Στη
διασταύρωση της μνήμης και της νύχτας
Υπάρχουν βιβλία που δεν αφηγούνται
απλώς μια πόλη· την ιδρώνουν. Την αφήνουν να στάζει πάνω στις σελίδες σαν
υγρασία από παλιό τοίχο πολυκατοικίας. Το Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία του
Κωνσταντίνου Παλαιολόγου κινείται ακριβώς μέσα σε αυτή τη
σκοτεινή γεωγραφία: μια Αθήνα υπόγεια, μεταμεσονύκτια, σχεδόν μεταφυσική, όπου
οι δρόμοι δεν λειτουργούν ως σημεία προσανατολισμού αλλά ως θραύσματα ενός
λησμονημένου παραδείσου.
Ο
τίτλος ποιητικός: δύο οδοί, μια διασταύρωση, η οποία δεν υπάρχει παρά μόνο στη
λογοτεχνική μυθοπλασία· όμως πίσω από τη φαινομενική αστική ανακρίβεια
ανοίγεται ένας τόπος υπαρξιακής βεβαιότητας. Η πόλη εδώ δεν είναι σκηνικό·
είναι σώμα τραυματισμένο και γαληνεμένο στο τραύμα του. Οι ήρωες —ή καλύτερα οι
περιπλανώμενες σκιές— κινούνται ανάμεσα σε καφενεία, δωμάτια, φθαρμένες
πολυκατοικίες και εσωτερικούς μονολόγους, χτίζοντας νέα νοήματα καθώς κατοικούν
στη μυθική Αθήνα.
Η
γραφή του Παλαιολόγου διαθέτει εκείνη τη σπάνια ιδιότητα να μοιάζει ταυτόχρονα
εξομολογητική και αποστασιοποιημένη. Σε ορισμένα σημεία θυμίζει κινηματογραφικό
μοντάζ: κοφτές εικόνες, θραύσματα συνομιλιών, φωτισμοί νέον, σιωπές που κρατούν
περισσότερο από τις λέξεις. Κι όμως, κάτω από αυτή την αστική λιτότητα,
πάλλεται μια βαθιά λυρική ένταση. Το βιβλίο μοιάζει να συνομιλεί με την
παράδοση της ευρωπαϊκής υπαρξιακής λογοτεχνίας χωρίς να χάνει την ελληνική του
νευρικότητα — εκείνο το μείγμα τρυφερότητας, ειρωνείας και ήττας που
χαρακτηρίζει τις καλύτερες σελίδες της νεοελληνικής γραφής.
Ιδιαίτερη
δύναμη αποκτά ο τρόπος με τον οποίο η μνήμη λειτουργεί ως αρχιτεκτονική. Οι
αναδρομές δεν παρουσιάζονται ως νοσταλγία αλλά ως εισβολές. Το παρελθόν δεν
εξηγεί τους χαρακτήρες· τους στοιχειώνει— όπως βλέπουμε και σε έργα του
Πεντζίκη. Έτσι, η διασταύρωση της Στουρνάρη με την Ηπείρου γίνεται τελικά κάτι
πολύ περισσότερο από ένα μυθικό σημείο της Αθήνας: μετατρέπεται σε σημείο
σύγκρουσης ανάμεσα σε αυτό που ζήσαμε και σε αυτό που μας απέμεινε.
Το
πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι ίσως η άρνησή του να εξιδανικεύσει.
Δεν υπάρχει εδώ ρομαντική μυθολογία της παρακμής. Η φθορά παρουσιάζεται γυμνή,
μερικές φορές σχεδόν βίαια. Και ακριβώς γι’ αυτό αποκτά αλήθεια. Οι άνθρωποι
του βιβλίου συνεχίζουν να μιλούν, να ερωτεύονται, να θυμούνται, ενώ γύρω τους
όλα μοιάζουν να καταρρέουν αργά. Αυτή η επιμονή της ανθρώπινης παρουσίας μέσα
στην αποσύνθεση είναι και το πιο συγκινητικό στοιχείο του έργου.
Το Στουρνάρη
και Ηπείρου γωνία δεν διαβάζεται ως απλή αφήγηση αλλά ως
νυχτερινή περιπλάνηση. Είναι από εκείνα τα βιβλία που αφήνουν στον αναγνώστη
την αίσθηση ότι περπάτησε μόνος σε δρόμους που γνώριζε από πάντα, χωρίς ποτέ να
τους έχει πραγματικά δει — και δεν μπορεί να τους δει παρά μόνο μέσα στο παρόν
βιβλίο.
Γιώργος
Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης
Περί ου, 30/05/2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου