Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Αυτά που βλέπουμε στην τηλεόραση, του Xαβιέρ Σάεθ ντε Ιμπάρα


Βλέπω τηλεόραση και φρικάρω. Φωνάζω τον Τόμι και δεν μου δίνει σημασία, τον ξαναφωνάζω πιο δυνατά. Τοοοοοοοόμιιιιιιιιι! Τίποτα, πρέπει να είναι στο μπάνιο και να ξερνάει.
Εμφανίζονται οι πρόεδροι, οι πρωθυπουργοί κι όλος αυτός ο συρφετός, με χαιρετούν κουνώντας το χέρι, Χάβι, Χάβι. Κι εγώ, εμένα χαιρετάτε, εμένα; Κι εκείνοι, ναι, ναι, γεια σου Χάβι, κουνώντας το χέρι σαν μαρουλόφυλλο, όπως κάνουν αυτά τα άτομα, χραπ-χρουπ, δεν τρομάζουν ούτε μύγα οι μπάσταρδοι. Εμένα με πιάνει νευρικό γέλιο και Τοοοοοοοόμι, έλα, Τόμι! Και συνεχίζουν να με χαιρετούν όλοι, είκοσι δύο νομίζω ότι είναι. Τους κοιτάζω να δω αν κάνουν πλάκα· ε λοιπόν, όχι, είναι στημένοι σε δύο σειρές, μπροστά οι πιο σπουδαίοι και πίσω οι λιγότερο. Και τους λέω περιμένετε μια στιγμή να φωνάξω τον κολλητό μου. Σηκώνομαι να ψάξω τον Τόμι. Τοοοοόμι! Και στέκομαι στην πόρτα του σαλονιού· δεν θέλω να βγω επειδή έχω μείνει μαλάκας.
Σταματάω να τον φωνάζω, γυρνάω στην τηλεόραση και αυτοί είναι ακόμα εκεί. Κοιτάζω τις μούρες τους, ναι, ναι, αναγνωρίζω τον δικό μας και κάποιους ακόμα απ’ αυτούς που βλέπεις συνέχεια με τις γυναίκες τους ή τις γαμάτες γκόμενες τους, στα ματς της εθνικής τους να χοροπηδάνε σαν παιδιά, και σε μία διάσκεψη, που μιλούσαν ο ένας μετά τον άλλο, με λουλούδια και το πρωινό εκείνο που τους βγάζουν. Γαμώτο. Αυτοί να χαιρετάνε ακόμα. Δεν κουράζονται· και ακούω να μου λένε: Χάβι, Χάβι, γεια. Μπερδεύονται αντρικές φωνές με δυο τρεις γυναικείες. Τους χαιρετώ και γω με τον ίδιο τρόπο, γιατί είναι κολλητικό, κουνώντας έτσι ξενέρωτα το χέρι. Τόμμμι. Κοιτάζω τις σημαίες τους για να σιγουρευτώ αν είναι αυτοί, και ναι, τα χρώματα, τα αστεράκια, οι ρίγες, οι τόσο όμορφοι σταυροί, όλα, όλα γνήσια. Είσαι καλά; με ρωτάει ένας που, αν και πρέπει να είναι από άλλη χώρα, μιλάει άπταιστα τη γλώσσα μου, εγώ τον καταλαβαίνω. Γάμησέ τα, του λέω. Και κοιτάζω προς τα πίσω με ντροπή γιατί έχουμε κάνει τον καναπέ και το πάτωμα χάλια, με τα μπουκάλια, τις κονσέρβες, το φαγητό που περίσσεψε στα μπολ και από πάνω τα φλούδια. Εκείνοι όλη την ώρα, με το χαμόγελο στα χείλη. Και αυτό σου τη σπάει λίγο, είναι η αλήθεια, σ’ ενοχλεί. Φαίνονται ευγενικοί, θα ’λεγα και  συμπαθητικοί. Μου εμπνέουν εμπιστοσύνη, έτσι λοιπόν τους λέω, γάμησέ τα, μάγκες, τι γάμησέ τα, τα ’χω δει όλα, εγώ τουλάχιστον έχω μια δουλειά, ο Τόμι όχι. Δεν ήταν τυχερός, λέω, αλλά ’ντάξει, θα του άξιζε μία, έτσι δεν είναι; Όλοι έχουμε δικαίωμα στη ζωή, έτσι νομίζω. Εκείνοι με το μαρουλόχερό τους το ηλίθιο χαμόγελο τα ίδια μπλε κουστούμια τους, κι εκείνες με τα συνολάκια τους, ολόιδιες. Μου χαμογελούν λες και τους είπα ότι έξω ψιχαλίζει. Λοιπόν Χάβι, μη χάνεις το κουράγιο σου, μου απαντάει ένας ψηλός που δεν ξέρω ποιος είναι γιατί δεν γνωρίζω τη φάτσα του. Κουράγιο να κάνει η πουτάνα η μάνα σου, του λέω, αλλά εκείνοι ασυγκίνητοι, δεν αλλάζουν έκφραση, όταν κουράζονται να κρατάνε το χέρι ψηλά το κατεβάζουν παρ’ όλο που συνεχίζουν να χαμογελούν. Και πάντα υπάρχει κάποιος που εξακολουθεί να χαιρετάει σαν να το ’χουν κάνει πρόβα όλοι μαζί. Τόμι!, τον ξαναφωνάζω, Τoooooooooooooooόμιιιιιιιιιιι! Έρχομαι, μου απαντάει. Βιάσου! Ένας, το πιο μεγάλο κεφάλι, νομίζω ότι με ειδοποιεί, άκου Χάβι, εμείς πρέπει να φεύγουμε, γιατί ξεκινάει η διάσκεψη κι έτσι. Και γω: Τoooooooooooόμιιιιιιι, τρέχα, φεύγουν! Και τους λέω περιμένετε ένα λεπτάκι μάγκες θέλω να χαιρετήσετε τον κολλητό μου. Τόμι!!!   
Βγαίνω από το σαλόνι. Κι έρχεται ο Τόμι άσπρος σαν το πανί. Τον ρωτάω αν έχει κάνει εμετό, μου δείχνει τα δόντια του, είναι χάλια από το πολύ πιώμα. Τι τρέχει; μου λέει ξεψυχισμένα. Έχασες, έχασες, εμφανίστηκαν αυτοί που βγαίνουν στην τηλεόραση και μίλησαν μαζί μου. Για να δω, λέει εκείνος, περνάει από μπροστά μου, τρέχει, μπαίνει στο σαλόνι και κοιτάζει την τηλεόραση. Αλλά ήδη έχουν αρχίσει οι διαφημίσεις. Το ’χεις κάψει, Χάβι, τα ’βγαλες όλα από το μυαλό σου. Όχι, βέβαια, του λέω, να εδώ ήταν. Εσύ φταις που άργησες τόσο, πρέπει να έρχεσαι όταν σε φωνάζω, την επόμενη φορά που θα σε φωνάξω, έλα τρέχοντας. Εντάξει, μου απαντάει, αγνοώντας με. Αφήνεται και πέφτει στον καναπέ σαν βαρίδι, αναπηδάει, γέρνει το σώμα του αργά και φέρνει τα χέρια του στο κεφάλι για να κλείσει τα μάτια και να μην βλέπει τίποτα. Εγώ μετά κοιτάζω την τηλεόραση, ναι, συνεχίζουν οι διαφημίσεις. Και σκέφτομαι, τι κρίμα! Είσαι καλά; Δεν μου απαντάει. Χωρίς να φανερώσει το πρόσωπό του, λέει: τι σου ’παν; Τι; Τι σου ’παν αυτοί οι ξενέρωτοι; ρωτάει. Τίποτα. Τίποτα; Τίποτα, μόνο με χαιρέτησαν.
Εντάξει λοιπόν. Το βουλώνουμε. Ξέρεις αν έχουν μείνει τίποτα μπύρες;

Ο Javier Sáez de Ibarra εργάζεται στην ισπανική δημόσια εκπαίδευση ως καθηγητής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Διδάσκει επίσης Δημιουργική Γραφή στην Escuela de Escritores de Madrid. Γράφει διηγήματα και ποίηση.

Η μετάφραση του διηγήματος του Javier Sáez de Ibarra από τη συλλογή διηγημάτων Fantasía lumpen είναι προϊόν του μαθήματος «Μετάφραση ισπανικής λογοτεχνίας στα ελληνικά» που διδάσκει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Συμμετείχαν οι Flor de María Nochebuena, Χαρίκλεια Κουτρούμπα, Ελένη Παντελίδου και Σταύρος Χατζής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου