Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

PRESENTACIÓN DEL LIBRO LITERATURA Y TRADUCCIÓN. APUNTES (TRA)LITERARIOS DE KONSTANTINOS PALEOLOGOS en el XI Festival LEA


XI Festival LEA

Atenas, martes 11 de junio // 19.00 20.00h

Stoa tu Bibliu
PRESENTACIÓN DEL LIBRO LITERATURA Y TRADUCCIÓN. APUNTES (TRA)LITERARIOS DE KONSTANTINOS PALEOLOGOS

Este es un libro de miradas, propias y ajenas, documentadas y sesgadas, atrevidas y conservadoras, sobre el fenómeno literario en todas sus manifestaciones. Intervienen María López Villalba (Universidad de Málaga), Nikos Pratsinis (COM, Servicios de Interpretación y Traducción) y el autor, Konstantinos Paleologos (Universidad Aristóteles de Salónica).

* En griego. Con el apoyo de E.D.A. Libros y de la Universidad Aristóteles de Salónica.


LITERATURA Y TRADUCCION


Αθήνα, Τρίτη 11 Ιουνίου // 19.00  20.00

Στοά του Βιβλίου
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ LITERATURA Y TRADUCCIÓN. APUNTES (TRA)LITERARIOS ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

Ένα βιβλίο βλεμμάτων, ιδίων και αλλότριων, τεκμηριωμένων και μεροληπτικών, τολμηρών και συντηρητικών πάνω στο λογοτεχνικό φαινόμενο σε όλες τις εκφάνσεις του. [E.D.A. Libros, Μάλαγα, 2018], Πρόλογος: Χούλιο Γιαμαθάρες. Παρουσιάζουν οι Μαρία Λόπεθ Βιγιάλμπα (Πανεπιστήμιο της Μάλαγας), Νίκος Πρατσίνης (COM, Υπηρεσίες Διερμηνείας και Μετάφρασης) και ο συγγραφέας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (ΑΠΘ).

* Στα ελληνικά. Με την υποστήριξη των εκδόσεων E.D.A και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.



Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Υφίσταται η μη συλλογική λογοτεχνική μετάφραση;


Το παρόν κείμενο παρουσιάστηκε στην
Ημερίδα Ελληνικής Εταιρείας Μεταφρασεολογίας (ΕΕΜ)
Αναζητώντας το νέο μέσα από τη μετάφραση: διαχρονικές και συγχρονικές προσεγγίσεις στον ελληνόφωνο χώρο
12 Απριλίου 2019

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Υφίσταται η μη συλλογική λογοτεχνική μετάφραση;
Μια απόπειρα διαφοροποίησης της συλλογικής από την οµαδική (λογοτεχνική) µετάφραση

H απάντηση είναι, φυσικά, «ναι». Η μη συλλογική μετάφραση υφίσταται και «βασιλεύει», αφού οποιοσδήποτε μπορεί να δημοσιεύσει μια μετάφρασή του σε περιοδικά, μπλογκ, εφημερίδες, ιστοσελίδες και αλλού. Διευκρινίζω, λοιπόν, ότι ο τίτλος αφορά στη λογοτεχνική μετάφραση που εκδίδεται υπό μορφή βιβλίου (έντυπου ή ηλεκτρονικού).
            Ας πούμε όμως πρώτα λίγα εισαγωγικά για τη συλλογική μετάφραση, όρος που εδώ και κάποια χρόνια έχει πάψει να είναι άγνωστος, μη οικείος στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Και οι πιο αδαείς βιβλιόφιλοι (ακόμα και εκείνοι, δηλαδή, που αδυνατούν να θυμηθούν έστω ένα επώνυμο μεταφραστή ή μεταφράστριας) υποψιάζονται πλέον ότι ο μεταφραστής / η μεταφράστρια δεν είναι, όπως θεωρούσαν κάποτε, ο/η επαγγελματίας εκείνος/η που περιτριγυρισμένος/η από λεξικά και βιβλία εργάζεται μοναχικά στο γραφείο του/της μπροστά –άλλοτε– σε μια γραφομηχανή ή –σήμερα–  σε έναν υπολογιστή. Πώς έχουν όμως τα πράγματα; Ο Daniel Gouadec (2007: 163) απαριθμεί τις σχέσεις του μεταφραστή με τους εμπλεκόμενους στη μεταφραστική διαδικασία· η λίστα είναι εντυπωσιακή και καταρρίπτει πλήρως το μύθο του «μοναχικά εργαζόμενου επαγγελματία»: σχέσεις με τον αναθέτη του έργου, τον συγγραφέα, τον επιμελητή, τον αναθεωρητή, τους συνεργάτες, τους διαθέτες πληροφοριών, το λογιστήριο… Σχέσεις ουσίας που ασκούν έντονη επιρροή στο τελικό αποτέλεσμα της μεταφραστικής διαδικασίας, για να μην πούμε ότι ορισμένες φορές το διαμορφώνουν καθοριστικά.
Ο μεταφραστής στην εποχή μας είναι ένας (σημαντικότατος) κρίκος σε μια αλυσίδα παραγωγής, παρ’ όλα αυτά, αρκετοί άνθρωποι από το χώρο του βιβλίου, ακόμα και συνάδελφοι μεταφραστές, εκφράζουν ενστάσεις για το έργο άλλων μεταφραστών επειδή οι τελευταίοι ενστερνίστηκαν την άποψη του επιμελητή ή του αναθεωρητή σε επιμέρους θέματα: «Ο καλός μεταφραστής είναι απολύτως σίγουρος για τις επιλογές του και δεν ενδίδει σε εξωτερικές πιέσεις», αναφωνούν. Αυτή η μορφή του «μεταφραστή / μεταφράστριας που τα κάνει όλα και… συμφέρει» μπορεί κάποτε όντως να υπήρξε (αν και πολύ αμφιβάλλω): σε εποχές κατά τις οποίες οι άνθρωποι εργάζονταν απομονωμένοι λόγω της ανυπαρξίας τεχνικών μέσων που θα τους έφερναν σε επαφή με άλλους συναδέλφους τους. Στον 21ο αιώνα, όμως, όσον αφορά τουλάχιστον, επαναλαμβάνουμε, όλους όσοι εργάζονται εντός της εκδοτικής «βιομηχανίας», ο μεταφραστής (ευτυχώς γι’ αυτόν) βρίσκεται σε στενή συνεργασία με μια σειρά από άλλους επαγγελματίες (ή και απλούς «πληροφοριοδότες») οι οποίοι, το τονίζουμε για άλλη μια φορά, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του μεταφράσματος. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Νίκου Πρατσίνη (2011) για το ρόλο του μεταφραστή στη σύγχρονη εποχή: «η συλλογική μετάφραση είναι ένα σπάνιο και μεμονωμένο φαινόμενο για όσους δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να ξέρουν κάποια πράγματα για τη μετάφραση εν γένει. Γιατί η συλλογική μετάφραση, σε μια πρωτόγονη, στρεβλή έστω, μορφή της είναι συνηθέστατη και πολύ διαδεδομένη: ένα σύνηθες μετάφρασμα (βιβλίο, άρθρο κ.λπ.) υποτίθεται πως είναι, κατά κανόνα, το αποτέλεσμα της (συν)εργασίας μεταφραστή και αναθεωρητή».
Στο χώρο της λογοτεχνικής μετάφρασης, η μορφή του αυτόνομου μεταφραστή, κατ’ αντιστοιχία ίσως με την αυθεντία (κατασκευασμένη και αυτή) του μοναχικά και πυρετωδώς εργαζομένου ιδιοφυούς συγγραφέα, έχει σαφώς περισσότερους υποστηρικτές. Και οι δύο αυτές αντιλήψεις είναι προϊόντα του Ρομαντισμού: «Πού να βρεθεί άραγε ένας μεταφραστής που να είναι ταυτόχρονα φιλόσοφος, φιλόλογος και ποιητής;», αναρωτιόταν το 18ο αιώνα ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του γερμανικού Ρομαντισμού, ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ (1744-1803), για να καταλήξει: «Θα είναι το πρωινό αστέρι μιας νέας μέρας για τη λογοτεχνία μας», (στο Robinson, 1997: 207). Οι μεταφραστές λογοτεχνίας στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν «πρωινά αστέρια», πλην όμως, μια (διαρκώς μειούμενη) μερίδα του αναγνωστικού κοινού (όπως άλλωστε και αρκετοί άνθρωποι-κλειδιά της εκδοτικής βιομηχανίας) εξακολουθεί να έχει για εκείνους μια εικόνα η οποία είναι επηρεασμένη από τη ρομαντική περί μεταφραστών αντίληψη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της θεώρησης αποτελούν τα βραβεία λογοτεχνικής μετάφρασης. Από το 2007 μέχρι το 2016, αρχικά το ΕΚΕΜΕΛ (έως το 2011) και στη συνέχεια η Ελληνοαμερικανική Ένωση, σε συνεργασία με τα ξενόγλωσσα Ινστιτούτα της Αθήνας (Γκαίτε, Θερβάντες, Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο [μέχρι το 2011, ενώ από το 2017 επανήλθε στα Βραβεία, αλλά μόνο του πλέον], Γαλλικό Ινστιτούτο [μέχρι το 2010], Ινστιτούτο της Δανίας [από το 2014] κ.λπ.), απένεμαν κάθε 30 Σεπτεμβρίου, με αφορμή την παγκόσμια Ημέρα της Μετάφρασης, Βραβεία Λογοτεχνικής Μετάφρασης ανά γλώσσα. Το 2008, το βραβείο για μετάφραση ισπανόγραφου έργου στα ελληνικά δόθηκε σε μια ομαδική μετάφραση: αναφερόμαστε στο μυθιστόρημα Ο Αλφανουί, του Ραφαέλ Σάντσεθ Φερλόσιο (Εκδόσεις Λαγουδέρα, 2007), σε μετάφραση Στέλλας Δούκα, Κλεοπάτρας Ελαιοτριβιάρη, Δάειρας Ζιούβα, Ζίνας Κουφοπούλου, Βαρβάρας Κυριακοπούλου και Νίκου Πρατσίνη, που είχε την επιμέλεια του όλου εγχειρήματος το οποίο έλαβε χώρα στο πλαίσιο εκπαιδευτικής διαδικασίας. Έκτοτε, όμως, οι ομαδικές μεταφράσεις δεν αξιολογούνταν, λόγω της εφαρμογής ενός όρου στον κανονισμό των Βραβείων, ο οποίος υιοθετήθηκε μεταγενέστερα, που τις απέκλειε.
Από την πλευρά του, το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης, τίμησε το 2012 την ομαδική μετάφραση των Ακυβέρνητων πολιτειών του Στρατή Τσίρκα (Ciudades a la deriva, Εκδόσεις Cátedra, 2011) στα ισπανικά, από τους Vicente Fernández González, Leandro García Ramírez, María López Villalba και Ιωάννα Νικολαΐδου. Παρ’ όλα αυτά, οι εκάστοτε κριτικές επιτροπές των βραβείων αντιμετωπίζουν με καχυποψία (και πρακτικώς αποκλείουν από την υποψηφιότητα για βράβευση) όχι μόνο τις ομαδικές μεταφράσεις προς τα ελληνικά, αλλά και τις μεταφράσεις εκείνες που έχουν τύχει οποιασδήποτε αναθεώρησης ή επιμέλειας, πέραν της γλωσσικής.
Τα δύο Βραβεία, παρότι έχουν αμφότερα βραβεύσει ομαδικές μεταφράσεις (που προέρχονται, όμως, από εντελώς διαφορετικές διαδικασίες), αντιμετωπίζουν επί το πλείστον τη λογοτεχνική μετάφραση και τους μεταφραστές με τη «ρομαντική» προδιάθεση την οποία περιγράψαμε προηγουμένως. Τα Ινστιτούτα δεν θέλουν να βραβεύουν ομαδικές μεταφράσεις γιατί πιστεύουν ότι τον τίτλο του καλύτερου μεταφραστή της χρονιάς πρέπει να τον κατέχει ένα άτομο και όχι μια ομάδα μεταφραστών, ενώ την ίδια στιγμή τα Κρατικά Βραβεία, παρότι δεν διστάζουν να βραβεύσουν ομαδικές μεταφράσεις, θεωρούν οποιαδήποτε «βοήθεια» προς τον μεταφραστή, πέραν της γλωσσικής επιμέλειας, ως ένδειξη αδυναμίας εκείνου να φέρει επιτυχώς εις πέρας το έργο του.
Πιστεύουμε ότι η εν λόγω θεώρηση του ρόλου του μεταφραστή μέσα στο πλαίσιο της εκδοτικής διαδικασίας είναι στρεβλή και παραγνωρίζει την πραγματική διάσταση της εργασίας του στη σύγχρονη εκδοτική βιομηχανία, η οποία είναι κατά βάση συλλογική και, ενίοτε, ομαδική. Πριν όμως προχωρήσουμε στην ανάλυση των δύο αυτών παραμέτρων, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε την έννοια την οποία δίνουμε στους δύο αυτούς όρους στο παρόν κείμενο. Αντιλαμβανόμαστε ως «συλλογική μετάφραση» τη μετάφραση στην οποία λαμβάνουν μέρος όλοι ή κάποιοι από τους παράγοντας που απαριθμεί ο Gouadec και τους οποίους παρουσιάσαμε στην αρχή αυτού του κειμένου. Υπό τον όρο δε «ομαδική μετάφραση», εννοούμε τη μετάφραση κατά την οποία, τόσο το στάδιο της μεταφοράς από τη γλώσσα-πηγή στη γλώσσα-στόχο, όσο και εκείνο της επιμέλειας το φέρουν σε πέρας από κοινού, σε όλα τα στάδια ή σε κάποιο από αυτά, δύο ή περισσότεροι μεταφραστές-επιμελητές.
Πιστεύουμε ακράδαντα ότι στη σύγχρονη εκδοτική βιομηχανία, παγκοσμίως, δεν υφίσταται λογοτεχνική μετάφραση που να μην είναι προϊόν συλλογικής εργασίας. Δεν είναι του παρόντος να καταδείξουμε και να αξιολογήσουμε το ρόλο που διαδραματίζει κάθε ένας από τους παράγοντες που λαμβάνουν μέρος στη μεταφραστική διαδικασία (συγγραφέας, εκδότης, φιλολογικός επιμελητής, αναθεωρητής, επιστημονικός επιμελητής κ.λπ.), αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι ότι δεν αποτελεί ντροπή και όνειδος, ούτε, φυσικά, ένδειξη επαγγελματικής ανεπάρκειας για τον μεταφραστή η συνύπαρξή του με όλους (ή κάποιους από) τους προαναφερθέντες παράγοντες στην πορεία προς το τελικό μετάφρασμα, παρά ατράνταχτη απόδειξη αξιέπαινου επαγγελματισμού. Φυσικά υπάρχει και η αντίθετη άποψη, την οποία εκφράζει με πολύ γλαφυρό τρόπο ένας από τους πιο σημαντικούς μεταφραστές ρωσικής λογοτεχνίας στα ελληνικά, ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης (2011): «Για μένα προσωπικά κάθε μετάφραση είναι κι ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι στο ίδιο το κείμενο. Ένα ταξίδι στη ζωή και το έργο του συγγραφέα. Ένα ταξίδι στη ζωή των ηρώων και της εποχής κατά την οποία διαδραματίζεται η πλοκή του έργου. Ένα ταξίδι, εν τέλει, στον ίδιο μου τον εαυτό. Κι αυτό, γιατί η μετάφραση ενός κειμένου είναι μια άκρως επώδυνη διαδικασία. Μια διαδικασία ψυχολογικής έντασης, η οποία, πολλές φορές, σε φέρνει στα όρια των αντοχών σου. Σε αποξενώνει από το περιβάλλον σου. Σε κάνει εγωιστή. Θεωρώ πως η μετάφραση ενός έργου είναι άκρως υποκειμενική διαδικασία». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Αχιλλέας Κυριακίδης σε έναν αφορισμό από το πρόσφατο βιβλίο του (2019: 44): «Κάθε καλλιτεχνική πράξη είναι κατ’ ουσίαν μοναχική, αλλά στη μετάφραση έχεις και μια φωνή να σου κρατάει συντροφιά».
Προσυπογράφουμε το μεγαλύτερο μέρος της κατάθεσης ψυχής εκ μέρους του Τριανταφυλλίδη, εκτός από τις τρεις τελευταίες προτάσεις, και κρατάμε κάποιες αποστάσεις από τη «μοναχικότητα» του Κυριακίδη. Κατά τη γνώμη μας, ο μεταφραστής λογοτεχνίας πρέπει να έχει ανοιχτά τα αφτιά του σε όλες τις άλλες «φωνές» της μεταφραστικής διαδικασίας (στο κάτω-κάτω, πολυφωνικά έργα μεταφράζει) έχοντας συνείδηση βεβαίως του ιδιαίτερου ρόλου του, αλλά και των σχέσεων που οφείλει, κατά τη γνώμη μας, να συνάψει για ένα καλύτερο (συλλογικό) αποτέλεσμα. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, «χρειάζεται, βεβαίως, σοβαρό εργασιακό περιβάλλον και απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση και τις προθέσεις των άλλων», (Παλαιολόγος, 2014: 31). Συνεπώς, απαιτείται απαραιτήτως, προκειμένου να λειτουργήσει το εν λόγω σχήμα, καθαρή περιγραφή και οριοθέτηση των ρόλων που διαδραματίζει το κάθε μέλος αυτής της αλυσίδας, ώστε ο κάθε κρίκος της όλης διαδικασίας να γνωρίζει τα όρια και τις υποχρεώσεις της εργασίας του και να (ανα)λαμβάνει την ευθύνη (και την αναγνώριση) που απορρέει από αυτές.
Αν ο συλλογικός χαρακτήρας της λογοτεχνικής μετάφρασης, υπό την έννοια που περιγράψαμε προηγουμένως, είναι κατά την άποψή μας, η κυρίαρχη τάση στη σύγχρονη εκδοτική βιομηχανία, όσον αφορά τη λογοτεχνική μετάφραση, ήρθε ο καιρός, πιστεύουμε, να δώσουμε την προσοχή που χρειάζεται σε ένα μεταφραστικό φαινόμενο που, παρότι δεν είναι καθόλου καινοφανές, μοιάζει να μην έχει τραβήξει ακόμα τη δέουσα προσοχή ούτε του κοινού ούτε των άλλων παραγόντων που εμπλέκονται στη συλλογική λογοτεχνική μετάφραση: αναφερόμαστε στην «ομαδική μετάφραση» όπως την περιγράψαμε λίγες παραγράφους πιο πάνω.
Η ομαδική μετάφραση δεν είναι «φαινόμενο» της εποχής μας. Όπως τονίζουν οι Paleologos και Pratsinis (2018: 436-437) «παρά την περίφημη μοναξιά του μεταφραστή κατά την άσκηση της εργασίας του, υπάρχουν στην ιστορία πολλά παραδείγματα συλλογικών μεταφράσεων, με διασημότερο εκείνο της μετάφρασης της Παλαιάς Διαθήκης από τους Εβδομήκοντα, τον 3ο αιώνα π.Χ.». Πιο κοντά στην εποχή μας, κατά τη δεκαετία του ’40 του 20ού αιώνα, η μετάφραση στα γαλλικά του Finnegans Wake έγινε από εννεαμελή ομάδα μεταφραστών με επικεφαλής τον ίδιο τον Τζέιμς Τζόυς (και τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, του Σάμουελ Μπέκετ και του Φιλίπ Σουπώ).
Αυτό, όμως, που μέχρι πριν μερικές δεκαετίες, ιδιαίτερα στον τομέα της λογοτεχνικής μετάφρασης, ήταν μια περιστασιακή πρακτική, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ένα φαινόμενο που επαναλαμβάνεται όλο και περισσότερο, με την εμπλοκή στη διαδικασία της μετάφρασης και της επιμέλειας περισσότερων του ενός μεταφραστών. Αν και υπάρχουν πολλές παραλλαγές ομαδικής μεταφραστικής εργασίας, οι βασικότεροι τρόποι δουλειάς είναι δύο: ή όλα τα μέλη της μεταφραστικής ομάδας μεταφράζουν ολόκληρο το προς μετάφραση κείμενο και στη συνέχεια προβαίνουν στη σύνθεση των διαφορετικών μεταφράσεων, ή κάθε μέλος της ομάδας μεταφράζει ένα απόσπασμα του προς μετάφραση έργου και στη συνέχεια όλοι μαζί προβαίνουν στην επεξεργασία και «συρραφή» των επιμέρους αποσπασμάτων, προκειμένου να καταλήξουν στην τελική πλήρη μορφή του μεταφράσματος. Ας δούμε πώς περιγράφει η Ιωάννα Νικολαΐδου (στο Πρατσίνης, 2013: 93) τη μέθοδο που ακολούθησαν οι τέσσερις μεταφραστές, στους οποίους προαναφερθήκαμε, για την απόδοση στα ισπανικά των Ακυβέρνητων πολιτειών του Στρατή Τσίρκα: «Το μεταφραστικό μας εγχείρημα ακολούθησε μια αυστηρή διαδικασία. Η διανομή του υλικού έγινε με γνώμονα τα τρία αφηγηματικά πρόσωπα. Σε πρώτη φάση, ο κάθε ένας από τους µεταφραστές παρέδωσε µια πρώτη μεταφραστική εκδοχή των κεφαλαίων που αντιστοιχούσαν στο αφηγηµατικό πρόσωπο που είχε αναλάβει. Στη δεύτερη, δύο από τα µέλη της οµάδας επεξεργάστηκαν αυτές τις πρώτες µεταφραστικές εκδοχές προτείνοντας βελτιώσεις και τροποποιήσεις. Στην τρίτη φάση, και τα τέσσερα µέλη της οµάδας υπέβαλαν ο καθένας προτάσεις και εναλλακτικές λύσεις για αµφιλεγόµενα σηµεία της μετάφρασης, ενώ στο τέταρτο και τελευταίο στάδιο της επεξεργασίας συζητήθηκαν από κοινού και λήφθηκαν οριστικές αποφάσεις για τα πλέον επίµαχα ζητήµατα».
Τα παραδείγματα ομαδικής λογοτεχνικής μετάφρασης στη σύγχρονη ελληνική εκδοτική πραγματικότητα είναι αρκετά, τα περισσότερα ως αποτέλεσμα εκπαιδευτικής διαδικασίας για την κατάρτιση ή επιμόρφωση μεταφραστών. Μια τέτοια περίπτωση συνιστούν οι ομαδικές μεταφράσεις που έχουν γίνει υπό την επίβλεψη καθηγητριών και καθηγητών στο πλαίσιο του Διαπανεπιστημιακού Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μετάφραση – Μεταφρασεολογία» του Πανεπιστημίου Αθηνών· χαρακτηριστικά αναφέρουμε το Μπάρτλεμπυ και Σια του Ενρίκε Βίλα-Μάτας (Εκδόσεις Καστανιώτης, 2002) υπό την επίβλεψη της Αγγελικής Αλεξοπούλου· την ανθολογία του βελγικού γαλλόφωνου διηγήματος Το κλειδί των ονείρων (Εκδόσεις Περίπλους, 2003) ή το Σαραζίν. Το άγνωστο αριστούργημα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ (Εκδόσεις Ύψιλον, 2007) υπό το συντονισμό της Μαρίας Παπαδήμα· τις Επιστολές για τον Σεζάν του Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Εκδόσεις Σοκόλη, 2004) ή τη συλλογή διηγημάτων του Φρίντριχ Σίλερ Εγκληματίας για τη χαμένη του τιμή (Εκδόσεις Πάπυρος, 2014) υπό την ευθύνη της Αναστασίας Αντωνοπούλου· τις συλλογές διηγημάτων Στη μέση του πουθενά του Χούλιο Γιαμαθάρες (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2007) και Ρετόρνο 201 του μεξικανού συγγραφέα και σκηνοθέτη Γκιγέρμο Αριάγα (Εκδόσεις Πάπυρος, 2010) ή τη νουβέλα Η γοργόνα της Εμίλια Πάρδο Μπαθάν (Εκδόσεις Πάπυρος, 2010) με συντονιστή τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο κ.ά. Άλλον «πυρήνα» έκδοσης ομαδικών λογοτεχνικών μεταφράσεων αποτελεί το εργαστήριο του Κέντρου Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής γλώσσας Abanico. Ήδη έχουμε αναφερθεί στον βραβευμένο Αλφανουί που προέκυψε ακριβώς από αυτό το εργαστήριο, ενώ έχουν επίσης εκδοθεί τα Ποιήματα του Πορτογάλου Ζουζέ Λουίς Πεϊσότου (Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013) και η συλλογή διηγημάτων Τερπινοήσεις του Αμπντόν Ουμπίδια από τον Ισημερινό (Εκδόσεις Ροές, 2015) σε επιμέλεια Νίκου Πρατσίνη· οι ανθολογίες ισπανόφωνου μικροδιηγήματος Mini71cuentos και Βγάλε ένα φύλλο… (Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2012 και 2014 αντίστοιχα), το αντιλεξικό Βαρβαρισμοί του Ισπανοαργεντινού Αντρές Νέουμαν (Opera, 2015), η ποιητική συλλογή Είκοσι ποιήματα για να διαβαστούν στο τραμ του Αργεντινού Ολιβέριο Χιρόντο (Σαιξπηρικόν, 2017), σε επιμέλεια Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ή το πιο πρόσφατο Ο βασιλιάς του μάμπο-μαριάτσι και άλλα διηγήματα του Χόρχε Φ. Ερνάντες (Εκδόσεις Ροές, 2019, σε επιμέλεια Νίκου Πρατσίνη και Κωνσταντίνου Παλαιολόγου).   
Δεν λείπουν όμως και οι ομαδικές λογοτεχνικές μεταφράσεις που δεν είναι προϊόντα εκπαιδευτικών διαδικασιών, αλλά οφείλονται στη συνεργασία επαγγελματιών μεταφραστών. Ούτε σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να κάνουμε λόγο για ένα φαινόμενο με ευρεία διάδοση, παρατηρούμε όμως ότι τις τελευταίες δεκαετίες κάνει όλο και πιο συχνά την εμφάνισή του στα λογοτεχνικά μας πράγματα. Ιδού ορισμένα παραδείγματα: Σύντομες και παράξενες ιστορίες των Χόρχε Λουίς Μπόρχες και Αδόλφο Μπιόι Κασάρες σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη και Αχιλλέα Κυριακίδη (Εκδόσεις Ύψιλον, 1988), Υπό το μηδέν του Αμπέλ Θαμόρα σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και Δημήτρη Ψαρρά (Εκδόσεις Σοκόλη, 2011), Ο αφρός των ημερών του Μπορίς Βιάν σε μετάφραση Μαρίνας Λεοντάρη και Μαρίας Παπαδήμα (Εκδόσεις Νεφέλη, 2013), Ιστορία μιας σκάλας του Αντόνιο Μπουέρο Βαγέχο σε μετάφραση Χρυσούλας Κλήμη, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Ματθίλδης Σιμχά (Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2014), Η γειτονιά του Γκονσάλο Μ. Ταβάρες σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά και Παναγιώτας Μαυρίδου (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016) κ.ά. 
Τέτοιου είδους ομαδικές μεταφράσεις, είτε έπειτα από συνεργασία επαγγελματιών μεταφραστών είτε στο πλαίσιο μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας, επιτρέπουν τη βέλτιστη χρήση των πλεονεκτημάτων και του πλούτου της σύνθεσης ερμηνειών που προκύπτουν από τις πολλαπλές αναγνώσεις του λογοτεχνικού κειμένου τις οποίες πραγματοποιούν τα μέλη της μεταφραστικής ομάδας. Επιπλέον, οι εν λόγω μεταφράσεις είναι λιγότερο ευάλωτες σε ακραίες λύσεις, καρπούς της δημιουργικής, βλέπε αυθαίρετης, φαντασίας επίδοξων ή ένδοξων συγγραφέων που ενδύονται το «μανδύα» του μεταφραστή. Εν κατακλείδι, η ομαδική μετάφραση είναι ενδεδειγμένη για τη μετάφραση λογοτεχνικών έργων καθώς, από τη φύση της, εξυπηρετεί και αναδεικνύει την εγγενή πολυφωνία των εν λόγω έργων. Αυτό δείχνουν να το έχουν αντιληφθεί πολύ καλά στο γαλλόφωνο και ισπανόφωνο κόσμο, όπου ανθούν οι συλλογικές μεταφραστικές δουλειές: «Όντας εγώ ακραία ατομικιστής ως προς τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι την καλλιτεχνική δημιουργία, την οποία δεν ανέχομαι υποταγμένη στην ομάδα αλλά ούτε υπό τον έλεγχο κάποιου άλλου, υποψιάζομαι πως η καλύτερη μετάφραση είναι η συλλογική», δήλωνε σχετικά πρόσφατα ο ισπανός μεταφραστής και συγγραφέας Eduardo Moga (2013: 69) και δικαιολογούσε την άποψή του ακριβώς με το επιχείρημα του πλούτου των πολλαπλών αναγνώσεων και, συνεπώς, ερμηνειών, που συνεισφέρουν οι εμπλεκόμενοι (συν)μεταφραστές.
Ωστόσο, παρά τα πλεονεκτήματά της, η ομαδική λογοτεχνική μετάφραση εξακολουθεί να είναι ave raris στην εκδοτική αγορά. Η σπανιότητά της δεν οφείλεται τόσο σε ενστάσεις σχετικά με την ποιότητα του τελικού προϊόντος της εν λόγω διαδικασίας (που υπάρχουν και αυτές, με κυριότερο επιχείρημα, όχι αβάσιμα, τη «λογοκρισία του μέσου όρου», το γεγονός, δηλαδή, ότι ορισμένες φορές μια ομαδική μετάφραση μπορεί να καταπνίξει μια ευφυώς ακραία λύση που προτείνει κάποιο μέλος της ομάδας), όσο σε κάτι πολύ πιο τετριμμένο: είναι υπερβολικά δαπανηρή και χρονοβόρα ώστε να γίνει αποδεκτή και να προωθηθεί ως πρακτική από την εκδοτική βιομηχανία: «Πρόταση πρόταση ή στίχο στίχο, διαλέγουμε πάντα την ερμηνεία που εκφράζει την πλειοψηφία. Η μέθοδος είναι αργή, αλλά ο διάλογος και η αιτιολόγηση της κάθε επιλογής είναι πολύ εποικοδομητικοί», τονίζει ο Sánchez Robayna (2012: 3), συγγραφέας, μεταφραστής και υπεύθυνος εργαστηρίων ομαδικής μετάφρασης. Την ίδια άποψη εκφράζει και η Ιωάννα Νικολαΐδου σε συνέντευξή της: «Ο τρόπος εργασίας που ακολουθήσαμε [στη μετάφραση των Ακυβέρνητων πολιτειών] υπήρξε σίγουρα επίπονος και βραδύς. Πλην όμως, αυτή ακριβώς η διαδικασία μάς οδήγησε σε ένα καλύτερο αποτέλεσμα, ενώ ταυτόχρονα έδωσε την ευκαιρία να εμπλουτίσουμε όλοι τις γνώσεις μας και να εντρυφήσουμε στην πολύτιμη εμπειρία της στενής συνεργασίας, της πειθούς και της συλλογικής απόφασης», (στο Ρούσκα, 2011). Όπως είναι φυσικό, η αγορά δεν έχει σχεδόν ποτέ την υπομονή να περιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα μεταφραστικό προϊόν, όσο καλό και αν είναι αυτό, και, βέβαια, δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να πληρώσει περισσότερους του ενός μεταφραστές για να φέρουν σε πέρας το έργο που μπορεί να κάνει ένας μεταφραστής. Παρ’ όλα αυτά, όπως καταδείξαμε προηγουμένως, αυτού του είδους η μετάφραση είναι εφικτή και, σε περιορισμένη κλίμακα, υφίσταται είτε ως προϊόν σύμπραξης επαγγελματιών μεταφραστών είτε ως μέσο για την κατάρτιση νέων μεταφραστών.
Κλείνοντας, θέλουμε να τονίσουμε ότι ούτε η συλλογική ούτε, πολύ λιγότερο, η ομαδική μετάφραση απειλούν το κύρος του μεταφραστή στο πλαίσιο της μεταφραστικής διαδικασίας. Αντίθετα, με τη συμμετοχή του σε τέτοια συλλογικά εγχειρήματα, ο μεταφραστής δίνει το στίγμα ενός επαγγελματία παθιασμένου με τη δουλειά του (δεν υπάρχει ούτε ένας, από τους πολλούς μεταφραστές λογοτεχνίας που γνωρίζω, που να μην ασκεί αυτό το τόσο κακοπληρωμένο επάγγελμα με πάθος και δημιουργικότητα), ο οποίος δεν διστάζει να ενταχθεί σε πολυφωνικές συνεργασίες που έχουν ως στόχο την επίτευξη ενός καλύτερου μεταφραστικού αποτελέσματος.
           
Βιβλιογραφία

Gouadec, Daniel (2007) [2002]. Επάγγελμα: Μεταφραστής (μτφ. Ελένη Καλογιάννη), Αθήνα, Τexto.
Moga, Eduardo (2013). «Azares y perplejidades de la traducción» στο Lucía Sesma και Amelia Pérez de Villar (επιμελήτριες) Los hijos de Babel. Reflexiones sobre el oficio de traductor en el siglo XXI. Μαδρίτη, Fórcola, σελ. 63-72.
Paleologos, Konstantinos και Pratsinis, Nikos (2018). «La traducciόn colectiva en presencia (y con la participaciόn) del escritor como recurso formativo de (futuros) traductores», Hermēneus, τεύχος 20, σελ. 435-456.
Robinson, Douglas (1997). Western Translation History, from Herodotus to Nietzche, Μάντσεστερ, St. Jerome.
Sánchez Robayna, Andrés (2012). «De la traducción colectiva a la traducción revisada», El Cuaderno, τεύχος 39, σελ. 3-5.
Κυριακίδης, Αχιλλέας (2019). Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες και η αγωνία της μετάφρασης, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη.
Παλαιολόγος, Κωνσταντίνος (2014). Η (α)πειθαρχία των λέξεων, Αθήνα, Γαβριηλίδης.
Πρατσίνης, Νίκος (2011). «Συλλογική μετάφραση». Απηλιώτης, Δεκέμβριος 2011.
Πρατσίνης, Νίκος (2013). «Η επικαιρότητα και η οικουμενικότητα των Ακυβέρνητων πολιτειών, του Στρατή Τσίρκα», Books Journal, τεύχος 29, Μάρτιος 2013, σελ. 91-93.
Ρούσκα, Βίκυ (2011). «Οι Ισπανοί διαβάζουν Τσίρκα» στο www.ispania.gr, 25 Νοεμβρίου 2011.
Τριανταφυλλίδης, Δημήτρης Β. (2011). «Η μέθοδος Στανισλάφσκι στη μετάφραση ή η αβάσταχτη μοναξιά του μεταφραστή από τα ρωσικά». Απηλιώτης, Σεπτέμβριος 2011.


Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΗΓΗΤΗ/ΤΑΞΙΔΙΩΤΗ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ


Η λογοτεχνία είναι συνυφασμένη με το ταξίδι, είναι η ίδια ένα ταξίδι, εξωτερικό (σε τοπία γνωστά ή άγνωστα, υπαρκτά ή επινοημένα, ειδυλλιακά ή δυστοπικά) και εσωτερικό (στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης). Το σύγχρονο μυθιστόρημα, άλλωστε, ξεκινάει με έναν αλλοπαρμένο τύπο που ανάγει σε σκοπό της ζωής του το διαρκές ταξίδι: το μυθιστόρημα αυτό είναι ισπανικό και ο εν λόγω «τύπος» είναι ο θρυλικός Δον Κιχότε, ένα μυθιστόρημα και ένας ήρωας που, πέραν της πανθομολογούμενης λογοτεχνικής τους αξίας, εδώ και κάποιες δεκαετίες έχουν βγάλει από την αφάνεια μια από τις λιγότερο «τουριστικά» γνωστές περιοχές της Ισπανίας, την Καστίλλη-Λα Μάντσα, στην οποία, ως γνωστό, διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του δημιουργήματος του Θερβάντες.
            Σκοπός όμως αυτού του κειμένου, εκτός από το να μας θυμίσει το πιο διάσημο λογοτεχνικό ταξίδι και τη σύγχρονη τουριστική του «εκμετάλλευση», είναι να καταδείξει πώς η ισπανική πεζογραφία του 20ού αιώνα, αρχής γενομένης από το Νοtas de andar y ver (1915/16) του Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ και συνεχίζοντας με βιβλία όπως τo επικό Viaje a la Alcarria που έγραψε το 1948 o μετέπειτα νομπελίστας συγγραφέας Καμίλο Χοσέ Θέλα ή το μεταγενέστερο (1981) Εl río del olvido του Χούλιο Γιαμαθάρες, μας δίνει μέσα από τη ματιά του καλλιεργημένου συγγραφέα ταξιδιώτη/περιηγητή (επίγονο των ρομαντικών ταξιδευτών του 19ου αιώνα) την ευκαιρία να θυμηθούμε ή να ανακαλύψουμε έναν άλλο τρόπο ταξιδιού και πρόσληψης του οικείου ανοίκειου.   
            Ας επιστρέψουμε όμως στον Δον Κιχότε και στον τρόπο με τον οποίο έχει συμβάλλει, κατά τρόπο καταλυτικό, στην τουριστική ανάπτυξη της Καστίλλης-Λα Μάντσα. Η Ισπανία είναι μια από τις πιο σημαντικές τουριστικές «βιομηχανίες» του πλανήτη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το 2017 (υπο)δέχθηκε 82.000.000 ξένους επισκέπτες που επισκέφτηκαν τα μνημεία και τις ακρογιαλιές της Ανδαλουσίας, τις εξωτικές παραλίες και τα κλαμπ των Βαλεαρίδων και των Καναρίων Νήσων, τα μουσεία και τα μπαρ της Μαδρίτης, τα αξιοθέατα της Βαρκελώνης, του Σαν Σεμπαστιάν ή της Βαλένθιας… Η Καστίλλη-Λα Μάντσα, το γαλήνιο οροπέδιο στο κέντρο της Ιβηρικής χερσονήσου, βρισκόταν επί δεκαετίες εκτός των συνήθων τουριστικών διαδρομών, μέχρι που, κυρίως από τις αρχές της περασμένης δεκαετίας με αφορμή τις επετειακές εκδηλώσεις για τα 400 χρόνια από την έκδοση του πρώτου μέρους του Δον Κιχότε (χρονολογία έκδοσης: 1605 το πρώτο μέρος, 1615 το δεύτερο), ο πιο διάσημος λογοτεχνικός ήρωας του κόσμου την έβγαλε από την τουριστική ανυπαρξία. Πλέον, την επισκέπτονται κάθε χρόνο εκατομμύρια τουρίστες για να θαυμάσουν από κοντά τα τοπία στα οποία περιηγείται ο ιδαλγός παρέα με τον πιστό υπηρέτη του, τον Σάντσο Πάνθα. Υπολογίζεται ότι τα τελευταία χρόνια διανυκτερεύουν ετησίως στα ξενοδοχεία και τους ξενώνες της περί τα 2.000.000 ξένοι ταξιδιώτες, ρεκόρ που, σύμφωνα με τα τοπικά Μέσα, αναμένεται να ξεπεραστεί κατά την τρέχουσα τουριστική περίοδο (2019).
            Δεν είναι αυτό, φυσικά, το μοναδικό παράδειγμα που ένα λογοτεχνικό βιβλίο και ένας λογοτεχνικός ήρωας δημιουργούν τουριστικό ρεύμα σε κάποια περιοχή της Ισπανίας η οποία δεν διακρίνεται για το ιδιαίτερο φυσικό της κάλλος. Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Οβιέδο και η Ρεχέντα, η σύζυγος, δηλαδή, του «regente», του τοπικού δικαστή. Η Ρεχέντα, το ομώνυμο μυθιστόρημα του Λεοπόλδο Άλας, πιο γνωστού με το ψευδώνυμο «Κλαρίν», εκδόθηκε το 1884 (πρώτο μέρος) και το 1885 (δεύτερο μέρος) και αφηγείται τις περιπέτειες μιας καταπιεσμένης ισπανίδας «Μαντάμ Μποβαρί» στο ασφυκτικό επαρχιακό πλαίσιο της πρωτεύουσας της αυτοδιοικούμενης περιφέρειας της Αστούριας. Το σχεδόν μονίμως συννεφιασμένο Οβιέδο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, ακόμα και μέχρι πριν λίγα χρόνια, ως ισχυρός πόλος έλξης τουριστών, γεγονός που άλλαξε άρδην όταν ο Δήμος σε συνεργασία με το τοπικό Πανεπιστήμιο έφτιαξαν, το 2013, μια ψηφιακή πλατφόρμα που είχε ως σκοπό της (και το κατάφερε) την ανάδειξη των σημείων εκείνων της πόλης που αποτελούν ταυτόχρονα σημεία εξέλιξης της πλοκής του μυθιστορήματος (ο Καθεδρικός Ναός, το παλιό Καζίνο, τα στενάκια της παλιάς πόλης κ.λπ.), εκτοξεύοντας τον αριθμό επισκέψεων και διανυκτερεύσεων ξένων τουριστών στο Οβιέδο.
            Είναι αμέτρητα, παγκοσμίως, τα παραδείγματα που ένα λογοτεχνικό έργο (όπως και μια κινηματογραφική ταινία, μια τηλεοπτική παραγωγή, ένας πίνακας ή μια μουσική σύνθεση) κινητοποιούν (προς συγκεκριμένη «κατεύθυνση») τις μάζες των τουριστών. Θυμηθείτε μόνο τι συνέβη στην Αμοργό με αφορμή την παγκόσμια επιτυχία του Απέραντου γαλάζιου ή στην Κεφαλλονιά μετά τα γυρίσματα του Μαντολίνου του λοχαγού Κορέλι. Η τέχνη, όμως, μπορεί να αποτελέσει αφορμή και για έναν άλλο τύπο περιήγησης, πιο μοναχικό και εσωστρεφή, ο οποίος διακρίνεται από μια διαφορετική σχέση με το τοπίο, πιο ρομαντική και υπαρξιακή, λιγότερο καταναλωτική. Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε αυτή τη διάκριση ανάμεσα στην έννοια του τουρίστα και εκείνη του περιηγητή/ταξιδιώτη, «καταφεύγοντας» στην ισπανική λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Προηγουμένως όμως, καλό θα ήταν να παρουσιάσουμε επιγραμματικά τις διαφορές του ενός από τον άλλον:

1) Οι τουρίστες ταξιδεύουν ομαδόν / Οι περιηγητές/ταξιδιώτες ταξιδεύουν κατά μόνας (συνήθως).
2) Οι τουρίστες προτιμούν ξενοδοχεία και άλλα άνετα καταλύματα / Οι περιηγητές/ταξιδιώτες βολεύονται όπου τους βγάλει ο δρόμος.
3) Οι τουρίστες ταξιδεύουν επί το πλείστον με αεροπλάνα / Οι περιηγητές/ταξιδιώτες ταξιδεύουν με δικά τους μέσα (βανάκια, μηχανές, ποδήλατα, με τα πόδια…) ή με τρένα και πλοία.
4) Οι τουρίστες αγωνιούν μην τυχόν και τους ξεφύγει κάποιο από τα μέρη που προτείνουν οι τουριστικοί οδηγοί / Οι περιηγητές/ταξιδιώτες προτιμούν να ανακαλύψουν μέρη που δεν υπάρχουν (ακόμη) στους τουριστικούς οδηγούς.
5) Οι τουρίστες κουβαλούν βαλίτσες που ξεπερνούν… το μπόι τους / Οι περιηγητές/ταξιδιώτες παίρνουν απλώς τα απαραίτητα, ενίοτε ούτε αυτά…
6) Ο χρόνος ταξιδιού των τουριστών είναι προσδιορισμένος εκ των προτέρων / Οι περιηγητές/ταξιδιώτες δεν ορίζουν ημερομηνία επιστροφής.

            Το 1915 ο σημαντικότερος ισπανός φιλόσοφος του 20ού αιώνα, ο Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ (1883-1955), εκδίδει το εβδομαδιαίο περιοδικό España. Όταν λοιπόν αποφασίζει να  περάσει το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς στην Αστούριας (σε μια εποχή που δεν είχε εφευρεθεί ακόμα ο όρος «καλοκαιρινές διακοπές»), το ταξίδι από το άνυδρο οροπέδιο της Καστίλλης μέχρι τις απόκρημνες συννεφιασμένες ακτές της Αστούριας (κατά σύμπτωση ξανασυναντούμε τα «σκηνικά» των δύο μυθιστορημάτων στα οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως), του προκαλεί τέτοια εντύπωση που αποφασίζει να τη μεταφέρει, σε εβδομαδιαίες συνέχειες, στους αναγνώστες του περιοδικού. Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας Χούλιο Γιαμαθάρες, «ταξίδι» είναι «εκείνη η προσωπική εμπειρία που γίνεται συλλογική μόλις κάποιος την αφηγηθεί». Γεννιέται έτσι, πρώτα υπό μορφή επιφυλλίδων και ύστερα υπό μορφή βιβλίου το Νotas de andar y ver. Viajes, gentes y países [Σημειώσεις ενός αυτόπτη περιπατητή. Ταξίδια, άνθρωποι και τόποι].
            Ο Ορτέγα ι Γκασέτ γίνεται έτσι ο πρώτος μοντέρνος ισπανός περιηγητής που παίρνει χαρτί και μολύβι προκειμένου να μοιραστεί με τους αναγνώστες του αυτή την αίσθηση ιλιγγιώδους συμπύκνωσης του χρόνου που χαρακτηρίζει τα ταξίδια: «Στα ταξίδια τονίζεται ιδιαιτέρως το στιγμιαίο της επαφής μας με τα αντικείμενα, τα τοπία, τις μορφές, τις λέξεις και η συναίσθηση αυτού του γεγονότος μάς προκαλεί τεράστια θλίψη […] Γι’ αυτό το λόγο παίρνουμε τετράδιο και μολύβι, σημειώνουμε κάποιες σκόρπιες λέξεις, και όταν κάποια μέρα, καιρό αργότερα, τις διαβάζουμε, το τοπίο, η λέξη, η φυσιογνωμία που έχει στο μεταξύ εξαφανιστεί κατά κάποιο τρόπο ξαναζωντανεύει, σαν όραμα που διατηρεί ζωντανή μια αόριστη ανάμνηση, κάποιο μακρινό χτυποκάρδι, της πραγματικής ζωής».
            Στα μέσα της δεκαετίας του ’40 ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002), Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1989, παίρνει το σακίδιό του, και τη σκυτάλη από τον Ορτέγα ι Γκασέτ, και διατρέχει μόνος και πεζή τα χωριά της Λα Αλκάρια, μιας από τις πιο φτωχές και απομονωμένες, εκείνη την εποχή, περιοχές της Καστίλλης-Λα Μάντσα (για άλλη μια φορά στο προσκήνιο η «πατρίδα» του Δον Κιχότε). Αποτέλεσμα εκείνου του οδοιπορικού είναι, το 1948, το Viaje a la Alcarria [Ταξίδι στην Αλκάρια], ένα βιβλίο που σύμφωνα με τον δημιουργό του: «Είναι το ημερολόγιο καταστρώματος ενός άντρα που βαριόταν στην πόλη, πήρε το δισάκι του και βγήκε στην εξοχή όπου δεν θα του συνέβαινε και τίποτα το ιδιαίτερο».
            Ο συγγραφέας, που χρησιμοποιεί για τον εαυτό του τον όρο «viajero» [ταξιδιώτης], περιγράφει με χιούμορ, τρυφερότητα και ειρωνεία όλα όσα βλέπει περιπλανώμενος στα χωριά τής «España profunda», αυτής της άγονης, υπανάπτυκτης, κατεστραμμένης από τον εμφύλιο πόλεμο Ισπανίας  –σπίτια γκρεμισμένα, εκκλησίες ρημαγμένες από τις βόμβες, άνθρωποι σε απόλυτη ένδεια–, και ταυτόχρονα φιλοτεχνεί το πορτρέτο των κατοίκων και των επιθυμιών τους, του μάταιου μόχθου και των φλογερών προσδοκιών τους, με γραφή απλή, αλλά και τόσο μα τόσο περιεκτική η οποία διανθίζεται από γνωμικά, λαϊκές δοξασίες, παροιμίες και σκηνές, σαν βαθιές πληγές, μιας σκληρής καθημερινότητας, η οποία, μέσω της αφήγησης του viajero, διασώζεται για πάντα από τη λήθη του χρόνου. Άλλωστε, και αυτό αποτελεί ένα ακόμα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του, ο περιηγητής/ταξιδιώτης ενδιαφέρεται για τη διαχρονικότητα (παρελθόν, παρόν, μέλλον) του τοπίου, σε αντιδιαστολή με τον τουρίστα που τον ενδιαφέρει μόνο η κατανάλωση του τοπίου στο εδώ και τώρα του ταξιδιού του.
            Το 1981, σε μια Ισπανία που πλέον έχει απαλλαγεί από τα δεσμά του φρανκικού καθεστώτος και ετοιμάζεται να μπει στη (μετα)νεωτερικότητα, ο Χούλιο Γιαμαθάρες μιμείται τον Θέλα και, αφού διατρέχει πεζή τα ορεινά, και στην πλειονότητά τους εγκαταλειμμένα, χωριά της επαρχίας της Λεόν που βρέχονται από τον ποταμό Κουρουένιο, γράφει ένα ταξιδιωτικό δοκίμιο, το El río del olvido [Το ποτάμι της λησμονιάς] που έμελλε να αφήσει εποχή ακριβώς γιατί ο συγγραφέας επιστρέφει ως viajero στα τοπία της παιδικής του ηλικίας. Σε αντίθεση με τον Ορτέγα ι Γκασέτ και τον Θέλα που ως ταξιδιώτες/περιηγητές ανακαλύπτουν κοντινά τους μεν πλην όμως ανοίκεια τοπία, ο Γιαμαθάρες πραγματοποιεί ένα ταξίδι στο παρελθόν του και επισκέπτεται τα κάποτε οικεία, πλην όμως πλέον και για εκείνον ανοίκεια τοπία των παιδικών του χρόνων, έχοντας (και μεταδίδοντας διαρκώς στους αναγνώστες) την αίσθηση ότι οι δρόμοι που διατρέχει είναι αδιέξοδοι: «Για τον ρομαντικό άνθρωπο δεν είναι το βλέμμα εκείνο που θλίβεται και αρρωσταίνει· είναι το τοπίο που καταλήγει να γίνει αρρώστια της καρδιάς και του πνεύματος».
Ο Γιαμαθάρες δεν βιάστηκε να εκδώσει τις σημειώσεις εκείνου του ταξιδιού, άλλωστε ένας περιηγητής/ταξιδιώτης δεν βιάζεται ποτέ. Τις κράτησε για χρόνια στο συρτάρι του, με αποτέλεσμα, όταν, καιρό αργότερα, ήρθε ο χρόνος της δημοσίευσης, να δηλώσει: «η εκδοχή του ταξιδιού που παρουσιάζεται σε αυτό δεν είναι μόνο η ανάμνηση του τοπίου, των τοπίων, του ποταμού Κουρουένιο, αλλά και η ανάμνηση της διαδρομής· ανάμνηση ενός τοπίου που αντίκρυσα ξανά κάποια μέρα με την υποψία ότι επέστρεφα σε ένα ποτάμι και έναν κόσμο άγνωστους σε εμένα, και ανάμνηση μιας διαδρομής που διέτρεξα πεπεισμένος ότι οι πιο άγνωστοι δρόμοι είναι εκείνοι που πιο κοντά βρίσκονται στην καρδιά μας».
Η ισπανική λογοτεχνία κατά τον 20ό αιώνα «ανακαλύπτει» εκ νέου τη φιγούρα του μοναχικού, ρομαντικού (;) περιηγητή/ταξιδιώτη που με τα πόδια και το δισάκι στον ώμο διατρέχει τοπία εγκαταλειμμένα από τον Θεό και, ενίοτε, τους ανθρώπους, και καταγράφει με ματιά τρυφερή και διεισδυτική τα όσα βλέπει. Ο περιηγητής/ταξιδιώτης δεν είναι σίγουρα ο «τουρίστας» που θα τονώσει με την αγοραστική του δύναμη την οικονομία κάποιου, οποιουδήποτε, θερέτρου, είναι όμως εκείνος που δίνει μια διαφορετική διάσταση στον όρο «ταξίδι» και εκείνος που με τις σημειώσεις του θα κάνει γνωστή στους πολλούς (ή, ας μην γινόμαστε υπερβολικοί, σε περισσότερους) την αξία που μπορεί να κρύβουν τα μέρη που βρίσκονται στο περιθώριο της τουριστικής ζήτησης.
Στην Ισπανία, τα μέρη αυτά, τα οποία απαντώνται ως επί το πλείστον στις κεντρικές, ορεινές και άγονες περιοχές της Ιβηρικής χερσονήσου (τα μέρη, δηλαδή, που διατρέχουν οι συγγραφείς περιηγητές /ταξιδιώτες στους οποίους αναφερθήκαμε) έχουν όνομα: La España vacía, η «Άδεια Ισπανία», η Ισπανία που άδειασε κυρίως κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 του περασμένου αιώνα, εξαιτίας της εγκατάλειψης του κάμπου, που δεν μπορούσε να θρέψει πολλά στόματα, και της μετακόμισης τεράστιου αριθμού κατοίκων προς τις πόλεις σε αναζήτηση εργασίας στις ανθούσες τότε βιομηχανουπόλεις: Μαδρίτη, Βαρκελώνη, Μπιλμπάο κ.λπ.· η Ισπανία που εξακολουθεί να αδειάζει γιατί δεν μπορεί να προσφέρει κανένα μέλλον στους ελάχιστους εναπομείναντες κατοίκους της.
La España vacía είναι και ο τίτλος ενός βιβλίου που έβγαλε το 2016 ο Σέρχιο δελ Μολίνο (γεννημένος το 1979), ο τίτλος ενός ιδιότυπου ταξιδιωτικού δοκιμίου, καρπός πολλών ταξιδιών σε διάφορές περιοχές αυτής της «Άδειας Ισπανίας» και «συνομιλίας» με συγγραφείς περιηγητές/ταξιδιώτες τόσο του 19ου αιώνα (του αποκαλούμενους «ρομαντικούς») όσο και τους επιγόνους τους του 20ού. Σημειώνει ο συγγραφέας: «Υπάρχουν δύο Ισπανίες: μια αστική και ευρωπαϊκή και μια επαρχιακή και ακατοίκητη. Η επικοινωνία ανάμεσα σε αυτές τις δύο Ισπανίες υπήρξε και εξακολουθεί να είναι δύσκολη. Πολύ συχνά φαντάζει σαν να είναι δύο ξένες χώρες. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να καταλάβει κανείς την αστική Ισπανία, αν δεν καταλάβει πρώτα την άδεια».       
Ο Σέρχιο δελ Μολίνο ταξίδεψε και εκείνος στη μη τουριστική Ισπανία ακολουθώντας τα βήματα άλλων συγγραφέων περιηγητών/ταξιδιωτών σε ένα οδοιπορικό εξωτερικό, αλλά κυρίως και ταυτόχρονα εσωτερικό (κάθε ταξίδι που σέβεται τον «εαυτό» του είναι τέτοιο), ψηλαφίζοντας το Μεγάλο Τραύμα,  το τεράστιο μεταναστευτικό ρεύμα των μέσων του περασμένου αιώνα, που είχε ως αποτέλεσμα να αδειάσει η Ισπανία στην οποία περιπλανήθηκε ο Δον Κιχότε, η Ισπανία στην οποία περπάτησε ο Θέλα, η Ισπανία στην οποία πρόλαβε να ζήσει ο Γιαμαθάρες (πριν εγκατασταθεί και εκείνος στην μεγάλη πόλη), αυτή η Ισπανία, δηλαδή, που διατρέχουν αδιάφοροι οι τουρίστες καθοδόν προς τις παραλίες και τις ξενοδοχειακές μονάδες των τουριστικών θερέτρων.  

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος