Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συλλογικές μεταφράσεις Ι traducciones colectivas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συλλογικές μεταφράσεις Ι traducciones colectivas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

6 poemas de Ifigenia Doumi traducidos al español

 

 6 poemas de Ifigenia Doumi traducidos al español

UMA, 15 de abril de 2026

ΜΟΝΑΧΑ ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ ΒΟΥΙΖΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΞΕΡΙΑΔΕΣ

 

Οι χείμαρροι που έπεφταν απ’ το βουνό

έπαιρναν μαζί τα μυστικά των σπιτιών.

Σκούπιζαν τότε οι νοικοκυρές τις αυλές

μη μείνει τίποτα μέσα,

κι εκείνοι σάρωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους

για να καταλήξουν χορτάτοι στη θάλασσα.

 

Τώρα οι άνθρωποι κλείσαν τα πορτοπαράθυρα.

Περνάς απ’ έξω και δεν ακούς ούτε την ανάσα τους,

και δεν θα το καταλάβεις όταν μια μέρα

πνιγούν βουβά στις ίδιες τους τις ιστορίες.

 

 

 

 

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΙ ΜΠΑΪ

 

Διάβασε κάτι στον εαυτό σου δυνατά για να τον καλοπιάσεις

όταν το μόνο που του μένει είναι να κοιμηθεί

―γιατί τίποτε άλλο δεν μπορεί να κάνει―,

κάν’ του λίγη παρέα, πες του ένα παραμύθι,

κι όταν αρχίσεις να νυστάζεις κι η γλώσσα γλιστρά

και βλέπεις ότι παύει να σε παρακολουθεί,

προσπάθησε λίγο ακόμα·

η φωνή που λυγίζει του δίνει μια παρηγοριά ―

δεν είναι μόνος.

 

Μετά κλείσε το βιβλίο κι άσ’ το να πέσει απαλά

δίπλα στο μαξιλάρι του κι άσε το φως ανοιχτό

να σε βλέπει αν ανοίξει τα μάτια ότι είσαι ακόμα εκεί ―

κι άσ’ τον να φύγει.

 

 

 

 

ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΟΥΜΠΙ

 

Την ώρα που μιλούσαμε άνοιξε η πόρτα.

Την ώρα που μιλούσαμε, που ήμουν εγώ εδώ κι εσύ εκεί,

άνοιξε η πόρτα.

Εκεί άνοιξε η πόρτα.

Την ώρα που μιλούσαμε, άνοιξε η πόρτα και κάποιος μπήκε.

Εκεί κάποιος μπήκε. Άνοιξε μόνος του την πόρτα και μπήκε.

Άκουσα την πόρτα ―την εκεί πόρτα― να ανοίγει και να κλείνει.

Σε άκουσα να σιωπάς. Κατάλαβα ότι κάποιος μπήκε.

Ένα κλειδί έστρεψε την κλειδαριά προς τα αριστερά,

έστρεψε το κεφάλι σου προς τα πίσω,

έστρεψε το βλέμμα μου στο πλάι.

Μια στιγμιαία επιλογή πυροδότησε τρεις αντιδράσεις,

που ακολουθήθηκαν από άλλες τρεις.

Η κλειδαριά στράφηκε προς τα δεξιά,

το κεφάλι σου προς τα μπροστά,

το βλέμμα μου προς τα κάτω.

 

 

 

 

ΔΙΑΜΠΕΡΕΣ ΠΑΡΚΙΝ

 

Όταν φυσάει,

σ’ αυτά τα πάρκιν

τα φιλιά

τα παίρνει

ο άνεμος.

 

Περίμενε

τουλάχιστον

να μας φέρουν

το αμάξι.

 

 

 

 

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

                                             Que estranha forma de vida

                                                                   Amália Rodrigues

 

ανήμερα, η βαλίτσα μου χάθηκε στη Λισαβώνα.

Γλίστρησαν μέσα της σαρδέλες και χέλια,

μπλέχτηκαν με τα ρούχα,

τα κάπνισαν, τα λάδωσαν,

και μου τα έστειλαν πίσω μετά από μέρες

ξεμυαλισμένα.

 

Και μέσα απ’ την αλλόκοτη κονσέρβα

ψάρεψα ένα ένα τα φιλιά μας στα πλακόστρωτα,

να έχω τουλάχιστον κάτι όταν η ζωή παραγίνεται παράξενη.

 

 

 

 

 

ΤΑ ΚΟΥΜΑΝΤΑ

 

Αρχίζω ήδη να επιλέγω τις λέξεις

που θα σου μεταφέρουν κάποτε μια ιστορία.

Θα βάζω την κασέτα

και μάλλον δεν θα θυμάμαι

ότι την ώρα που έστριβα λίγο δεξιά

το τιμόνι για να αποφύγω

τη λακκούβα στην Αμφιθέας,

ήξερα ότι όσες απ’ τις σημερινές επιλογές μου

επιβιώσουν, θα βγαίνουν για χρόνια

από τα χείλη μου να σε εντυπωσιάσουν

ή να σε αφήσουν αδιάφορη.

 

Ίσως δακρύσεις,

ίσως βαρεθείς,

αφού οι λέξεις μου αν θάμπωσαν

δεν θα μου πεις.

 

 

 

SOLO LAS ABEJAS ZUMBAN EN LOS CAUCES SECOS

 

Los torrentes que caían de la montaña

se llevaban los secretos de las casas.

Las mujeres entonces barrían los patios

para que no quedara nada dentro,

y ellos arramblaban con todo a su paso

para morir saciados en el mar.

 

Ahora la gente ha cerrado puertas y ventanas.

Si pasas por allí ni su respiración se oye,

y no te darás cuenta cuando un día

en silencio se ahoguen en sus propias historias.

 

 

 

 

 

LEYENDO A LI BAI

 

Léete algo en voz alta para calmar el ánimo

cuando lo único que te quede sea dormir

―porque no puedes hacer nada más―,

acompáñate un rato, cuéntate un cuento,

y cuando te entre sueño y se te trabe la lengua

y veas que ya no te atiendes,

intenta seguir un poco más;

la voz que decae te sirve de consuelo ―

no estás solo.

 

Luego cierra el libro y déjalo caer con suavidad

junto a la almohada y deja la luz encendida,

que veas, si abres los ojos, que aún estás ahí ―

y déjate ir.

 

 

 

 

BOTÓN ROJO

 

Mientras hablábamos se abrió la puerta.

Mientras hablábamos, y estaba yo aquí y tu allí,

se abrió la puerta.

Allí se abrió la puerta.

Mientras hablábamos se abrió la puerta y alguien entró.

Allí alguien entró. Alguien abrió la puerta y entró.

Oí la puerta ―la puerta de allí― abrirse y cerrarse.

Te oí callar. Me percaté de que alguien entraba.

Una llave giró la cerradura hacia la izquierda,

giró tu cabeza hacia atrás,

giró mi mirada a un lado.

Una decisión del momento desencadenó tres reacciones,

a las que siguieron otras tres.

La cerradura giró hacia la derecha,

tu cabeza hacia delante,

mi mirada hacia abajo.

 

 

 

 


PARKIN DE DOBLE ACCESO

 

Cuando hace aire,

en estos parkin

los besos

se los lleva

el viento.

 

Espera

al menos

a que nos traigan

el coche.

 

 

 

 

 

EL DÍA DE SAN ANTONIO

 

                        Que estranha forma de vida

                                   Amália Rodrigues

 

mi maleta se perdió en Lisboa.

Se colaron dentro sardinas y anguilas,

se enredaron con la ropa,

la dejaron ahumada, aceitosa,

y me la devolvieron tras unos días

como loca.

 

Y del interior de esa lata tan peculiar

fui pescando uno a uno nuestros besos por el empedrado,

para tener al menos algo cuando la vida se vuelva demasiado extraña.

 

 

 

 


PREPARATIVOS

 

Ya he empezado a elegir las palabras

que un día te contarán una historia.

Cada vez que me repita

acaso no recuerde

que, al girar un poco el volante

a la derecha para evitar el bache

de la avenida de Amficea,

sabía que las decisiones de hoy

que pervivan, saldrán durante años

de mis labios para dejarte impactada

o indiferente.

 

Tal vez vas a llorar,

tal vez te vas a aburrir,

pues si mis palabras se desgastan

no me lo vas a decir.

 

 

 

 

Εl taller de traducción colectiva de 6 poemas de Ifigenia Doumi, con la participación de la poeta, tuvo lugar en la UMA el 15 de abril de 2026. La organización y dirección del taller corrió al cargo del profesor Konstantinos Paleologos y de la profesora María López Villalba.




Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Héctor Viel Temperley / Έκτορ Βιελ Τέμπερλεϊ // Poema y romances / Ποίημα και τραγούδια

 

Poema y romances

Ποίημα και τραγούδια


El ángel de las botas

 

Como botas de ahogado,

mis botas junto al mar se han azulado.

 

Mis botas sin jinete

y en espuma de mar, no de caballos.

 

Sus puntas ya no sienten

mi cuerpo en los estribos, casi alado.

 

Y mis piernas no surgen

de su cuero, tirante hacia lo alto.

 

Sin botas por la arena,

corro hasta ellas sonriendo, y con mis manos

 

las alzo. Y frente al agua

las afirmo de nuevo, arrodillado.

 

Surgiendo de mis botas,

como a golpes de viento se ha formado.

 

Y por olerlo rueda

el mar hasta mis botas, disparado.

 

Εn medio de su cuerpo

crecen olas, lamiéndolo y quebrándolo.

 

Azul de brazo a brazo,

sus pulmones son cielos destrozados.

 

Cintas blancas y azules

atan su pelo al sol. Y es todo blanco

 

desde las cortas alas

hasta el vientre. Mis botas más abajo.

 

Volteadas por el viento,

mis botas caen al fin. Y arrodillado

 

abrazo más que viento.

Abrazo al ángel que hice con mis manos.

 



Ο άγγελος με τις μπότες

 

Σαν τις μπότες πνιγμένου,

οι μπότες μου πλάι στη θάλασσα μπλαβίσαν.

 

Οι μπότες μου δίχως καβαλάρη

στης θαλάσσης, όχι των αλόγων, τον αφρό.

 

Οι μύτες τους πια δεν νιώθουν

στους αναβολείς το σώμα μου, τώρα φτερωτό.

 

Και τα πόδια μου δεν αναδύονται 

απ’ το δέρμα τους, προς τα ύψη ορθωμένο.

 

Χωρίς μπότες στην άμμο,

προς εκείνες τρέχω γελώντας, με τα χέρια

 

τις σηκώνω. Κι αντίκρυ στο νερό

όρθιες ξανά τις στήνω, γονατιστός.

 

Αναδυόμενος απ’ τις μπότες μου,

από ριπές ανέμου σαν να ’ναι φτιαγμένος.

 

Και να τον μυρίσει κυλά

η θάλασσα ως τις μπότες μου, ορμητική.

 

Καταμεσής στο σώμα του

κύματα υψώνονται, τον γλείφουνε, τον σπάνε.

 

Μπλε από χέρι σε χέρι,

τα πνευμόνια του ουρανοί θρυμματισμένοι.

 

Λευκές και μπλε κορδέλες

δένουν τα μαλλιά του στον ήλιο. Κι είναι ολόλευκος

 

από τα κοντά φτερά

έως την κοιλιά. Οι μπότες μου κάτω.

 

Ριγμένες απ’ τον άνεμο,

οι μπότες μου πέφτουν τελικά. Και γονατιστός

 

αγκαλιάζω όχι μόνο άνεμο.

Αγκαλιάζω τον άγγελο απ’ τα χέρια μου φτιαγμένο.


 

De la niña muerta

 

Tenía la altura,

tal vez, de mi pierna.

Midiendo mi pierna

me parece verla.

 

Cuando por las tardes

jugaba en la arena,

le pedía un balde

por jugar con ella.

 

Yo jugaba al ángel,

al medirla y verla,

de velas azules

y moños de velas.

 

Para el mediodía,

de mi sombra cerca,

jazminero bajo,

al andar, era ella.

 

Ni la flor ni el cielo,

con blancas orejas,

pudieron mimarla;

menos tiernos eran.

 

Vivió en la medida

que planta la hortensia.

Cojo en mi recuerdo;

la llevo en la pierna.

 



Του νεκρού κοριτσιού

 

Στο ύψος θα ’ταν

ίσως του ποδιού μου.

Μετρώντας το πόδι μου,

σαν να τη βλέπω νιώθω.

 

Όταν τ’ απογεύματα

έπαιζε στην άμμο,

κουβαδάκι ζητούσα

μαζί της για να παίξω.

 

Έπαιζα τον άγγελο,

μετρώντας τη, θωρώντας τη,

με κεριά μπλε

και φιόγκους κεριών.

 

Κατά το μεσημέρι,

στη σκιά μου σιμά,

γιασεμί κοντούλικο,

περπατώντας, ήμουν εκείνη.

 

Ούτε λουλούδι ούτε ουρανός,

με τα λευκά αφτιά,

μπόρεσαν να την κανακέψουν·

λιγότερο τρυφερά ήταν.

 

Έζησε όσο ζει

το φυτό της ορτανσίας.

Κουτσός στη μνήμη μου·

στο πόδι μου την κουβαλώ.

 


 

Del niño que aprendió a nadar

 

La madre y el hijo miran,

desde el lado de la patria,

el río que es argentino

todo el ancho de una pampa.

Río de escudo porteño,

con velas que no alegraban.

 

El cuerpo como un acento,

los brazos sobre las chapas

de un tanque, nadan muchachos

la sombra de balaustradas.

La madre y el hijo miran,

y los muchachos se marchan.

 

Le dijo al niño, el abuelo,

que en el tanque se bañara.

El abuelo con la madre

mirando en las balaustradas.

Desde ellas el cielo, oblicuo

sobre el niño que ya baja.

 

Entra de espaldas y tiembla

el agua que lo levanta.

Menos pequeño, relaja

piernas y vientre en el agua.

Callado aprende, y a solas

sabe que nada. Ya nada.

 

Se vuelve con humedad

recta de cielo, azulada.

Sobre la toalla, en un hombro,

el río y las nubes carga.

La madre le espera junto

al abuelo, en las barrancas.

 

A ambos lados mandarinos,

a la derecha las casas.

Trae en la cintura fiebre

y cicatriz heredada.

Llega y les dice, despacio:

Ya nado. Luego descansa.

 


 

Του αγοριού που έμαθε να κολυμπά

 

Μητέρα και γιος κοιτούν,

από τη μεριά της πατρίδας,

το ποτάμι το αργεντίνικο,

σαν την πάμπα πλατύ.

Ποτάμι έμβλημα του Μπουένος Άιρες,

με διόλου χαρμόσυνα πανιά.

 

Το σώμα σαν οξεία,

τα χέρια στις λαμαρίνες πάνω

μιας δεξαμενής, κολυμπούν τ’ αγόρια

στων μπαλαούστρων τη σκιά.

Μητέρα και γιος κοιτούν,

και τ’ αγόρια φεύγουν.

 

Του είπε του αγοριού, ο παππούς,

στη δεξαμενή να κολυμπήσει.

Ο παππούς με τη μητέρα

κοιτώντας μέσα απ’ τα μπαλαούστρα.

Από ’κει ο ουρανός λοξός

πάνω στ’ αγόρι που ήδη κατεβαίνει.

 

Με την πλάτη μπαίνει και τρέμει

το νερό που το σηκώνει.

Λιγότερο μικρό, χαλαρώνει

πόδια και κοιλιά στο νερό.

Σιωπηλό μαθαίνει, και μόνο του

ξέρει πως κολυμπά. Κολυμπά πια.

 

Επιστρέφει με υγρασία

ουρανοκατέβατη, μπλαβιά.

Πάνω στην πετσέτα, στον έναν ώμο,

το ποτάμι και τα σύννεφα κουβαλά.

Η μητέρα τον περιμένει πλάι

στον παππού, στο αγνάντι.

 

Μανταρινιές ολούθε,

τα σπίτια στα δεξιά.

Κουβαλάει στη μέση πυρετό

και μια ουλή κληρονομιά.

Φτάνει και τους λέει, αργά

πριν ξαποστάσει: κολυμπάω πια.

 


 

Del muchacho borracho

 

Por la calle del puerto

da un paso, un par de pasos.

Pero no huele a puerto;

huele a potros y pastos.

 

Va con la borrachera

surgiendo de sus tacos,

y le crecen dos botas

como en mitad del campo.

 

Aunque ahora no lo monta

se duerme en su caballo.

Cierra sobre las crines

sus ojos de muchacho.

 

Cerca del marinero,

cuando el sol le da el alto,

dos alas le descubre

al caballo en sus flancos.

 

Y por el cielo azul,

volando y galopando,

se va mientras vomita

la ciudad hasta el campo.

 



Του μεθυσμένου παλικαριού

 

Στον δρόμο στο λιμάνι

κάνει ένα βήμα, κάνει δυο.

Μα λιμάνι δεν μυρίζει·

μυρίζει πουλάρια και αγρό.

 

Προχωράει με το μεθύσι

απ’ τις σόλες του να ξεπηδά,

και δύο μπότες τού φυτρώνουν

μες του κάμπου τα σπαρτά.

 

Αν και δεν το καβαλά,

στ’ άλογό του αποκοιμιέται.

Πάνω στη χαίτη του κρατά

τ’ αγορίσια μάτια κλειστά.

 

Στον ναύτη σιμά,

σαν ο ήλιος τον σταματά,

δύο φτερούγες φανερώνει

στου αλόγου τα πλευρά.

 

Και στον μπλαβή ουρανό

καλπάζει και πετά,

φεύγει καθώς ξερνά

την πόλη ως τον κάμπο. 

 

  

>.<>.<>.<>.<>.<>.<



Ο Έκτορ Βιελ Τέμπερλεϊ (Μπουένος Άιρες, 1933-1987), γνωστός στους φίλους του ως Ετομίν, ήταν Αργεντινός ποιητής. Θεωρείται ως μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση στην ποιητική παράδοση της χώρας του λόγω της μυστικιστικής φύσης του έργου του. Σήμερα, θαυμάζεται ως cult συγγραφέας και το έργο του έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ το 2003 εκδόθηκαν τα ποιητικά του άπαντα από τις Ediciones del Dock. Το Ποίημα και τραγούδια είναι η πρώτη του ποιητική σύνθεση, γραμμένη το 1951, και περιλαμβάνεται στο πρώτο του βιβλίο, Poemas con caballos [Ποιήματα με άλογα], του 1956.


Η μετάφραση είναι προϊόν του «Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης Ισπανικά > Ελληνικά» που συντονίζει ο καθηγητής και μεταφραστής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Συμμετείχαν οι: Κατερίνα Γιασιράνη, Χριστίνα Δημητρίου, Βάλια Εμμανουηλίδου, Μαρία Κολεύρη, Παντελής Κουτσιανάς, Ελευθερία Λακάσα, Χριστίνα Μπατσίλα, Ματίνα Μπίλλια, Σοφία Πανταζίδου, Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, Χρύσα Παπανικολάου, Μυρσίνη Πάρσαλη, Τζίνα Ρουμπέα, Ζαχαρίας Χιονίδης. Θερμές ευχαριστίες στην καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Μάλαγας (UMA) και μεταφράστρια Μαρία Λόπεθ Βιγιάλμπα για την καθοριστική συνεισφορά της στην τελική μεταφραστική εκδοχή.