Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2020

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Βιβλιοκριτική της Κατερίνας Μαλακατέ για Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων του Juan Jacinto Muñoz Rengel


Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων, Juan Jacinto Muñoz Rengel





Ο πιο εύκολος τρόπος να περιγράψεις "Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων" υπάρχει μέσα στο ίδιο το βιβλίο κι είναι με τα λόγια του συγγραφέα του: 

Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων και των άγνωστων πλανητών που περιέχει τις λεπτομερείς και πολύ ειλικρινείς {μικρο}αφηγήσεις των μεγάλων υπερφυσικών και παράξενων γεγονότων αυτού του κόσμου, καθώς και τις {μίνι} εποποιίες άλλων τόσων εξωγήινων άθλων και μια συλλογή από τις διαφορετικές και αξιομνημόνευτες ερωτικές πρακτικές, εκδικήσεις και βασανιστήρια, θανάτους μετενσαρκώσεις, πνεύματα και φαντάσματα, ερπετά, τέρατα, ανέφικτες αρχιτεκτονικές, τα χρονικά της κατάκτησης του διαστήματος και την αναζήτηση του θεού

Πρόκειται λοιπόν για μικρά ως πολύ μικρά κείμενα, που ξεκινούν από κάποια φιλοσοφική και υπαρξιακή αγωνία, τον θεό, τον έρωτα, τη ζωή, τον θάνατο, τη ζωή σε άλλους πλανήτες, και καταλήγουν σε έναν κόσμο όπου το φανταστικό μπλέκεται με το πραγματικό. Στην Ισπανία, όπως και στην Ελλάδα, η λογοτεχνία του φανταστικού δεν χαίρει μεγάλης εκτίμησης, οι σπουδαίοι σύγχρονοι συγγραφείς ποντάρουν στον ρεαλισμό με μικρές δόσεις μεταμοντέρνου. Ο Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρενχέλ (ή Χότα Χότα όπως τον αποκαλεί η μεταφραστική του ομάδα στα ελληνικά), είναι ένας συγγραφέας που δεν φοβάται το φανταστικό, το χρησιμοποιεί και το μεταπλάθει, πατά γερά στην παράδοση του Χουάν Ρούλφο, του Χ. Λ. Μπόρχες —"το βιβλίο των φανταστικών όντων"—, του Κορτάσαρ —με το "Αξολότλ". Και με έναν περίεργο τρόπο, γιατί οι λαοί δένονται, καταλήγει να φτιάξει διηγήματα που μοιάζουν εκπληκτικά με αυτά στο «Όντα και μη όντα» του Αργύρη Χιόνη. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η ύπαρξη ενός τερατολογίου πριν τα περιεχόμενα. 

Τα μικρο-αφηγήματα χωρίζονται σε τρία μέρη: Urbi, πόλη, Orbe, οικουμένη και Extramundi, κι άλλοι κόσμοι. Η λατινική φράση Urbi et Orbi που χρησιμοποιείται τόσο συχνά σε διεθνείς Συνθήκες και συμβόλαια, μοιάζει σαν να είναι προγραμματική δήλωση του Χ.Χ. Θα γράψει για τα μεγάλα και τα υψηλά, αυτά που αφορούν το αστικό τοπίο, την οικουμένη όπως την ξέρουμε και τους άλλους κόσμους που ακόμα δεν ξέρουμε, με όχημα το μικρό και το πάρα πολύ μικρό διήγημα. Σε κάποιες στιγμές τα κείμενά του έχουν τόσο ρυθμό που δεν ξεχωρίζουν από ποίημα. Η γλώσσα του φαίνεται να ρέει —ακόμα και στην ελληνική μετάφραση που έχει τόσους μεταφραστές— και του αρέσει να παίζει μαζί της, χωρίς να φοβάται. Άλλοτε είναι τελείως απλή κι άλλοτε διανθίζεται, γίνεται πληθωρική. Ο συγγραφέας αγαπά τους νεολογισμούς και τα λογοπαίγνια, κρύβεται μερικές φορές πίσω από τη γλώσσα κι άλλες την αφήνει να αναλάβει τα ηνία. 

Μόνο έτσι, με μικρές μπουκιές ανάγνωσης, κόβοντας φέτες την πραγματικότητα, κατακερματίζοντάς την, βρίσκει ψήγματα αλήθειας. Όταν το μυαλό αφήνει πίσω τις αντιστάσεις του, ξέρει πως μπορεί ανά πάσα στιγμή να εμφανιστεί ένας τύπος με γαλάζια χαίτη σε όλο του το σώμα, μια αγελάδα που λύνει την υπόθεση του Ρίμαν ή ένας βιογύπας, τότε η πραγματικότητα αρχίζει να παρουσιάζει ρωγμές, από αυτές μόνο μπορεί να φτάσεις στην κατανόηση του κόσμου. 

Στην αρχή το τοπίο είναι αστικό, μετά οικουμενικό, τελικά εντελώς φανταστικό. Ο Χ.Χ. δεν διστάζει να κάνει κριτική της κοινωνίας, να μιλήσει για οικολογία, για γυναικοκτονίες, για τον θάνατο∙ και να τον αντιστρέψει. Ο χρόνος και η χρονική σειρά τον πραγμάτων τον απασχολεί σε πολλά διηγήματα, σε ένα μια γυναίκα που γεννάει αποδεικνύεται πως μόλις γεννιέται, σε ένα άλλο ο τελευταίος πρόγονος ενός ζευγαριού μπαίνει ξανά στο σώμα της γυναίκας με αβάσταχτους πόνους. Η ζωή μοιάζει να είναι εξίσου παράλογη με το τέλος, συνήθως την εξορθολογίζουμε και χρεώνουμε στο τέρμα όλα όσα συνέβησαν στην αρχή. Εδώ η αρχή και το τέλος μοιάζουν αξεδιάλυτα, ο χρόνος άλλοτε συστέλλεται κι άλλοτε διαστέλλεται, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μία σύμβαση. Αυτό κάνει ο Χ.Χ. με αυτή τη μικρή συλλογή, σπάει τις συμβάσεις. Δεν διστάζει ούτε μπροστά στους θεούς ή τον θεό. Δεν διστάζει ούτε μπροστά στον εαυτό του. Η ζωή ξεγυμνώνεται, και ο ίδιος ξεγυμνώνεται, φτιάχνει καινούργιες λέξεις, για νέες υπάρξεις. Ούτε διστάζει να χρησιμοποιήσει την μυθολογία και να τη διαστρέψει- πιο χαρακτηριστική η ανατροπή του Δούρειου Ίππου. Κι ούτε έχει θέμα με την σεξουαλικότητα, τον ερωτισμό και τον αισθησιασμό, είναι μέρος της ζωής, ακόμα κι αν έχεις άλλη όψη κι άλλο σχήμα.  

Είχε δύο αγόρια δίδυμα, ολόιδια. Εκείνη τα έντυνε με τα ίδια ρούχα και τους έφτιαχνε συμμετρικά πρωινά κάθε πρωί. Εκείνα συμπεριφέρονταν με τον ίδιο τρόπο κι έμοιαζε να έχουν μία και μόνη προσωπικότητα. Και τα δύο έπαιρναν τους ίδιους βαθμούς στο σχολείο, έκαναν μελανιά στο ίδιο γόνατο --την ίδια μέρα, την ίδια ώρα--, τους άρεσε το ίδιο κορίτσι, μιλούσαν ταυτόχρονα για να πουν μια παρόμοια φράση. Εκείνη τα σκέπαζε με τον ίδιο τρόπο κάθε βράδυ, σε αντίστοιχα δίδυμα κρεβάτια, το καθένα κάτω από το δικό του γαλάζιο πουπουλένιο πάπλωμα. Ύστερα, πλησίαζε σιωπηλά ένα από αυτά, πάντα το ίδιο, και του ψιθύριζε στο αφτί: "Εσύ είσαι ο αγαπημένος μου". 

Το μικρό κείμενο —εδώ μιλάμε ακόμα και για μία μόνη φράση— έχει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Χωρίς να σε προετοιμάσει επαρκώς, χωρίς να νοιάζεται για το πριν και το μετά, σε ξεβράζει άλλοτε πάνω στην κορύφωση, κι άλλοτε πάνω στην κάθαρση ενός μεγαλύτερου κειμένου. Ο αναγνώστης πρέπει τότε να συμβάλει στη συγγραφή, να γεμίσει τα κενά με βάση τη δική του εμπειρία, να νιώσει όπως ο συγγραφέας ή και τελείως διαφορετικά. Είναι ο συγγραφέας ένας μικρός θεός; Στο σύμπαν του είναι. Τον αποκαθηλώνει μόνο ο αναγνώστης. 

Σε κάποια μικροκείμενα ο ΧΧ το έχει καταφέρει εκπληκτικά, σε άλλα μοιάζει να μας ταΐζει μασημένη τροφή και να προσγειώνει τη φαντασία. Πάντως σε ελάχιστα δεν δίνει έρεισμα στο ασυνείδητο να κάνει τις δικές του παραλλαγές. Κι αυτό κάνει αυτό το μικρό βιβλίο, μεγαλύτερο. Μπορείς αν θες να το διαβάσεις σε ένα απόγευμα και μετά να το ξεχάσεις. Λίγο όμως να είσαι μαθημένος, να έχεις διαβάσει Πεσόα, Καλβίνο ή Μπόρχες, τότε ξέρεις πως αυτά είναι από τα βιβλία που μένουν στο προσκεφάλι σου για καιρό. Μπορείς να τσαλαβουτάς μέσα τους όπως και όποτε θες, μετά την πρώτη ανάγνωση. Και τα κείμενα θα σε αποζημιώσουν, θα δώσουν στην καθημερινότητα ρυθμό και στίγμα. Έστω κι αν απλά διαβάσεις τον κολοφώνα: Η εκτύπωση της συλλογής διηγημάτων του Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρενχέλ, «Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων», στα ελληνικά, ολοκληρώθηκε στις 10 Νοεμβρίου 2019, στιγμή κατά την οποία το Σύμπαν συμπλήρωνε 13.789 εκατομμύρια χρόνια, πέντε μήνες, δεκαεννιά μέρες και έξι ώρες. 


                          Κατερίνα Μαλακατέ, "Διαβάζοντας", 19.2.2020

Υ.Γ.1 Η μετάφραση είναι προϊόν εργαστηρίου λογοτεχνικής μετάφρασης και επιμέλειας από τα ισπανικά στα ελληνικά που οργάνωσαν και συντόνισαν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η Αναστασία Γιαλαντζή στο Κέντρο Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής γλώσσας Abanico σε δύο περιόδους: Οκτώβριος 2017-Απρίλιος 2018 και Οκτώβριος 2018-Μάρτιος 2019. Μετέφρασαν οι: Μαρία Αθανασιάδου, Αναστασία Γιαλαντζή, Μαρία Ζαγγίλη, Μαρία Καλουπτσή, Νίκος Μανουσάκης, Χρυσούλα Ξένου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αγγελική Παλασοπούλου, Στέλλα Σουφλέρη, Σοφία Φερτάκη, Ναταλί Φύτρου

Υ.Γ.2 το κείμενο, με μικρές προφορικές παραλλαγές, διαβάστηκε το Σάββατο 8 Φεβρουαρίου, στη σχετική εκδήλωση στο Abanico.


Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020

José Ovejero: Η μαμά επέλεξε να αυτοκτονήσει το πρωινό της 24ης Δεκεμβρίου


Χοσέ Ομπεχέρο

Η μαμά επέλεξε να αυτοκτονήσει το πρωινό της 24ης Δεκεμβρίου


Η μαμά επέλεξε να αυτοκτονήσει το πρωινό της 24ης Δεκεμβρίουˑ δεν μπορούσε να διαλέξει μια οποιαδήποτε άλλη μέρα, μια Παρασκευή 8 Μαρτίου ή μια Τρίτη 6 Ιουλίου, έπρεπε να είναι  μια ξεχωριστή μέραˑ πάντα είχε αδυναμία  στα καλοστημένα σκηνικά και δεν υπάρχει κάτι που να την ενοχλεί περισσότερο από το να περνούν απαρατήρητα τα δράματά της.
           Μπαίνοντας στο σπίτι το πρώτο πράγμα που μου τράβηξε την προσοχή, ήταν η γαλοπούλα στο χολˑ δεν ξέρω αν την είχε αφήσει εκεί επίτηδες ή αν της είχε πέσει και δεν μπήκε στον κόπο να τη μαζέψει, αλλά  βρισκόταν εκεί, πρόστυχη, σαν γριά πόρνη, με ασπρουλιάρικο δέρμα και μ’ αυτή την ξετσίπωτη  τρύπα στον πισινό, στραμμένη έτσι ώστε να τη δει ο πρώτος που θα περνούσε. Ούτε που την άγγιξα. Όπως και να ’χει με απωθεί η ωμή σάρκα, ακόμη κι αυτή των παιδιών μου, ανατρίχιαζα κάθε φορά που έπρεπε να τους αλλάξω τις πάνες.
Βρήκα τη μαμά γονατισμένη στην κουζίνα, με το κεφάλι μέσα στο φούρνοˑ σκέφτηκα ότι προσπαθούσε να επιδιορθώσει  κάποια βλάβη της ηλεκτρικής συσκευής. Η αλήθεια είναι ότι πιάνουν τα χέρια της και δεν ήταν σπάνιο να τη δει κανείς μ’ ένα κατσαβίδι ή μ’ ένα αγγλικό κλειδί στο χέρι. Γι’ αυτό και δεν με παραξένεψε που δεν μου απάντησε όταν τη χαιρέτησα κι έτσι κατευθύνθηκα μέχρι το πρώην δωμάτιο μου, άφησα στο κρεβάτι την τσάντα και τα δώρα και μετά κλείστηκα στην τουαλέτα και κάθισα στην άκρη της μπανιέρας. Η τουαλέτα είναι το αγαπημένο μου δωμάτιο σε κάθε σπίτι. Μου αρέσει πολύ να ακουμπάω τα κρύα πλακάκια και να χαϊδεύω τις μπανιέρες, περισσότερο τις μεταλλικές, λιγότερο τις ακρυλικές. Ξεχάστηκα για λίγο ψαχουλεύοντας τα βαζάκια με τα καλλυντικά της μαμάς, έβαλα μια ενυδατική κρέμα στο πρόσωπο, νίφθηκα με χλιαρό νερό, μετά έβαλα άλλη κρέμα, αυτή τη φορά αντιρυτιδική και ξερίζωσα με το τσιμπιδάκι μια τρίχα που βγαίνει επίμονα ακριβώς στη άκρη του πηγουνιού.
«Ναι όμως, δεν αντιληφθήκατε κάτι; Δεν μύρισε γκάζι;»
Ο αστυνομικός με υποψιαζόταν. Τι συναίσθημα και αυτό να σε υποψιάζονται! Ο αστυνομικός ήταν ξανθός και όμορφος με ανοιχτές πλάτες, παρόλο που δεν μου άρεσε ότι ανάμεσα στις ερωτήσεις έγλειφε το κάτω μέρος των χειλιών του, μια σπασμωδική κίνηση που δεν αρμόζει σε αστυνομικό. Ένα όργανο της τάξης πρέπει να είναι ανδροπρεπές και ατρόμητο, χωρίς τικ κολεγιόπαιδου.
«Θα μπορούσε να ’χε γίνει μεγάλο κακό εάν είχατε ανάψει κανένα τσιγάρο…»
«Δεν καπνίζω, ευχαριστώ. Αλλά μπορείς να μου μιλάς στον ενικό. Δεν είμαι και τόσο μεγάλη. Αλκοόλ ναι, πίνω κάπου κάπου. Εσύ;»
Ο αστυνομικός έμεινε άφωνος για μια στιγμή, θα ’λεγα μάλιστα ότι με ξέχασε κιόλας και  έγλειψε τα χείλη του αρκετές φορές. Άρχισα να νιώθω μια κάποια αηδία. Φαντάστηκα ότι μου έγλειφε το στόμα μ’ αυτή την τόσο χοντρή και μαλακή γλώσσα και μ’ έπιασε τρέμουλο.
«Ώστε λοιπόν, δεν σας μύρισε τίποτα».
Του εξήγησα ότι μετά τη γέννηση της μικρής είχα χάσει την αίσθηση της όσφρησης. Δεν είναι δα και τόσο φοβερό, γιατί ο κόσμος έχει αρκετά κακή όσφρηση. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι κάποιες φορές μού καίγεται το φαγητό.
«Είναι πολύ παράξενο», είπε ο αστυνομικός ενώ σκάλιζε το αφτί του με το στυλό. «Κοιτάξτε, είχε ετοιμάσει μία πιατέλα με σάλτσα για να κάνει  γαλοπούλα στο φούρνο. Και το βιβλίο των συνταγών είναι ανοιγμένο στη σελίδα που λέει πώς μαγειρεύεται η γαλοπούλα. Κάποιος που έχει σκοπό να αυτοκτονήσει δεν μαγειρεύει από πριν για τους καλεσμένους. Πόσο μάλλον γαλοπούλα!»
«Α, δεν την ξέρετε καλά τη μητέρα μου». Αποφάσισα ότι κι εγώ θα του μιλούσα στον πληθυντικό, γιατί σ’ έναν υπερασπιστή της τάξης πρέπει να απευθύνεσαι με σεβασμό, παρόλο που αυτός έχει ακόμη σπυράκια στο πρόσωπο και δείχνει τη γελαδίσια γλώσσα του κάθε φορά που σταματάει να μιλάει για μια στιγμή. «Ήταν πολύ σχολαστική. Θα είχε προσβληθεί αν την καλούσαν σε ένα ρεβεγιόν Χριστουγέννων και η σπιτονοικοκυρά είχε αμελήσει να μαγειρέψει γαλοπούλα. Δεν θα δεχόταν κανενός είδους δικαιολογία».
«Μα δεν το τελείωσε το φαγητό. Αυτοκτόνησε πριν».
«Είστε πολύ παρατηρητικός. Θα φτάσετε πολύ ψηλά στο Σώμα» και με το που το είπα ακούστηκε σαν πρόσκληση για σαλιαρίσματα, ενώ, πραγματικά, δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.
Όταν έφυγαν ο αστυνομικός και οι τραυματιοφορείς ή οι νοσοκόμοι ή οι γιατροί ή ό,τι άλλο ήταν, φόρεσα κάτι γάντια από λάτεξ, έβαλα τη γαλοπούλα στο ταψί, έριξα από πάνω της και στην τρύπα του πισινού της μερικές κουταλιές σάλτσα και άναψα το φούρνο. Λειτουργούσε τέλεια.
Οι πρώτοι που κατέφτασαν ήταν η αδελφή μου και ο άντρας της.
Εγώ είχα περάσει κάμποση ώρα κάνοντας πρόβα τη στάση που θα έπαιρνα για να τους ανακοινώσω το δυστυχές γεγονός. Εκείνη που μου άρεσε περισσότερο ήταν όταν θα σταύρωνα τα χέρια στο ύψος της κοιλιάς και θα κατέβαζα το κεφάλι, έτσι κάπως σαν να προσευχόμουν, και θα έκανα μια παύση με πολύ δραματικό τόνο: «Η μαμά… αυτοκτόνησε». Χωρίς επιφωνήματα, με συγκρατημένη φυσικότητα. Ωστόσο, όταν άνοιξα την πόρτα η αδερφή μου όρμησε κατά πάνω μου για να μου σκάσει δυο φιλιά στα μάγουλα πιο ηχηρά κι από χαστούκια. Και καθώς έτρεχα στο εσωτερικό του διαδρόμου φορτωμένη με δώρα και σοβαροφάνεια της τσίριξα: Η μαμά προσπάθησε να αυτοκτονήσει! Και μετά χαμογέλασα στον γαμπρό μου που ακόμη βρισκόταν στην πόρτα και περίμενε να με φιλήσει και εκείνος.
Η αδερφή μου διέσχισε το σπίτι με μεγάλους διασκελισμούς,  καθόλου θηλυκούς, πάντα ήταν λίγο ανδρογυναίκα σαν τη μαμά, και γύρισε προς το μέρος που βρισκόμασταν ο άνδρας της κι εγώ, χαμογελώντας ακόμη ο ένας στον άλλο.
«Προσπάθησε να αυτοκτονήσει ή αυτοκτόνησε;»
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν ήμουν σίγουρη. Πώς μου τη δίνει όταν η αδερφή μου με πιάνει αδιάβαστη! Αλλά οι νοσοκόμοι ή οι γιατροί  ή ό,τι άλλο ήταν, την είχανε πάρει τόσο γρήγορα που δεν μου πέρασε καν από το μυαλό να τους ρωτήσω.
Βέβαια δεν την κάλυψαν με σεντόνι, όπως κάνουν στις ταινίες, ούτε –όπως κάνουν και πάλι στις ταινίες–  την έβαλαν σε μια, από αυτές τις σακούλες με φερμουάρ, που κλείνει πάνω στο πρόσωπο του πτώματος σε γκρο πλαν –τι ζοφερή εικόνα! –  γιατί αυτό σημαίνει, αυτό το φερμουάρ μ’ αυτόν τον χαριτωμένο θόρυβο που κάνει όταν κλείνει, ζιπ, σημαίνει ότι δεν υπάρχει πια ελπίδα και τότε οι συγγενείς κλαίνε απαρηγόρητοι, μια στιγμή που εμένα με ενθουσιάζει. Και καθώς μιλούσα με τον αστυνομικό, ούτε που πρόσεξα  εάν της είχαν βάλει μάσκα οξυγόνου ή κάποιον ορό ή κάτι απ’ αυτά τα πράγματα που βάζουν στις ταινίες στον τραυματισμένο πρωταγωνιστή αφού έχει ανατινάξει τρία ή τέσσερα κτίρια και έχει καθαρίσει δύο ντουζίνες εγκληματίες. Μα δεν  μου είχε πει ο αστυνομικός ότι θα μου τηλεφωνούσε αργότερα και θα μου έλεγε αν έχει κάποιο νέο; Μια νεκρή δεν μπορεί να έχει νέα, θα μπορούσε λοιπόν να ήταν και ζωντανή. Θα ήταν  αντιπροσωπευτικό του χαρακτήρα της  να μπει στο σπίτι την ώρα που ήμαστε καθισμένοι και τρώμε βραδινό και όλοι θα αναφωνούσαμε ω! και α!, και όλοι θα σηκωνόμασταν και θα αναρωτιόμασταν και εκείνη θα έλεγε «μη με ζαλίζετε, πάω στοίχημα ότι ξεχάσατε να βάλετε την χαρτοπετσετοθήκη… άμα δεν βάλω εγώ το χεράκι μου…» από την άλλη θα έπρεπε να δαγκωθεί για να μη φανεί η ευχαρίστηση επειδή θα ήταν για ακόμη μια φορά η αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια Το να αυτοκτονείς και μάλιστα την παραμονή Χριστουγέννων δεν είναι κάτι που ξέρει να κάνει ο καθένας  και πολύ περισσότερο να το διηγείται μετά με τέτοιο θράσος  στους καλεσμένους. Εμένα λοιπόν, αυτό που θα μου άρεσε να τη ρωτήσω εκείνη τη στιγμή είναι αν στα αλήθεια φαίνεται ένα φως  στο τέλος του τούνελˑ πρέπει να είναι τόσο όμορφα, να είσαι εκεί τόσο ήρεμη, στο σκοτάδι και να διαφαίνεται από μακριά αυτή η λάμψη.
Όμως εγώ την είχα δει τόσο ακίνητη και τόσο νεκρή! Όταν την έβγαλαν από τον φούρνο είχε αυτή τη νωθρότητα που έχουν τα ατάραχα και άψυχα πράγματα. Επιπλέον είχα συμβιβαστεί με την ιδέα του θανάτου της και είχα νιώσει συντριβή για αρκετή ώραˑ θα ένιωθα εξαπατημένη αν ήμουν υποχρεωμένη να χαρώ που την έβλεπα και θα έπρεπε να την φιλήσω συγκινημένη και να τη ρωτήσω πώς ήταν το νοσοκομείο κι αν το φαγητό ήταν καλό. Όμως γιατί είπα της αδερφής μου ότι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και όχι ότι αυτοκτόνησε;
«Είναι πολύ σοβαρά. Μπορεί να πεθάνει από λεπτό σε λεπτό».
Σκέφτηκα ότι λέγοντας κάτι τέτοιο θα κάλυπτα τα νώτα μου και δεν θα είχα να ομολογήσω στην αδερφή μου ότι δεν είχα ιδέα αν η μαμά ήταν ζωντανή ή νεκρή. Η αδερφή μου τρελαίνεται να διορθώνει τους άλλους. Παίρνει ένα ύφος ανωτερότητας που μου τη δίνει στα νεύρα. Το γεγονός ότι έχεις σύζυγο οδοντίατρο δεν σου δίνει το δικαίωμα να κοιτάζεις τους άλλους αφ’ υψηλού.
Έπειτα σιγά σιγά άρχισαν να φτάνουν οι υπόλοιποιˑ ο μπαμπάς που μπαίνει στο σπίτι της μαμάς μόνο την παραμονή Χριστουγέννων  και στα διάφορα γενέθλια,  η μικρή μου κόρη που για την περίσταση φόρεσε ένα παντελόνι πιο κουρελιάρικο από τα συνηθισμένα και είχε τρυπημένο το ένα της φρύδι με διάφορους μαύρους κρίκους, μια γειτόνισσα που πάντα έρχεται στις γιορτές και φέρνει μια κρέμα καραμελέ με γεύση καρύδας που κανείς δεν δοκιμάζει και μετά το τέλος του δείπνου την πετάμε στα σκουπίδια με τέτοιο τρόπο ώστε αυτή να το προσέξει, παρ’ όλο που κάνει  ότι δεν την πειράζει και μερικές  φορές φτάνει στο σημείο να λέει «ποτέ δεν τα πήγαινα  καλά με τη ζαχαροπλαστικήˑ του χρόνου θα φτιάξω μια σούπα».
Η αδερφή μου κι εγώ μαλώναμε ποια από τις δύο θα πει τα νέα σ’ αυτούς που  κατέφταναν, ξεστομίζαμε εναλλάξ τα λόγια που ετοιμαζόταν η άλλη να πει, και όταν κάποιος ρωτούσε κάτι, του απαντούσαμε με λεπτομέρειες που δεν ξέραμε και  κυρίως η αδερφή μου. Ο μπαμπάς δεν ήθελε να ξέρει και πολλά πράγματα. Οσφραίνονταν με λαιμαργία τη γαλοπούλα ενώ η αδερφή μου σκαρφίζονταν ιστορίες και του έλεγε  ότι τελευταία είχε δει  τη μαμά πιο θλιμμένη απ’ όσο  συνήθως, ότι της είχε πει πως η ζωή είχε καταντήσει ένα φορτίο και ότι από το διαζύγιο και μετά δεν ήταν πια η ίδια. Εγώ του είπα  ότι η μαμά είχε φτάσει να αναφέρει κάνα δυο φορές τη λέξη κληρονομιά, στην οποία ήταν πάντα αλλεργική. Η αδερφή μου μού έδωσε μια αγκωνιά και χάιδεψε τη φαλάκρα του μπαμπά.
Η ζωή είναι ένας σωρός από σκατά, αποφάνθηκε ο μπαμπάς και πήγε να καθίσει στο τραπέζι. Η κόρη μου άνοιξε την τηλεόραση αλλά έκλεισε τον ήχο γιατί ούτως ή άλλως δεν θα άκουγε τίποταˑ φορούσε ακουστικά στα αφτιά και συγκατάνευε σαν να ήταν συνεχώς σύμφωνη αλλά στην πραγματικότητα απλώς ακολουθούσε το ρυθμό. Πιστεύετε ότι αυτή η διευκρίνιση είναι περιττή, έτσι δεν είναι; Αλλά η κόρη μου ποτέ δε συμφωνεί σε τίποτα μόνο και μόνο για να μου τη σπάσει.
Αποφασίσαμε να φάμε πριν μοιράσουμε τα δώρα. H γαλοπούλα βγήκε σα λάστιχο και είχε επίγευση βενζίνης. Ο οδοντίατρος ορκιζόταν ότι ήταν νοστιμότατη και ότι φαινόταν ότι την είχε μαγειρέψει η μητέρα μου. Μετά έφτυσε κάνα δυο φτερά στο πιάτο.
Η μητέρα σου, είπε ο μπαμπάς στην αδερφή μου, σαν να μην ήταν και δική μου μητέρα, δεν έχει πια μεράκι για αυτό που κάνει. Οι νοικοκυρές παλιά αισθάνονταν περηφάνεια για τις δουλειές τους. Μπορούσαν να περάσουν ώρες ολόκληρες ετοιμάζοντας μια μπεσαμέλ ή κάνοντας μια μαγιονέζα. Όχι όπως σήμερα που τα αγοράζουν όλα προμαγειρεμένα.
Δεν υπάρχουν πια πραγματικές γυναίκες.
Η γιαγιά ποτέ δεν ήξερε να μαγειρεύει είπε η κόρη μου.
Φίδι στον κόρφο της…, είπε ο πατέρας μου.
Aκόμη ένας χρόνος που είμαστε όλοι μαζί, είπε o γαμπρός μου, και κανείς δεν τον διόρθωσε. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας. Ο γαμπρός μου επέμενε να με ξαναφιλήσει, αυτή τη φορά στα χείλη και ούτε πάλι κανείς δεν είπε τίποτα, ούτε καν η κόρη μου. Τότε θυμήθηκα την παχιά γλώσσα του αστυνομικού.
«Του χρόνου δεν θα έρθω», είπε η κόρη μου. «Μισώ τα Χριστούγεννα».
Η κόρη μου πιστεύει για τον εαυτό της ότι είναι πιο ενδιαφέρουσα ως άνθρωπος επειδή δεν της αρέσουν τα Χριστούγεννα. Όλοι αυτοί  που πιστεύουν ότι είναι ενδιαφέροντες τύποι λένε ότι δεν τους αρέσουν τα Χριστούγεννα σαν να αποτελεί αυτό απόδειξη διανοητικής υπεροχής ή ένδειξη ότι βιώνουν μια έντονη εσωτερική ζωή.
Όταν κάποιος λέει ότι δεν του αρέσουν τα Χριστούγεννα, θεωρώ ότι είναι κόπανος και αλαζόνας, εκτός από την κόρη μου, που το λέει απλά για να ενοχλεί. Γιατί εμένα με ξετρελαίνουν τα Χριστούγεννα, που συγκεντρώνεται η οικογένεια και αναβοσβήνει το δεντράκι, με τις γιρλάντες και τα δώρα. Με ξετρελαίνουν  και οι προπόσεις  όταν ο γαμπρός μου δεν με φιλάει στα χείλη, γιατί τα δικά του είναι πολύ υγρά, κι εμένα το σάλιο των άλλων μου προκαλεί αηδία.
Αφού φάγαμε ανοίξαμε τα δώρα και η γειτόνισσα έφυγε κλαίγοντας για το σπίτι της, αλλά δεν θυμάμαι αν έκλαιγε επειδή ξεχάσαμε να της κάνουμε δώρο ή έκλαιγε επειδή δεν το ξεχάσαμε κι αυτό τη συγκίνησε. Η κόρη μου άρχισε να μιλάει στο τηλέφωνο με το αγόρι της ή με το κορίτσι τηςˑ αυτή μου αρέσει πιο πολύ από αυτόν γιατί χαιρετάει και ενδιαφέρεται για όλα όσα  κάνω και με ρωτάει πράγματα για τότε που ήμουν νεαρή. Τα χείλη της είναι ξερά και είναι αρκετά ευχάριστα.
Τα πιατικά τα πλύναμε ο πατέρας μου κι εγώ. Αυτός αναλαμβάνει πάντα  τα κολονάτα ποτήρια. Πιστεύει ότι εμείς δεν βάζουμε  αρκετό μεράκι, οπότε αν τα εξετάσεις μετά κόντρα στο φως, φαίνονται στίγματα.
Η μάνα σας ποτέ δεν ήξερε να πλένει τα ποτήρια. Όμως ένα κολονάτο ποτήρι πρέπει να είναι τέλεια καθαρισμένο. Ένα βρόμικο ποτήρι καταστρέφει οποιοδήποτε εθιμοτυπικό δείπνο. Παλιά υπήρχαν μπάτλερ που φρόντιζαν ώστε τα ποτήρια και τα μαχαιροπήρουνα να μην έχουν το παραμικρό στίγμα. Παλιά η ζωή δεν ήταν τόσο σκατά.
«Πιστεύεις ότι η μαμά θα γυρίσει;»
Η μάνα σου κάνει ό,τι της καπνίσει, τα αισθήματα των άλλων δεν τα υπολογίζει. Πάντα έτσι ήταν. Μπορεί να αυτοκτονήσει ή να αναστηθεί ’όποτε γουστάρει χωρίς την παραμικρή σκέψη. Σου ’χει πει ποτέ ότι όταν χωρίσαμε έγλειψε την κόλλα απ’ όλα τα γραμματόσημά μου. Κάτι τέτοιο πρέπει να σε βάζει σε σκέψεις.
Μετά το πλύσιμο των πιατικών δεν ήξερα τι να κάνω, έτσι κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. Περνώντας  μπροστά απ’ το δωμάτιο της μαμάς, είδα την αδερφή μου μπροστά στον καθρέφτη της ντουλάπας να δοκιμάζει κάτι παπούτσια.
«Μου πάνε;», με ρώτησε χωρίς να με κοιτάξει. Της ήταν αρκετά μεγάλαˑ ένα από τα λίγα πράγματα που δεν έχει πάρει από τη μαμά είναι τα πόδια της που είναι μικρά.
Υπήρχαν διάφορα απλωμένα φορέματα πάνω στο κρεβάτι. Τότε συνειδητοποίησα ότι κι αυτό που φορούσε ήταν της μαμάς. Έκανα πως κλαψούριζα αλλά κανείς δεν μου έδωσε σημασία. Έτσι κλείστηκα στην τουαλέτα. Έκανα μια μάσκα από φύκια της Νεκράς Θάλασσας ή της Ερυθράς Θάλασσας κι ένα πίλινγκ από φλοιό φουντουκιού. Ξάπλωσα για μια στιγμή στην μπανιέρα χωρίς νερό και ήταν σαν να βρισκόμουν σε σαρκοφάγο. Δεν το έχω πει σε κανέναν αλλά κάποιες φορές είμαι μια Αιγύπτια πριγκίπισσα που πέθανε πριν δύο χιλιάδες χρόνια. Όταν ξαναβγήκα, ο πατέρας μου και η κόρη μου έβλεπαν τηλεόραση πιασμένοι χέρι – χέρι.
Αυτή η μικρή βλέπει πάρα πολλή τηλεόραση είπε ο πατέρας μου όταν με άκουσε να μπαίνω στο σαλόνι κι άλλαξε κανάλι. Ο γαμπρός μου ψαχούλευε στο ντουλάπι με τα ποτά. Τα χείλη του ήταν βαμμένα και είχε βάλει λίγο ρουζ στα μάγουλα. Αλλά ακόμη κι έτσι δεν μου φάνηκε ελκυστικός άντρας. Κι ας είναι οδοντίατρος. Η αδερφή μου μπήκε τσιρίζοντας πως εκείνη δεν ήθελε απολύτως τίποτα και να μην τολμούσε κανείς να αγγίξει ούτε ένα βάζο, γιατί το σπίτι θα έμενε έτσι μέχρι να επιστρέψει η μαμά και αν δεν γύριζε ποτέ, θα το κάναμε μουσείο με όλα τα αντικείμενα που υπήρχαν στο διαμέρισμα. Θα τα εκθέταμε σε προθήκες και θα ερχόμασταν κάθε παραμονή Χριστουγέννων να δειπνήσουμε μαζί και να θαυμάσουμε την έκθεση.
Επίσης θα παίρναμε φωτογραφίες απ’ όλους εμάς τακτοποιημένες κατά χρονολογική σειρά και θα γράφαμε γράμματα στα οποία θα βάζαμε παλιές ημερομηνίες για να φαίνεται ότι τα ’χαμε γράψει  πολλά χρόνια πριν. Όμως το πιο σημαντικό και το μόνο πράγμα που επιθυμούσε ήταν να γυρίσει η μαμά, παρόλο που αν γύριζε δεν θα μπορούσαμε να στήσουμε το μουσείο. Τότε έκανε πως κλαίει – πάντα μιμείται αυτά που κάνω άσχετα εάν μετά λέει ότι πρώτα εκείνη τα σκέφτηκε– και πήγα να την παρηγορήσω. Καθώς με πλησίαζε είδα ότι φορούσε κάτι σκουλαρίκια από νεφρίτη που ανήκαν στη μαμά. Ο άντρας της μου χαμογέλασε. Η αλήθεια είναι ότι έχει ωραία δόντια, γι’ αυτό και χαμογελάει τόσο. Και η κόρη μου μου χαμογέλασε αν και δεν ξέρω γιατί. Της έστειλα ένα φιλί, ο πατέρας μου το εξέλαβε ότι ήταν για αυτόν και μου το ανταπέδωσε με μια έκφραση αμηχανίας. Η αδερφή μου συγκινήθηκε κι έσπευσε να τον αγκαλιάσει, αλλά αντί να το κάνει έμεινε κολλημένη να κοιτάζει την οθόνη, στην οποία διαδραματίζονταν πολλά πράγματα και πολύ γρήγορα. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Η αδερφή μου έφερε το χέρι της στο στόμα κι εγώ πήγα να ανοίξω. Καθώς πήγαινα δοκίμαζα μια έκφραση που συνδύαζε έκπληξη και ευτυχία. Ξαναχτύπησαν το κουδούνι. Άνοιξα την πόρτα με μια ζωηρή κίνηση σαν να ετοιμαζόμουν να βγω για να εκτελέσω κάποιο επείγον θέλημα.
            Ήταν η γειτόνισσα.
Μετάφραση: Ελένη Παντελίδου
Επιμέλεια:  Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


H παρούσα μετάφραση είναι μέρος της Διπλωματικής Μεταπτυχιακής Εργασίας που, με τίτλο: Μεταφράζοντας μια ιστορία από έναν παράξενο κόσμο. Σχολιασμένη μετάφραση του διηγήματος του Χοσέ Ομπεχέρο "Μamá eligió para suicidarse el 24 de diciembre por la mañana" από τα ισπανικά στα ελληνικά εκπόνησε, υπό την επίβλεψη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η Ελένη Παντελίδου στο πλαίσιο των σπουδών της στο ΠΜΣ "Μετάφραση, επικοινωνία και εκδοτικός χώρος" του Τμήματος Ιταλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ. 

Ο Χοσέ Ομπεχέρο γεννήθηκε στη Μαδρίτη στις 12 Απριλίου του 1958. Συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά και δίνει διαλέξεις τόσο στην Ισπανία όσο και στο εξωτερικό. Παράλληλα παραδίδει μαθήματα δημιουργικής γραφής, ενώ είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης. Το παρόν διήγημα ανήκει στη συλλογή Mundo extraño του 2017. 




Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2020

ΗΜΕΡΙΔΑ: Έκδοση και πρόσληψη της ιβηροαμερικανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα


Νέα ημερομηνία τέλεσης της ημερίδας: 30 Σεπτεμβρίου 2020

(https://lea-festival.com/hmerida/)

Ημερίδα Λογοτεχνικής Μετάφρασης,
στο πλαίσιο του ΧΙΙ Φεστιβάλ ΛΕΑ 2020
ΑΘΗΝΑ, Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2020, 17:00 - 21:00

ΤΙΤΛΟΣ

Έκδοση και πρόσληψη της ιβηροαμερικανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα / Edición y recepción de la literatura iberoamericana en Grecia / Edição e recepção da literatura iberoamericana na Grécia

Στο πλαίσιο του ΧΙΙ Φεστιβάλ ΛΕΑ (Ιούνιος 2020), την Πέμπτη 18 Ιουνίου, διοργανώνεται Ημερίδα αφιερωμένη στη μετάφραση, στην έκδοση και στην πρόσληψη της ιβηροαμερικανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα σήμερα.  Στο πλαίσιο της εν λόγω Ημερίδας θα λάβουν χώρα 3 στρογγυλά τραπέζια, ως εξής:

Α. Με συντονιστή τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ένα πρώτο στρογγυλό τραπέζι (από 17.00 έως 18.00) με τους εκδότες/τριες, αφού δίχως αυτούς βιβλίο δεν υφίσταται. Θα συζητήσουμε τη θέση που κατέχει η ιβηροαμερικανική λογοτεχνία στους καταλόγους τους, πώς επιλέγουν συγγραφείς και βιβλία, πώς επιλέγουν μεταφραστές/στριες και αν είναι ικανοποιημένοι/ες από την εμπορική κίνηση των εν λόγω βιβλίων. Συμμετέχουν: Αλέξης Καρατζάς (Εκδόσεις Ροές), Ασπασία Καμπύλη (Εκδόσεις Carnivora), Άννα Πατάκη (Εκδόσεις Πατάκη), Βάνα Κατσαρού (Εκδόσεις Ψυχογιός), Ελμίρα Μυρεσιώτη (Εκδόσεις Opera), Ασημίνα Γιαννοπούλου (Εκδόσεις Κλειδάριθμος).

 Β. Με συντονίστρια την Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη το δεύτερο στρογγυλό τραπέζι (από 18.15 έως 19.45) με τους μεταφραστές/στριες και τους επιμελητές/τριες, τα «βαριά χαρτιά» της μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Πώς είναι οι σχέσεις τους με τους εκδότες και τους λοιπούς παράγοντες της αλυσίδας παραγωγής; Ποια είναι τα επαγγελματικά όρια στη σχέση μεταφραστή-επιμελητή; Προτείνουν άραγε τα βιβλία που μεταφράζουν ή αυτά αποτελούν προτάσεις των εκδοτικών οίκων; Συμμετέχουν: Μαρία Παλαιολόγου, Γεωργία Ζακοπούλου, Κώστας Αθανασίου, Αθηνά Ψυλλιά, Βενετία Καίσαρη, Δημήτρης Παπακώστας.

Γ. Με συντονιστή τον Νίκο Πρατσίνη το τρίτο στρογγυλό τραπέζι (από 20.00 έως 21.00) περί της πρόσληψης και μιντιακής διάδοσης της ιβηροαμερικανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα σήμερα, με δημοσιογράφους, κριτικούς, μπλόγκερ…, τους ανθρώπους, δηλαδή, που βοηθούν να φτάσει το βιβλίο στο κοινό. Σε τι διαφέρει, αν διαφέρει, η ιβηροαμερικανική λογοτεχνία, στην ελληνική αγορά, από την αγγλοσαξονική, τη γαλλόφωνη ή την ιταλική; Έχει τη θέση που της αξίζει όσον αφορά τις πωλήσεις; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι τους ιβηροαμερικανοί συγγραφείς; Συμμετέχουν: Αφροδίτη Κοσμά, Διονύσης Μαρίνος, Κώστας Αγοραστός, Κώστας Μοστράτος, Άγης Αθανασιάδης, Νίκος Κουρμουλής.


Οργανωτική Επιτροπή:
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη
Νίκος Πρατσίνης