Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Βιβλιοκριτική της Βιβής Γ. για την Κίτρινη βροχή του Julio Llamazares

«Καθισμένος μέρα νύχτα κοντά στη φωτιά, ξεχνώντας σχεδόν να φάω και να κοιμηθώ, δίχως καν να σηκώνομαι από τη θέση μου παρά μόνο για να κοιτάζω πού και πού, μέσα από το παραθυράκι, τη σκιά της σκύλας, παρατημένη σαν κουρέλι στο κατώφλι, ούτε που κατάλαβα πως το σχοινί ήταν ακόμα μαζί μου, δεμένο στη μέση μου, σαν ένα τραχύ ζωνάρι ή σαν κατάρα. Όταν το ανακάλυψα ένιωσα την ίδια συγκίνηση, που τώρα, πάλι, με ταρακουνάει για άλλη μια φορά: εκείνη την απότομη πικρίλα παλιού και ξερού σπάρτου που διαπερνά το δέρμα, διατρέχει το αίμα και πληγώνει την ανάμνηση σαν ένα κάψιμο. Μερικές φορές πιστεύει κανείς, πως τα έχει ξεχάσει όλα, πως η σκουριά και η σκόνη τόσων ετών έχουν καταστρέψει τελείως αυτά που κάποια μέρα εκμυστηρευτήκαμε στην αδηφαγία τους. Αλλά αρκεί ένας ήχος, ένα άρωμα, ένα στιγμιαίο και απρόσμενο άγγιγμα για να ορμήσει ξαφνικά και δίχως οίκτο κατά πάνω μας ο χείμαρρος του χρόνου και να φωτιστεί η μνήμη μας με την λάμψη και την οργή μιας αστραπής».
Μερικές φορές τα λόγια για ένα βιβλίο, που αφού επινοήθηκε σε μια μαγική στιγμή από τον δημιουργό του γράφτηκε θαρρείς για σένα τελικά, τα δικά σου τα λόγια ακόμα και τα πιο επαινετικά είναι αχρείαστα, καθώς εγκυμονούν τον κίνδυνο να γίνουν ο νεκροθάφτης της εύθραυστης-γιατί είναι τόσο αυθεντική- ομορφιάς του.
Οι αναλύσεις και πιο πολύ εκείνες οι πιο βαρύγδουπες, με τα κατεβατά και τις σε άλλες περιπτώσεις χρήσιμες πληροφορίες για τον συγγραφέα, την εποχή του, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες το έγραψε έτσι ή αλλιώς, μ’ αυτήν ή ετούτη την τεχνική και το αν στον ημερολογιακό χρόνο συνέβαινε το ένα ή το άλλο, μετά ή πριν από μιαν εποχή που ήταν ό,τι ήταν και αν και γιατί αυτό το βιβλίο ειδικά βρέθηκε ή όχι στο κατώφλι μιας άλλης, που θα γίνει με την σειρά της κι εκείνη ό,τι είναι να γίνει, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να διαλύσουν την μαγεία του ταξιδιού της ανάγνωσής του πριν καλά καλά αυτή αρχίσει.
Μερικές φορές δεν χρειάζεται παρά μόνον να αφεθείς στην εμπιστοσύνη που νιώθεις, όταν έχεις χτίσει μια σχέση με κάποιους συνανθρώπους, που βέβαια μιλάτε και γράφετε στην ίδια γλώσσα, σχέση πέρα από τις καθιερωμένες, που δεν σου ζητάει απολύτως τίποτα, διότι βασίζεται στην ανιδιοτελή, κοινή αγάπη ή τρέλα για κάτι, που σας υπερβαίνει και υπάρχει αυτόνομα πριν, μετά, πέρα και πάνω από σας.
Σ’ ένα σχόλιο, ας πούμε και μια πρόταση του ευγενικού επισκέπτη τού (τόσο επίμονα συναισθηματικού) μπλογκ σου, που δεν τον γνωρίζεις προσωπικά, ούτε εκείνος εσένα, αλλά βεβαιωμένα πια καταλαβαίνετε, ξέρετε ότι συχνά πυκνά βαδίζετε στα ίδια στρωμένα με βιβλία μονοπάτια και μπορείτε να καλείτε ο ένας τον άλλο να τα (ξανα)ανακαλύψει, διαβάζοντάς τα καθένας με τα δικά του μάτια.
Την Κίτρινη Βροχή, ένα από τα πιο όμορφα κείμενα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, του Ισπανού Χούλιο Γιαμαθάρες, την χρωστάω σαν ανάγνωση σε μια τέτοια όμορφη διαδικτυακή σχέση.
Η κ.κ., δυνατή και οπωσδήποτε μυημένη αναγνώστρια η ίδια, τακτική και πάντα εύστοχη και ευγενική επισκέπτρια του Degas, μου πρότεινε σε ανύποπτο πρόσφατο χρόνο (και) αυτό το λογοτεχνικό διαμαντάκι. Έτσι απλά, χωρίς αναλύσεις και πολλά πολλά.
Την ευχαριστώ και θα ακολουθήσω τον τρόπο της: θα σας προτείνω, έτσι απλά, με την σειρά μου κι εγώ αυτό το έξοχο βιβλίο, με μόνο επιπρόσθετο από μέρους μου ένα μπράβο για την μετάφρασή του στα ελληνικά, για τις εκδόσεις Σέλας, που πρέπει να πω στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.



Δημοσιεύτηκε 23/2/2014 στη Λέσχη Ανάγνωσης του Degas από τον χρήστη Βιβή Γ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου