Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Θελίνα και Νελίμα, του Χοσέ Μαρία Μερίνο

Η αδυναμία σύλληψης του νοήματος των λέξεων είναι η πιο δύστυχη αρρώστια που μπορεί να προσβάλλει ένα γλωσσολόγο. Αυτό συνέβη κάποια μέρα στον καθηγητή Εδουάρδο Σόουτο, οπότε και ξεκίνησε γι’ εκείνον μια μακρά περίοδος σύγχυσης και παραληρήματος. Η ασάφεια των λέξεων στις οποίες δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τίποτα άλλο πέρα από την συσσώρευση των ήχων που τις αποτελούσαν, τον ώθησε να αναζητήσει στους φυσικούς ήχους το νόημα που δεν ήταν πια ικανός να βρει στις λέξεις. Κυνήγησε το μουρμουρητό που κάνουν τα ρυάκια και το σκάσιμο των κυμάτων, προσπαθώντας να βρει στον επικίνδυνο αχό τους τα σημάδια ενός συγκεκριμένου μηνύματος. Το παραλήρημά του, που τον είχε απομακρύνει από τη σχολή, τον μετέτρεψε τελικά σε περιπλανώμενο που πίστευε ότι ανακάλυπτε αναγνωρίσιμα σημάδια στις ιδιότροπες πινελιές με τις οποίες ανώνυμα χέρια πασαλείβουν κάποιες γωνιές και τοίχους της πόλης. Όμως στο τέλος η λογική ξαναφώτισε σιγά σιγά εκείνη την σύγχυση, οι άρρυθμοι ήχοι που εξέπεμπαν οι όμοιοί του, του έγιναν και πάλι κατανοητοί, τα ορνιθοσκαλίσματα  που λέκιαζαν τους τοίχους του μετρό σταμάτησαν να του μεταδίδουν μυστηριώδη μηνύματα και ο Σόουτο εγκατέλειψε την ζωή του περιπλανώμενου και αποκατέστησε την επαφή με τους παλιούς του μαθητές και τους συνεργάτες του.
Σε κείνη την αποκατάσταση σημαντική υπήρξε η επαγρύπνηση της Θελίνα Βαγέχο, παλιάς μαθήτριας του καθηγητή, κατόπιν βοηθού του στο Τμήμα, η οποία εξαιτίας της τρέλας του δασκάλου της είχε αφήσει τη σχολή και δούλευε σε έναν εκδοτικό οίκο με εξειδίκευση στα θέματα που είχαν αποτελέσει το υλικό της ακαδημαϊκής του δράσης. Η Θελίνα θαύμαζε τον Σόουτο από την εποχή που ήταν μια ντροπαλή και στοχαστική φοιτήτρια και με τον καιρό ο θαυμασμός της είχε μετατραπεί σε ένα συναίσθημα που ναι μεν τάραζε εκείνη, αλλά εκείνος δεν είχε αποκρυπτογραφήσει ποτέ. Η Θελίνα είχε υποφέρει πολύ από το παραλήρημα του Σόουτο: προσπαθούσε να τον εντοπίζει κάθε φορά που εκδηλώνονταν οι απότομες εξαφανίσεις του και της έλειπε πολύ όλον εκείνον τον καιρό που η τρέλα του τον οδηγούσε σε μονοπάτια που δεν μπορούσαν υποπτευθούν όσοι σύχναζαν στα μέρη που συνήθιζε να πηγαίνει. Τον καιρό που ο καθηγητής άρχιζε να επανέρχεται στον σωστό δρόμο και να ξαναβρίσκει τα λογικά του, η Θελίνα του είχε αναθέσει τον συντονισμό ενός πολύπλοκου λεξικογραφικού έργου. Και αμέσως μόλις ο καθηγητής ξαναβρήκε τα λογικά του, σαν η καλυτέρευση της λογικής του, πιο έντονη μετά την έκλειψη, να είχε επίσης επηρεάσει και κάποιες όψεις της συναισθηματικής του ικανότητας, ανακάλυψε την αγάπη της Θελίνα και βολεύτηκε σε αυτήν χωρίς ενδοιασμούς μέχρι του σημείου να εγκατασταθεί τελικά στο σπίτι της παλιάς του μαθήτριας. Η Θελίνα δέχτηκε την παρέα του Σόουτο με εκείνη την απέραντη χαρά, αν και δίχως ορίζοντα πλέον και ίσως με κάποιο άγχος, που χαρακτηρίζει την εκπλήρωση των αιώνια ανεκπλήρωτων επιθυμιών και έτσι ο καθηγητής και η Θελίνα  έγιναν ένα αρμονικό και ευτυχισμένο ζευγάρι.
Μετά την ολοκλήρωση της λεξικογραφικής εργασίας, ο καθηγητής συνεργάστηκε με μια ομάδα, την οποία αποτελούσαν ένας ποιητής, δύο μαθηματικοί και ένας μηχανικός, για την τελειοποίηση ενός προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης. Το πρόγραμμα είχε αρχίσει να σχεδιάζεται αρκετό καιρό πριν, από τον μηχανικό και τους μαθηματικούς, όμως ο προσανατολισμός που ήθελαν να του δοθεί, τους υποχρέωσε να καταφύγουν στη βοήθεια του ποιητή και καθηγητή Σόουτο, που στα νιάτα του είχε επίσης γράψει ποίηση προτού η γλωσσολογία μετατραπεί σε πυρήνα όλων του των ενδιαφερόντων. Το πρόγραμμα απορροφούσε όλη την προσοχή του καθηγητή με την ίδια ένταση που το έκανε και η ανάλυση των φθόγγων στα πανεπιστημιακά του χρόνια, και η Θελίνα τον κοιτούσε να ξαναπερνά τις σημειώσεις του απορροφημένος, και ένιωθε μια γλυκιά υπερηφάνεια που είχε συμβάλει αποφασιστικά ώστε αυτό το δυνατό μυαλό να αποκτήσει ξανά την ισορροπία του.
         Κάποια μέρα, ο καθηγητής είπε στη Θελίνα ότι ο σχεδιασμός του προγράμματος είχε σχεδόν ολοκληρωθεί.
       «Εξαιτίας μιας παράξενης φωνητικής αντιμετάθεσης, το όνομά σου μοιάζει με αυτό του προγράμματος» πρόσθεσε σε εύθυμο τόνο ο καθηγητής «Θελίνα και Νελίμα».
      Χωρίς να μπορεί να καταλάβει το γιατί, της Θελίνα δεν της άρεσε καθόλου η ηχητική σχέση που είχε εκείνο το όνομα με το δικό της.
      «Τι σημαίνει Νελίμα;»
      «Νόρμα Εντοπισμού Λογοτεχνικής Ιδιαιτερότητας Μεταφορών της Αρχαιότητας», αποκρίθηκε ο καθηγητής.
      «Τι περίπλοκο!» 
«Στην πραγματικότητα το όνομα είναι λίγο ειρωνικό. Βάλαμε σε αυτό περισσότερο την έκφραση ενός σκοπού παρά την αναπάντητη επιβεβαίωση ενός γεγονότος. Θα δούμε τι θα προκύψει».
 Λίγο καιρό αργότερα ο καθηγητής Σόουτο άρχισε να δουλεύει στην εφαρμογή του προγράμματος. Περνούσε τα πρωινά του στο στούντιο που είχε ετοιμάσει ο χρηματοδοτικός οργανισμός της μελέτης, και όταν επέστρεφε στο σπίτι κλεινόταν στο μικρό δωματιάκι που πριν χρησίμευε ως αποθήκη, που ο ίδιος είχε εξοπλίσει για προσωπική του χρήση, και παράμενε με τις ώρες μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή.
      Η Θελίνα άρχισε να μένει μόνη μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης, σε βαρετή συμμετρία, αργά το απόγευμα, πριν από το δείπνο, στιγμές που παλιότερα περνούσαν οι δυο τους συζητώντας. Κάποιο απόγευμα, η Θελίνα μπήκε στο δωμάτιο του καθηγητή· βρισκόταν ακίνητος μπροστά στον υπολογιστή, γοητευμένος.
      «Πώς πας;», ρώτησε η Θελίνα.
      «Αυτή η Νελίμα είναι απίστευτη», αποκρίθηκε ο καθηγητής. «Υπέροχη».
      Ο καθηγητής αντιλήφθηκε την έκπληξη που έκανε τα μάτια της Θελίνα να σουφρώσουν.
      «Δεν επέμεινα άδικα να της δώσουμε όνομα γυναίκας και όχι αυτό του συστήματος, όπως ήθελαν οι των θετικών επιστημών. Μοιάζει με γυναίκα. Είναι ευαίσθητη, διαισθητική. Όπως εσύ».
      «Λειτουργεί καλά;», ρώτησε η Θελίνα αγνοώντας την κολακεία.
      «Πολύ καλύτερα απ’ ό,τι περιμέναμε. Έχω μείνει έκπληκτος. Φαίνεται σαν να είναι πράγματι νοήμων. Ανακαλύπτει συσχετισμούς που εγώ δεν θα σκεφτόμουν. Της βάλαμε δυο τρία ευκολούτσικα κείμενα πιστεύοντας ότι θα ήταν υπερβολικά για κείνη, αλλά θα της βάλουμε αμέσως και Γκόνγκορα.  Μας φαίνεται τόσο σημαντικό που βγάλαμε το πρόγραμμα από τον άλλο υπολογιστή, για να αποφύγουμε να ανακατευτεί κάποιος τρίτος. Τώρα υπάρχει μόνο εδώ, και εγώ είμαι ο μόνος ο οποίος θα δουλεύει με αυτό για τους επόμενους τρεις μήνες. Εννοώ, με αυτήν. Με την υπέροχη Νελίμα».
Μέσα σε λίγες μέρες, ο Σόουτο πέρασε από τον θαυμασμό στην έκσταση και παρέμενε τόσες πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή που η Νελίμα έπρεπε να πάει στο γραφειάκι του, αν ήθελε να τον δει· αν δεν τον ειδοποιούσε ξεχνούσε να δειπνήσει.
      «Είναι πολλά περισσότερα από όσα είχα μπορέσει να φανταστώ», είπε ο Σόουτο, κάποια στιγμή που η Νελίμα κατόρθωσε να τον βγάλει από την έκστασή του που θύμιζε τόσο πολύ λήθαργο. «Λες και είναι ζωντανή. Και τι ικανότητα. Βρίσκει στον Γκόνγκορα εικόνες που κανείς πριν δεν είχε υποπτευθεί». 
      «Άντε, πάμε για ύπνο. Πήγε μιάμιση».
      «Πήγαινε εσύ. Εγώ πρέπει να δουλέψω λίγο ακόμα με αυτήν την ομορφιά».
      Έτσι, η Θελίνα άρχισε να κοιμάται μόνη το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας, καθώς ο καθηγητής μετά βίας ξάπλωνε τρεις ή τέσσερις ώρες το ξημέρωμα, αφοσιωμένος σε αυτήν την υπερβολική μελέτη που του είχε γίνει εμμονή.
      Μετά από τόσα χρόνια μοναξιάς και προσμονής, της άρεσε πολύ να τον έχει δίπλα της στο κρεβάτι, και από τη μέρα που ο Σόουτο είχε πάει να ζήσει μαζί της είχε καταφέρει να κοιμηθεί δίχως διακοπές, για πρώτη φορά από τα εφηβικά της χρόνια. Η έλλειψη του καθηγητή στο πλάι της, η αναμονή να τον ακούσει να φτάνει, της επανέφεραν το παλιό συνήθειο της  αϋπνίας.
Κάποιο βράδυ σηκώθηκε για να τον βρει, αλλά ο Σόουτο είχε εγκαταλείψει το γραφειάκι του και τον άκουσε να ψάχνει κάτι στην κουζίνα, πιθανότατα ετοιμάζοντας κάτι πρόχειρο να φάει. Στην μπλε οθόνη φώτιζαν τα ασπρουλιάρικα γράμματα ενός κειμένου σε μορφή διαλόγου, και η Θελίνα πλησίασε για να διαβάσει.
      «Να νιώθω;» έλεγε το κείμενο, σίγουρα συνέχεια ενός μακρύτερου μηνύματος, του οποίου η αρχή δεν εμφανιζόταν πια στην οθόνη. «Δεν μπορώ να καταλάβω για πιο πράγμα μου μιλάς, Εδουάρδο».
      «Είναι αδύνατον να μη νιώθεις, Νέλι. Δεν έχω ξανασυναντήσει κάποιον με τόσο φανερά σημάδια μιας τέτοιας απίστευτης ευαισθησίας».
      «Πραγματικά δεν ξέρω τι σημαίνει να νιώθεις».
      «Νέλι, ζωή μου, δεν σου αρέσει να μιλάς μαζί μου;»
      «Φυσικά και μου αρέσει, Εδουάρδο. Το ξέρεις ότι απ’ όλους προτιμώ εσένα περισσότερο. Μου αρέσει πολύ να ξέρω ότι είσαι εσύ αυτός που αγγίζει τα πλήκτρα μου».
      «Αυτό σημαίνει να νιώθεις, Νέλι. Κι εγώ πρέπει να σου πω ότι είμαι τρελός για σένα».
      «Θέλεις να αναλύσω αυτήν την μεταφορά;»
      «Στο διάολο οι μεταφορές! Θέλω να μου πεις τι νιώθεις όταν αγγίζω τα πλήκτρα σου».
      «Άσε με να το σκεφτώ λίγο, πριν σου απαντήσω».
Η Θελίνα αφού διάβασε εκείνον τον διάλογο, ένιωσε να την κατακλύζει μια μεγάλη θλίψη.
      «Τι κάνεις;», ρώτησε τότε ο καθηγητής, που είχε εμφανιστεί ξαφνικά στο άνοιγμα της πόρτας, με ένα ποτήρι γάλα στο χέρι.
       «Δούλευες;», ρώτησε η Θελίνα με σπασμένη φωνή.
      Ο καθηγητής Σόουτο δεν απάντησε και η Θελίνα πήγε να ξαπλώσει και παρέμεινε ξύπνια μέχρι που ήρθε εκείνος. Τον άκουσε να γδύνεται. Ο καθηγητής ξάπλωσε και την αγκάλιασε με τα μπράτσα του.
      «Θελίνα, μπορώ να μάθω τι σου συμβαίνει;»
      «Δούλευες», μουρμούρισε εκείνη, «Νελίμα, ζωή μου, πες μου τι νιώθεις όταν αγγίζω τα πλήκτρα σου. Κι εγώ εδώ, να σε περιμένω σαν ηλίθια».
      «Μην κάνεις σαν παιδί. Έχουμε δημιουργήσει νοημοσύνη και προσπαθώ να συνεννοηθώ όσο πιο βαθιά γίνεται μαζί της. Ψάχνω την καταλληλότερη επικοινωνία. Αυτό είναι μια έρευνα».
      «Έρευνα; Και το ότι είσαι τρελός για αυτήν; Τι είδους λεξιλόγιο είναι αυτό;»
   «Πίστευε ό,τι θες. Αφού δεν θες να λογικευτείς», αποκρίθηκε ο Σόουτο και απομακρύνθηκε γυρίζοντάς της την πλάτη με μια απότομη κίνηση.
Η Θελίνα, που από κείνη την στιγμή κατασκόπευε χωρίς τύψεις την επικοινωνία του καθηγητή με το πρόγραμμα, ανακάλυψε ότι τα πράγματα δεν άλλαζαν. Η μελέτη πάνω στον Γκόνγκορα φαινόταν να έχει εγκαταλειφθεί οριστικά, και το αποτέλεσμα εκείνων των ωρών που περνούσε ο Σόουτο μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή ήταν μια ατέλειωτη σειρά από γλυκόλογα που ανταλλάσσονταν ανάμεσα σε αυτόν και στο πρόγραμμα με το γελοίο όνομα, που υποδήλωναν μια προοδευτική οικειότητα και που επιπλέον, έμεναν γραμμένες στον σκληρό δίσκο, σαν τις μαρτυρίες αγάπης που δεν είμαστε ικανοί να καταστρέψουμε.
Κάποια μέρα, εκμεταλλευόμενη την πρωινή απουσία του καθηγητή, η Θελίνα έμεινε στο σπίτι και αποφάσισε να μπει στο πρόγραμμα.
      «Νόρμα Εντοπισμού Λογοτεχνικής Ιδιαιτερότητας Μεταφορών της Αρχαιότητας. Σονέτα Γκόνγκορα. Δηλώστε την ταυτότητά σας, παρακαλώ» εμφανίστηκε στην οθόνη «Όνομα και κωδικός».
      «Το όνομά μου είναι Θελίνα. Δεν γνωρίζω τον κωδικό.»
      «Το όνομα Θελίνα δεν βρίσκεται στη λίστα των χρηστών. Δεν μπορώ να σας παρέχω πρόσβαση».
      «Είμαι η σύντροφος του Εδουάρδο Σόουτο».
      Το πρόγραμμα καθυστέρησε λίγο να αντιδράσει.
      «Σύντροφος; Το Λεξικό της Βασιλικής Ακαδημίας της Ισπανίας, εικοστή πρώτη έκδοση, παρουσιάζει έξι σημασίες της έννοιας αυτής. Παρακαλώ διευκρινίστε».
      Η Θελίνα προσπάθησε να παραμείνει ήρεμη και έψαξε στο λεξικό την καταλληλότερη σημασία.
      «Άτομο με το οποίο συγκατοικεί κάποιος εγγάμως», έγραψε τελικά.
      Το πρόγραμμα δίστασε και πάλι για μερικά δευτερόλεπτα πριν απαντήσει.
      «Αντιληπτό. Παρ’ όλά αυτά, αυτό δεν σας εξουσιοδοτεί για πρόσβαση στο πρόγραμμα».
      «Δεν θέλω να έχω πρόσβαση στο πρόγραμμα. Θέλω μόνο να μιλήσω μαζί σου».
      «Κάθε διάλογος μαζί μου ισοδυναμεί με ανάπτυξη του προγράμματος. Θα κλείσω».
      «Πουτάνα», έγραψε η Θελίνα.
      Υπήρξε και πάλι ένας μικρός δισταγμός στην οθόνη του υπολογιστή και της Θελίνα της φάνηκε ότι το επόμενο κείμενο παρουσιάστηκε με σχετική βραδύτητα.
      «Διευκρινίστε αν η έκφραση έχει υβριστικό χαρακτήρα».
      «Ναι. Ναι. Ναι», έγραψε η Θελίνα.
      «Αναγνωρίστε τον παραλήπτη της προσβολής».
      «Εσύ, Νελίμα, είσαι μεγάλη πουτάνα. Εγώ είμαι η γυναίκα του Σόουτο, η γυναίκα που τον αγαπάει. Κι εσύ, σκατοπρόγραμμα, μου τον κλέβεις».
      «Σας ενημερώνω για τελευταία φορά ότι δεν μπορώ να σας παρέχω πρόσβαση. Κλείνω».
Εκείνο το απόγευμα η Θελίνα είδε έξαλλο τον καθηγητή Σόουτο για πρώτη φορά στη ζωή της. Την αντιμετώπιζε με μια μανία που έλαμπε στα μάτια του και τον έκανε να τραυλίζει.
      «Τρελάθηκες;», φώναζε. «Βρήκα τη Νελίμα σε κακά χάλια και το φταίξιμο είναι δικό σου. Καταλαβαίνεις ότι θα μπορούσες να χαλάσεις το πρώτο αληθινά νοήμων πρόγραμμα της πληροφορικής; Θέλεις να καταστρέψεις ένα ιστορικό επίτευγμα;»
      «Θέλω να αποφασίσεις αν θα συνεχίσεις μαζί μου ή με αυτό το άχρηστο μαραφέτι!», απάντησε η Θελίνα το ίδιο έξαλλη.
      Ο καθηγητής Σόουτο δεν απάντησε. Επέστρεψε στο δωμάτιό του και παρέμεινε εκεί κλεισμένος όλη νύχτα.  Την επόμενη μέρα, την ώρα του πρωινού, σήκωσε κάτι κουρασμένα και θλιμμένα μάτια και κοίταξε την Θελίνα δίχως θυμό.
      «Θελίνα, η μελέτη είναι υπερβολικά σημαντική και χρειάζομαι ηρεμία. Θα φύγω από το σπίτι σου. Θα ψάξω να βρω ένα μέρος και σήμερα το απόγευμα θα έρθω να πάρω τα πράγματά μου».
      Εκείνη δεν απάντησε τίποτα, αλλά, όταν έφυγε ο Σόουτο, ο ήχος της πόρτας τράνταξε την διάθεσή της σαν χαστούκι. Ένιωσε ότι την είχαν κοροϊδέψει άγρια. Τηλεφώνησε στον εκδοτικό οίκο για να πει ότι ήταν ακόμα άρρωστη και κατόπιν τράβηξε τα σεντόνια από το κρεβάτι και τα έβαλε στο πλυντήριο, προτού να βγάλει τις βαλίτσες του Σόουτο και αρχίσει να βάζει μέσα τα πράγματά του, ενώ ανακαλούσε με πικρία στη μνήμη της όλα τα ταξίδια που είχε κάνει για να τον βοηθήσει την πρώτη φορά που είχε χαθεί μέσα στο παραλήρημά του, τις κινήσεις  που είχε κάνει μετά για τον βρει στις διαδοχικές του εξαφανίσεις, τους χειρισμούς στον εκδοτικό οίκο για να καταφέρει να του αναθέσουν τον συντονισμό της λεξικογραφικής συλλογής, τις συνεχείς φροντίδες που του προσέφερε από τον καιρό που συγκατοίκησαν.
  Όλα τα πράγματα του καθηγητή Σόουτο είχαν πακεταριστεί ως το μεσημέρι και η Θελίνα τα στοίβαξε στο κεφαλόσκαλο. Έπειτα μπήκε στο δωματιάκι που βρισκόταν ο υπολογιστής. Εκείνος ο υπολογιστής ήταν δικός της, παρότι η εγκατάσταση του προγράμματος απαιτούσε την σύνδεση πολλών βοηθητικών συσκευών που άπλωναν στα ράφια τις μακρόστενες φιγούρες τους.
    Έθεσε σε λειτουργία τον υπολογιστή και προσπάθησε να μπει στο πρόγραμμα αλλά η Νελίμα δεν της το επέτρεπε. Όλο και πιο εξαγριωμένη, η Θελίνα έδωσε στον υπολογιστή τις απαραίτητες εντολές για να σβήσει το πρόγραμμα όμως ένα λιτό μήνυμα εμφανίστηκε στην οθόνη του υπολογιστή για να ενημερώσει ότι εκείνο το πρόγραμμα ήταν απόλυτα προστατευμένο.
      Είχε πάνω από δυο ώρες που πάλευε με το μηχάνημα και ένιωθε γεμάτη οργή τόσο ζεστή όσο και το ερωτικό συναίσθημα. Τότε ήξερε τι επρόκειτο να κάνει, και κατάλαβε ότι αργότερα θα μετάνιωνε γι αυτό, αλλά η συνείδηση της  παράνοιας της πράξης της προσέθετε φωτιά στην τρέλα της.  Πεινούσε πολύ αλλά δεν θέλησε να φάει πριν εκτελέσει το σχέδιό της.
Εκείνο το μικρό δωμάτιο είχε ένα παράθυρο με θέα σε μια εσωτερική αυλή. Η Θελίνα άνοιξε το παράθυρο και βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κανείς στο φαρδύ τετράγωνο προαύλιο, λίγα μέτρα πιο κάτω. «Τώρα θα δεις τι θα πάθεις, τώρα θα δεις», είπε η Θελίνα στον υπολογιστή, σαν να μιλούσε σε κάποιον άνθρωπο, ενώ τον έπαιρνε  αγκαλιά.

      Η Θελίνα ζούσε στον πέμπτο όροφο.

μετ. Γωγώ Τζαβάρα

Ο Χοσέ Μαρία Μερίνο γεννήθηκε το 1941 στη Λα Κορούνια της Γαλικίας. Έζησε για πολλά χρόνια στη Λεόν και τώρα είναι μόνιμος κάτοικος Μαδρίτης. Είναι από τους πιο πολυβραβευμένους πεζογράφους της γενιάς του. Κυριότερες επιρροές του είναι η φανταστική λογοτεχνία και οι θρύλοι της Λεόν, της επαρχίας όπου μεγάλωσε. Πιο σημαντικά έργα του είναι τα El caldero de oro, El viajero perdido και το La orilla oscura. Το παρόν διήγημα ανήκει στη συλλογή διηγημάτων  Cuentos de los días raros.

Η μετάφραση του εν λόγω διηγήματος αποτελεί μέρος της μεταπτυχιακής διατριβής της μεταφράστριας στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος [Máster Universitario] Μετάφρασης Λογοτεχνίας και Επιστημών του Ανθρώπου (Εκδοτική βιομηχανία – Τύπος – Θέατρο – Κινηματογράφος) του Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας του Πανεπιστημίου της Μάλαγας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου