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, ο δημιουργός που επηρέασε όσο κανείς άλλος την πορεία της ισπανικής ποίησης μέχρι τις μέρες μας. Ο Χουάν Ραμόν εγκατέλειψε τη Μαδρίτη το 1936 και εγκαταστάθηκε στο Πουέρτο Ρίκο όπου και πέθανε το 1958. Σύμφωνα με την πλειοψηφία των κριτικών λογοτεχνίας, η παραμονή του στην αμερικανική αυτή χώρα σηματοδοτεί μια καινούρια περίοδο στην ποιητική του δημιουργία, μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την απλότητα της φόρμας και την πολυπλοκότητα των ιδεών. Ο Χιμένεθ δεν κατάφερε να γυρίσει στην Ισπανία (κάποιοι ισχυρίζονται ότι δεν τον ένοιαζε και πολύ αφού έτσι και αλλιώς η μόνη χώρα που κατοικούσε ο ποιητής από την Ανδαλουσία ήταν η ίδια του η ύπαρξη), κατάφερε όμως να κερδίσει την παγκόσμια αναγνώριση όταν, το 1956, του απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας.
            Η θεώρηση ότι αρκετές φορές η Σουηδική Ακαδημία με το Νομπέλ Λογοτεχνίας τιμά όχι μόνο τον συγγραφέα που παραλαμβάνει το βραβείο αλλά και όλους ή τουλάχιστον αρκετούς από τους συμπατριώτες του ποιητές που ανήκουν στην ίδια με εκείνον γενιά, νομίζω ότι δικαιώνεται στην περίπτωση των δύο «ποιητικών» ισπανικών βραβείων Νομπέλ του 20ού αιώνα: στο πρόσωπο του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ τιμήθηκε η «εξόριστη» ισπανική ποίηση όπως, εικοσιένα χρόνια αργότερα, στο πρόσωπο του Βιθέντε Αλεϊξάντρε τιμήθηκε αφενός μια γενιά, η περίφημη γενιά του ’27, αφετέρου όλοι εκείνοι οι ποιητές που κράτησαν ζωντανή τη φλόγα της τέχνης τους στην Ισπανία, στη διάρκεια της δικτατορίας.
            Υπ’ αυτή την έννοια, οι ποιητές που θα αναφέρουμε στη συνέχεια «αξιώθηκαν» δύο βραβεία Νομπέλ, αν και δεν χρειάστηκε να ταξιδέψουν ποτέ τους στη Στοκχόλμη για να τα παραλάβουν: είναι όλοι μέλη της γενιάς του ’27, της πιο γόνιμης γενιάς Ισπανών ποιητών του περασμένου αιώνα, που, εξαιτίας του πολέμου, αναγκάστηκαν να περάσουν τα σύνορα της χώρας τους για άλλες πολιτείες, μακρινές ή κοντινότερες: ο Χόρχε Γκιγέν και ο Πέδρο Σαλίνας κατέφυγαν στις ΗΠΑ, ο Λουίς Θερνούδα αρχικά στις ΗΠΑ και μετά στο Μεξικό, ο Ραφαέλ Αλμπέρτι στην Αργεντινή και μετά στην Ιταλία, ο Εμίλιο Πράδος στο Μεξικό, ο Μανουέλ Αλτολαγκίρε στην Κούβα και ύστερα στο Μεξικό. Όλοι τους θα προσυπέγραφαν, αλλάζοντας το όνομα της χώρας υποδοχής, μια αποστροφή του Πέδρο Σαλίνας: «Μακριά από τη χώρα μου, την οποία όλο και περισσότερο αγαπώ και ονειρεύομαι, ζώντας στα φιλόξενα εδάφη των Ηνωμένων Πολιτειών, αγκαλιάζω τη γλώσσα μου σαν ένα ασύγκριτο αγαθό».
            Εκτός από τους προαναφερθέντες, είναι πολλοί ακόμα, δεκάδες, οι ποιητές και οι ποιήτριες που κατέφυγαν στη φιλόξενη αγκαλιά αμερικανικών και ευρωπαϊκών χωρών ώστε να συνεχίσουν να ζουν και να γράφουν ελεύθερα. Οι περισσότεροι από αυτούς προτίμησαν το Μεξικό, όχι τυχαία· τους προσέφερε εργασία και στέγη μα, πάνω απ’ όλα, το κατάλληλο λογοτεχνικό, και γενικότερα πολιτιστικό, περιβάλλον ώστε να εξακολουθήσουν να γράφουν και να δημιουργούν παρά το βίαιο ξερίζωμά τους από τα πάτρια εδάφη. Ενδεικτικά αναφέρουμε την Ερνεστίνα δε Τσαμποουρθίν, τον Πέδρο Γκάρφιας, τον Χουάν Χοσέ Ντομεντσίνα, τον Χουάν Ρεχάνο, τον Χουάν Χιλ Αλμπέρτ, που έζησε και στην Αργεντινή, και τόσους άλλους.
            Γίνεται σαφές από αυτή τη «γεωγραφία της εξορίας» ότι οι λατινοαμερικάνικες χώρες, του Μεξικού προεξάρχοντος, προσέφεραν γενναιόδωρη φιλοξενία στους τότε διωκόμενους, γεγονός που η σημερινή, ευημερούσα (;) Ευρώπη, της Ισπανίας συμπεριλαμβανομένης, δεν δείχνει να θυμάται και να ανταποδίδει με την ίδια γενναιοδωρία.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

P. Anyway: El foso



«Sancho, estoy cansado de andar sin objetivo alguno en esta novela»; y montado en el Rocinante, levantó su lanza y arremetió con furia contra Miguel de Cervantes, pero cayó en un foso destapado.  


Traducción del griego: Flor Nochebuena S.
Revisión: Konstantinos Paleologos


P. Anyway (pseudónimo literario de Paolo Vas Lobo César de Andrade e Souza Rodrigues de Matos) es prosista, de origen greco-brasileño (su abuela era del Epiro). Nació en Río de Janeiro y trabaja en una empresa naval en Asunción, Paraguay. Dejó de fumar hace dos meses y medio.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Gustavo Adolfo Bécquer, palabras y notas / Γκουστάβο Αδόλφο Μπέκερ, λέξεις και νότες


https://www.youtube.com/watch?v=naPA4T4cP2Q

02.04.2018, 20.00 h.
Gustavo Adolfo Bécquer, palabras y notas
Γκουστάβο Αδόλφο Μπέκερ, λέξεις και νότες


Una velada llena de poesía y música, durante la cual se presentará el CD Vertigo (Ekfrasis Productions), que incluye un ciclo de canciones basadas en la poesía del poeta romántico español Gustavo Adolfo Bécquer (1836-1870). La música es de Nicos Jadsieleftheríu y la interpretación de los poemas de Perulís Sakelaridis. Asimismo se presentará el Libro de los gorriones, To Βιβλίο των Σπουργιτιών, edición bilingüe de la homónima colección de poemas de Bécquer, traducida por Dimitris Intsés y Perulís Sakelaridis (ediciones Kedros). Tanto el CD como el libro han sido publicados con el apoyo del Instituto Cervantes.
Sobre el libro hablarán Konstantinos Paleologos, traductor y profesor titular de traductología aplicada de la Universidad Aristóteles de Tesalónica y Dímitra Jristodulu, poeta. El actor Ómiros Pulakis leerá fragmentos de los poemas.
Sobre el CD hablarán Yiorgos Monemvasitis,  crítico de música, Mijalis Tranudakis, compositor y Thanasis Dritsas, cardiólogo y subdirector del Centro de Cirugía Cardiaca Onasio, compositor y escritor.
A continuación se presentarán en vivo canciones del CD por: Jristina Pupalu y Dimitris Vutsás (voz), Socratis Stathulópulos (violín), Ósvald Amiralis (contrabajo) y Nicos Jadsieleftheríu (guitarra).
La velada se transmitirá en vivo por la RADIO IANOS.

En griego.

Con la colaboración de las Ediciones Kedros y de Ekfrasis Productions.

Librería Ianos, calle Stadíu 24. Entrada libre, a partir de las 19:30.

:;:;:;:;:

Μια βραδιά γεμάτη ποίηση και μουσική, κατά τη διάρκεια της οποίας θα παρουσιαστεί  το CD Vertigo (Ekfrasis Productions), που περιλαμβάνει έναν κύκλο τραγουδιών σε ποίηση του Ισπανού ρομαντικού ποιητή Gustavo Adolfo Bécquer (1836-1870) και μουσική Νίκου Χατζηελευθερίου Η ποιητική απόδοση είναι του Περουλή Σακελλαρίδη. Θα παρουσιαστεί επίσης To Βιβλίο των Σπουργιτιών, δίγλωσση έκδοση της ομώνυμης συλλογής ποιημάτων του Bécquer, σε απόδοση Δημήτρη Ιντζέ και Περουλή Σακελλαρίδη (εκδόσεις Κέδρος). Τόσο το CD όσο και το βιβλίο, έχουν εκδοθεί με την υποστήριξη του Ινστιτούτου Θερβάντες.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αναπληρωτής καθηγητής εφαρμοσμένης μεταφρασεολογίας στο ΑΠΘ και μεταφραστής, Δήμητρα Χριστοδούλου ποιήτρια και αποσπάσματα θα διαβάσει ο ηθοποιός Όμηρος Πουλάκης.
Για το CD θα μιλήσουν οι Γιώργος Μονεμβασίτης μουσικοκριτικός, Μιχάλης Τρανουδάκης συνθέτης και Θανάσης Δρίτσας καρδιολόγος-αναπληρωτής διευθυντής στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, συνθέτης και συγγραφέας.
Θα ακολουθήσει ζωντανή παρουσίαση αποσπασμάτων του CD από τους: Χριστίνα Πουπάλου και Δημήτρη Βουτσά (τραγούδι), Σωκράτη Σταθουλόπουλο (βιολί), Όσβαλντ Αμιράλη (κοντραμπάσο) και Νίκο Χατζηελευθερίου (κιθάρα).
Η βραδιά θα μεταδίδεται ζωντανά από τo IANOS RADIO

Στα ελληνικά.

Με την συνεργασία των Εκδόσεων Κέδρος και της Ekfrasis Productions.

Βιβλιοπωλείο Ιανός, Σταδίου 24. Είσοδος ελεύθερη. Οι πόρτες ανοίγουν στις 19:30


Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Ακολούθα με!, ένα παραμύθι του José Campanari


Χοσέ Καμπανάρι


Ακολούθα με!
(μια ιστορία αγάπης, που δεν έχει τίποτα το παράξενο!)


Μια φορά κι έναν καιρό σε μια ζούγκλα,
ζούσε ένας ελέφαντας γκρίζος και χοντρός,
με μια μακριά προβοσκίδα,
δύο τεράστια αυτιά,
τέσσερα κοντά πόδια…

ένας ελέφαντας γκρίζος
με μωβ βούλες
που δεν είχε τίποτα το παράξενο!

<><><><><><><><><> 

Την άνοιξη, κάθε απόγευμα,
ο ελέφαντας καθόταν στην άκρη του μυρμηγκόδρομου
για να βλέπει τα μυρμήγκια να περνούν.

Κάθε, πρωί τα μυρμήγκια έβγαιναν από τη φωλιά τους
και, κάθε απόγευμα, επέστρεφαν φορτωμένα με κάθε λογής πράγματα
που έβρισκαν εδώ και εκεί.

<><><><><><><><><> 

Τα μυρμήγκια ήταν μαύρα,
είχαν δύο κεραίες, έξι πόδια…
προχωρούσαν όλα με τον ίδιο ρυθμό, το ένα πίσω από το άλλο:
έμοιαζαν όλα ίδια!

Όμως, ένα απόγευμα πολύ ζεστό,
τόσο που τα κοιτούσε,
ο ελέφαντας ανακάλυψε μια μαύρη μυρμηγκίνα
με μέση δαχτυλίδι που τον μάγεψε.

Από τότε και έπειτα, πήγαινε για να βλέπει
μόνο εκείνη τη μυρμηγκίνα.

<><><><><><><><><> 

Όταν πια το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του,
ο ελέφαντας κατάλαβε ότι δεν θα ξαναέβλεπε τη μυρμηγκίνα
παρά μόνο όταν τέλειωνε ο χειμώνας.

Έβαλε λοιπόν ένα καρό κουστούμι,
κούμπωσε το σακάκι,
και κάθισε να περιμένει τη μαύρη μυρμηγκίνα
για να της εξομολογηθεί τον έρωτά του
(το κουστούμι τού έπεφτε μικρό
επειδή είχε χοντρύνει,
αλλά αυτό καθόλου δεν τον ένοιαζε).

<><><><><><><><><> 

Η μυρμηγκίνα,
που είχε ήδη προσέξει
τις ματιές του ελέφαντα,
έφτασε φορτωμένη μ’ ένα φύλλο
που έλεγε:
                 ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

Ο ελέφαντας,
με βήμα ταχύ
(επειδή ήταν χαρούμενος)
την ακολούθησε.

<><><><><><><><><> 

Περπατούσε η μυρμηγκίνα
περπατούσε ο ελέφαντας…

Και δρόμο παίρναν, δρόμο αφήναν,
έφτασαν στην πόρτα της μυρμηγκοφωλιάς.

<><><><><><><><><> 

Όταν όλα τα μυρμήγκια μπήκαν μέσα,
μπήκε και ο ελέφαντας
(πρώτα η προβοσκίδα, έπειτα το υπόλοιπο σώμα)…

<><><><><><><><><> 

Και έπεσε στη μέση της μυρμηγκοφωλιάς
(ευτυχώς, τα μυρμήγκια ήταν ήδη στα δωμάτια τους και δεν έλιωσε κανένα).

<><><><><><><><><> 

Ο ελέφαντας
άρχισε να κοιτάζει τις πόρτες,
αλλά ήταν όλες ίδιες.

Τότε είδε ένα φύλλο,
σαν χαλάκι πόρτας,
που έλεγε:                   
                   ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ ....
                     ΑΚΟΛΟΥΘΑ...
                      ΑΚΟΛΟΥΘ...
                       ΑΚΟΛΟΥ...
                        ΑΚΟΛ...
                         ΑΚΟ...
                           ΑΚ...
                            Α...

Και το φύλλο εξαφανίστηκε
κάτω από την πόρτα!

<><><><><><><><><> 

Χωρίς δεύτερη σκέψη,
ο ελέφαντας άνοιξε την πόρτα και είδε…

<><><><><><><><><> 

…ένα μακρύ μονοπάτι (και στο βάθος τον ορίζοντα), με δέντρα από τη μια και από την άλλη.

<><><><><><><><><> 

Και, καταμεσής του μονοπατιού, μια μαύρη μυρμηγκίνα
μ’ ένα φύλλο που έλεγε:
     ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

Ο ελέφαντας,
με βήμα ταχύ
(επειδή ήταν πολύ χαρούμενος),
την ακολούθησε.

Περπατούσε η μυρμηγκίνα,
περπατούσε ο ελέφαντας…

<><><><><><><><><> 

Ξάφνου,
ένα κουμπί απ’ το σακάκι του  ελέφαντα
πετάχτηκε στον αέρα.

Με βήμα ταχύ
(επειδή  ήταν το κουμπί που του κάλυπτε τον αφαλό),
βάλθηκε να ψάχνει ανάμεσα στις πέτρες
και στις κορφές των δέντρων…

<><><><><><><><><> 

Κουρασμένος απ’ το ψάξε-ψάξε,
επέστρεψε στο μονοπάτι για να συναντήσει τη μυρμηγκίνα.

Κοίταξε δεξιά,
αριστερά,
μπροστά,
πίσω…
και κατάλαβε πως δεν ήταν εκεί.

Με βήμα βαρύ
(επειδή ήταν κάπως θλιμμένος),
συνέχισε να περπατάει με σκυμμένο κεφάλι.

Ξαφνικά, η προβοσκίδα σκόνταψε σε κάτι
που υπήρχε κάτω από ένα δέντρο…

<><><><><><><><><> 

Ένα κουτί με ραφτικά!

Χωρίς δεύτερη σκέψη,
ο ελέφαντας σήκωσε το καπάκι
και είδε βελόνες, κλωστές, ψαλίδια, δακτυλήθρες…
και στη μέση απ’ όλα αυτά
ένα κουμπί που γλιστρούσε προς τον πάτο του κουτιού.

<><><><><><><><><> 

Αντί για τρύπες
το κουμπί είχε ένα σημείωμα
που έλεγε:
     ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

Φορώντας το κουστούμι με τα τρία κουμπιά
ο ελέφαντας χώθηκε στο κουτί με τα ραφτικά
(πρώτα η προβοσκίδα, μετά το υπόλοιπο  σώμα).

<><><><><><><><><> 

Με βήμα ταχύ
(με προσοχή να μην μπλεχτεί στις κλωστές
και να μην τσιμπηθεί από τις βελόνες),
έφτασε στον πάτο του κουτιού με τα ραφτικά
και βρήκε…
έναν μακρύ δρόμο
(με ορίζοντα στο βάθος),
με νηματόδεντρα από τη μια και από την άλλη…

<><><><><><><><><> 

Και καταμεσής του δρόμου
μια μυρμηγκίνα μ’ ένα κουμπί
που έλεγε:
               ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

<><><><><><><><><> 

Περπατούσε η μυρμηγκίνα,
περπατούσε ο ελέφαντας…

Μετά από λίγο,
ο ελέφαντας, που δίψαγε πολύ,
αποφάσισε να ψάξει για μια πηγή
(δεν ήξερε πως μέσα στα κουτιά με ραφτικά
τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν).

<><><><><><><><><> 

Κουρασμένος από το ψάξε-ψάξε,
επέστρεψε στο μονοπάτι
για να συναντήσει τη μυρμηγκίνα.

Κοίταξε δεξιά,
αριστερά,
μπροστά,
πίσω…
και κατάλαβε πως δεν ήταν εκεί.

<><><><><><><><><> 

Ο ελέφαντας
συνέχισε να περπατάει, κοιτάζοντας τον ουρανό·
ξαφνικά, κρεμασμένο στο κλαδί ενός δέντρου, βρήκε…
                                                           ένα μπουκάλι νερό!

Ο ελέφαντας,
με βήμα ταχύ
(επειδή δίψαγε),
πήρε το μπουκάλι και είδε μέσα…
μια μαύρη μυρμηγκίνα
με κίτρινο μαγιό, μάσκα,
τρία ζευγάρια βατραχοπέδιλα, σκουφάκι
και ένα σημείωμα
που έγραφε: 
                  ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

<><><><><><><><><> 

Χωρίς δεύτερη σκέψη,
ο ελέφαντας μπήκε στο μπουκάλι
(πρώτα η προβοσκίδα, μετά το υπόλοιπο σώμα),
και άρχισε να κολυμπά πίσω από τη μυρμηγκίνα
βγάζοντας, πού και πού,
την προβοσκίδα έξω από το νερό για ν’ αναπνέει.

<><><><><><><><><> 

Κολυμπούσε η μυρμηγκίνα
κολυμπούσε ο ελέφαντας…

<><><><><><><><><> 

Μιας και ποτέ του δεν είχε βρεθεί μέσα σε μπουκάλι,
ο ελέφαντας
χάζευε με όλα όσα επέπλεαν γύρω του:

μια ψαροπεταλούδα,
ένα πεταλουδοκόχυλο,
έναν κοχυλοβάτραχο…

<><><><><><><><><> 

Κάποια στιγμή, ο ελέφαντας θυμήθηκε τη μυρμηγκίνα.

Κοίταξε δεξιά,
αριστερά,
πάνω,
κάτω…
και κατάλαβε πως δεν ήταν εκεί.
Με βήμα βαρύ
(επειδή ήταν πολύ θλιμμένος),
κολύμπησε μέχρι τον πάτο του μπουκαλιού
και κάθισε σ’ έναν βράχο.

τότε τον πλησίασε ένα κοχύλι.

Το ’πιασε και το έβαλε στο αυτί του…

<><><><><><><><><> 

Αλλά από το βάθος εκείνου του κοχυλιού
δεν έφτανε ο ήχος της θάλασσας,
παρά μια φωνή από μακριά που έλεγε:

ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

<><><><><><><><><> 

Ο ελέφαντας,
με βήμα ταχύ
(επειδή ήταν πολύ ερωτευμένος),
μπήκε μέσα στο κοχύλι
(πρώτα η προβοσκίδα, μετά το υπόλοιπο σώμα).

Και, στριφογυρίζοντας ξανά και ξανά,
έφτασε στο βάθος,
όπου τον περίμενε
εκείνη η μαύρη μυρμηγκίνα
με τη μέση δαχτυλίδι.

<><><><><><><><><> 

Από εκείνη την ημέρα, σ’ ένα κοχύλι
που βρίσκεται στον πάτο ενός μπουκαλιού,
που βρίσκεται στην άκρη ενός μονοπατιού,
που βρίσκεται στον πάτο ενός κουτιού με ραφτικά,
που βρίσκεται στο δωμάτιο μιας μυρμηγκίνας,
που βρίσκεται σε μια μυρμηγκοφωλιά στη μέση της ζούγκλας…

μια μαύρη μυρμηγκίνα και ένας γκρίζος ελέφαντας
ζούνε μια ιστορία αγάπης
(με μέση δαχτυλίδι και μωβ βούλες)
που δεν έχει τίποτα το παράξενο!


Η μετάφραση είναι προϊόν εργαστηρίου λογοτεχνικής μετάφρασης που δίδαξε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο ΕΚΕΜΕΛ, κατά το ακαδημαϊκό έτος 2009-2010. Συμμετείχαν οι σπουδάστριες Κατερίνα Καραγεώργου, Στεφανία Κωστούρου, Ειρήνη Μαυρομαρά, Μαρία Στεργίου, Μαρία Φλέσσα, Μαντώ Χρήστου. Μπορείτε να δείτε την αφήγηση του παραμυθιού από τον συγγραφέα στο κάτωθι βίντεο: https://www.youtube.com/watch?v=Hy3ox0ptTf4



Σάββατο, 10 Μαρτίου 2018

ALL YOU NEED IS LOVE, του Χοσέ Μαρία Μερίνο




Ακόμα βρισκόμαστε καμιά φορά για να παίξουμε μαζί μουσική. Είμαι σίγουρος πως όλοι καταβάλουμε μεγάλη προσπάθεια, πως μας τρομάζει εξίσου το ενδεχόμενο να επαναληφθεί το παράξενο περιστατικό, όμως, την ίδια ώρα, τρέμουμε μπας και δεν ξανασυμβεί. Αυτοί οι αντιφατικοί, αντικρουόμενοι φόβοι, είναι που αναμφίβολα μας ωθούν να μαζευόμαστε ξανά και ξανά.
Στην αρχή, κάθε φορά που ξαναβρισκόμασταν μετά τη διάλυση μας, αρχίζαμε να παίζουμε κομμάτια στην τύχη, κρύβοντας όλοι μας τον αληθινό λόγο της επανασύνδεσής μας και ταυτόχρονα μεταθέτοντας για αργότερα την κρίσιμη στιγμή που θα επιχειρούσαμε να παίξουμε το κομμάτι που ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίο ξαναβρισκόμαστε. Τώρα πλέον, μην μπορώντας να κάνουμε άλλη υπομονή, έχουμε σταματήσει να προσποιούμαστε. Ετοιμάζουμε τα όργανά μας, κοιταζόμαστε δίχως να πούμε τίποτα, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις και οδηγίες, και αρχίζουμε να παίζουμε το τραγούδι. Και όταν το εκπληκτικό γεγονός ξανασυμβαίνει, φαντάζομαι πως, όπως εγώ, έτσι και οι άλλοι δύο αισθάνονται ταυτόχρονα ικανοποιημένοι και τρομαγμένοι. Με το που τελειώσει το κομμάτι, χωριζόμαστε και πάλι χωρίς να πούμε λέξη, έντρομοι αλλά σίγουροι ότι θα ανταμώσουμε ξανά.
Όλα ξεκίνησαν πριν δύο χρόνια, τα Χριστούγεννα. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός που είχα ανακαλύψει ότι ένας συμφοιτητής μου από το ωδείο έπαιζε κιθάρα σε έναν από τους διαδρόμους του σταθμού του μετρό Κουάτρο Καμίνος, με τη θήκη στα πόδια του για να δέχεται τα κέρματα των περαστικών. Αυτά που μου εκμυστηρεύτηκε μου άνοιξαν τα μάτια.
Σε περιόδους γιορτών ή μεγάλης συρροής επιβατών, ερχόταν στο μετρό για να εξασκηθεί στο όργανό του, και επί τη ευκαιρία κέρδιζε κάποια χρήματα, ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό μιας και η υποτροφία που είχε μετά βίας του έφτανε για να ζήσει. Ήταν μια περίπτωση τόσο παρόμοια με τη δική μου που, μετά το καλοκαίρι, με το που ξεκίνησε το καινούριο ακαδημαϊκό έτος, αποφάσισα να υπερνικήσω την ντροπή μου και να πάω στο μετρό με το βιολί, το αναλόγιο και τις παρτιτούρες στις οποίες έπρεπε να ασκηθώ. Με βόλευε ο σταθμός που βρισκόταν πιο κοντά στην πανσιόν όπου έμενα, ο οποίος επιπλέον έχει ευρείς διαδρόμους από σκάλα σε σκάλα, και άρχισα να εξασκούμαι στα μαθήματά μου.
Η εισπρακτική εμπειρία ήταν τόσο ικανοποιητική ώστε ενθουσιάστηκα και πήγαινα κάθε σαββατοκύριακο. Μερικές φορές, στις ασκήσεις μου, με συνόδευε η Ρακέλ με τη βιόλα της. Μετά από δεκαπέντε λεπτά ούτε που το σκέφτεσαι ότι βρίσκεσαι στο μετρό. Απορροφημένος από την εκτέλεση της παρτιτούρας, αγνοείς παντελώς το πλήθος που ξεχύνεται από τις σκάλες και τον ήχο από τα συμπονετικά κέρματα. Όμως η Ρακέλ δεν έχει οικονομικά προβλήματα και τις περισσότερες φορές απέμενα μόνος σε εκείνο το μέρος, παίζοντας ακούραστα το βιολί μου. Άλλαξα σταθμό κάνα δυο φορές μέχρι να ανακαλύψω το ιδανικό μέρος, έναν από τους ενδιάμεσους διαδρόμους στο σταθμό Πρίνθιπε δε Μπεργκάρα, και κόλλησα τόσο πολύ με εκείνο το σημείο, που όταν δεν μπορούσα να πάω, μου έλειπε, επειδή δεν υπήρχε άλλο μέρος στο οποίο να μπορώ να αφοσιώνομαι στην εξάσκησή μου με μεγαλύτερη ελευθερία, δίχως την έγνοια μήπως ενοχλήσω κάποιον.
Τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά, το κοινό ήταν αρκετά γενναιόδωρο, αλλά στην Εθνική Εορτή του Συντάγματος[1] αντιλήφθηκα ότι δεν ήμουν ο μόνος μουσικός που έπαιζε στο σταθμό.
Στα κενά μεταξύ των κομματιών –εκείνη την εποχή ερμήνευα μόνο κλασική μουσική, αυτήν που έπρεπε να μελετήσω για το ωδείο– άκουσα ήχους που μου φάνηκαν ορχηστρικοί, και μόλις τέντωσα το αφτί μου αναγνώρισα με σιγουριά τις μελωδίες που ξεπηδούσαν από δύο όργανα. Αργότερα θα ανακάλυπτα πως σε άλλα, διαφορετικά πλατύσκαλα έπαιζαν μουσική μια μικροκαμωμένη, κοκκινομάλλα κοπέλα, και ένα ψηλό, μελαχρινό αγόρι.
Η κοπέλα είναι Σκωτσέζα, ονομάζεται Φιόνα και παίζει ένα είδος γκάιντας με μικρό ασκό από επεξεργασμένο δέρμα σε φυσικό χρώμα. Το αγόρι είναι από τη Γουατεμάλα, τον λένε Αναστάσιο και παίζει μαρίμπα. Συνεχίσαμε να παίζουμε παράλληλα για πολλές μέρες, ο καθένας σε διαφορετικό σημείο του σταθμού, και εγώ συνειδητοποίησα ότι τα έσοδα μου άρχισαν να μειώνονται. Χωρίς αμφιβολία στα αφτιά των επιβατών έφταναν ήχοι από την πολλαπλή ηχητική προσφορά που τους περίμενε, και αμήχανοι, αποπροσανατολισμένοι εξαιτίας ενός νόμου που αφορά την ψυχολογία του πλήθους όσο και τα οικονομικά του, έκαναν πίσω τη στιγμή που θα κατέθεταν τον οβολό τους στη θήκη του βιολιού μου, και ίσως έκαναν το ίδιο και με τους ανταγωνιστές μου. 
Δεν άργησα πολύ να φτάσω σε αυτά τα συμπεράσματα, και καθώς δε μου αρέσει να αφήνω τα προβλήματα να χειροτερεύουν, πλησίασα τους άλλους δύο μουσικούς για να τους πω ότι από τότε που εμφανίστηκαν εκείνοι, τα έσοδά μου είχαν μειωθεί, μιας και τόση διάσπαρτη μουσική στον ίδιο σταθμό απ’ όσο φαινόταν αποπροσανατόλιζε τις υποψήφιες καλοσυνάτες καρδιές. Τους πρότεινα να πάει ο καθένας σε διαφορετικό σταθμό, ώστε να είναι ο μοναδικός μουσικός εκεί, ή να ενωθούμε οι τρεις μας για να μοιραστούμε τους καρπούς του κόπου μας. Με τη δεύτερη πρόταση συμφώνησαν οι συνάδελφοί μου, που είπαν ότι δεν χάναμε τίποτα να το δοκιμάσουμε. Και έτσι γίναμε τρίο.
Φυσικά στην αρχή δυσκολευτήκαμε να συντονίσουμε και να ενώσουμε όργανα τόσο ανόμοια μεταξύ τους, και εγώ χρειάστηκε να εγκαταλείψω τις ασκήσεις του ωδείου, αλλά σε όλη αυτήν την περιπέτεια ένιωθα την ανάγκη να αντιμετωπίσω προκλήσεις και τεχνικές δυσκολίες που δεν έβλαπταν τις σπουδές μου ως προς τη δεξιοτεχνία, αλλά αντιθέτως, με υποχρέωναν να επινοώ και να γνωρίζω καινούργιες δυνατότητες του βιολιού μου. Τελικά καταφέραμε να βάλουμε σε σειρά ένα μικρό ρεπερτόριο, και η αλήθεια είναι ότι εκείνη η ένωση της γκάιντας, της μαρίμπα και του βιολιού μάλλον πρόσφερε μια μυστηριώδη και καθηλωτική μελωδία καθώς, όσον αφορά τους οβολούς των επιβατών τα πήγαμε πολύ καλύτερα, και το μερίδιό μου έφτασε να είναι ακόμα μεγαλύτερο από αυτά που έβγαζα όταν ήμουν ο μοναδικός μουσικός στο σταθμό. 
Δεν ήταν και πολύ δύσκολο να ανακαλύψουμε ότι οι επιβάτες ήταν πιο ευαίσθητοι σε κάποιες μελωδίες απ’ όσο σε κάποιες άλλες. Γενικά, στους ανθρώπους μιας συγκεκριμένης ηλικίας, που είναι αυτοί που τους περισσεύουν κάποια κέρματα, φαίνεται να τους συγκινούν περισσότερο τα κομμάτια με απαλό και ρομαντικό ρυθμό σε σχέση με τα γρήγορα κομμάτια. Το «Les feuilles mortes», το «Smoke gets in your eyes», το «Ansiedad», το «Beyond the sea», τα μουσικά θέματα από την Καζαμπλάνκα, το Δόκτωρ Ζιβάγκο και το Πέρα από την Αφρική, το «Only you», ήταν πάντα καλοδεχούμενα, και αυτό ήταν το ρεπερτόριο μας για πολλές εβδομάδες, μέχρι που κουραστήκαμε να παίζουμε τα ίδια και τα ίδια και αποφασίσαμε να συμπεριλάβουμε καινούριες μελωδίες. Για αρχή, το «All you need is love».
Είχαμε εξασκηθεί τόσο πολύ κατά τη συνεργασία μας που δε χρειάστηκε να κάνουμε πολλή πρόβα, και έτσι αφιερώσαμε λίγο χρόνο στο να συμφωνήσουμε για τα διαφορετικά καινούρια κομμάτια. Έτσι, γρήγορα αρχίσαμε να παίζουμε το «All you need is love». Ήταν ώρα αιχμής και ο διάδρομος ήταν γεμάτος κόσμο που περπατούσε βιαστικά προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Στην αρχή δεν καταλάβαμε καλά αυτό που συνέβαινε, γιατί δεν μπορούσαμε να ξέρουμε τη σχέση που υπήρχε ανάμεσα σε εκείνη τη μουσική που εμείς παίζαμε και τη συμπεριφορά του πλήθους. Το θέμα είναι ότι όλος ο κόσμος έμεινε ακίνητος.
Ήταν μια στιγμιαία ακινησία, που ίσως να είχαμε αργήσει λίγη ώρα παραπάνω να αντιληφθούμε, αν δεν είχαμε μείνει κι εμείς, ταυτόχρονα, αποσβολωμένοι εξαιτίας ενός φαινομένου εντελώς εξωπραγματικού: εκείνος ο διάδρομος που χωρίζεται από την επιφάνεια με δύο σκάλες, που έχουν ύψος ανάλογο με δύο ή τρεις ορόφους ενός σύγχρονου κτιρίου η καθεμία, ξαφνικά απογυμνώθηκε από οροφές και τοίχους, και ο μεγάλος ορθογώνιος χώρος στον οποίο εμείς και οι κοκαλωμένοι επιβάτες βρισκόμασταν, εμφανίστηκε σε υπαίθριο χώρο, πάνω στο έδαφος, όμως τριγύρω του δεν υπήρχαν οι δρόμοι και τα σπίτια της Μαδρίτης, παρά ένα τοπίο με πυκνή βλάστηση, που κάλυπτε και τις πλαγιές κάποιων κοντινών λόφων. Η εικόνα ήταν τόσο εκπληκτική που σταματήσαμε να παίζουμε και, την ίδια στιγμή, όλα όσα μας περιέβαλλαν ξαναπήραν την προηγούμενη συνηθισμένη τους μορφή, τη στέρεη κατασκευή που αποτελεί το χώρο των υπόγειων διαδρόμων, τα φώτα νέον με τη δίχως σκιές λευκότητά τους, και τον κόσμο ο οποίος συνέχιζε να κινείται με μια βιασύνη που φαίνεται να την προκαλεί το ίδιο το μετρό.
Ήμαστε καταφοβισμένοι από την εικόνα και όλα τα υπόλοιπα, ανίκανοι να αρθρώσουμε λέξη, όμως η διαίσθηση των τριών μάς έκανε να καταλάβουμε ότι ο μόνος τρόπος να ξαναβρούμε την ηρεμία μας ήταν να συνεχίσουμε να παίζουμε. Το «Ansiedad», ψέλλισε ο Αναστάσιο, και με το που ξαναρχίσαμε να παίζουμε, επιστρέψαμε σιγά σιγά στην αίσθηση της καθημερινότητας. Όταν σχολιάσαμε την ακατανόητη εμπειρία που μόλις είχαμε ζήσει, κανένας από τους τρεις μας δε σκέφτηκε να συνδέσει το φαινόμενο αυτό με την ερμηνεία του «All you need is love», αλλά το επόμενο απόγευμα, όταν κατά τη διάρκεια του ρεπερτορίου μας παίξαμε το ίδιο κομμάτι, το παράλογο και εκπληκτικό συμβάν επαναλήφθηκε, οι επιβάτες που περνούσαν από μπροστά μας σταμάτησαν αμέσως να κινούνται και έμειναν μαρμαρωμένοι σαν αγάλματα, και οι τοίχοι και η οροφή του μετρό εξαφανίστηκαν για άλλη μια φορά για να δώσουν τη θέση τους στο γεμάτο βλάστηση τοπίο με τους λόφους.
Σταματήσαμε πάλι να παίζουμε και όλα ξαναπήραν την αρχική μορφή της συνηθισμένης πραγματικότητας.
Αφού το συμβάν αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές, ήταν η Φιόνα εκείνη που πρώτη υποψιάστηκε ότι το μεταφυσικό αυτό φαινόμενο σχετιζόταν με την ερμηνεία μας του «All you need is love». Και μπορέσαμε να το επαληθεύσουμε αυτό με βεβαιότητα καθώς όταν το παράλογο φαινόμενο επαναλήφθηκε, δεν σταματήσαμε να παίζουμε, και αυτή μας η τόλμη μάς επέτρεψε να περιεργαστούμε προσεκτικά το μέρος, πιο πέρα από τις ουρές που σχημάτιζε ο κόσμος καθώς στεκόταν παγωμένος μπροστά μας.
Υπήρχαν πολλά τεράστια δέντρα, όμως υπήρχαν και πολλοί άνθρωποι ανάμεσα τους. Όχι πολύ μακριά, ένας άνδρας ελαφρά ντυμένος, καθισμένος στη βάση ενός από εκείνα τα μεγάλα δέντρα, όπως συχνά αναπαρίσταται ο Βούδας, ήταν περιτριγυρισμένος από μια ομάδα ανθρώπων. Ανάμεσα στα δέντρα ανοίγονταν ξέφωτα στα οποία έπαιζαν αγόρια και κορίτσια, και άλλα στα οποία υπήρχε κόσμος κρατώντας κάτι που έμοιαζε με μουσικά όργανα, ή διαβάζοντας βιβλία, και λίγο παραπέρα μια λίμνη, που μάλλον σχηματιζόταν στο χαμηλότερο σημείο της κοιλάδας, με άνδρες, γυναίκες και παιδιά να κάνουν βόλτα στις όχθες της ή να κάνουν βαρκάδα με μικρές βάρκες με κουπιά. Η βλάστηση αποτελούσε το πιο εντυπωσιακό σημείο του τοπίου, όμως ανάμεσά της διακρίνονταν διάσπαρτα κτίρια, και στους λόφους που περιέβαλλαν το τοπίο, κτίρια και αλσύλλια εναλλάσσονταν αρμονικά. Εκείνο το τοπίο ενστάλαζε ειρήνη, αγαλλίαση, ήταν μια εικόνα ηρεμίας και αρμονίας, αλλά όταν τελείωσε το «All you need is love», ξαναχάθηκε και στο διάδρομο του σταθμού του μετρό οι επιβάτες άρχισαν να περπατάνε και πάλι με βήμα γοργό. Αναμφίβολα εκείνη η μελωδία προκαλούσε την ακινησία του κόσμου και τη δική μας εισβολή στο θαυμάσιο τοπίο, και όταν παίζαμε το συγκεκριμένο κομμάτι, ήταν ο συνδυασμός των τριών οργάνων αυτός ακριβώς που έδινε αυτό το μαγικό αποτέλεσμα, μιας και για να εξακριβώσουμε το μέγεθος του θαύματος, κάποια φορά αντικατέστησα το βιολί με το πλάγιο φλάουτο, που επίσης έχω την ικανότητα να παίζω, αλλά το «All you need is love» δεν είχε τα εξωπραγματικά αποτελέσματα που είχε το βιολί μαζί με την γκάιντα και τη μαρίμπα.
Τώρα πλέον τολμούσαμε να μιλάμε μεταξύ μας για το απίστευτο περιστατικό, και χαρίζαμε στον εαυτό μας τη θέα εκείνου του τοπίου τρεις ή τέσσερις φορές κάθε μέρα, προκαλώντας στο σταθμό τη μαζική ακινητοποίηση του πλήθους που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει. Όμως η θέα εκείνου του τόσο ευχάριστου μέρους, που ήταν γεμάτο από νύξεις ευτυχίας, μας προκαλούσε ταυτόχρονα μια αίσθηση απογοήτευσης, επειδή καταλαβαίναμε ότι δεν μπορούσαμε να φτάσουμε σε αυτό: τα τρία όργανά μας που ερμήνευαν ομόφωνα το «All you need is love» ήταν το κλειδί που παρείχε πρόσβαση σε ένα χώρο ο οποίος προσφερόταν ως ένα ιδανικό τοπίο ομορφιάς και γαλήνης, ίσως απόλυτης ευτυχίας, όμως εμείς ήμαστε καταδικασμένοι να το βλέπουμε από το κατώφλι.
Πολύ σύντομα μάθαμε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να διεισδύσει εκεί. Η επίγνωση εκείνου του τόσο μυστήριου ευρήματός μας, που θα το κατατάσσαμε στα θαύματα ή στα υπερφυσικά γεγονότα, μας παρακίνησε να το μοιραστούμε και με άλλους. Η Φιόνα και ο Αναστάσιο το είπαν σε διάφορους φίλους και συμπατριώτες τους, και εγώ το ομολόγησα στη Ρακέλ και σε έναν από τους καθηγητές μου που είναι πάντα προσηνής με τους φοιτητές, ένας νεαρός ακόμα άνδρας, και τους προειδοποίησα ότι ήξερα πολύ καλά πως μπορεί να με περνούσαν για τρελό. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν υπήρξαν ούτε και θα υπάρξουν μάρτυρες της φανταστικής μας ανακάλυψης, μιας και οι φίλοι που προσκαλέσαμε να παραστούν στο γεγονός, έμειναν τόσο ακίνητοι και απόντες όσο και οι υπόλοιποι περαστικοί την ώρα που στα όργανα μας το «All you need is love» εμφάνιζε εκείνον το χώρο της ατάραχης ειρήνης, και μετά δεν θυμόντουσαν τίποτα απ’ όσα είχαν συμβεί.
Νομίζω ότι η αιτία της διάλυσης μας ήταν αυτή η επαναλαμβανόμενη αδυναμία, το ότι καταλάβαμε πως ποτέ δεν θα μπορούσαμε να μπούμε σε εκείνον τον παράδεισο που βλέπαμε, και πως κανένας άλλος εκτός από εμάς τους τρεις δεν θα μπορούσε να τον δει. Τελικά χωριστήκαμε.
Ψάξαμε διάφορες δικαιολογίες, ότι κάθε φορά βγάζαμε λιγότερα, ότι η συνεργασία μας μάς εγκλώβιζε σε ανελαστικά ωράρια. Μια μέρα είπαμε αντίο και ο καθένας από εμάς πήρε το όργανο του και πήγε σε διαφορετικό σταθμό. Αλλά εξακολουθούμε να μαζευόμαστε πού και πού για να παίξουμε το «All you need is love» και να μπορέσουμε να ρίξουμε καμιά ματιά ακόμα σε εκείνο το μέρος όπου όλα μοιάζουν να είναι σε τάξη και στο οποίο κανένας από εμάς που ζει σε αυτόν τον κόσμο δεν θα μπορέσει ποτέ να μπει.


ΜετάφρασηΣτυλιανή Μπαϊμάκη

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος



O José María Merino γεννήθηκε το 1941 στη Λα Κορούνια. Είναι μέλος της Real Academia Española. Το 2013 κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Πεζογραφίας της Ισπανίας για το μυθιστόρημα El río del Edén.


Η μετάφραση του διηγήματος προέρχεται από τη Διπλωματική Εργασία που εκπόνησε, υπό την εποπτεία του Αναπληρωτή Καθηγητή Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η Στέλλα Μπαϊμάκη με τίτλο «Ο σουρρεαλιστής κύριος Χοσέ Μαρία Μερίνο» στο πλαίσιο των σπουδών της στο Μάστερ «Επιστήμες της Γλώσσας και του Πολιτισμού», κατεύθυνση «Μετάφραση, επικοινωνία και εκδοτικός χώρος» του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.


[1] Στις 6 Δεκεμβρίου εορτάζεται σε όλη την Ισπανία η ψήφιση του Συντάγματος του 1978, (Σ.τ.Μ.).