Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: Καλό ποσοστό (Δεύτερη εκδοχή)

Καλό ποσοστό

Η φωτεινή οθόνη, που μετρά αντίστροφα τον προβλεπόμενο χρόνο άφιξης των λεωφορείων, στη στάση Χαραμίτσα, δείχνει μονίμως ότι το 25, Άγιος Παύλος – Πανόραμα, φτάνει σε «2 λεπτά». Αν λάβουμε υπόψη ότι ημερησίως εκτελούνται 68 δρομολόγια, αυτό σημαίνει ότι 68 φορές τη μέρα η εν λόγω ένδειξη είναι σωστή.

Παρότι ο προαναφερθείς αριθμός δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητος, η Υπηρεσία Αστικών Συγκοινωνιών αναζητεί επισταμένως τρόπους έτι περαιτέρω βελτιώσεώς του.   

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Βιβλιοκριτική του Μάρκου Καρασαρίνη για το Ποδόσφαιρο, μια θρησκεία σε αναζήτηση θεού του Manuel Vázquez Montalbán

Μπάρτσα, Μπάρτσα, Μπάρτσα!
Τι σχέση έχει η «άρνηση της ιστορίας» και η «μετανεωτερικότητα» με την Μπαρτσελόνα; Έχει, αν γράφει για τη θρυλική ομάδα της Βαρκελώνης ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν. Ο καταλανός συγγραφέας μάς οδηγεί στον γαλαξία του αθλήματος και στη θέση του στη σύγχρονη κοινωνία

«Δίχως υπερβολή δεν υπάρχει λογοτεχνία. Βάλτε τώρα στη θέση της λογοτεχνίας την αθλητική δημοσιογραφία, που γνωρίζει καλά τόσο το εμπόρευμα όσο και την πελατεία, και η οποία θεωρεί ότι κάθε παιχνίδι είναι κάτι σαν την Ημέρα της Κρίσεως» και έχετε μια ακριβή εικόνα του τι επιχειρεί να πετύχει ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν με το Ποδόσφαιρο.Μια θρησκεία σε αναζήτηση θεού. Πολυγραφότατος συγγραφέας, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, γαστρονόμος και ορκισμένος οπαδός της Μπαρτσελόνα, ο Καταλανός Μονταλμπάν (1939-2003) έθεσε τη φιλοσοφική του παιδεία στην υπηρεσία της στρογγυλής θεάς γράφοντας για αυτήν επί τριακονταετία στον ισπανικό Τύπο με τρόπο αιχμηρό και διεισδυτικό. Αξονα της σκέψης του στη συλλογή των δοκιμίων που συνθέτουν το βιβλίο αποτελεί η διαπίστωση ότι το ποδόσφαιρο απώλεσε σταδιακά την αρχική του ουσία και προοπτική ως λαϊκό άθλημα και απέβη «θρησκεία για ένα μεγάλο μέρος του πολυεθνικού καπιταλισμού». Με βάση αυτό το πλαίσιο οργάνωσης του υλικού του και επίκεντρο την αντιπαλότητα μεταξύ Μπαρτσελόνα και Ρεάλ Μαδρίτης, ο Μονταλμπάν σχολιάζει πλήθος θεμάτων, από αναμνήσεις της χρυσής εποχής της δεκαετίας του ΄50 ως τη θεώρηση του Ντέιβιντ Μπέκαμ ως εμπορικού φαινομένου. Εντός της σύγχρονης κοσμικής θρησκείας βλέπει να συμπλέουν ιδεολογικά ρεύματα, εκφάνσεις απροκάλυπτης ή τελετουργικής βίας, οι νόμοι και οι αξίες της οικονομίας της αγοράς. «Το πρόβλημα της ανεργίας σήμερα δεν θα προκαλούσε την κατάληψη της Βαστίλλης» σημειώνει ο Μονταλμπάν, «η αδικία κατά μιας ομάδας όμως θα προξενούσε την κατάληψη της Βουλής». Στο κάτω κάτω, όπως αποφαίνεται, «η παγκοσμιοποίηση είναι κάτι το νεφελώδες, η Ευρώπη είναι ακόμη μια υπόθεση εργασίας», ενώ η συλλογική ταύτιση αποτελεί την καθημερινή απτή και βιωμένη εμπειρία εκατομμυρίων ανθρώπων. 

Από αυτή τη βιωμένη εμπειρία πολύ απέχει να απουσιάζει η πολιτική. Για να χτιστεί η θρυλική Μπάρτσα των μέσων του 20ού αιώνα χρειάστηκε μια μικρή νίκη προπαγάνδας στον Ψυχρό Πόλεμο. Τα γνήσια τέκνα της Καταλωνίας πλαισιώθηκαν με τους πρόσφυγες της Ουγγαρίας του υπαρκτού σοσιαλισμού Κότσιτς και Τσίμπορ, όταν ολόκληρη η Χόνβεντ αυτομόλησε στη Δύση κατά τη διάρκεια της ουγγρικής επανάστασης τον Οκτώβριο του 1956. Η Μπαρτσελόνα έως σήμερα είναι «κάτι περισσότερο από μια ομάδα», ο «συμβολικός άοπλος στρατός της καταλανικότητας», και η Ρεάλ Μαδρίτης ο «εκπρόσωπος του κράτους», η ομάδα της εξουσίας: πρόκειται για μια αντιπαλότητα ριζωμένη στην εποχή του Φράνκο, εξαρτώμενη ευθέως από την ταύτιση της ομάδας της Βαρκελώνης με τη δημοκρατική κυβέρνηση στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου και την εύνοια του καθεστώτος του στρατηγού προς τους Μαδριλένους. Με όχημα την Μπαρτσελόνα ο Μονταλμπάν σκιαγραφεί μια ταύτιση με ευρύτερες κοινωνικές προεκτάσεις: υποδηλώνει τη δυναμική μιας καταλανικής ταυτότητας, διακριτής από την ισπανική, η οποία ενσωματώνει τις αρχές του ρεπουμπλικανισμού, τις μνήμες του εμφυλίου και τη φρανκική καταστολή των μεταπολεμικών χρόνων. Την ίδια στιγμή ωστόσο αξίζει να επισημάνει κανείς και τις αντιφάσεις τής εν λόγω ταυτότητας: ο σύλλογος που νοείται ως εμβληματικός θεσμός της Καταλωνίας και αποτελεί τη δεύτερη πλουσιότερη ομάδα παγκοσμίως, με περισσότερα από 100.000 μέλη που ψηφίζουν σε οργανωμένες εκλογές για τον πρόεδρό του, εξακολουθεί να προβάλλει ως ένα από τα κύρια συστατικά στοιχεία του την αντίθεσή του στο υποτιθέμενο αθλητικό και πολιτικό «κατεστημένο». Πολιτικά είναι η χρήση της Μπάρτσα ως οχήματος των καταλανών εθνικιστών που επιβάλλει έναν παρόμοιο μύθο, ο οποίος ποδοσφαιρικά έχει πάψει εδώ και καιρό να αντιστοιχεί στην πραγματικότητα.

Ταυτόχρονα ο Μονταλμπάν φροντίζει να τοποθετήσει ευφάνταστα την ποδοσφαιρική ανάλυση σε ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο: επιστρατεύει μια «μαρξιστική ερμηνεία της ηγεμονίας» για να μιλήσει για την Μπαρτσελόνα, σημειώνει ότι η γενιά του Μπουντραγένιο και του Μίτσελ για τη Ρεάλ Μαδρίτης στη δεκαετία του ΄80 «αντιπροσωπεύει τη μετανεωτερικότητα και μια άρνηση της ιστορίας», συγκροτεί τη μεταξύ τους αντιπαλότητα στο πλαίσιο της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας του Πάουλ Λάντσμπεργκ, αντιστοιχίζει τον ένθερμο ποδοσφαιρόφιλο στον πολιτικοποιημένο οπαδό σύμφωνα με την τυπολογία του πολιτικού επιστήμονα και κοινωνιολόγου Μορίς Ντιβερζέ. Παράλληλα, βέβαια, φροντίζει να χειρίζεται επαρκώς την προσφιλή του ειρωνεία, ώστε να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη αναφορικά με τα όρια της θεωρίας: η «προδοσία» της μεταγραφής του Φίγκο στη Ρεάλ Μαδρίτης το 2000 ή το εκτός έδρας γκολ του Λουίς Ενρίκε κατά της Γαλατασαράι που έστειλε την Μπαρτσελόνα στα προημιτελικά του Champions League το 2002 προφανώς δεν χρήζουν βαθύτερης δομικής ερμηνείας.

Στο βιβλίο ο αναγνώστης θα συναντήσει και πολλές ομοιότητες με την ελληνική πραγματικότητα. Γνώριμη τόσο η συστηματική θυματοποίηση της Μπάρτσα εκ μέρους των πιστών της, με τη συνωμοσιολογία να διαδέχεται νομοτελειακά τις αντιξοότητες, όσο και η φιλολογία περί ομάδων του κατεστημένου, των οποίων οι επιτυχίες οφείλονται αποκλειστικά στις διασυνδέσεις τους: αποτελούν καταστατικούς μύθους (και) του ελληνικού οπαδισμού. Οι επιχειρηματίες που αναζητούν τον έπαινο του πλήθους σε ποδοσφαιρικές επενδύσεις αποτελούν κοινό τόπο και στις δύο χώρες. Η μόνιμη αίσθηση απογοήτευσης και αδυναμίας εξάλλου συνόδευε παραδοσιακά την ενασχόληση με την ελληνική εθνική ομάδα ώσπου αυτή αναβαπτίστηκε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ των γηπέδων της Πορτογαλίας με την κατάκτηση του Εuro 2004. Αν και αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι μια σειρά πιθανών μέτριων εμφανίσεων στο επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο της Νότιας Αφρικής δεν θα αρκέσει για να την καταβαραθρώσει εκ νέου στα Τάρταρα της φίλαθλης συνείδησης. Εκείνο που αναμφισβήτητα προκύπτει ως συμπέρασμα από την ανάγνωση του όλου κειμένου του Μονταλμπάν είναι ότι η αφοσίωση τρέφεται με νίκες...



ΤΟ ΒΗΜΑ:  30/05/2010 

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Yanis Karkanévatos: Zapatos talla 42

En memoria de Dionisis

«Tenga», dijo la enfermera dejando en mis manos una caja de zapatos talla 42. Durante las últimas semanas –durante los escasos momentos que no estaba a su lado me había poseído la angustia de la blanca y recién hecha cama que hoy me iba a encontrar. Era como si el sonido de la película de mi vida se hubiera cortado. Con la caja bajo el brazo, cogí el autobús de regreso. Un anciano, sentado frente a mí, miraba alternativamente la caja y sus zapatos. «Si los cuida, le van a durar toda una vida», me dijo. En casa, la abrí. Dentro estaban su móvil, el reloj que le había regalado para su cumpleaños de dos años atrás, su fular preferido y una pequeña cruz –seguramente no era suya– que la enfermera a lo mejor había encontrado en la mesilla de noche y consideró que le pertenecía. El móvil empezó a sonar. En la pantalla apareció la frase «número desconocido». Tardé en contestar, balbuceé «diga» desalentado pero, quienquiera que fuera, colgó sin decir palabra. Pensé que deberíamos fijar un lugar en el parque, en la alberca vacía tal vez, debajo de los plátanos, donde recogeríamos todos los móviles ya huérfanos y estos sonarían sin coordinación. Llamadas de parientes y amigos que todavía no habrían sido informados, o de nosotros mismos, que llamaríamos de vez en cuanto incluso sin ni siquiera esperar una respuesta. Compondríamos así la melodía de la tristeza y los pájaros en el parque se irían al cielo, ahuyentados por el incomprensible sonido de los humanos.

Fuente: Planodion-Bonsái, 28 de diciembre de 2016

Yanis Karkanévatos (Seres, 1966). Estudió en la Universidad Politécnica de Atenas y cine en la escuela de Stavrakos. Trabajó durante años en el extranjero como ingeniero y al mismo tiempo se ocupó de la dirección cinematográfica, del video art en el teatro y de la escritura (guiones, cuentos). Participó en la colección de cuentos Μαθαίνοντας Ποδήλατο (editorial Κέδρος, 2013).

La traducción colectiva es producto de las clases de Lengua Española que imparte Konstantinos Paleologos en el Centro [Διδασκαλείο] de Lenguas Extranjeras de la Universidad de Atenas. Tradujeron los estudiantes Panayota Bugá, Dionisía Nikolopulu, Leonidas Ikonomu, Zoe Tsianava.
 
Revisión: Eduardo Lucena.


Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Συνέντευξη στο πλαίσιο της 13ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Πορτρέτα μεταφραστών: a Work in Progress φοιτητών/τριών του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ

Η μετάφραση και το έργο των μεταφραστών βρέθηκε στο επίκεντρο της 13ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Στο πλαίσιο αυτό οργανώθηκε και υλοποιήθηκε το project Πορτρέτα Μεταφραστών, ένα πρωτοπόρο για τα ελληνικά δεδομένα εγχείρημα.
Το project -ή καλύτερα work in progress, μιας που ακόμα εξελίσσεται και φιλοδοξούμε να συνεχιστεί- σχεδιάστηκε, οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε χάρη στην έμπνευση και την προσωπική εργασία της Ανθής Βηδενμάιερ, επίκ. καθηγήτριας Θεωρίας και Πρακτικής της Λογοτεχνικής Μετάφρασης, και της Δέσποινας Λάμπρου, υποψ. διδάκτορα της Διδακτικής της Μετάφρασης.Την επιλογή των ερωτήσεων και τη διεξαγωγή των συνεντεύξεων ανέλαβαν φοιτητές και φοιτήτριες του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ, στο πλαίσιο του μαθήματος της Ανθής Βηδενμάιερ: “Όψεις της λογοτεχνικής μετάφρασης”.
Οι συνήθως «αφανείς» μεταφραστές και μεταφράστριες μιλούν για το έργο τους, για την τέχνη και την τεχνική της μετάφρασης καθώς και για τις σχέσεις τους με τους υπόλοιπους παράγοντες στο χώρο του μεταφραστικού γίγνεσθαι. Στόχος του project είναι η προβολή του μεταφραστικού έργου αλλά και των ίδιων των μεταφραστών και μεταφραστριών και η ανάδειξη τόσο των κοινών όσο και των πολύ διαφορετικών προσεγγίσεων και χαρακτηριστών τους.
Παρακάτω παρατίθενται τα links για τις συνεντεύξεις.
Πορτρέτα Μεταφραστών: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος 
(https://www.youtube.com/watch?v=G74b4-9px0k)
Συνέντευξη: Αναστασία Μερενίδου και Φωτεινή Πατεινάρη
palaiologos_foto-1

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Καλὸ ποσοστό



palaiologoskonstantinos-kalopososto-eikona-01

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

Καλὸ ποσοστό



Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΟΘΟΝΗ, ποὺ μετρᾶ ἀντίστροφα τὸν προβλεπόμενο χρόνο ἄφιξης τῶν λεωφορείων, στὴ στάση Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν, δείχνει μονίμως ὅτι τὸ 203, Κα­ρέ­ας – Ἀ­κα­δη­μία, φτάνει σὲ «2 λεπτά». Ἂν λάβουμε ὑπόψη ὅτι ἡμερησίως ἐκτελοῦνται 68 δρομολόγια, αὐτὸ σημαίνει ὅτι 68 φορὲς τὴ μέρα ἡ ἐν λόγῳ ἔνδειξη εἶναι σωστή.


Πηγή: Posted on  by planodion.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Ilías J. Papadimitracópulos: Chapuzón con Yanis

Yanis se prepara para ir a darse un baño a la playa. Es su primer baño, hoy, último día de septiembre. Se pone el bañador negro y las chanclas marrones, coge una toalla y se limpia las gafas. Me mira con melancolía.
—No te preocupes —le digo—, dentro de dos años, cuando te hayas puesto bueno, volverás a bañarte cien veces todos los veranos, como hacías antes.
Mueve la cabeza. No dice nada, pero me da a entender que lo que digo son chorradas, lo sabemos los dos muy bien: dentro de dos años no estará vivo, pues ya está muerto.

Fuente: Planodion-Historias Bonsái, 24 de mayo de 2012.

Ilías J. Papadimitracópulos (Pirgos, Élide, 1930). Narrador. Trabajó como médico militar. Obras: Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη [Pasta de dientes de clorofila] (Tram, Salónica, 1973), Θερμά θαλάσσια λουτρά [Baños termales en el mar] (Egnatía, Salónica, 1981), Ο θησαυρός των αηδονιών και άλλα διηγήματα [El tesoro de los ruiseñores y otros cuentos] (Gavriilidis, Atenas, 2009), etc. Última obra: Συγκοπή πλατάνου [Síncope de plátano] (Gavriilidis, Atenas, 2010).

La traducción grupal se llevó a cabo, en enero de 2017, en el taller que, bajo la coordinación de los profesores Konstantinos Paleologos y Vicente Fernández, se celebró en el marco de la asignatura «Traducción General CA-AC (I) – Griego – Español / Español - Griego» que imparte el profesor Vicente Fernández en el Departamento de Traducción e Interpretación de la Universidad de Málaga. Participaron los estudiantes: Julia Carrasco Navarro, Raquel Fernández García, Roberto G. Luque Schoham, Antonio Millán Ponce, Katerina Paraskevaídu, Rocío Sánchez González, Susana Sánchez Rodríguez, Desirée Sánchez Rosa, Yorgos Sionakidis, Juan Vargas Salazar.


Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Βιβλιοκριτική του Αντώνη Ν. Φράγκου για τα Τραγούδια του έρωτα και της βροχής του Sergi Pàmies

Μικρές δόσεις ζωής, πλήρεις συναισθημάτων, πάθους και τραγελαφικών περιστάσεων

Έχοντας γράψει αρκετά βιβλία, μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων, ο Καταλανός Σέρζι Πάμιες, γόνος εξόριστων του ισπανικού εμφυλίου, γεννήθηκε σε ένα υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού. Δέκα χρόνια μετά, η οικογένεια του επιστρέφει στην Βαρκελώνη και ο μικρός Σέρζι μαθαίνει καταλανικά -«για να μιλάει στα κορίτσια»- και εμφανίζεται στα γράμματα στα μέσα του ΄80. Έκτοτε, πέρα των βιβλίων, γράφει για αθλητικά σε εφημερίδες και χιουμοριστικά σενάρια στην τηλεόραση, σχολιάζει την επικαιρότητα στο ραδιόφωνο και μεταφράζει Γάλλους συγγραφείς στα ισπανικά και τα καταλανικά.
Τα «Τραγούδια του έρωτα και της βροχής» -σε γλαφυρή μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου- αποτελούνται από 26 σύντομες ιστορίες που ναι μεν κυριαρχεί το αστείο υπό την έννοια του σουρεαλιστικού  παραλόγου, αλλά είναι η πικρή μελαγχολία που δίνει τους τόνους και οδηγεί την πλοκή σε κάθε μία από αυτές. Θα λέγαμε ότι συγκρίνεται με τον Γούντι Άλεν των γραπτών, αν δεν διακατεχόταν από μια βαθιά αίσθηση  του τραγικού. Αν προσθέσουμε, μάλιστα, και τον καλώς εννοούμενο κυνισμό που διακρίνει τα διάφορα πρόσωπα  των ιστοριών αλλά και την αίσθηση του θανάτου που εμφιλοχωρεί σε πολλά διηγήματα, τότε μπορούμε να πούμε πως ο Πάμιες ακολουθεί μάλλον ένα είδος υπαρξιακού ρεαλισμού. Έπειτα, είναι οι μεγάλες δόσεις αυτοσαρκασμού των χαρακτήρων και κατ’ επέκταση του συγγραφέα, η παρωδία καταστάσεων της καθημερινότητας, οι παρεξηγήσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, οι τυχαίες συμπτώσεις και τα συναισθηματικά τους αδιέξοδα.
Εν μέρει, ίσως, αυτοβιογραφικά, όπως στον «Οικογενειακό Τάφο» όπου ο θείος του αφηγητή φονεύεται στον ισπανικό εμφύλιο κατά λάθος από τους αναρχικούς ενώ ο μύθος που τον ακολουθεί προκρίνει την, παγιωμένη πλέον, εκδοχή της εκτέλεσης από τους φασίστες του Φράνκο. Είναι η εκλεπτυσμένη γραφή του Πάμιες που σαρκάζει  την θλίψη της μέσα στις σελίδες του βιβλίου και χωρίς αυταπάτες περιγράφει κωμικοτραγικές καταστάσεις όπως, βεβαίως, συμβαίνουν στον βίο των ανθρώπων. Στα «Καλύτερα Διηγήματα του 20ού Αιώνα», μια ομάδα γνωστών πεζογράφων προτείνει τα σημαντικότερα έργα σύντομης γραφής του περασμένου αιώνα και ένας συγγραφέας ψάχνει για τις προτιμήσεις του. Στο τέλος, διαλέγει μερικά από τα δικά του διηγήματα  που θα ήθελε άλλοι γραφιάδες της αρεσκείας του να βάλουν στην λίστα τους, φοβούμενος, ωστόσο, πως αυτό στο τέλος. δεν θα συμβεί.  Ή στο «Όλος ο κόσμος το κάνει» –για τον πατέρα που περιμένει, περασμένη ώρα, την κόρη να βγει από το νυχτερινό κλαμπ- αίσθηση προκαλεί η χρονική αντιστροφή των ηρώων σχετικά με την ηλικία τους. Μακριά από κάθε ρομαντικό στερεότυπο, οι φράσεις του Πάμιες δουλεύονται με ακρίβεια, υπόρρητες στα νοήματά τους  ενώ πολλές φορές το τέλος δεν προσφέρει κανενός είδους κάθαρση, αλλά πικρή γεύση, καθώς η ζωή συνεχίζεται.  Στην «Υστεροφημία», που κλείνει και το βιβλίο, γίνεται η κηδεία ενός νευρωτικού με την οργάνωση. Σε off-voice περιγράφεται η τελετή, δομημένη μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας από τον εκλιπόντα, που σημειώνει τα ψεγάδια και τελειώνει με την αποχώρηση των πενθούντων: «αν μπορούσες να τους δεις, θα είχες καταλάβει πολλά πράγματα σχετικά με τη ζωή σου, ιδιαιτέρως αν είχες ανέβει μαζί τους στο αυτοκίνητο και τους είχες παρατηρήσει τσαντισμένους, εξαιτίας της βροχής, να βάζουν το ραδιόφωνο για να ακούσουν  τις ειδήσεις -αθλητικές και οικονομικές- και, ύστερα από δύο φανάρια και κάτι λίγα λεπτά οδήγησης, να σε ξεχνούν για πάντα». Αυτό, για την ακρίβεια, είναι και  το πνεύμα των Τραγουδιών: μικρές δόσεις ζωής, πλήρεις συναισθημάτων, πάθους και τραγελαφικών  περιστάσεων.

Στα ελληνικά κυκλοφορούν άλλες δύο συλλογές διηγημάτων του Σέρζι Πάμιες:
Το στατικό ποδήλατο, Εκδ. Σιδέρη Μιχάλη (2013)
Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου; Εκδ. Πάπυρος/ Letras ( 2009)


Γράφει: Αντώνης Ν. Φράγκος  Το Περιοδικό - 17/06/2015

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Hablando de Roberto Arlt


Hablando de Roberto Arlt
a propósito de la traducción al griego de sus obras teatrales
Prueba de amor y La isla desierta

Por:
Marcos G. Breuer

Introducción:
Konstantinos Paleologos


La década de 1930, la llamada “Década Infame”, fue una época muy convulsionada de la historia argentina. No obstante, esos años vieron la aparición de una intensa producción cultural en el país. Roberto Arlt (1900-1942), si bien comenzó su carrera literaria en 1926 con la publicación de El juguete rabioso, se consolidó como cuentista, novelista, dramaturgo y cronista a lo largo de la década del treinta. A pesar de su muerte prematura, Arlt logró forjar un estilo propio y crear una obra que sigue inspirando a la generación actual de escritores.
     Con motivo de la traducción al griego de dos piezas de teatro de Arlt, Prueba de amor –traducción llevada a cabo por el taller de traducción de Abanico que dirige Konstantinos Paleologos– y La isla desierta –traducción llevada a cabo en el marco del Máster en Traducción, Comunicación y Mundo Editorial de la Universidad Aristóteles de Salónica, bajo la dirección de Konstantinos Paleologos–, en esta charla expondré algunos de los aspectos socio-políticos que marcaron la “Década Infame” y que aparecen, una y otra vez, en los principales escritos de Roberto Arlt.


* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
Sábado 28 de enero de 2017, a las 20h en Abanico
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
EN ESPAÑOL


Abanico. Kolokotroni 12, 1er piso, Síndagma. Teléfonos 210.3151214 y 210.3251215 info.abanico.gr / www.abanico.gr

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

Πιονέρος, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Ο βοτανολόγος και μεταφραστής Αλέξιος Καραβόπουλος (1886-1942) θεωρείται από τους σημαντικότερους εισηγητές του έργου του Ουμπέρτο Έκο στην Ελλάδα. Όταν το 1933, εποχή κατά την οποία ζούσε και εργαζόταν στη Βερόνα, μετέφρασε στα Ελληνικά το Il nome della rosa, δουλειά για την οποία τιμήθηκε το επόμενο έτος με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης, έγινε ο πρώτος μεταφραστής του διάσημου μυθιστορήματος που ο ιταλός σημειολόγος εξέδωσε το 1980. Η δεύτερη μετάφραση του εκτενούς πονήματος, στα Αγγλικά αυτή τη φορά, θα αντίκρυζε το φως των βιβλιοπωλείων το 1983, ακριβώς μισό αιώνα μετά τη μετάφραση του Καραβόπουλου.