Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Το νησί του μεσημεριού, του Χούλιο Κορτάσαρ

Την πρώτη φορά που αντίκρισε το νησί, ο Μαρίνι ήταν σκυμμένος με ευγένεια πάνω από τα αριστερά καθίσματα, ρυθμίζοντας το πλαστικό τραπεζάκι πριν τοποθετήσει το δίσκο με το γεύμα. Η επιβάτις τον είχε κοιτάξει αρκετές φορές την ώρα που εκείνος πηγαινοέρχονταν με περιοδικά ή ποτήρια γεμάτα ουίσκι· ο Μαρίνι χρονοτριβούσε ρυθμίζοντας το τραπεζάκι, ενώ αναρωτιόταν βαριεστημένα αν άξιζε τον κόπο να  ανταποκριθεί στο επίμονο βλέμμα της επιβάτιδας, μιας συνηθισμένης Αμερικανίδας, όταν στο γαλάζιο οβάλ του παραθύρου πρόβαλε η ακτογραμμή του νησιού, η χρυσαφένια λωρίδα της παραλίας, οι λόφοι που σκαρφάλωναν ως το ακατοίκητο οροπέδιο. Αφού διόρθωσε τη λανθασμένη θέση που είχε το ποτήρι με την μπίρα, ο Μαρίνι χαμογέλασε στην επιβάτιδα. «Τα ελληνικά νησιά», είπε. «Oh, yes, Greece», αποκρίθηκε η Αμερικανίδα με προσποιητό ενδιαφέρον. Ήχησε ένα σύντομο κουδούνισμα και ο φροντιστής ανασηκώθηκε, δίχως να σβήσει το επαγγελματικό χαμόγελο από το στόμα με τα λεπτά χείλη. Είχε αρχίσει να εξυπηρετεί ένα ζευγάρι από τη Συρία, που ήθελε ντοματοχυμό, παρ’ όλα αυτά, στην ουρά του αεροπλάνου, έδωσε μερικά δευτερόλεπτα στον εαυτό του για να κοιτάξει άλλη μια φορά προς τα κάτω. Το νησί ήταν μικρό και ακατοίκητο, ζωσμένο από το ζωηρό γαλάζιο του Αιγαίου πελάγους που τόνιζε την εκτυφλωτική, σχεδόν απολιθωμένη, λευκότητα της μπορντούρας που εκεί κάτω θα ήταν ο αφρός των κυμάτων καθώς έσκαγαν στις ξέρες και τους κολπίσκους. Ο Μαρίνι είδε ότι οι ερημικές παραλίες εκτείνονταν προς βορρά και δύση, ενώ όλο το υπόλοιπο ήταν το βουνό και οι απόκρημνες πλαγιές του που εισχωρούσαν στη θάλασσα. Ένα νησί βραχώδες και έρημο, αν και η μολυβένια κηλίδα κοντά στη βόρεια ακτή θα μπορούσε να είναι κάποιο σπίτι, ίσως ένας οικισμός από προϊστορικά σπίτια. Άρχισε να ανοίγει την κονσέρβα με το χυμό και όταν ανασηκώθηκε το νησί είχε χαθεί από το παράθυρο· δεν έμενε παρά η θάλασσα, ένας απέραντος πρασινωπός ορίζοντας. Κοίταξε ασυναίσθητα το ρολόι στον καρπό του· ήταν ακριβώς μεσημέρι.
            Ο Μαρίνι είχε χαρεί όταν τον έβαλαν στη γραμμή Ρώμη – Τεχεράνη γιατί το τοπίο ήταν λιγότερο πένθιμο απ’ ό,τι στις γραμμές του βορρά και τα κορίτσια έμοιαζαν πάντα ευτυχισμένα που θα πήγαιναν στην Ανατολή ή που θα γνώριζαν την Ιταλία. Τέσσερις ημέρες αργότερα, καθώς βοηθούσε ένα παιδί, που είχε χάσει το κουτάλι του και έδειχνε, απαρηγόρητο, το πιάτο με το γλυκό, ανακάλυψε για άλλη μια φορά την ακτογραμμή του νησιού. Υπήρχε μια διαφορά οχτώ λεπτών, αλλά όταν έσκυψε πάνω από ένα παράθυρο στην ουρά του αεροπλάνου δεν του έμεινε η παραμικρή αμφιβολία: το νησί είχε ένα πρόδηλο σχήμα, σαν χελώνα που μόλις και έβγαζε τα πόδια της από το νερό. Το κοιτούσε μέχρι που τον κάλεσαν· αυτή τη φορά έμεινε με τη βεβαιότητα πως η μολυβένια κηλίδα ήταν ένας οικισμός. Πρόλαβε ακόμα να διακρίνει το περίγραμμα από κάποιες λιγοστές καλλιεργημένες εκτάσεις που έφταναν ως την παραλία. Κατά τη διάρκεια μιας στάσης στη Βηρυτό, κοίταξε το χάρτη της αεροσυνοδού και αναρωτήθηκε μήπως το νησί ήταν η Όρος. Ο ραδιοτηλεγραφητής, ένας απαθής Γάλλος, εξεπλάγη από το ενδιαφέρον του. «Όλα αυτά τα νησιά μοιάζουν μεταξύ τους, δύο χρόνια τώρα κάνω αυτό το δρομολόγιο και δεν μου έχουν κινήσει την προσοχή. Καλά, δείξ’ το μου την επόμενη φορά». Δεν ήταν η Όρος, αλλά η Ξύρος, ένα από τα πολλά νησιά που βρίσκονται στο περιθώριο των τουριστικών διαδρομών. «Ούτε πέντε χρόνια δεν θα αντέξει», του είπε η αεροσυνοδός την ώρα που  πίνανε ένα ποτό στη Ρώμη. «Βιάσου αν σκοπεύεις να πας, οι ορδές θα ορμήσουν από στιγμή σε στιγμή, θα φροντίσει το πρακτορείο του Τζένγκις Κουκ». Όμως ο Μαρίνι εξακολούθησε να σκέφτεται το νησί, κοιτάζοντάς το όποτε το θυμόταν ή όταν βρισκόταν κοντά σε κάποιο παράθυρο, και σχεδόν πάντα στο τέλος σήκωνε τους ώμους. Τίποτα από αυτά δεν είχε νόημα, το ότι πετούσε τρία μεσημέρια την εβδομάδα πάνω από την Ξύρο, ήταν τόσο εξωπραγματικό όσο και το να ονειρευόταν τρεις φορές την εβδομάδα ότι πετούσε το μεσημέρι πάνω από την Ξύρο. Όλα ήταν ψεύτικα σε αυτή την ανώφελη και επαναλαμβανόμενη οπτασία· εκτός, ίσως, από την επιθυμία της επανάληψής της, μια ματιά στο ρολόι πριν μεσημεριάσει, η σύντομη, διαπεραστική επαφή με την εκτυφλωτική λευκότητα μιας λωρίδας στο χείλος ενός μπλε που ήταν σχεδόν μαύρο και τα σπίτια όπου οι ψαράδες μόλις που σήκωναν το βλέμμα για να συνεχίσουν έπειτα το διάβα αυτής της άλλης μη πραγματικότητας.
Οκτώ με εννιά εβδομάδες αργότερα, όταν του πρότειναν τη γραμμή της Νέας Υόρκης με όλα τα πλεονεκτήματά της, ο Μαρίνι είπε από μέσα του ότι ήταν η ευκαιρία για να απαλλαγεί μια και καλή από αυτή την αφελή και ενοχλητική μανία. Είχε στην τσέπη το βιβλίο όπου ένας αργόσχολος γεωγράφος με ανατολίτικο όνομα έδινε για την Ξύρο περισσότερες πληροφορίες από οποιονδήποτε άλλο τουριστικό οδηγό. Απάντησε αρνητικά, ακούγοντας τη φωνή του σαν από μακριά, και αφού υπερκέρασε την έκπληξη του σκανδαλισμένου αφεντικού και των δύο γραμματέων, πήγε να φάει στο κυλικείο της εταιρείας όπου τον περίμενε η Κάρλα. Η σαστισμένη απογοήτευση της Κάρλα δεν τον ανησύχησε καθόλου· η νότια ακτή της Ξύρου ήταν ακατοίκητη, αλλά προς τα δυτικά ήταν εμφανή τα ίχνη μιας λυδικής ή κρητομυκηναϊκής αποικίας. Ο καθηγητής Γκόλντμαν είχε ανακαλύψει δύο τεράστιες πέτρες λαξευμένες με ιερογλυφικά, που οι ψαράδες τις χρησιμοποιούσαν ως υποστυλώματα για τη μικρή προβλήτα. Η Κάρλα είχε πονοκέφαλο και έφυγε σχεδόν αμέσως· τα χταπόδια ήταν για τους ντόπιους ο βασικός πόρος ζωής, κάθε πέντε μέρες κατέφθανε ένα καράβι για να φορτώσει την ψαριά και να αφήσει κάποιες προμήθειες και είδη πρώτης ανάγκης. Από το τουριστικό πρακτορείο τού είπαν ότι θα έπρεπε να ναυλώσει καΐκι από τη Ρήνο, αν και πιθανόν να μπορούσε να ταξιδέψει με το καΐκι που έπαιρνε τα χταπόδια, αυτό όμως ο Μαρίνι θα το μάθαινε μόνο στη Ρήνο όπου το πρακτορείο δεν είχε αντιπρόσωπο. Παρ’ όλα αυτά, η ιδέα να περάσει μερικές ημέρες στο νησί δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα σχέδιο για τις διακοπές του Ιουνίου. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν χρειάστηκε να αντικαταστήσει τον Γουάιτ στη γραμμή για Τυνησία, και έπειτα ξεκίνησε μια απεργία και η Κάρλα επέστρεψε στο σπίτι των αδελφών της στο Παλέρμο. Ο Μαρίνι πήγε να μείνει σ’ ένα ξενοδοχείο κοντά στην Πιάτσα Ναβόνα, όπου υπήρχαν παλαιοβιβλιοπωλεία· χάζευε χωρίς ιδιαίτερη όρεξη, ψάχνοντας βιβλία σχετικά με την Ελλάδα και ξεφυλλίζοντας κατά διαστήματα μια μέθοδο ελληνικών. Του φάνηκε χαριτωμένη η λέξη «καλημέρα» και τη δοκίμασε σ’ ένα καμπαρέ με μια κοκκινομάλλα, πλάγιασε μαζί της, έμαθε για τον παππού της στην Όδο και για κάποιους ανεξήγητους πόνους στο λαρύγγι. Στη Ρώμη άρχισε να βρέχει, στη Βηρυτό τον περίμενε πάντα η Τάνια, υπήρχαν και άλλες ιστορίες, πάντα με συγγενείς και πόνους· κάποια μέρα, πάλι στην πτήση για Τεχεράνη, είδε ξανά το νησί του μεσημεριού. Ο Μαρίνι έμεινε τόση ώρα κολλημένος στο παράθυρο που η καινούργια αεροσυνοδός τον αποκάλεσε κακό συνάδελφο και του απαρίθμησε τους δίσκους που είχε σερβίρει. Το ίδιο βράδυ ο Μαρίνι την κάλεσε για δείπνο στο Φεϊρούζ και δεν δυσκολεύτηκε να την κάνει να τον συγχωρέσει για την πρωινή του αφηρημάδα. Η Λουσία τον συμβούλεψε να κόψει τα μαλλιά του σε στυλ αμερικάνικο· εκείνος της μίλησε λίγο για την Ξύρο, αλλά έπειτα αντιλήφθηκε ότι εκείνη προτιμούσε τη βότκα με λάιμ του Χίλτον. Έτσι περνούσε ο καιρός, με ατέλειωτους δίσκους φαγητού, καθένας με το χαμόγελο το οποίο δικαιούται κάθε επιβάτης. Στις πτήσεις της επιστροφής, το αεροπλάνο πετούσε πάνω από την Ξύρο στις οχτώ το πρωί· ο ήλιος χτυπούσε τα αριστερά παράθυρα και μετά βίας διακρινόταν η χρυσαφένια χελώνα. Ο Μαρίνι προτιμούσε να περιμένει τα μεσημέρια των πτήσεων της μετάβασης, γνωρίζοντας ότι τότε θα μπορούσε να μείνει για αρκετή ώρα μπροστά στο παράθυρο, όσο η Λουσία (και έπειτα η Φελίσα) θα αναλάμβαναν, με κάποια ειρωνεία, να βγάλουν πέρα τη δουλειά. Κάποια φορά τράβηξε μια φωτογραφία της Ξύρου, αλλά βγήκε θολή· γνώριζε ήδη ορισμένα πράγματα για το νησί, έχοντας υπογραμμίσει τις σπανιότατες αναφορές σε δύο βιβλία. Η Φελίσα του είπε πως οι πιλότοι τον αποκαλούσαν ο τρελός του νησιού, όμως αυτό δεν τον ενόχλησε. Η Κάρλα του έγραψε πως είχε αποφασίσει να μην κρατήσει το  παιδί και ο Μαρίνι της έστειλε δύο μισθούς και σκέφτηκε ότι τα υπόλοιπα δεν θα του έφταναν για τις διακοπές. Η Κάρλα δέχτηκε τα χρήματα και του γνωστοποίησε, μέσω μιας κοινής φίλης, ότι πιθανόν να παντρευόταν με κάποιον οδοντίατρο από το Τρεβίζο. Όλα είχαν τόσο λίγη σημασία τα μεσημέρια της Δευτέρας, της Πέμπτης και του Σαββάτου (και της Κυριακής, δύο φορές το μήνα).
            Με τον καιρό συνειδητοποίησε ότι η Φελίσα ήταν η μοναδική που μπορούσε να τον καταλάβει λίγο· υπήρχε μια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ τους να ασχολείται εκείνη με τους επιβάτες τα μεσημέρια μόλις εκείνος στηνόταν δίπλα στο παράθυρο στην ουρά του σκάφους. Το νησί ήταν ορατό για μερικά μόνο λεπτά, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν πάντα τόσο διαυγής και η θάλασσα το περιχάρασσε με τέτοια σχολαστική στυγνότητα, ώστε η παραμικρή λεπτομέρεια κολλούσε αδυσώπητα πάνω στην προηγούμενη ανάμνηση του τοπίου: η πράσινη κηλίδα του βόρειου ακρωτηρίου, τα μολυβένια σπίτια, τα δίχτυα που στέγνωναν στην άμμο. Κάθε φορά που έλειπαν τα δίχτυα, ο Μαρίνι το ένιωθε ως ένδεια, σχεδόν ως προσβολή. Σκέφτηκε να κινηματογραφήσει το πέρασμα πάνω από το νησί για να προβάλει την εικόνα στο ξενοδοχείο, όμως προτίμησε να κρατήσει τα χρήματα για την κάμερα, μιας και του έμενε λιγότερο από ένας μήνας για τις διακοπές. Είχε χάσει το λογαριασμό με τις μέρες· κάποιες φορές ήταν η Τάνια στη Βηρυτό, άλλες η Φελίσα στην Τεχεράνη, σχεδόν πάντα ο μικρός αδελφός του στη Ρώμη, όλα κάπως συγκεχυμένα, ειδυλλιακά εύκολα και εγκάρδια, σαν να αντικαθιστούσαν κάτι άλλο, γεμίζοντας τις ώρες πριν και μετά την πτήση· όμως και κατά τη διάρκεια της πτήσης όλα ήταν και τότε συγκεχυμένα και εύκολα και ανόητα μέχρι την ώρα που θα έσκυβε πάνω από το παράθυρο στην ουρά για να νιώσει το παγωμένο κρύσταλλο σαν το γυαλί ενός ενυδρείου, όπου μέσα στο πυκνό μπλε κινούνταν νωχελικά η χρυσαφένια χελώνα.
            Εκείνη τη μέρα τα δίχτυα διαγράφονταν με ευκρίνεια πάνω στην άμμο και ο Μαρίνι θα ορκίζονταν ότι το μαύρο στίγμα στα αριστερά, στην ακροθαλασσιά, ήταν  ένας ψαράς που μάλλον κοιτούσε το αεροπλάνο. «Καλημέρα», σκέφτηκε παράλογα στα ελληνικά. Δεν είχε νόημα να περιμένει άλλο. Ο Μάριο Μερόλις θα του δάνειζε τα χρήματα που του έλειπαν για το ταξίδι και σε λιγότερο από τρεις μέρες θα βρισκόταν στην Ξύρο. Με τα χείλη κολλημένα στο γυαλί χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε ότι θα σκαρφάλωνε ως την πράσινη κηλίδα, θα έμπαινε γυμνός στη θάλασσα στους  βόρειους κολπίσκους, θα ψάρευε χταπόδια μαζί με τους άντρες, θα συνεννοούνταν με χειρονομίες και γέλια. Τίποτα δεν είναι δύσκολο, αν το έχεις πάρει απόφαση, ένα νυχτερινό τρένο, το πρώτο πλοίο, και άλλο ένα παλιό και βρόμικο, σκάλα στη Ρήνο, η ατέλειωτη διαπραγμάτευση με τον καπετάνιο του καϊκιού, η νύχτα στη γέφυρα, κολλημένος στα αστέρια, η γεύση γλυκάνισου και αρνιού, το ξημέρωμα ανάμεσα στα νησιά. Κατέβηκε από το καΐκι τις πρώτες πρωινές ώρες και ο καπετάνιος τον σύστησε σ’ ένα γέρο που έμοιαζε να είναι ο αρχηγός της οικογένειας. Ο Κλάιος τον πήρε από το αριστερό χέρι και μίλησε αργά, κοιτάζοντάς τον κατάματα. Κατέφτασαν δύο νεαροί και ο Μαρίνι κατάλαβε ότι ήταν οι γιοι του Κλάιου. Ο καπετάνιος του καϊκιού εξάντλησε τα αγγλικά του: είκοσι κάτοικοι, χταπόδια, ψάρια, πέντε σπίτια, ιταλός επισκέπτης πληρώσει διαμονή Κλάιο. Οι νεαροί γέλασαν όταν ο Κλάιος διαπραγματεύτηκε την τιμή σε δραχμές· όπως και ο Μαρίνι, που είχε κιόλας πιάσει φιλίες με τους μικρότερους, ατενίζοντας την ανατολή του ηλίου πάνω σε μια θάλασσα λιγότερο σκοτεινή από ό,τι φαινόταν από ψηλά, ένα δωμάτιο φτωχικό και καθαρό, μια κανάτα νερό, μυρωδιά φασκόμηλου και ηλιοκαμένου δέρματος.
            Τον άφησαν μόνο για να πάνε να φορτώσουν το καΐκι και εκείνος, αφού πέταξε από πάνω του τα ρούχα του ταξιδιού για να βάλει μια βερμούδα και σανδάλια, άρχισε τις βόλτες στο νησί. Δεν υπήρχε ψυχή ακόμα, ο ήλιος ανακτούσε σταδιακά δυνάμεις και από τους θάμνους αναδυόταν μια ανεπαίσθητη μυρωδιά, ελαφρώς όξινη, αναμεμειγμένη με το ιώδιο του αέρα. Θα ήταν κοντά δέκα η ώρα όταν έφτασε στο βόρειο ακρωτήριο και αναγνώρισε τους περισσότερους κολπίσκους. Του άρεσε που ήταν μοναχός, αν και θα προτιμούσε να κολυμπάει στην αμμώδη παραλία· το νησί τον είχε κατακλύσει και τον κέρδιζε με την οικειότητά του, τόσο που δεν ήταν πλέον ικανός ούτε να σκεφτεί ούτε να επιλέξει. Το δέρμα του καιγόταν από τον ήλιο και τον αέρα όταν έβγαλε τα ρούχα του για να βουτήξει από ένα βράχο· το νερό ήταν κρύο και του έκανε καλό, αφέθηκε να παρασυρθεί από πλανερά ρεύματα μέχρι την είσοδο μιας σπηλιάς, ανοίχτηκε ξανά στη θάλασσα, γύρισε ανάσκελα, αποδέχτηκε τα πάντα σε μια πράξη συμφιλίωσης που ήταν επίσης ένα όνομα για το μέλλον. Ήξερε πλέον, δίχως την παραμικρή αμφιβολία, ότι δεν θα έφευγε ποτέ από το νησί, ότι με κάποιο τρόπο θα έμενε για πάντα στο νησί. Του ήρθε στο μυαλό ο αδελφός του, η Φελίσα, το ύφος τους όταν θα μάθαιναν ότι είχε μείνει σε μια ερημική βραχοκορφή, ζώντας από το ψάρεμα. Τους είχε ήδη ξεχάσει όταν έκανε αναστροφή και κολύμπησε προς την ακτή.
            Ο ήλιος τον στέγνωσε αμέσως· κατηφόρισε προς τα σπίτια όπου δύο γυναίκες τον κοίταξαν έκπληκτες πριν τρέξουν να κλειστούν σπίτι. Χαιρέτησε στο κενό και κίνησε προς τα δίχτυα. Ένας από τους γιους του Κλάιου τον περίμενε στην παραλία και ο Μαρίνι του έδειξε τη θάλασσα, προσκαλώντας τον. Ο νεαρός δίστασε δείχνοντας το υφασμάτινο παντελόνι και το κόκκινο πουκάμισό του. Έπειτα έτρεξε προς ένα από τα σπίτια και επέστρεψε σχεδόν γυμνός· έπεσαν μαζί στα χλιαρά νερά της θάλασσας που έλαμπε κάτω από τον ήλιο των έντεκα.
            Καθώς στέγνωναν στην άμμο, ο Ίωνας άρχισε να ονοματίζει τα αντικείμενα. «Καλημέρα», είπε ο Μαρίνι στα ελληνικά, και ο νεαρός διπλώθηκε στα δύο από τα γέλια. Έπειτα ο Μαρίνι επανέλαβε τις καινούργιες φράσεις και έμαθε στον Ίωνα ιταλικές λέξεις. Στον ορίζοντα, το καΐκι γινόταν ολοένα και πιο μικρό· ο Μαρίνι ένιωσε τώρα πως ήταν πραγματικά μόνος στο νησί, με τον Κλάιο και τους δικούς του. Θα άφηνε να περάσουν μερικές μέρες, θα πλήρωνε το δωμάτιο και θα μάθαινε να ψαρεύει· ένα απόγευμα, όταν πια θα γνωρίζονταν καλά, θα τους ζητούσε να μείνει και να δουλέψει μαζί τους. Σηκώθηκε, χαιρέτησε τον Ίωνα και κίνησε προς το λόφο. Η πλαγιά ήταν απότομη και σκαρφάλωσε απολαμβάνοντας το ανέβασμα, γυρνώντας πού και πού να κοιτάξει τα δίχτυα στην παραλία, τις μορφές των γυναικών που κουβέντιαζαν ζωηρά με τον Ίωνα και τον Κλάιο και τον κοίταζαν με την άκρη του ματιού τους, χαμογελώντας. Όταν έφτασε στην πράσινη κηλίδα, μπήκε σε έναν κόσμο που η μυρωδιά του θυμαριού και του φασκόμηλου γινόταν ένα με τη φωτιά του ήλιου και τη θαλασσινή αύρα. Ο Μαρίνι κοίταξε το ρολόι του και έπειτα, με μια χειρονομία ανυπομονησίας, το τράβηξε από τον καρπό του και το έβαλε στην τσέπη της βερμούδας. Δεν θα ήταν εύκολο να σκοτώσει τον παλιό του εαυτό, αλλά εκεί στα ψηλά, μεθυσμένος από τον ήλιο και την άπλα του χώρου, αισθάνθηκε ότι το εγχείρημα ήταν δυνατό. Βρίσκονταν στην Ξύρο, βρισκόταν εκεί όπου τόσες φορές στο παρελθόν είχε αμφιβάλει ότι θα μπορούσε μια μέρα να φτάσει. Αφέθηκε να πέσει ανάσκελα πάνω στις καυτές πέτρες, υπομένοντας τις αιχμές τους και τις πυρωμένες ράχες τους, και κοίταξε κάθετα τον ουρανό· από μακριά άκουσε το βούισμα ενός κινητήρα.
            Κλείνοντας τα μάτια είπε στον εαυτό του πως δεν θα κοιτούσε το αεροπλάνο, πως δεν θα επέτρεπε να τον μολύνει ο χειρότερος εαυτός του που για άλλη μια φορά θα περνούσε πάνω από το νησί. Αλλά με τα βλέφαρα κλειστά, φαντάστηκε τη Φελίσα με τους δίσκους, να σερβίρει εκείνη ακριβώς τη στιγμή τους δίσκους, και τον αντικαταστάτη του – ίσως ο Τζόρτζιο ή κάποιος καινούργιος από άλλη γραμμή, κάποιος που και εκείνος θα χαμογελάει καθώς θα σερβίρει μπουκάλια κρασί ή καφέ. Ανίκανος να αναμετρηθεί με τόσο παρελθόν, άνοιξε τα μάτια, ανασηκώθηκε και εκείνη τη στιγμή είδε το δεξί φτερό του αεροπλάνου, σχεδόν πάνω από το κεφάλι του, να γέρνει ανεξήγητα, την αλλαγή στον ήχο από τις τουρμπίνες και τη σχεδόν κατακόρυφη πτώση στη θάλασσα. Κατέβηκε τρέχοντας το λόφο, χτυπώντας στα βράχια και σκίζοντας το μπράτσο του στα αγκάθια. Το νησί τού έκρυβε το σημείο της πτώσης, αλλά έστριψε πριν φτάσει στην παραλία και από ένα μονοπάτι που συνάντησε μπροστά του, παρέκαμψε το πρανές του λόφου και βγήκε στη μικρότερη παραλία. Η ουρά του αεροπλάνου βυθιζόταν εκατό μέτρα πιο πέρα, μέσα σε απόλυτη σιγή. Ο Μαρίνι πήρε φόρα και βούτηξε στο νερό, ελπίζοντας ότι το αεροπλάνο θα ξανάβγαινε στην επιφάνεια· όμως δεν έβλεπε τίποτα περισσότερο από τη λευκή γραμμή των κυμάτων, μια κούτα από χαρτόνι να λικνίζεται παράλογα κοντά στο σημείο της πτώσης και προς το τέλος, όταν δεν είχε πια νόημα να συνεχίσει να κολυμπάει, ένα χέρι έξω από το νερό, μόνο για μια στιγμή, χρόνος αρκετός για να αλλάξει ο Μαρίνι πορεία και βουτώντας να αρπάξει από τα μαλλιά τον άνθρωπο ο οποίος αγωνίζονταν να γραπωθεί επάνω του και ρουφούσε ασθμαίνοντας τον αέρα που ο Μαρίνι τον άφηνε να εισπνέει δίχως να τον πλησιάσει υπερβολικά πολύ. Τραβώντας τον αργά, τον έσυρε ως την ακτή, σήκωσε στα χέρια το σώμα που ήταν ντυμένο στα λευκά και, ξαπλώνοντάς το στην άμμο, κοίταξε το γεμάτο αφρούς πρόσωπο, εκεί όπου ο θάνατος είχε εγκατασταθεί για τα καλά πλέον, καθώς αιμορραγούσε από μια τεράστια πληγή στο λαιμό. Σε τι θα μπορούσε να χρησιμεύσει μια τεχνητή αναπνοή, όταν σε κάθε σπασμό η πληγή φαίνονταν να ανοίγει ολοένα και περισσότερο και έμοιαζε με αηδιαστικό στόμα που καλούσε τον Μαρίνι, τον αποσπούσε από τη μικρή, ολιγόωρη ευτυχία του στο νησί, του φώναζε δυνατά, με το αίμα να αναβλύζει, κάτι που εκείνος δεν ήταν ικανός πλέον να ακούσει; Κατέφθασαν τρέχοντας οι γιοι του Κλάιου και πιο πίσω οι γυναίκες. Όταν έφτασε και ο Κλάιος, οι νεαροί είχαν περικυκλώσει το ξαπλωμένο στην άμμο σώμα, δίχως να μπορούν να καταλάβουν πού βρήκε τη δύναμη να κολυμπήσει ως την ακτή και να συρθεί αιμόφυρτος ως εκεί. «Κλείστε του τα μάτια», ζήτησε κλαίγοντας μια από τις γυναίκες. Ο Κλάιος κοίταξε προς τη θάλασσα, αναζητώντας κάποιον τυχόν επιζώντα. Αλλά όπως πάντα βρίσκονταν μόνοι πάνω στο νησί και το πτώμα με τα ορθάνοιχτα μάτια, ήταν το μόνο καινούργιο ανάμεσα σε κείνους και τη θάλασσα.

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Ο Χούλιο Κορτάσαρ αργεντινός συγγραφέας, γεννήθηκε στις Βρυξέλλες το 1914 και πέθανε στο Παρίσι το 1984. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους κορυφαίους λατινοαμερικανούς συγγραφείς και στους σπουδαιότερους μοντερνιστές του 20ού αιώνα. Στα ελληνικά κυκλοφορούν περί τα δέκα βιβλία του με σημαντικότερα τα Ιστορίες των κρονόπιο και των φάμα (μτφ. Ελένη Χαρατσή) και Το κουτσό (μτφ. Κώστας Κουντούρης). Το «La isla a mediodía» ανήκει στη συλλογή Pasajes (1976).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου