Πέμπτη 24 Μαΐου 2018

Μπιμπιάνα Κογιάδο, 3 Ποιήματα


Bibiana Collado (Burriana, 1985) es licenciada en Filología Hispánica por la Universidad de Valencia, donde también realizó el Máster de Estudios Hispánicos Avanzados (obteniendo el Premio Extraordinario de Máster). En 2014 defendió su tesis doctoral, titulada El imperio nuevo de tu palabra: Canon, tradición y ruptura en poetas cubanas de la Revolución.
En el ámbito de la escritura poética ha obtenido los siguientes reconocimientos: Premio Voces Nuevas de poesía, organizado por la Editorial Torremozas (2009); Premio Universidad de Valencia de Escritura de Creación, en castellano (2009) y en valenciano (2012); XXXIV Premio de poesía Arcipreste de Hita (2012); accésit del Premio Adonáis (2016) y Premio Complutense de Literatura 2017.
Los poemas que se presentan a continuación en español y griego están incluidos en su libro, El recelo del agua (Rialp, 2017).

H Μπιμπιάνα Κογιάδο γεννήθηκε στην Μπουριάνα, της Βαλένθιας, το 1985. Σπούδασε Ισπανική Φιλολογία. Το 2014 παρουσίασε τη διδακτορική της διατριβή με τίτλο: Η νέα αυτοκρατορία της λέξης σου: Κανόνας, παράδοση και ρήξη σε κουβανέζες ποιήτριες της Επανάστασης.
Έχει λάβει πολυάριθμα βραβεία: Βραβείο Νέες Ποιητικές Φωνές, του εκδοτικού οίκου Torremozas (2009)· Βραβείο Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου της Βαλένθιας, το 2009 και το 2012· XXXIV Βραβείο Ποίησης Arcipreste de Hita (2012) και Βραβείο Complutense de Literatura 2017.
Τα ποιήματα που παρουσιάζονται στη συνέχεια στα ισπανικά και στα ελληνικά περιλαμβάνονται στο βιβλίο της El recelo del agua (Rialp, 2017).

>.<>.<>.<>.

TRAJES AMARILLOS

                       I

Mi madre tomó la primera comunión
con un traje amarillo,
el único que recuerda de su infancia.

Aquel día no hubo familia,
ningún acompañante,
tan solo los niños solos

junto a las monjas que los invitaron
a una taza de chocolate
en la alegría torpe y áspera
de una salita sin ventanas.

Los hijos de los cabreros
son una masa huérfana,

para borrarles la miseria
          por un rato,
les borraron los padres
          y las chozas.


                       II

Al cumplir catorce años
decidieron bajar del cerro.

La pobreza refundada en la llanura.
La alegría parca de la supervivencia.
La nostalgia de mercurio urdiéndose
en las palabras de los recién llegados
a las bondades afiladas del pueblo.

Catorce años y doce horas al día
remachando bolsos en una fábrica
junto a otras tantas muchachas casaderas.
El fragor de la espera amortiguado
por el golpear de las planchas de acero.

Y un breve paseo los domingos
hasta la confitería de la plaza
donde comprarse un dulce de merengue
que allí llamaban «libertad».

Después vendría la boda sin fotógrafo,
las nuevas mudanzas, las vendimias,
los camiones al amanecer, los hijos
con que resarcirse del hambre
y los padres que envejecen
y, en delirios, creen haber regresado
a lo alto del cerro.
Pero todo eso será después.

Entonces, con aquellos catorce años y doce horas
todavía notaba un sobresalto
al oír las campanas repicar tan cerca.
Y el trazado de las calles agolpadas a sus ojos
la sorprendía en la búsqueda del horizonte.

Entonces, que no se engañe nadie,
no eran felices sino jóvenes.
Aturdidos por el zumbido del origen
en algún momento dejaron de escucharlo.

Cuando la hija del patrón comulgó por primera vez,
les dieron libres unas horas 
y participaron, mesa aparte, del banquete.

Sumergida y ajena, a la vez, en el festejo
mi madre decidió
no recordar su traje amarillo.


MARÍA

Cada mañana el mundo aparece blanco
y ella emprende con ahínco la tarea
de volver a crearse en el lenguaje.
Recompuestos unos pocos nombres,
adjudica a cada objeto un uso,
incluido su propio cuerpo.

Lo cotidiano se ha convertido
en perturbadoramente extraño. 

Desconcertada,
se acerca a cajones y baúles
 y palpa los restos de los ajuares
que las hijas no quisieron llevarse
ni hablamos, por supuesto, de las nietas.
Mientras tanto, Marta, que permanece
y la cuida, busca con obsesión
la dignidad en la limpieza.

La niñez, altiva, es la única
que persevera en su memoria.
Aunque nadie sabe a ciencia cierta
si el José de sus murmullos llegó
por fin a la ermita o si su padre
partió el cayado contra la higuera.


MARÍA IV

Si fuera tierra lo que ensucia sus uñas
hace tanto que sus manos no se hunden
en los terrones arenosos,
todo sería diferente. 

La hija le restriega los dedos
con un cepillito de cerdas blandas
para conseguir no herirle la piel.

Le ha quitado, con esfuerzo,
los pequeños pendientes de oro,
hundidos en la carne que se empeña
en cerrarse sobre sí misma.
Ha decidido que no se los volverá a poner.
No quedan espejos en la casa.

Le toma un brazo y luego el otro
y frota, con un paño húmedo, las axilas.
Le levanta un pecho y luego el otro
y cura las llagas ocultas
en las dobleces del cuerpo.

Cuando pretende volver a colocarle el sujetador,
una música irrumpe desde lejos
tarda unos segundos en recordar
que esta noche velan a la virgen
en la calle de al lado.
María se pone en pie, tambaleante
pero con determinación y casi corre
por el largo y estrecho pasillo
hacia el afuera.

Con la fuerza del milagro, no se cae.
Imposible detenerla ante lo imprevisto
de la huida, medio vestida
llega hasta la entrada.

La orquesta desfila frente a su puerta.
Ella se detiene en el umbral y llora.

La hija, también.
Ni siquiera intenta ya
cubrirle el busto.


>.<>.<>.<>.


Κίτρινα φορέματα

                    Ι

Η μητέρα μου μετέλαβε για πρώτη φορά
μ’ ένα κίτρινο φόρεμα,
το μοναδικό φόρεμα που θυμάται απ’ όταν ήταν παιδί.

Εκείνη τη μέρα δεν υπήρχαν συγγενείς,
κανένας συνοδός,
παρά μόνο τα παιδιά μόνα τους

μαζί με τις καλόγριες που τους τράταραν
ένα φλιτζάνι σοκολάτας
στην άγαρμπη και τραχιά χαρά
μιας μικρής σάλας δίχως παράθυρα.

Τα παιδιά των γιδοβοσκών
είναι μια μάζα ορφανή,

για να τους απαλείψουν τη φτώχεια τους,
          έστω για λίγο,
τους απάλειψαν τους γονείς
          και τις καλύβες τους.

                    ΙΙ

Με το που έκλεισε τα δεκατέσσερα
αποφάσισαν να κατέβουν από το βουνό.

Φτώχεια ξανά, τώρα πλέον στον κάμπο.
Η ευτελής χαρά της επιβίωσης.
Η νοσταλγία από υδράργυρο να μπλέκεται
γύρω από τις κουβέντες των νεοφερμένων
στις καλά τροχισμένες καλοσύνες του χωριού.

Δεκατεσσάρων και δώδεκα ώρες τη μέρα
να πριτσινώνει τσάντες σε μια βιοτεχνία
μαζί με ποιος ξέρει πόσες ακόμα κοπέλες σε ηλικία γάμου.
O αχός της προσμονής να μετριάζεται
από τα χτυπήματα πάνω στις ατσάλινες πλάκες.

Και ένας σύντομος περίπατος τις Κυριακές
μέχρι το ζαχαροπλαστείο της πλατείας
για να αγοράσουν ένα γλυκό από μαρέγκα 
που εκεί το έλεγαν «ελευθερία».

Ύστερα θα ερχόταν ο γάμος δίχως φωτογράφο,
οι νέες μετακομίσεις, ο τρύγος κάθε χρόνο,
τα φορτηγά το ξημέρωμα, τα παιδιά
για να καταπραΰνουν την πείνα
και οι γονείς που γερνάνε
και, στο παραλήρημά τους, νομίζουν πως έχουν γυρίσει ξανά
ψηλά στο βουνό.
Αλλά όλα αυτά θα γίνουν μετά.

Τότε, στα δεκατέσσερά της και τις δώδεκα ώρες
κάτι την έπιανε
μόλις άκουγε τις καμπάνες να χτυπούν τόσο κοντά.
Και το πλέγμα των δρόμων που συνωστίζονταν μπρος στα μάτια της
την αιφνιδίαζε καθώς αναζητούσε τον ορίζοντα.

Τότε, μην τρέφει κανείς αυταπάτες,
δεν ήταν ευτυχισμένοι, νέοι ήταν μόνο.
Ζαλισμένοι από το βόμβο της καταγωγής
κάποια στιγμή έπαψαν να τον ακούνε.

Όταν η κόρη του αφεντικού κοινώνησε για πρώτη φορά
τους έδωσαν ρεπό για κάποιες ώρες
και συμμετείχαν στο τσιμπούσι, σε χωριστό τραπέζι.

Απορροφημένη από τη γιορτή, και ξένη ταυτόχρονα,
η μητέρα μου αποφάσισε
να μην θυμηθεί το κίτρινο φόρεμά της.


Μαρία

Κάθε πρωί o κόσμος εμφανίζεται λευκός 
και εκείνη με λαχτάρα ξαναπιάνει τη δουλειά
να ξαναδημιουργηθεί μέσα από τη γλώσσα.
Έχοντας ανασυνθέσει μερικά ονόματα,
αποδίδει σε κάθε αντικείμενο μια χρήση,
του ίδιου της του κορμιού συμπεριλαμβανομένου.

Η καθημερινότητα έχει γίνει
ανησυχητικά παράξενη.

Αμήχανη,
πλησιάζει σε συρτάρια και μπαούλα
και ψηλαφίζει τα απομεινάρια των προικιών
που οι κόρες της δεν θέλησαν να πάρουν μαζί τους
για τις εγγονές, ούτε λόγος να γίνεται.
Εντωμεταξύ, η Μάρτα, που παραμένει πλάι της
και την προσέχει, αναζητεί επίμονα
την αξιοπρέπεια στην καθαριότητα.

Η παιδική ηλικία, υπεροπτική, είναι το μόνο
που εξακολουθεί να διασώζεται στη μνήμη της.
Αν και κανένας δε γνωρίζει με σιγουριά
αν ο Χοσέ των μουρμουρητών της έφτασε
τελικά στο ξωκλήσι ή αν ο πατέρας της
έσπασε την γκλίτσα του πάνω στη συκιά.


Μαρία ΙV

Αν ήταν χώμα αυτό που λερώνει τα νύχια της
πάει καιρός πλέον που τα χέρια της δεν βυθίζονται
στα αμμώδη εδάφη,
όλα θα ήταν διαφορετικά.

Η κόρη της τής τρίβει τα δάχτυλα
με ένα βουρτσάκι με λευκές τρίχες
για να αποφύγει να της πληγώσει το δέρμα.

Της αφαίρεσε, με πολλή προσπάθεια,
τα μικρά χρυσά σκουλαρίκια,
βυθισμένα στη σάρκα που επιμένει
να επουλώνει ξανά και ξανά τις πληγές της.
Αποφάσισε πως δεν θα της τα ξαναφορέσει.
Δεν υπάρχουν πια καθρέφτες στο σπίτι.

Της σηκώνει το ένα χέρι και μετά το άλλο
και τρίβει, με ένα βρεγμένο πανί, τις μασχάλες της.
Ανασηκώνει το ένα της στήθος και έπειτα το άλλο
και θεραπεύει τις κρυμμένες
στις πτυχές του σώματος πληγές.

Όταν ετοιμάζεται να της φορέσει ξανά το στηθόδεσμο,
ακούγεται ξαφνικά μια μουσική από μακριά
αργεί μερικά δευτερόλεπτα να θυμηθεί
πως απόψε είναι η αγρυπνία για την Παρθένο
στον διπλανό δρόμο.
Η Μαρία σηκώνεται όρθια, ασταθής
αλλά αποφασισμένη και σχεδόν τρέχει
στον μακρόστενο διάδρομο
προς την έξοδο.

Σαν από θαύμα, δεν πέφτει.
Αδύνατον να τη σταματήσεις σ’ αυτή την απρόβλεπτη
φυγή, μισοντυμένη
φτάνει μέχρι την πόρτα.

Η μπάντα παρελαύνει μπρος στο σπίτι.
Εκείνη κοντοστέκεται στο κατώφλι και κλαίει.

Η κόρη της, επίσης.
Δεν προσπαθεί πια
να της καλύψει καν το στήθος.


Traducción: Konstantinos Paleologos 
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Κακοί μεταφραστές, του Μαριάνο Αντολίν Ράτο

O Βάλτερ Μπένγιαμιν, ένας φιλόσοφος τον οποίον δεν φαίνεται να επηρεάζουν οι συχνές μεταπτώσεις ενδιαφέροντος περί των στοχαστών με τους οποίους τον συνδέουν –τουλάχιστον στα πρώτα βήματά του–, όπως είναι οι περιπτώσεις του Αντόρνο, του Χορκχάιμερ, του Μαρκούζε και άλλων μελών της επονομαζόμενης Σχολής της Φρανκφούρτης, ασχολήθηκε εκτενώς με τη μετάφραση. Κι έτσι το 1923, στα 31 του χρόνια, έγραψε το δοκίμιο με τίτλο «H αποστολή του μεταφραστή»[1]. Οι θεολογικές δοξασίες που του χρησιμεύουν ως βάση, όχι πάντα μερική, είναι για μένα κάτι αρκετά ξένο. Αλλά δε συμβαίνει το ίδιο με την παρατήρησή του ότι η μετάφραση «δεν είναι παρά ένας, κατά μία έννοια, προσωρινός τρόπος αναμέτρησης με την ξενότητα των γλωσσών».
Σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν, ακόμη και οι κακοί μεταφραστές αναγνωρίζουν ότι το ουσιώδες αποδεικνύεται ανέφικτο, μυστικό, «ποιητικό». Και ότι στη μετάφραση εκφράζεται μόνο ένα μέρος της εγγενούς σημασίας του πρωτοτύπου (αναφέρομαι, φυσικά, στη λογοτεχνική μετάφραση), ενώ ταυτόχρονα βασίζεται στο γεγονός «ότι οι γλώσσες δεν είναι ξένες μεταξύ τους, αλλά είναι a priori, και πέρα από κάθε ιστορικό συσχετισμό, ανάμεσά τους συγγενείς ως προς αυτό που θέλουν να πουν». Αν τα συνοψίσουμε όλα αυτά κατά τρόπο όχι και τόσο κομψό, ο μεταφραστής ξέρει ότι καταφεύγει σε έναν, κατά μία έννοια, προσωρινό τρόπο αναμέτρησης με την ξενότητα των γλωσσών. Και τελικά προσπαθεί να βρει σε κάθε γλώσσα προς την οποία μεταφράζει κάτι που να θυμίζει το πρωτότυπο. Συνεπώς δεν είναι —Μπένγιαμιν dixit—«το ύψιστο εγκώμιο μιας μετάφρασης […] να διαβάζεται σαν ένα πρωτότυπο της γλώσσας της».
Με τη στήριξη του Γκαίτε που, διαβεβαιώνει ο Μπένγιαμιν, έχει δημοσιεύσει στις σημειώσεις του για το Divan ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί στη Γερμανία για τη μετάφραση, υπoστηρίζει ότι οι θεωρούμενες ως καλύτερες εκδοχές ξεκινούν από μια λάθος αρχή: από την επιθυμία να μετατρέψουν σε γερμανικό το ελληνικό, το ινδικό ή το αγγλικό αντί να δώσουν στα γερμανικά τη μορφή αυτών των γλωσσών. Κάτι που δείχνει «πολύ μεγαλύτερο σεβασμό για τα δικά μας γλωσσικά παρά για το πνεύμα του ξένου έργου... Η θεμελιώδης πλάνη του μεταφραστή είναι ότι μένει πιστός στο τυχαίο επίπεδο της δικής του γλώσσας, αντί να το θέσει βιαίως σε κίνηση μέσω της ξένης».
Πρόκειται για φορτισμένες καταστάσεις οι οποίες, σε γενικές γραμμές, εντός του πεδίου δράσης των κριτικών από τούτα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, μετατρέπουν σε κακή μια μετάφραση η οποία στην πραγματικότητα αντικατοπτρίζει τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες του πρωτοτύπου, και επιτρέπουν στον αναγνώστη να έχει συνείδηση ότι οι σελίδες δεν αφορούν μια αφήγηση γραμμένη, για παράδειγμα, στην Ισπανία, την Αργεντινή ή το Μεξικό, αλλά ανταποκρίνονται στο περιβάλλον και τις συνήθειες άλλου τόπου, άλλης γλώσσας χάρη στην οποία ζουν λογοτεχνικά ήρωες με ονόματα ενδεικτικά της γλωσσικής τους απόστασης· τόποι όπου, σε κάποιες περιπτώσεις, καταναλώνονται τρόφιμα που απαιτούν υποσημείωση. Ή χιονίζει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.
Σε ένα άρθρο που αναλύει «Την αποστολή του μεταφραστή» υπό το πρίσμα της αυτόματης μετάφρασης[2], ο φιλόσοφος Μιγκέλ Μόρεϊ αναφέρει πως για τον Μορίς Μπλανσό ο μεταφραστής είναι ένας εχθρός του Θεού αφού αντιτίθεται στη θεία τιμωρία της σύγχυσης των γλωσσών εξαιτίας του ότι ο άνθρωπος επέμεινε στη δημιουργία της Βαβέλ, μιας πόλης ικανής να κυριεύσει τον ουρανό. «Υπό αυτή την έννοια», σημειώνει ο Μόρεϊ, «η πράξη του μεταφραστή έχει κάτι το τιτάνιο αφού πρόκειται για κάποιον που αντιτασσόμενος στην κατάρα, κινείται ανάμεσα σε αποσυναρμολογημένες γλώσσες προσπαθώντας να  αποκαταστήσει  αυτό που θυμίζει εντός τους την αρχική γλώσσα».
Κατεβαίνοντας στη Γη, ο Μπένγιαμιν υπογραμμίζει πως η μετάφραση είναι πάνω από όλα μια μορφή. Και μέσα σε αυτήν χωράνε ερμηνείες που ίσως διατηρούν μια στενή σχέση με το πρωτότυπο και διευκολύνουν την επιβίωσή  του. Χωρίς να ξεχνάμε ότι δεν είναι οι μεταφράσεις εκείνες που παρέχουν υπηρεσίες στο έργο, όπως ισχυρίζονται οι κακοί μεταφραστές, αλλά οφείλουν στο έργο την ύπαρξη τους. «Μέσα τους η ζωή του πρωτοτύπου κατακτά τη διαρκώς ανανεούμενη, την πλέον πρόσφατη, την περιεκτικότερη ανάπτυξή της», συμπεραίνει ο φιλόσοφος που αυτοκτόνησε το 1940 στο Πορτ Μπόου της Ισπανίας. Τον είχαν συλλάβει γιατί, αντίθετα με το πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη όπου ο καθένας μπορεί να προσποιείται ότι είναι κάποιος άλλος, είναι απαγορευμένο να περνάς φυσικά σύνορα χωρίς τις αναγκαίες επίσημες, και καθόλου λογοτεχνικές, άδειες. Σήμερα η Μελίγια και το νησί Λαμπεδούζα είναι συχνά παραδείγματα αυτού του ανέφικτου που οδήγησε στον θάνατο έναν από τους πρωτοπόρους στοχαστές στην ανάλυση των τροποποιήσεων που οι αυτοματισμοί συνεπάγονται για την εμπειρία.



[1] Η ελληνική μετάφραση συμπεριλαμβάνεται στον τόμο Η Αποστολή του μεταφραστή και άλλα κείμενα για τη γλώσσα, μτφρ. Γιώργος Σαγκριώτης, Εκδόσεις Πατάκη, 2014, (Σ.τ.Μ.).
[2]  El País, 26 Δεκεμβρίου 2011.

Μετάφραση: Ευαγγελία Χαιροπούλου – Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Ο Mariano Antolín Rato είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Γεννήθηκε στη Χιχόν της Ισπανίας το 1943. Σπούδασε Φιλοσοφία και Νομική στο πανεπιστήμιο τoυ Οβιέδο. Το 2014 βραβεύτηκε με το Εθνικό Βραβείο Μετάφρασης (Premio Nacional de Traducciòn). Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Εl Trujamán, στις 26 Δεκεμβρίου 2014.



Τρίτη 15 Μαΐου 2018

Héctor Aquiles González en Atenas: Taller de traducción literaria


Εργαστήριο Λογοτεχνικής Μετάφρασης
με την παρουσία του συγγραφέα Héctor Aquiles González


To Festival LEA και το Abanico διοργανώνουν δωρεάν εργαστήριο λογοτεχνικής μετάφρασης του διηγήματος «Voyeurista» από το βιβλίο La última carcajada y otras minificciones του συγγραφέα από τον Παναμά, Έκτορ Ακίλες Γκονσάλες, παρουσία του συγγραφέα.

Το εργαστήριο θα λάβει χώρα στο Abanico, την Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018, από τις 11.00 έως τις 14.00.

Δηλώσεις συμμετοχής: Αbanico: τηλ. 210.3251214 & 215 / info@abanico.gr, 10 θέσεις (θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας).

Συντονίζουν: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος – Νίκος Πρατσίνης

.;.;.;.;.;.;.;.

Voyeurista

El hombre estacionó el auto y se bajó con su equipaje. Eran las 9:00 de la noche. Había tenido un día bastante ajetreado visitando clientes en varias provincias del país. Se registró y pidió servicio de comida en la habitación. Algo ligero. No le gustaba cenar tan pesado porque después le daban pesadillas. Mientras esperaba se dio una ducha bien reconfortante y se puso a ver la televisión. Llegó la cena, devoró con gran apetito e inmediatamente se acostó, pues al día siguiente tenía que visitar una farmacia temprano.
            Ya casi estaba conciliando el sueño cuando siente unos gemidos de placer en el cuarto de al lado. Los gritos cada vez eran más fuertes, e inclusive podía escuchar una especie de chasquidos como si estuvieran torturando a alguien. Trató de no hacerle caso, pero los ruidos iban en aumento. Llamó a la recepción para poner la queja y la joven le dijo que el cuarto al que él se refería no estaba ocupado, pero que de todas formas, irían a inspeccionar.
            Los ruidos cesaron un poco, pero a las dos horas regresaron con más fuerza. Unos alaridos horribles se oían. El hombre asustado pensó que estaban matando a alguien. Quiso llamar de nuevo a recepción, pero se contuvo. Esta vez iría él mismo a revisar.
            Se levantó. Se puso la bata. Buscó sus chancletas y salió decidido a  acabar con esta «vaina» de una vez por todas y mandarlos al carajo. Tocó la puerta tan enfurecido que casi la tumba. Giró la manivela y vio que estaba abierta. Entró y sonrió, la escena lo sedujo.


                                                      Héctor Aquiles González

Πέμπτη 10 Μαΐου 2018

Translation Slam en el 10o Festival LEA


10ο Φεστιβάλ ΛΕΑ / 10ο Festival LEA
Ιούνιος 2018 / Junio de 2018

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018 / Martes, 12 de junio de 2018

Στοά του Βιβλίου

16:30 - 18:30
Μεταφραστική Μονομαχία. Μεταφραστικό εργαστήριο ανοιχτό στο κοινό

Η απόλυτη μεταφραστική μονομαχία: οι μεταφράστριες Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου και Ασπασία Καμπύλη θα αναμετρηθούν μπροστά στο κοινό παρουσιάζοντας η καθεμιά τη δική της μεταφραστική εκδοχή για το ίδιο ισπανόγραφο κείμενο-έκπληξη. Το κοινό (προσ)καλείται να επισημάνει ομοιότητες και διαφορές, ακόμη και να προτείνει λύσεις, και οι μεταφράστριες καλούνται να υποστηρίξουν (ή να αποκηρύξουν) τις επιλογές τους. Ελάτε να γνωρίσουμε τον τρόπο σκέψης και… δράσης των μεταφραστών λογοτεχνίας. Σε ρόλο διαιτητή, η μεταφράστρια Χαρούλα Τσούτσια. Για την παρακολούθηση της Μεταφραστικής Μονομαχίας δεν απαιτείται καμία μεταφραστική πείρα ούτε γνώση της ισπανικής γλώσσας.

*              Στα ελληνικά
Με την υποστήριξη της Πανελλήνιας Ένωσης Μεταφραστών Πτυχιούχων Ιονίου Πανεπιστημίου (ΠΕΜΠΙΠ)


Stoá tu Biblíu

16:30 - 18:30
Translation Slam («Duelo traductológico»). Taller de traducción abierto al público

Εl «duelo traductológico» absoluto: la traductora Alexandra Golfinopulu se enfrenta a la traductora Aspasía Kampyli. Cada una de ellas presentará su versión en griego de un cuento-sorpresa escrito en español. Se invita al público a detectar similitudes y diferencias o, incluso, a proponer diferentes opciones, y las traductoras deberán defender o renunciar a sus soluciones traductológicas. Una visita guiada a través del pensamiento y el hacer del traductor literario. Arbitra de este «duelo» será la traductora Jarula Chuchia. Para asistir al Translation Slam no se requiere experiencia previa en traducción, ni conocimiento de la lengua española.

* En griego
Con el apoyo de la Asociación Panhelénica de Traductores Profesionales graduados por la Universidad Jónica (PEEMPIP)

Κυριακή 6 Μαΐου 2018

Βιβλιοκριτική του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου για το Θερβάντες, o συγγραφέας πίσω από το ήρωα του Andrés Trapiello


Από τον Θερβάντες στον Δον Κιχώτη

Αντρές Τραπιέγιο, Θερβάντες, Ο συγγραφέας πίσω από το ήρωα, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος,
εκδ. Μεταίχμιο


Απ’ όλους τους μεγάλους συγγραφείς, που έχουν εμφανιστεί στους τριάντα περίπου αιώνες γραπτής λογοτεχνίας που γνωρίζουμε, πόσοι είναι άραγε αυτοί για τους οποίους κανείς επαρκής αναγνώστης ή, διαφορετικά, κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν θα διατύπωνε κάποια σοβαρή αντίρρηση για την αξία του έργου τους; Να είναι πέντε, δέκα ίσως; Ο Όμηρος, ο Σοφοκλής, ο Θουκυδίδης και ο Πλάτωνας αποτελούν, νομίζω, την πιο πιθανή αρχαιοελληνική τετράδα. Ύστερα είναι ο Δάντης, ο Σαίξπηρ και ο Θερβάντες. Και μετά, άλλο ένα άλμα αιώνων: ο Τζόυς, ο Προυστ και ο Κάφκα. Σταματάω όμως εδώ την απαρίθμηση, όσο το έδαφος είναι ακόμα σταθερό.
Το έργο καθενός από αυτούς τους συγγραφείς αποτελεί από μόνο του ένα ολόκληρο σύμπαν, εντελώς διαφορετικό και ξένο, ενδεχομένως, από το έργο των υπολοίπων. Όλοι όμως μοιράζονται ένα, τουλάχιστον, κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ τους: έχουν ελάχιστους αναγνώστες που να έχουν διαβάσει, αν όχι όλο, κάποιο μεγάλο έστω μέρος του έργου τους (εξαιρούνται οι μαθητές, οι φοιτητές και οι καθηγητές τους, καθώς και οι μελετητές που διαβάζουν ίσως, αλλά σπανίως απολαμβάνουν). Κάθε βιβλίο, επομένως, που μπορεί σήμερα να μας οδηγήσει πίσω στους κλασικούς αξίζει την προσοχή μας και μόνο απ’ αυτό το γεγονός.
Ο Ισπανός συγγραφέας της βιογραφίας του Θερβάντες, η οποία μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, ο Αντρές Τραπιέγιο, έχει βαθιά επίγνωση της αλήθειας αυτής και γι’ αυτό κλείνει την εξιστόρησή του με αυτήν ακριβώς την προτροπή: «Τελείωσε, λοιπόν, αναγνώστη, αυτό το βιβλίο και πέτα το. Τρέξε να βρεις τα βιβλία του Θερβάντες και ζήσε με την ανάγνωσή τους την ενσάρκωση του πιο σκοτεινού και ιδιόρρυθμου των μυστηρίων: του μυστηρίου της ζωής που μόνο λίγα και διαλεχτά βιβλία έχουν το προνόμιο να φιλοξενούν». 
Κι από μόνη, ωστόσο, η ζωή του Μιγκέλ δε Θερβάντες είναι τόσο γεμάτη εναλλαγές της τύχης, περιπέτειες, απογοητεύσεις και πρόσκαιρες επιτυχίες που θα άξιζε τον κόπο να την καταγράψει κανείς, ανεξάρτητα κι από το ανυπέρβλητο έργο που κατόρθωσε να δημιουργήσει. Ο συγγραφέας του Δον Κιχώτη άρχισε από νωρίς να συνθέτει ποιήματα και θεατρικά έργα, περιπλανήθηκε επί πολλά χρόνια στην Ιταλία και σε ολόκληρη την Ιβηρική χερσόνησο, πολέμησε στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, όπου και αχρηστεύτηκε το αριστερό του χέρι, αιχμαλωτίστηκε από πειρατές στο Αλγέρι, από τους οποίους ελευθερώθηκε ύστερα από πέντε χρόνια και αφού είχε αποτολμήσει προηγουμένως πέντε ανεπιτυχείς απόπειρες απόδρασης, φυλακίστηκε και στην Ισπανία τρεις φορές μετά την επιστροφή του, για να γίνει τελικά γνωστός μετά τη δημοσίευση του Δον Κιχώτη χωρίς όμως ποτέ να αποκτήσει χρήματα για να γλιτώσει από τη φτώχεια που τον συνόδεψε σε όλη του τη ζωή.
Η βιογραφία που έγραψε ο Αντρές Τραπιέγιο, εκτός από την απολαυστική και εμπεριστατωμένη αφήγησή της, έχει άλλα δύο χαρακτηριστικά που την κάνουν αξιοσύστατη και παραδειγματική. Το πρώτο είναι η μετριοπάθεια της περιγραφικής φαντασίας του συγγραφέα, ο οποίος αρκείται στα γεγονότα, χωρίς ωστόσο να στεγνώνει το κείμενό του, και αποφεύγει να πιθανολογεί αντιδράσεις και συναισθήματα του βιογραφούμενου. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Στη Σεβίλλη πρέπει να έλαβε ο Θερβάντες την είδηση του θανάτου της μητέρας του. Όλοι οι βιογράφοι του, όταν φτάνουν σε αυτό το σημείο, γράφουν: “Υπήρξε γι’ αυτόν ένα πολύ σκληρό και θλιβερό νέο”. Μήπως περίμεναν να αρχίσει να τραγουδά και να χορεύει; Κάποιοι το τραβάνε ακόμα περισσότερο: “Οι μητέρες των μεγάλων ανδρών υπήρξαν γυναίκες του πνεύματος, με φλογερή φαντασία, μεγαλείο ψυχής, ισχυρό χαρακτήρα και ασυνήθιστες ικανότητες”. Ο Σεζάν δεν πήγε στην κηδεία της μητέρας του· προτίμησε να κάτσει να ζωγραφίσει στο ατελιέ του. Το αφηγείται ο Ρίλκε, που από εκείνη την ημέρα κατανόησε και αγάπησε ακόμα περισσότερο το ζωγράφο».
Το άλλο γνώρισμα που ξεχωρίζει αυτή τη βιογραφία από τις περισσότερες που έχουμε διαβάσει είναι ότι ο συγγραφέας της δεν ξεχνάει πως αυτό που κυρίως κάνει τον Θερβάντες άξιο μιας βιογραφίας δεν είναι αυτή καθ’ εαυτή η ζωή του αλλά το έργο που δημιούργησε· και όχι, βέβαια, οι βουκολικές του φαντασίες και τα ιστορικά του θεατρικά έργα, αλλά, κυριότατα, ο Δον Κιχώτης. Γι’ αυτό, στη βιογραφία των διακοσίων εξήντα σελίδων, περισσότερες από πενήντα είναι αποκλειστικά αφιερωμένες στο έργο αυτό: υπάρχει ένα μεγάλο εμβόλιμο κεφάλαιο, το οποίο είναι στην πραγματικότητα ένα πυκνό δοκίμιο για το αριστούργημα του Θερβάντες, καθώς επίσης και άλλα πέντε συμπληρωματικά κείμενα του Τραπιέγιο – ως επίμετρο – που επίσης ασχολούνται με όψεις του Δον Κιχώτη.
Γιατί, το αναφέραμε από την αρχή, ο σκοπός δεν είναι να μάθουμε μερικές ειδήσεις από τη ζωή του Θερβάντες, αλλά από αυτόν να οδηγηθούμε στον Δον Κιχώτη και εκεί να μείνουμε για πολύ. Αναγνώστες ενός βιβλίου που περικλείει πολλές ζωές και φτάνει για πολλές ζωές.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
Περιοδικό "(δε)κατα", τχ. 16, Χειμώνας 2009


Τρίτη 1 Μαΐου 2018

Credo, de Αχιλλέας Κυριακίδης


Achileas Kyriakidis

Credo
Y así –una vez que hubo ensamblado en su cabeza los días y las noches que pasaron sobre él, las lluvias que surcaron incontables veces el ventanuco de su celda, el sol que dejaba Aviñón hacia la tarde y venía para hablar con él un rato, la bendición de Dios que notaba sobre su cuerpo cada vez que sentía dolor–, una noche de 1253, en un monasterio de Provenza, el monje Terencio sintió que, por fin, después de 79 años, había llegado el momento de reencontrarse con el Señor; se recostó sobre su lecho de piedra para morir, cerró los ojos y, al tiempo que su respiración mermaba, pidió el perdón.
La Luz, como siempre, le avisó de que a continuación vendría también la Voz. Se incorporó con esfuerzo y miró hacia donde no veía. No puedes entrar en el Reino de los Cielos, dijo la Voz, porque no puedes ser perdonado. Y no puedes ser perdonado porque no has cometido un solo pecado en tu vida.
Lo primero que pensó Terencio fue: Seguro que estoy soñando. Lo segundo: ¿Es posible que la Voz hable con sofismas? Lo tercero vino acompañado de un cansancio increíble: ¿Acaso es finalmente mi Dios un sofista? ¿Acaso se explica así también el mundo?
Está bien, aunque sea en el último momento, dijo la Voz. Y la Luz se apagó.

Fuente: Del libro Μουσική (microrrelatos, ediciones Ipsilon, 1995). Primera publicación, revista Τ Δέν­τρο, número 81, noviembre de 1993-enero de 1994

Αchileas Kyriakidis (El Cairo, 1946). Escribe relatos y ensayos. Traduce del español y del francés al griego. Premio Nacional de Relato.



Traducción: Ilektra Anagnostou, Beatriz Cárcamo Aboitiz, Sofía Fertaki, Theoni Kabra, María Kalouptsí, Eduardo Lucena, Konstantinos Paleologos, Evangelía Polyraki, Antonia Vlachou. 


La traducción y revisión colectivas de "Credo" forma parte del Proyecto Grequerías. Antología del minirrelato griego contemporáneo y es producto del taller que organizan y coordinan en la academia de idiomas Abanico, Konstantinos Paleologos y Eduardo Lucena.