Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία. 27 μικρο-διηγήματα και ένα μονόπρακτο
Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, 2026
Επι-γραμματικός
σχολιασμός
της Χριστίνας Ουσταμπασίδου*
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στα μικρο-διηγήματά του,
προβάλλει έναν κόσμο καθημερινό (τοπία, περιοχές, τόποι συνάντησης) και τον
απογειώνει με την παρατηρητική ματιά, το συναίσθημα και τη φαντασία του.
Με γοήτευσε ο τρόπος γραφής, ο
ανελέητος αυτοσαρκασμός: «...αλλά από ώρα έχετε καταλάβει ότι ο τύπος δεν είναι
και καμιά αστείρευτη πηγή γνώσεων», αλλά και η κωμική σχολαστικότητα: «έχει
ξαναχρησιμοποιηθεί η λέξη παραλληλεπίπεδο σε διήγημα;».
Οι εναλλαγές συναισθημάτων εντέλει
αναδεικνύονται με τον μοναδικό τρόπο του συγγραφέα να διατηρεί μια διαδραστική
σχέση μεταξύ αφηγητή και αναγνώστη.
Στο, κινηματογραφικής αφήγησης,
τρισδιάστατο «Φλογερό ειδύλλιο», μπαινόβγαινα στην πλοκή ως αναγνώστρια, ως
θεάτρια «δεν θα μάθουμε ποτέ τα ονόματά τους γιατί φτάσαμε κάπως αργά στον
πεζόδρομο όπου κάθονται και πίνουν το κρασί τους» και ως συνδημιουργός
αφηγήτρια-παρατηρήτρια «δεν το αποφύγαμε, … κατηφορίσαμε μαζί τους την
Πανεπιστημίου».
Στα «Μαθήματα νομιμοφροσύνης» περιγράφει
την αστική κοινωνία των δεκαετιών του ’60 και του ’70, μια συντηρητική και
πουριτανική κοινωνία, την οποία αποδομεί, καταρρίπτοντας τις πεποιθήσεις που τα
μέλη της υιοθετούσαν αβίαστα και κληροδοτούσαν στις επόμενες γενιές.
Η περιγραφή της κοινωνικής εξόδου
και οι «καθώς πρέπει» κανόνες που συνόδευαν τα νεότερα μέλη της παρέας, κάνουν
το «Η φρουτοσαλάτα» να φαντάζει ως μια απραγματοποίητη επιθυμία που δεν βρήκε
ούτε στο τότε ούτε στο τώρα το σωστό timing.
Στο «Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία»
γέμισα με τη νοσταλγία εκείνων των εποχών, ίσως επειδή τις έζησα, ίσως επειδή
θα ήθελα να ζούσα στο τότε με την (παντός είδους) ελευθερία του τώρα.
Ανατρεπτικός και αντισυμβατικός
στο «Η γραμμούλα». Στο «Αθηναϊκό τοπίο» αποτυπώνει μια αστραπιαία σκέψη που
παραπέμπει στους ισπανικούς aforismos.
Γέλασα σε πολλά σημεία με κορυφαίο,
κατά τη γνώμη μου, το απρόσμενο τέλος του «Πολλή κίνηση». Στο «Πράγματα που
είδα από το παράθυρο του τρένου» μού θύμισε αυτό που, πιστεύω, πολλοί κάνουν ταξιδεύοντας
με τα ΜΜΜ, αλλά δεν το ομολογούν: να παρατηρούν και να πλάθουν ιστορίες, θέτοντας
στοχαστικά ερωτήματα και ψάχνοντας το αιτιατό του πράγματος, «είναι ωραία και
παράξενη η φυλή των ταξιδιωτών».
Αγγίζει θέματα που από καιρό θα
έπρεπε να είναι λυμένα, καταθέτοντας σε 17 σειρές, στο «Πούστης», το βάσανο των
καταπιεσμένων συναισθημάτων ενός ανθρώπου με διαφορετικότητα, μη αποδεκτού
κοινωνικά, αλλά και την απελευθέρωση που τον ωθεί να ξαναζήσει, έστω ανάμεσα
στα κάγκελα και ετεροχρονισμένα, αυτή την ελευθερία τού να είσαι ό,τι είσαι.
Ενώ περιγράφει με πικρία την παραδοσιακή πρακτική παλιότερων δεκαετιών που
ακολουθούσαν οι γονείς, και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πατέρας, στο άκουσμα της
λέξης «Η κουνίστρα», αλλά και τον προσωπικό αγώνα της αυτοαποδοχής.
«Οι τυραννόσαυροι δεν βγάζουν
φλας» είναι ένα on the road again παιχνίδι φαντασίας-πραγματικότητας,
ενώ «Το μπαλάκι» μια εναλλακτική «παιδαγωγική» ιστορία που οδηγεί στην ανατροπή
παγιωμένων πεποιθήσεων, αφήνοντας άφωνο τον πατέρα της μικρής και γενναίας
Ιόλης.
Προβληματίστηκα με τις ανεξήγητες
ανθρώπινες «Ανασφάλειες». Συνέπασχα με τον ήρωα που βίωνε την έλλειψη σεβασμού
και ενσυναίσθησης στα «Ιπτάμενα μαχαίρια», αφού μέσα από το βίωμά του αναδεικνύεται
η χαοτική διαφορά μεταξύ των ανθρώπων και των προσωπικών τους πολιτισμών. Αγάπησα
την αισθηματική «Ανάφη» ως επιλεγμένη μοναχικότητα κατά της χιλιομετρικής
απόστασης, ενώ μια συμπαντική ένωση δύο προ ολίγου άγνωστων και τωρινών
εραστών, στη «Συγγραφική άγνοια», με συμπεριέλαβε στο κοινό τους μυστικό.
Παρόν το σαρκαστικό χιούμορ του στο
«Αγάπη μουουου, πού είσαι;», όπως εξίσου χιουμοριστικά αφηγείται την επέλαση της
τεχνητής νοημοσύνης στη ζωή μας, στο «Ε, μα δεν το διπλοτσέκαρες κι εσύ,
καημένε» και την ασύδοτη κατάσταση που επικρατεί ως προς τη χρήση της.
Η «Υστερόβουλη αφαίρεση» μου
υπενθύμισε την ψευδαίσθηση της οπτικής μας σε σχέση με την πραγματικότητα. Στο «Ο
αιωνόβιος» ο χρόνος διαστέλλεται. Συμφώνησα ότι η οδός «Αχαρνών», «είναι
ελκυστικότερη ως αναζήτηση παρά ως προορισμός». Ένιωσα τη νίκη της ελεύθερης
ψυχής της 80χρονης Μερόπης ενάντια στον χρόνο, στο «Καβαλάει η Μάιλι Σάιρους
πεζοδρόμια;».
Στο «Η πολυθρόνα» μου
επιβεβαιώνει ότι η συνειδητή απόσταση από το συναίσθημα, δίνει δεύτερες
ευκαιρίες σε ανθρώπους και πράγματα.
Και ξαφνικά, για το τέλος, ένα θεατρικό:
«Καραμέλες βουτύρου», με τους δύο βασικούς ρόλους να προβαίνουν σε συνεχείς
ανατροπές μέσα από ένα παιχνίδι αυτογνωσίας και αυτοΐασης.
Το εν λόγω βιβλίο, αν μου
επιτρεπόταν να το παρομοιάσω με κάτι, θα ήταν με αεράκι που περνά απαλά ανάμεσα
από ασπρόμαυρες απολιθωμένες καταστάσεις και συναισθήματα, δίνοντάς τους χρώμα
και ζωντάνια.
* Η Χριστίνα Ουσταμπασίδου είναι απόφοιτή του
Προγράμματος Σπουδών «Ισπανική γλώσσα και πολιτισμός» του ΕΑΠ