Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσκεκλημένα κείμενα Ι textos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσκεκλημένα κείμενα Ι textos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Βιβλιοκριτική της Χριστίνας Ουσταμπασίδου για το Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος 

Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία. 27 μικρο-διηγήματα και ένα μονόπρακτο

Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, 2026

 

 

Επι-γραμματικός σχολιασμός

 

της Χριστίνας Ουσταμπασίδου*

 

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στα μικρο-διηγήματά του, προβάλλει έναν κόσμο καθημερινό (τοπία, περιοχές, τόποι συνάντησης) και τον απογειώνει με την παρατηρητική ματιά, το συναίσθημα και τη φαντασία του.

Με γοήτευσε ο τρόπος γραφής, ο ανελέητος αυτοσαρκασμός: «...αλλά από ώρα έχετε καταλάβει ότι ο τύπος δεν είναι και καμιά αστείρευτη πηγή γνώσεων», αλλά και η κωμική σχολαστικότητα: «έχει ξαναχρησιμοποιηθεί η λέξη παραλληλεπίπεδο σε διήγημα;».

Οι εναλλαγές συναισθημάτων εντέλει αναδεικνύονται με τον μοναδικό τρόπο του συγγραφέα να διατηρεί μια διαδραστική σχέση μεταξύ αφηγητή και αναγνώστη.

Στο, κινηματογραφικής αφήγησης, τρισδιάστατο «Φλογερό ειδύλλιο», μπαινόβγαινα στην πλοκή ως αναγνώστρια, ως θεάτρια «δεν θα μάθουμε ποτέ τα ονόματά τους γιατί φτάσαμε κάπως αργά στον πεζόδρομο όπου κάθονται και πίνουν το κρασί τους» και ως συνδημιουργός αφηγήτρια-παρατηρήτρια «δεν το αποφύγαμε, … κατηφορίσαμε μαζί τους την Πανεπιστημίου».

Στα «Μαθήματα νομιμοφροσύνης» περιγράφει την αστική κοινωνία των δεκαετιών του ’60 και του ’70, μια συντηρητική και πουριτανική κοινωνία, την οποία αποδομεί, καταρρίπτοντας τις πεποιθήσεις που τα μέλη της υιοθετούσαν αβίαστα και κληροδοτούσαν στις επόμενες γενιές.

Η περιγραφή της κοινωνικής εξόδου και οι «καθώς πρέπει» κανόνες που συνόδευαν τα νεότερα μέλη της παρέας, κάνουν το «Η φρουτοσαλάτα» να φαντάζει ως μια απραγματοποίητη επιθυμία που δεν βρήκε ούτε στο τότε ούτε στο τώρα το σωστό timing.

Στο «Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία» γέμισα με τη νοσταλγία εκείνων των εποχών, ίσως επειδή τις έζησα, ίσως επειδή θα ήθελα να ζούσα στο τότε με την (παντός είδους) ελευθερία του τώρα.

Ανατρεπτικός και αντισυμβατικός στο «Η γραμμούλα». Στο «Αθηναϊκό τοπίο» αποτυπώνει μια αστραπιαία σκέψη που παραπέμπει στους ισπανικούς aforismos. 

Γέλασα σε πολλά σημεία με κορυφαίο, κατά τη γνώμη μου, το απρόσμενο τέλος του «Πολλή κίνηση». Στο «Πράγματα που είδα από το παράθυρο του τρένου» μού θύμισε αυτό που, πιστεύω, πολλοί κάνουν ταξιδεύοντας με τα ΜΜΜ, αλλά δεν το ομολογούν: να παρατηρούν και να πλάθουν ιστορίες, θέτοντας στοχαστικά ερωτήματα και ψάχνοντας το αιτιατό του πράγματος, «είναι ωραία και παράξενη η φυλή των ταξιδιωτών». 

Αγγίζει θέματα που από καιρό θα έπρεπε να είναι λυμένα, καταθέτοντας σε 17 σειρές, στο «Πούστης», το βάσανο των καταπιεσμένων συναισθημάτων ενός ανθρώπου με διαφορετικότητα, μη αποδεκτού κοινωνικά, αλλά και την απελευθέρωση που τον ωθεί να ξαναζήσει, έστω ανάμεσα στα κάγκελα και ετεροχρονισμένα, αυτή την ελευθερία τού να είσαι ό,τι είσαι. Ενώ περιγράφει με πικρία την παραδοσιακή πρακτική παλιότερων δεκαετιών που ακολουθούσαν οι γονείς, και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πατέρας, στο άκουσμα της λέξης «Η κουνίστρα», αλλά και τον προσωπικό αγώνα της αυτοαποδοχής.

«Οι τυραννόσαυροι δεν βγάζουν φλας» είναι ένα on the road again παιχνίδι φαντασίας-πραγματικότητας, ενώ «Το μπαλάκι» μια εναλλακτική «παιδαγωγική» ιστορία που οδηγεί στην ανατροπή παγιωμένων πεποιθήσεων, αφήνοντας άφωνο τον πατέρα της μικρής και γενναίας Ιόλης.

Προβληματίστηκα με τις ανεξήγητες ανθρώπινες «Ανασφάλειες». Συνέπασχα με τον ήρωα που βίωνε την έλλειψη σεβασμού και ενσυναίσθησης στα «Ιπτάμενα μαχαίρια», αφού μέσα από το βίωμά του αναδεικνύεται η χαοτική διαφορά μεταξύ των ανθρώπων και των προσωπικών τους πολιτισμών. Αγάπησα την αισθηματική «Ανάφη» ως επιλεγμένη μοναχικότητα κατά της χιλιομετρικής απόστασης, ενώ μια συμπαντική ένωση δύο προ ολίγου άγνωστων και τωρινών εραστών, στη «Συγγραφική άγνοια», με συμπεριέλαβε στο κοινό τους μυστικό.

Παρόν το σαρκαστικό χιούμορ του στο «Αγάπη μουουου, πού είσαι;», όπως εξίσου χιουμοριστικά αφηγείται την επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης στη ζωή μας, στο «Ε, μα δεν το διπλοτσέκαρες κι εσύ, καημένε» και την ασύδοτη κατάσταση που επικρατεί ως προς τη χρήση της.

Η «Υστερόβουλη αφαίρεση» μου υπενθύμισε την ψευδαίσθηση της οπτικής μας σε σχέση με την πραγματικότητα. Στο «Ο αιωνόβιος» ο χρόνος διαστέλλεται. Συμφώνησα ότι η οδός «Αχαρνών», «είναι ελκυστικότερη ως αναζήτηση παρά ως προορισμός». Ένιωσα τη νίκη της ελεύθερης ψυχής της 80χρονης Μερόπης ενάντια στον χρόνο, στο «Καβαλάει η Μάιλι Σάιρους πεζοδρόμια;».  

Στο «Η πολυθρόνα» μου επιβεβαιώνει ότι η συνειδητή απόσταση από το συναίσθημα, δίνει δεύτερες ευκαιρίες σε ανθρώπους και πράγματα.  

Και ξαφνικά, για το τέλος, ένα θεατρικό: «Καραμέλες βουτύρου», με τους δύο βασικούς ρόλους να προβαίνουν σε συνεχείς ανατροπές μέσα από ένα παιχνίδι αυτογνωσίας και αυτοΐασης.

Το εν λόγω βιβλίο, αν μου επιτρεπόταν να το παρομοιάσω με κάτι, θα ήταν με αεράκι που περνά απαλά ανάμεσα από ασπρόμαυρες απολιθωμένες καταστάσεις και συναισθήματα, δίνοντάς τους χρώμα και ζωντάνια.

 

 

 

* Η Χριστίνα Ουσταμπασίδου είναι απόφοιτή του Προγράμματος Σπουδών «Ισπανική γλώσσα και πολιτισμός» του ΕΑΠ

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Βιβλιοκριτική του Αναστάση Βιστωνίτη για τους Άγριους καιρούς του Mario Vargas Llosa

 

Ο «Χασάπης της Ελλάδας», η CIA και τα ψέματα του Ψυχρού Πολέμου – Οι Αγριοι καιροί του Μάριο Βάργκας Λιόσα

Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2026, σελ. 400

 

 

To Βήμα // 31.07.2026

Αναστάσης Βιστωνίτης

 

Κυκλοφορεί στα ελληνικά το απίστευτο πολιτικό θρίλερ του Μάριο Βάργκας Λιόσα που εκτυλίσσεται στη Γουατεμάλα της πραξικοπηματικής ανατροπής του προέδρου της χώρας Χακόμπο Αρμπενς το 1954

Αυτό είναι το δέκατο ένατο από τα είκοσι μυθιστορήματα (σε εξαίρετη μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου) που εξέδωσε ο Περουβιανός Μάριο Βάργκας Λιόσα, ένας από τους μείζονες σύγχρονους πεζογράφους της Λατινικής Αμερικής.

Ολοκληρώνοντας κανείς την ανάγνωσή του καταλήγει στο συμπέρασμα πως μόνο αυτός θα μπορούσε να το γράψει. Κι εδώ, όπως και στα άλλα σπουδαία του μυθιστορήματα (λ.χ. την ανεπανάληπτη Γιορτή του τράγου), ο συγγραφέας συνδυάζει αριστοτεχνικά τα πραγματικά και τα μυθοπλαστικά στοιχεία και μας δίνει το πανόραμα μιας εποχής και εν μέρει μιας ηπείρου.

Ο Λιόσα διαλύει εδώ ένα από τα χειρότερα ψεύδη της εποχής του Ψυχρού Πολέμου στη Λατινική Αμερική: πως τάχα κατά τη δεκαετία του 1950 στη Γουατεμάλα οι κυβερνήσεις πρώτα του Χουάν Χοσέ Αρέβαλο και κατόπιν του Χακόμπο Άρμπενς που τη διαδέχτηκε αποτελούσαν βιτρίνες της προσπάθειας εκ μέρους της ΕΣΣΔ για κομμουνιστική διείσδυση στην Κεντρική Αμερική. Ομως η αλήθεια ήταν εντελώς διαφορετική: οι παραπάνω πρόεδροι ήταν αντικομμουνιστές, που ήθελαν να εκσυγχρονίσουν τη Γουατεμάλα ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο ζωής της συντριπτικής πλειονότητας των κατοίκων της και η χώρα να αποκτήσει πολιτικούς θεσμούς αντίστοιχους με αυτούς των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτό που συνέβη συνιστά ένα από τα ολέθρια σφάλματα των ΗΠΑ. Το 1954 η CIA χρηματοδότησε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα και ανέτρεψε την εκλεγμένη κυβέρνηση του Χακόμπο Αρμπενς, με συντονιστή τον Τζον Εμιλ Πιουριφόι, και έφερε στην εξουσία ένα αδίστακτο κάθαρμα ονόματι Καστίγιο Άρμας.

Αλλά η ιστορία αρχίζει πολύ νωρίτερα: Το 1948 συναντιούνται στη Νέα Υόρκη δύο εντελώς διαφορετικοί τύποι: ο ένας ήταν ο Σαμ Ζεμούρεϊ, ιδιοκτήτης της τεράστιας εταιρείας United Fruit που παρήγε και εμπορευόταν μπανάνες στις ΗΠΑ και σε όλη την Κεντρική Αμερική· για πολλούς ο ισχυρότερος άνδρας στην Κεντρική Αμερική τον 20ό αιώνα, ήλεγχε σιδηροδρόμους, λιμάνια, φυτείες – ακόμη και τράπεζες. Ο άλλος ήταν ο Εντουαρντ Λ. Μπερνέζ, που θεωρούσε τον εαυτό του πατέρα των δημοσίων σχέσεων.

 

Αμερικανικά ΜΜΕ και κέντρα εξουσίας

Το οικονομικό μέγεθος της United Fruit υπερέβαινε κατά πολύ το αντίστοιχο αρκετών μεγάλων αμερικανικών εταιρειών, όμως για να διασφαλιστούν τα συμφέροντά της θα έπρεπε να αλλάξει η κακή εικόνα που είχε η εταιρεία στα ΜΜΕ και τα κέντρα εξουσίας των ΗΠΑ. Αυτή την αλλαγή την έφερε σε πέρας ο Μπερνέζ, αναλαμβάνοντας υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων της εταιρείας. Ηταν ο πιο κατάλληλος στο να πείσει όχι μόνο όσους βρίσκονταν σε υψηλές θέσεις στα κέντρα εξουσίας, αλλά – και πρωτίστως – τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης πως η αμερικανική ήπειρος απειλούνταν από κομμουνιστική διείσδυση.

Ούτε κι αυτό όμως ήταν αρκετό. Η United Fruit, που οι εκτάσεις τις οποίες κατείχε είχαν μέγεθος χώρας, δεν πλήρωνε φόρους, δεν την απειλούσαν ανταγωνιστές και δεν έπρεπε να μειωθούν τα κέρδη της για πενήντα τουλάχιστον χρόνια. Για να μην αλλάξει αυτό το καθεστώς, οι χώρες της Κεντρικής Αμερικής θα έπρεπε να έχουν δικτατορικές κυβερνήσεις.

 

Χυδαίοι στρατιωτικοί

Τι είδους αξιωματικοί όμως διοικούσαν τον στρατό στη Λατινική Αμερική; Από τον βαθμό του ταγματάρχη και πάνω οι περισσότεροι το θεωρούσαν «φυσικό» να καταλάβουν την εξουσία αν τους παρουσιαζόταν η ευκαιρία. Αξεστοι, αδίστακτοι, μέθυσοι, χυδαίοι παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Ολοι τους σχεδόν έχουν εκτός από τη σύζυγο και την ερωμένη τους, αλλά συχνάζουν και στους οίκους ανοχής.

Οι περισσότεροι είναι γνωστοί με τα παρατσούκλια τους: ο Τρελιάρης, ο Αόρατος, ο Μίστερ Κάκα (ή Τσεκουρόφατσας κατά τους κολλητούς του), το Στιλέτο, η Αράχνη, ο Μουγκός, ο Αργόμισθος, ο Αηδιαστικός και αρκετοί άλλοι, όχι μόνο στρατιωτικοί αλλά και πολιτικοί. Παρατσούκλι είχαν δώσει ακόμη και στη CIA, που την αποκαλούσαν Μητριά.

 

Πολιτικό θρίλερ

Το πολιτικό θρίλερ που ακολουθεί μοιάζει απίστευτο. Τον Ιανουάριο του 1953 ο Αϊζενχάουερ εκλέγεται πρόεδρος και οι ΗΠΑ αποφασίζουν να ανατρέψουν διά των όπλων τον νόμιμο πρόεδρο της Γουατεμάλας Χακόμπο Άρμπενς (τον Μουγκό). Επειτα από εισήγηση του συνταγματάρχη Καστίγιο Άρμας (Τσεκουρόφατσας) οι Αμερικανοί θα υποστηρίξουν την ένοπλη εισβολή των μισθοφόρων του λεγόμενου Απελευθερωτικού Στρατού, που αποτελείται από κάθε καρυδιάς καρύδι.

Νέος υπουργός Εξωτερικών τω ΗΠΑ είναι ο Τζον Φόστερ Ντάλες και επικεφαλής της CIA ο αδελφός του Αλεν Ντάλες – και οι δύο πρώην εντολοδόχοι της United Fruit. Το παρασκήνιο είναι απερίγραπτο, αλλά ο συγγραφέας το παρουσιάζει με εκπληκτική ενάργεια. Εμπλέκονται επίσης και οι γειτονικές χώρες: η Ονδούρα, η Δομινικανή Δημοκρατία του αιμοσταγούς Τρουχίλιο, η Νικαράγουα του Σομόσα, η Αϊτή του Φρανσουά Ντιβαλιέ.

 

Ο χασάπης της Ελλάδας

Κατά το μεγαλύτερο μέρος η επιχείρηση χρημοτοδοτείται από τη CIA και συντονιστής της είναι ο πρέσβης Τζον Εμιλ Πιουριφόι, ο αποκαλούμενος Χασάπης της Ελλάδας, με το παρατσούκλι, τώρα, Καουμπόης, που από τη χώρα μας μεταφέρθηκε στη Γουατεμάλα. Ο δαιμόνιος Πιουριφόι όμως απέκτησε κι άλλα παρατσούκλια, όπως Βασιλέας και Ανθύπατος. Ο Άρμπενς ανατρέπεται και αναλαμβάνει ο Καστίγιο Άρμας. Η United Fruit ανακτά τα παλιά της προνόμια (να μην πληρώνει φόρους), ένα πογκρόμ εξαπολύεται εναντίον των υποστηρικτών του Χακόμπο Άρμπενς, πολλοί δολοφονούνται άγρια, οι δολοφόνοι δεν διστάζουν να σκοτώσουν ακόμη και τα σκυλιά και τις κότες, άλλοι κλείνονται στις φυλακές και άλλοι καταφεύγουν στις ξένες πρεσβείες για να σωθούν.

Οι δικτάτορες όμως έχουν κι εκείνοι κακό τέλος. Ο Τρουχίλιο δολοφονείται, όπως και ο Καστίγιο Άρμας. Κακό τέλος είχε και ο Πιουριφόι. Στη Γουατεμάλα έμεινε ως το 1955, όταν διορίστηκε πρέσβης στην Ταϊλάνδη. Εκεί, στις 12 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα γιατί ο οδηγός του δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση. Μαζί του σκοτώθηκε και ο γιος του.

Ο Τρουχίλιο, ο αιμοσταγής δικτάτορας που ο Μάριο Βάργκας Λιόσα τον «απαθανάτισε» στο κλασικό του μυθιστόρημα Η γιορτή του τράγου, δολοφονήθηκε από συνωμότες αφού έμεινε στην εξουσία επί τριάντα ένα χρόνια και η δράση του δεν περιορίστηκε μόνο στη Δομινικανή Δημοκρατία αλλά και σε άλλες χώρες. Η περιουσία που είχε αποκτήσει καταληστεύοντας τη χώρα του ξεπερνούσε τα πέντε δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Ο Καστίγιο Άρμας δολοφονήθηκε στο προεδρικό ανάκτορο στις 26 Ιουλίου 1957 από ένα μέλος της φρουράς του με δύο σφαίρες. Το πραξικόπημα του 1954 και τα επόμενα χρόνια ως το 1960 υπήρξαν, σύμφωνα με τους ιστορικούς, οι απαρχές του εμφυλίου πολέμου της Γουατεμάλας που διήρκεσε ως το 1996, οδηγώντας στο θάνατο 200.000 πολίτες.

 

Αφού πέρασαν τα χρόνια…

Το τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος τιτλοφορείται «Μετά». Τα χρόνια έχουν περάσει και η αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη. Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα συναντά κάπου κοντά στο Λάνγκλεϊ (έδρα της CIA) τη γερασμένη πλέον –και εκπατρισμένη– Μάρτα Μπορέρο Πάρα, κάποτε Μις Γουατεμάλα, που έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ανατροπή του Χακόμπο Άρμπενς. Εκείνη ζει τώρα με τις αναμνήσεις της, παραμένει φανατική αντικομμουνίστρια και εξομολογείται στον συγγραφέα πως ο αχυράνθρωπος των Αμερικανών, συνταγματάρχης Κάρλος Καστίγιο Αρμας και επικεφαλής του πραξικοπήματος εναντίον του Χακόμπο Αρμπενς, υπήρξε ο μεγάλος έρωτας της ζωής της.

Η ίδια μιλάει με υπεκφυγές, αλλά ο Μάριο Βάργκας Λιόσα είναι βέβαιος πως παρείχε πολύτιμες υπηρεσίες στη CIA, μολονότι δεν το ομολογεί. Η παρουσία της Μάρτα Μπορέρο Πάρα διατρέχει το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος. Στην αρχή ως μικρό κορίτσι, κατόπιν ως νεαρή γυναίκα, έπειτα ως ώριμη γυναίκα που διατηρεί πλήθος σχέσεων με πολιτικούς και ισχυρά πρόσωπα, για να φτάσουμε στο τέλος, που είναι πλέον γριά αλλά διατηρεί την παλιά της κοκεταρία, όταν της παίρνει συνέντευξη ο κορυφαίος συγγραφέας.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Σημείωμα των Α. Δημουλά και Ι. Χρονοπούλου για το Αγαπητή Μπεθ της Andrea Cote

 

«Η Μπεθ πιστεύει ότι η δουλειά είναι μια εποχή της ζωής που αρχίζει όταν τελειώνει ο γάμος. Μερικές φορές φαίνεται επίσης πως περιγράφει τον ιδανικό της εραστή. Η δουλειά δεν ρωτάει την ηλικία μου, δεν παρατηρεί τα άβαφα νύχια ή μαλλιά μου, και ανάμεσα στους δυο μας δεν υπάρχει παρελθόν. Μου αρέσει η δουλειά γιατί, ανάμεσα σε όλα τα πράγματα αυτού του κόσμου, είναι το μόνο που δεν τελειώνει ποτέ» − η Αντρέα Κότε αναρωτιέται στο Αγαπητή Μπεθ (εκδ. Ίκαρος, μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος) ποια είναι η θέση μιας διαζευγμένης μετανάστριας στην Αμερική τη δεκαετία του ’70. Η Κολομβιανή ποιήτρια, εμπνευσμένη από τη ζωή της θείας της, μας μεταφέρει σε μια εποχή όχι τόσο μακρινή από τη δική μας και μας αφηγείται πράγματα όχι τόσο ξένα σε εμάς. Δεν εξιδανικεύει και δεν αγιοποιεί, αλλά ο λυρισμός έρχεται από την ίδια τη δύναμη της θείας Μπεθ. 


Άθως Δημουλάς

Ιωάννα Χρονοπούλου

11.07.2026 

https://www.kathimerini.gr/k/k-magazine/564332413/poiisi-osa-xechorisame-toys-teleytaioys-mines/

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Δύο ισπανικά φεμινιστικά ποιήματα από τα μέσα του 20ού αιώνα

 


 

Lucía Sánchez Saornil

 


HIMNO DE MUJERES LIBRES

Puño en alto mujeres de Iberia
hacia horizontes preñados de luz
por rutas ardientes,
los pies en la tierra
la frente en lo azul.

Afirmando promesas de vida
desafiemos la tradición
moldeemos la arcilla caliente
de un mundo nacido del dolor.

Que el pasado se hunda en la nada

¡qué nos importa el ayer!

Queremos escribir de nuevo

la palabra MUJER.

Adelante, mujeres del mundo,
con el puño elevado al azul,
por rutas ardientes,
adelante,
de cara a la luz.

 

 

Romancero de mujeres libres (1937)

                                            

 

Lucía Sánchez Saornil (Madrid, 1895-Valencia, 1970) fue una poeta ultraísta, militante anarquista y luchadora por la emancipación de las mujeres.


 

Λουθία Σάντσεθ Σαορνίλ

 

 

ΥΜΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

 

Γροθιά ψηλά, γυναίκες της Ιβηρίας

προς ορίζοντες που κυοφορούν φως

μέσα από δρόμους φλεγόμενους,

τα πόδια στη γη

το μέτωπο στο γαλάζιο.

 

Τιμώντας υποσχέσεις ζωής

ας αψηφήσουμε την παράδοση

ας πλάσουμε τον ζεστό πηλό

ενός κόσμου γεννημένου απ՚ τον πόνο.

 

Στο τίποτα να βυθιστεί το παρελθόν

Τι μας νοιάζει το χθες!

Θέλουμε να γράψουμε ξανά

τη λέξη ΓΥΝΑΙΚΑ.

 

Εμπρός, γυναίκες του κόσμου,

με τη γροθιά υψωμένη στο γαλάζιο,

μέσα από δρόμους φλεγόμενους,

εμπρός,

με το πρόσωπο στο φως.

 

 

Romancero de mujeres libres (1937)

 

 

Η Λουθία Σάντσεθ Σαορνίλ (Μαδρίτη, 1895–Βαλένθια, 1970) ήταν μια ποιήτρια του ουλτραϊστικού κινήματος, αναρχική ακτιβίστρια και αγωνίστρια για τη γυναικεία χειραφέτηση.



 >.<>.< 


Ángela Figuera Aymerich

 

 

REBELIÓN

Serán las madres las que digan: Basta.
Esas mujeres que acarrean siglos
de laboreo dócil, de paciencia,
igual que vacas mansas y seguras
que tristemente alumbran y consienten
con un mugido largo y quejumbroso
el robo y sacrificio de su cría.

Serán las madres todas rehusando
ceder sus vientres al trabajo inútil
de concebir tan sólo hacia la fosa.
De dar fruto a la vida cuando saben
que no ha de madurar entre sus ramas.
No más parir abeles y caínes.
Ninguna querrá dar pasto sumiso
al odio que supura incoercible
desde los cuatro puntos cardinales.

Cuando el amor con su rotundo mando
nos pone actividad en las entrañas
y una secreta pleamar gozosa
nos rompe la esbeltez de la cintura,
sabemos y aceptamos para el hijo
un áspero destino de herramientas,
un péndulo de júbilo a la lágrima.
Que así la vida trenza sus caminos
en plenitud de días y de pasos
hacia la muerte lícita y auténtica,
no al golpe anticipado de la ira.

¿Por qué lograr espigas que maduren
para una siega de ametralladoras?
¿Por qué llenar prisiones y cuarteles?
¿Por qué suministrar carne con nervios
al agrio espino de las alambradas,
bocas al hambre y ojos al espanto?
¿Es necesario continuar un mundo
en que la sangre más fragante y pura
no vale lo que un litro de petróleo,
y el oro pesa más que la belleza,
y un corazón, un pájaro, una rosa
no tienen la importancia del uranio?

 

 

El grito inútil (1952)

 

 

 

Ángela Figuera Aymerich (Bilbao, 1902-Madrid, 1984) fue una escritora española, representante de la denominada poesía desarraigada de la primera generación de posguerra española. Adscrita por la crítica a la llamada poesía social, no estaba conforme con ello.

 

 

Άνχελα Φιγκέρα Αϊμέριτς

 

 

ΕΞΕΓΕΡΣΗ

 

Θα ’ναι οι μανάδες που θα πουν: Φτάνει.

Αυτές οι γυναίκες που κουβαλούν αιώνες

υπάκουης δουλειάς, υπομονής,

σαν αγελάδες πράες και δεδομένες

που θλιμμένα γεννούν και αποδέχονται

μ’ ένα μακρόσυρτο, παραπονεμένο μουγκανητό

την αρπαγή και τη σφαγή των μικρών τους.

 

Θα ’ναι οι μανάδες όλες που θα αρνηθούν

να παραχωρήσουν τις κοιλιές τους στο ανώφελο έργο

της σύλληψης μονάχα για τον λάκκο.

Καρπό να δίνουν στη ζωή όταν ξέρουν

ότι δεν θα ωριμάσει μες στα κλαδιά τους.

Να μην γεννούν άλλους Άβελ και Κάιν.

Καμιά δεν θα θελήσει να δώσει βοσκή υποταγμένη

στο μίσος που πυορροεί ασταμάτητα

από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

 

Όταν ο έρωτας με το ηχηρό του πρόσταγμα,

ενεργοποιεί τα σωθικά μας

και μια μυστική ευφορική πλημμυρίδα

τσακίζει τη λυγεράδα της μέσης μας,

γνωρίζουμε και αποδεχόμαστε για το παιδί

ένα σκληρό πεπρωμένο εργαλείου,

ένα εκκρεμές από τη χαρά στο δάκρυ.

Γιατί έτσι πλέκει η ζωή τα μονοπάτια της

με πληρότητα ημερών και βημάτων

προς έναν θάνατο δίκαιο και αυθεντικό,

όχι στο πρόωρο χτύπημα της οργής.

 

Γιατί να πασχίζουμε για στάχυα που ωριμάζουν

για να τα θερίσουν πολυβόλα;

Γιατί να γεμίζουμε φυλακές και στρατώνες;

Γιατί να προμηθεύουμε σάρκα με νεύρα

στα πικρά αγκάθια του συρματοπλέγματος,

στόματα στην πείνα και μάτια στον τρόμο;

Είναι άραγε αναγκαίο να διαιωνίζουμε έναν κόσμο

όπου το πιο ευωδιαστό κι αγνό αίμα

δεν αξίζει όσο ένα λίτρο πετρέλαιο,

και ο χρυσός ζυγίζει πιο πολύ από την ομορφιά,

και μια καρδιά, ένα πουλί, ένα τριαντάφυλλο

δεν έχουν την αξία του ουρανίου;

 

 

El grito inútil (1952)

 

 

Η Άνχελα Φιγκέρα Αϊμέριτς (Μπιλμπάο, 1902–Μαδρίτη, 1984) ήταν Ισπανίδα συγγραφέας, εκπρόσωπος της λεγόμενης ξεριζωμένης ποίησης, της πρώτης λογοτεχνικής γενιάς της μετεμφυλιακής Ισπανίας. Αν και κατηγοριοποιήθηκε από τους κριτικούς στην ομάδα της αποκαλούμενης κοινωνικής ποίησης, εκείνη δεν αποδέχθηκε ποτέ την εν λόγω ταμπέλα.

 

 

 

Η μετάφραση των δύο ποιημάτων αποτελούν προϊόν εργαστηρίου συλλογικής μετάφρασης που συντόνισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, στις 17 Ιουνίου 2026, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ, παρουσία της φιλολόγου και μελετήτριας της Γενιάς του ’27, Pepa Merlo.

 

Συμμετείχαν οι μεταφράστριες/ές: Μαρία Αθανασιάδου, Ηλέκτρα Αναγνώστου, Μυρτώ Γαρεφαλάκη, Δέσποινα Γιαβάση, Αναστασία Γιαλαντζή, Κονστάνς Ελμαλόγλου, Eduardo Lucena, Αλίκη Μανωλά, Ματίνα Μπίλλια, Στέλλα Παναγοπούλου, Laura Salas, Σοφία Φερτάκη, Βάσω Χρηστάκου.