Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Ο απελπισμένος συγγραφέας και η ψηλομύτα πάπια, του Μιχάλη Μητσού

Όταν θέλω να πάω σινεμά, διαβάζω τον Ζουμπουλάκη. Είναι ο πιο κοντινός στις απόψεις μου και δεν αποκαλύπτει στις κριτικές του πράγματα που δεν πρέπει να αποκαλυφθούν. Την περασμένη εβδομάδα λοιπόν που ήθελα να δω την ταινία του Ραούλ Αρέβαλο Tarde para la ira (στα ελληνικά «Η Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου»), έψαξα το κομμάτι του Ζουμπουλάκη στο vima.gr. Και διαπίστωσα ότι την έφτυνε.  
Λίγο αργότερα έπεσα πάνω στον δικό μας κριτικό, τον Άκη Καπράνο. Με τούτον έχω πολύ μεγαλύτερες διαφωνίες, θεωρώ αδιανόητο, ας πούμε, να βάζει μηδέν σε μια ταινία επειδή δείχνει βιασμούς πολωνέζων γυναικών από σοβιετικούς στρατιώτες. Τέλος πάντων, του λέω ρε συ την είδες την ισπανική; Ναι, μου λέει, πολύ καλή. Κι ο Ζουμπουλάκης γιατί της βάζει 2 στα 5; Γιατί δεν του αρέσει η βία, μου λέει.
Η ταινία είναι πράγματι βίαιη (αν και το πραγματικό πρόβλημα του Ζουμπουλάκη, όπως μου είπε ο ίδιος, είναι κάποιες σεναριακές αδυναμίες). Ο τύπος θέλει να εκδικηθεί για τον φόνο της φίλης του σε μια ληστεία και δεν καταλαβαίνει Χριστό. Τα έχουν κάτι τέτοια διαστροφικά οι Ισπανοί, το έχω διαπιστώσει σε πολλές ταινίες, αλλά η μνήμη μου δεν είναι καλή, και μπροστά στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεν θα τολμούσα έτσι κι αλλιώς να αποπειραθώ μια βαθύτερη ανάλυση.
Και η ιστορία των βρώσιμων βιβλίων είναι βίαιη. Λέξεις που διατρέχουν τα σωθικά σαν χολερικά οξέα, πληγώνουν και σκοτώνουν. Σελίδες με δηλητήριο, έστω και κατά φαντασίαν, προορισμένες να εξοντώσουν. Φρικτά βασανιστήρια. Κατάρρευση κτιρίων, βύθιση πατωμάτων, αβυσσαλέες ρωγμές. Κι όμως, όλα άρχισαν με την ιδέα της προσθήκης διεγερτικών και αφροδισιακών στα βρώσιμα βιβλία. Ευτυχώς που διαπιστώνουμε στο τέλος ότι πρόκειται για αποκυήματα μιας γόνιμης φαντασίας, όπως μας λέει ο μεταφραστής και επιμελητής στο πολύ χρήσιμο επίμετρό του.
Αλλά και η επόμενη ιστορία του βιβλίου αρχίζει με τον συγγραφέα να χαϊδεύει τα μαλλιά και τους γοφούς της γυναίκας του και τελειώνει με τον ίδιο άνθρωπο –ή μήπως δεν είναι ο ίδιος;– να αρπάζει στην απελπισία του το παλιό τριανταοχτάρι Κολτ που είχε κληρονομήσει από τον παππού του και να διασχίζει το σκοτεινό σαλόνι νιώθοντας ότι χάνει τα λογικά του. Ευτυχώς το αφήνει να πέσει όταν αντικρύζει την ηρωίδα του, αλλά η αδρεναλίνη έχει στο μεταξύ ανέβει στα ύψη.
Μεταξύ μας, εγώ δεν τα πολυκαταλαβαίνω όλα αυτά με την αυτοαναφορική λογοτεχνία και τους αυτοδημιουργούμενους δημιουργούς. Ίσως επειδή ήμουν πάντα περισσότερο του Μάρκες παρά του Μπόρχες. Ίσως επειδή ήμουν πάντα γήινος και η φαντασία μου ποτέ δεν κάλπαζε ασυγκράτητα. Αλλά πώς να παραμείνεις στη γη και να μην απογειωθείς στη σφαίρα του φανταστικού όταν τίθεσαι αντιμέτωπος με το εξής κρίσιμο ερώτημα: μπορεί ένα ασπρόμαυρο ουράνιο τόξο να υπνωτίσει ένα πεινασμένο χάμπουργκερ στη χώρα με τα ερωτευμένα φουντούκια;
Πώς να συνεχίσεις να υπερασπίζεσαι τον βαρετό και πεπερασμένο ρεαλισμό σου όταν καλείσαι να αναρωτηθείς αν μπορεί το σοκολατένιο δόκανο να κουτσουλήσει τη γρουσούζα παντόφλα στο μανάβικο της κυρίας Κούλας;
Με τις Σπιράλ Ιστορίες ξεχνάς και την ηδονή και τη βία και ταξιδεύεις σε άλλους κόσμους. Ξεχνάς τους Πολάκηδες και τους Καμμένους, τους Κοτζιάδες και τους Παππάδες, όλη αυτή την απάτη, το ψέμα και την προσβολή της καθημερινότητας, και αφήνεσαι να σε οδηγήσουν η ψηλομύτα πάπια, ο καλλίφωνος ψύλλος, ο δήμαρχος γορίλας και η προκομμένη κατσαρίδα. Τι καλύτερο δώρο μπορεί να σου κάνει κάποιος, τι καλύτερη φυγή από τη βαρβαρότητα της πραγματικότητας μπορεί κανείς να φανταστεί, αν όχι την επιστροφή στα παιχνίδια που παίζαμε μικροί, τότε, την εποχή της αθωότητας, όταν καθόμασταν οι παρέες κι έγραφε ο ένας σε ένα χαρτί μια λέξη, και το δίπλωνε, και στο διπλωμένο χαρτί έγραφε μια λέξη ο επόμενος, κι όλα αυτά σχημάτιζαν στο τέλος ένα σύνολο λίγο τρελό, λίγο σουρεαλιστικό, αλλά πολύ λυτρωτικό;
Κι επειδή έχω ήδη εκτεθεί σήμερα, ας το συνεχίσω: ούτε από τον Μπουρντιέ καταλάβαινα ποτέ πολλά, κι ας έχω βρεθεί να μιλάω στο ίδιο πάνελ μ’ εκείνον πριν από πολλά χρόνια σε μια εκδήλωση. Αν μου έλεγε κάποιος, ακόμη κι ο φίλος μου ο Παλαιολόγος, να προσπαθήσω να έρθω «σε ρήξη με τον στείρο ιδεαλισμό της λογοτεχνικής αγιογραφίας προκειμένου να βιώσω τη χαρούμενη γνώση που προκαλούν οι ελεύθεροι συνειρμοί», θα τον παρακαλούσα να με αφήσει στην ησυχία μου. Κι όμως το έκανα, άθελά μου, χάρις σε ένα βιβλίο γραμμένο από μια τρομερή, σχεδόν διαβολική τριπλέτα.
Να πω και κάτι ακόμα. Πριν αρχίσω να διαβάζω τις Σπιράλ ιστορίες, είχα αναρωτηθεί τι να σημαίνει το «πιο διάσημο ισπανόγραφο μικροδιήγημα» που μας παρουσιάζει ο Παλαιολόγος –καλύτερα να λέω στο εξής «είς εκ των Παλαιολόγων»– στο επίμετρο των Βρώσιμων Βιβλίων. Ανήκει στον Αουγούστο Μοντερόσο και αποτελείται από μια φράση: «Όταν ξύπνησε, ο δεινόσαυρος ήταν ακόμα εκεί». Το ’φερα από δω, το ’φερα από εκεί, δεν καταλάβαινα. Λέω, θα ρωτήσω στην παρουσίαση. Κι ύστερα διάβασα το βιβλίο της Παλαιολόγειας τριπλέτας –στο οποίο μεταξύ μας μάλλον διακοσμητικό ρόλο πρέπει να έπαιξε ο προαναφερθείς είς– και τα κατάλαβα όλα. Αλλά δεν θα σας πω τη λύση μέχρι να το διαβάσετε κι εσείς, αν δεν το έχετε κάνει ήδη δηλαδή.


Η παρούσα ομιλία έγινε στις 4 Ιουλίου 2017 με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου Σπιράλ ιστορίες των Αλέξη Παλαιολόγου-Σοφού, Λητώ Παλαιολόγου-Σοφού και Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου