Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

TR3S MINIRRELATOS DE DINA GRIJALVA / Τ3ΙΑ ΜΙΚΡΟΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΤΙΝΑ ΓΚΡΙΧΑΛΜΠΑ

El dinosaurio en Culiacán

Cuando murió, el sicario ya no estaba allí.

Ο δεινόσαυρος στο Κουλιακάν

Όταν πέθανε, ο φονιάς δεν ήταν πλέον εκεί.


Cuestión de tiempo

Vivir en Culiacán y querer escribir una novela sería un disparate. Aquí nadie sabe cuándo le toca una bala. La única certeza es que cada día les toca a más de tres. Nadie podría estar seguro de poder terminar un texto extenso.
          Por eso he elegido la minificción.

Ζήτημα χρόνου

Το να ζεις στο Κουλιακάν και να θέλεις να γράψεις ένα μυθιστόρημα είναι σκέτος παραλογισμός. Εδώ κανείς δεν ξέρει πότε θα φάει μια σφαίρα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι καθημερινά την τρώνε πάνω από τρεις. Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα ολοκληρώσει ένα εκτεταμένο κείμενο.
          Γι’ αυτό επέλεξα τη σύντομη αφήγηση.


Me quieren cortar las alas

Desde que brotaron alas en mi espalda, me siento etérea; capaz de elevarme y volar. Desde que me brotaron alas me han querido encerrar. Me ofrecen un auto rojo, un empleo estable, un hogar ibídem, un puesto, una oficina, ¡qué sé yo!
          Todo me ofrecen. Por envidia a mis alas.

Θέλουν να μου κόψουν τα φτερά

Από τότε που βγήκαν φτερά στην πλάτη μου, αισθάνομαι αιθέρια· ικανή να ανυψωθώ και να πετάξω. Από τότε που μου βγήκαν φτερά βάλθηκαν να με κλειδαμπαρώσουν. Μου προσφέρουν ένα κόκκινο αυτοκίνητο, μια μόνιμη δουλειά, ένα σπίτι ibidem, μια θέση, ένα γραφείο, τι να σας λέω…
          Μου προσφέρουν τα πάντα. Επειδή ζηλεύουν τα φτερά μου.

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος



Η Dina Grijalva είναι μεξικανή συγγραφέας μικροδιηγημάτων. Διδάσκει λογοτεχνία στη Φιλοσοφική Σχολή του Αυτόνομου Πανεπιστημίου της Σιναλόα. To Κουλιακάν είναι η πρωτεύουσα της Πολιτείας της Σιναλόα και μια από τις πιο βίαιες πόλεις του Μεξικού λόγω του εμπορίου ναρκωτικών. Τα ως άνω μικροδιηγήματα προέρχονται από τη συλλογή Las dos caras de la luna (2012). 

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Espejo, de Harold Kremer / Καθρέφτης, του Χάρολντ Κρεμέρ

Espejo, de Harold Kremer
Cuando usted sale de su casa obsesionado con la idea de comprarse un espejo, se puede decir que ha dado por vez primera un gran paso en su vida. Pero si a más de dicha decisión descubre que no desea un espejo cualquiera, sino uno especial que se adapte a su temperamento, su carácter y su figura, se podría decir que usted sabe lo que quiere de la vida. Y si después de recorrer toda la ciudad, de pronto se descubre en un viejo barrio judío discutiendo el precio de un insignificante y carcomido espejo, usted pensará que la vida y el destino han sido pródigos al brindarle esa oportunidad. Y si al llegar a su casa con el espejo se va directo al baño, lo cuelga, lo cuadra y luego se mira durante un largo instante en él, tratando de encontrar su imagen que no aparece por ningún lado, entonces usted tendrá que aceptar la realidad de su muerte.

Harold Kremer es un escritor colombiano, nacido en Buga en 1955 y residenciado en Cali, ciudad en la que ha ejercido la enseñanza universitaria y la creación literaria. Su obra narrativa se ha enfocado fundamentalmente en el subgénero del minicuento. Junto a Guillermo Bustamante Zamudio fundó y dirigió Ekuóreo, la primera revista hispanoamericana de minicuento.


Καθρέφτης, του Χάρολντ Κρεμέρ

 

Σαν βγείτε από το σπίτι σας με την έμμονη ιδέα να αγοράσετε έναν καθρέφτη, μπορεί κανείς να πει πως κάνετε για πρώτη φορά ένα μεγάλο βήμα στη ζωή σας. Αλλά αν εκτός από αυτή την απόφαση, ανακαλύψετε ότι δεν επιθυμείτε έναν οποιοδήποτε καθρέφτη, παρά έναν ξεχωριστό που να ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία, τον χαρακτήρα και την κορμοστασιά σας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ξέρετε τι θέλετε στη ζωή σας. Κι αν αφού διατρέξετε όλη την πόλη, ξαφνικά βρεθείτε σε μια παλιά εβραϊκή γειτονιά να παζαρεύετε την τιμή ενός ασήμαντου και οξειδωμένου καθρέφτη, θα σκεφτείτε ότι η ζωή και το πεπρωμένο σας σάς φέρονται με γενναιοδωρία, προσφέροντάς σας αυτή την ευκαιρία. Κι αν, σαν φτάσετε στο σπίτι με τον καθρέφτη, πάτε κατευθείαν στην τουαλέτα, τον κρεμάσετε, τον ισιώσετε κι έπειτα κοιταχτείτε για αρκετή ώρα μέσα του, προσπαθώντας να βρείτε την εικόνα σας που δεν φαίνεται πουθενά, τότε θα πρέπει να αποδεχτείτε το γεγονός του θανάτου σας.  

 

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

 

Ο Χάρολντ Κρεμέρ είναι συγγραφέας από την Κολομβία, γεννημένος στην Μπούγα το 1955. Κατοικεί στο Κάλι, όπου διδάσκει στο Πανεπιστήμιο και συγγράφει. Έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το μικροδιήγημα. Μαζί με τον Γκιγέρμο Μπουσταμάντε Σαμούδιο ίδρυσαν το 1980 το Ekuóreo, το πρώτο περιοδικό στη Λατινική Αμερική αφιερωμένο στο μικροδιήγημα. O «Καθρέφτης» [Espejo] ανήκει στη συλλογή La noche más larga του 1984.



Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Congreso Internacional: Ecos y Resplandores Helenos en la Literatura Hispana / Atenas del 6 al 9 de septiembre de 2016

Διεθνές Συνέδριο Ελληνικοί απόηχοι και αναλαμπές στην Ισπανόφωνη Λογοτεχνία 16ος αι. - 21ος αι.
Congreso Internacional Ecos y Resplandores Helenos en la Literatura Hispana
Siglos XVI-XXI


Stoa tou Bibliou
6, 7, 8 y 9 de septiembre de 2016
Pesmazoglou 5 & Stadiou, Atenas (metro Panepistimio)





El congreso Ecos y resplandores helenos en la literatura hispana. Siglos XVI-XXI nace con la necesidad de recordar lo mucho que ha aportado la Hélade tanto en la literatura española como en la hispanoamericana, deudoras ambas de la tradición clásica, no sólo desde la intrínseca unidad que se crea entre mito y literatura, sino desde la filosofía clásica y la producción poética y narrativa en general.
La riqueza y complejidad de esta influencia han dado lugar a diferentes estudios, y es menester seguir ahondando en este campo para hacer nuevas propuestas y acoger nuevas perspectivas. Si bien la propuesta puede parecer totalizante, el objetivo de este congreso es promover la reflexión y el diálogo en torno a las manifestaciones del ingenio humano que tuvieron lugar en la Hélade, y en cómo éstas representaron una inagotable fuente de inspiración para la literatura hispana desde el Renacimiento hasta la actualidad. En este sentido, se reflexionará sobre la tradición, el encuentro de una y otra literatura, y la transformación o la perseverancia de los topoi.
El congreso Ecos y resplandores helenos en la literatura hispana. Siglos XVI-XXI ofrece más de 50 charlas y ponencias de académicos y escritores procedentes de todo el mundo que tendrán lugar en Stoa tou Bibliou (Pesmazoglou 5 & Stadiou, Atenas) del 6 al 9 de septiembre de 2016

ÁREAS TEMÁTICAS
Poesía, prosa, narrativa y teatro; la literatura y su relación con la filosofía y las artes plásticas.

LENGUAS DEL CONGRESO
Español y Griego (las charlas no contarán con traducción)

ACTIVIDADES COMPLEMENTARIAS
* Homenaje a Silva Pandou (pionera en la enseñanza del español como lengua extranjera en Grecia; Insignia de oro de la Universidad Internacional Menéndez Pelayo, 1983; Encomienda de la Orden de Isabel la Católica, 2007).
* Visitas guiadas por Atenas y sus alrededores.
* Veladas culturales.

COMITÉ CIENTÍFICO
Antonio Alvar (Universidad de Alcalá de Henares)
Consolación Baranda Leturio (Universidad Complutense de Madrid)
Fausta Antonucci (Università Roma Tre)
Andrés Eichmann (Universidad Mayor de San Andrés)
Vicente Fernández González (Universidad de Málaga)
Santiago Fernández Mosquera (Universidad de Santiago de Compostela)
Alfredo Fraschini (Universidad de Villa María)
Francisco García Jurado (Universidad Complutense de Madrid)
Fernando García Romero (Universidad Complutense de Madrid)
Margaret Greer (Trinity College of Arts and Sciences. Duke University)
Guisseppe Grilli (Università di Roma)
Teodoro Hampe Martínez (Universidad Nacional Mayor de San Marcos)
Víctor Ivanovic (Universidad Aristóteles de Salónica. Profesor emérito)
Eleni Leontaridi (Universidad Aristóteles de Salónica)
Sebastian Neumeister (Universidad de Berlín)
Pedro Ruiz Pérez (Universidad de Córdoba, España)
Marcela Suárez (Universidad de Buenos Aires)

ASISTENCIA Y ENTRADA
La asistencia como oyente al congreso es gratuita para aquellos oyentes que no deseen certificado.
Los oyentes que deseen certificado, podrán inscribirse el primer día del congreso abonando el importe de 25 €.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

Gonzalo Torrente Ballester σε μετάφραση Νίκου Πρατσίνη

Μια γυναίκα που ξεφεύγει μέσα από τα τούνελ

 



Εμφανίσθηκε στον καθρέφτη αναπάντεχα (πέρα από το κρύσταλλο, πέρα και από τη ζωή), απρόσμενη και απρόβλεπτη. Πρόβαλε με το πρόσωπό της ρημαγμένο, σχεδόν παραμορφωμένο, μια παραμόρφωση που έκφραζε τρομάρα μάλλον, παρά φρίκη, κρίνοντας από τα μάτια της, κρίνοντας από τις γωνίες του στόματός της, κρίνοντας από ό,τι  έδειχνε το τσιτωμένο δέρμα της. Και ήταν μια οπτασία φευγαλέα: το χρονικό διάστημα, ίσα-ίσα, που ήταν αναγκαίο για να πω μέσα μου πως όφειλα να την ακολουθήσω ή πως όφειλα, τουλάχιστον, να φανταστώ τη διαδρομή της - από πού και προς τα πού - όμως η ελάχιστη παραμονή στον καθρέφτη ενός προσώπου εμβρόντητου και εκστατικού δεν συνιστά στοιχείο που να επιτρέπει ικανοποιητικές υποθέσεις, ούτε καν καθησυχαστικές, θα έλεγα. Ερχόταν μέσα από τα τούνελ και μέσα από τα τούνελ ξέφευγε, ποια, όμως, τούνελ ήταν αυτά; Όσο για τους λόγους, τρεις θα μπορούσε κανείς να φανταστεί: πως, κατά κάποιο τρόπο, δεν ήταν αυτή η ίδια, πως, κατά κάποιο τρόπο, ήταν αυτή, καθώς και αυτά τα ίδια τα τούνελ. Είναι φοβερά λογική, φοβερά εύλογη η φυγή από τα τούνελ, η φυγή μέσα από τα τούνελ, η φυγή από το φόβο εισχωρώντας ακόμη πιο πολύ μέσα του, η φυγή προς τα εμπρός, όπως λέγεται, αλλά εδώ, ίσως, να πρόκειται για κάτι το εντελώς διαφορετικό, ίσως να μην μπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στη γυναίκα στην οποία ανήκε το πρόσωπο, να μην μπορεί ν αποδοθεί στην πολύ πιθανή περίπτωση το πρόσωπο  εκείνο να βρισκόταν σε μια σχέση αντιστοιχίας, κατά πώς είθισται (πράγμα, κατά κάποιο τρόπο, αξιέπαινο, κατά τα άλλα), προς ένα σώμα ολόκληρο, εξ ολοκλήρου τρομαγμένο, αν και όχι κατ’ ανάγκην τρομακτικό. Πιο σωστό, μάλιστα,  είναι να δεχθεί κανείς το αντίθετο, γιατί και το πρόσωπο μόνο τρομαγμένο δεν ήταν, λαμβάνοντας δε υπ΄ όψιν και το ύψος στο οποίο βρισκόταν ο καθρέφτης, μάλλον αντιστοιχούσε σε μια γυναίκα ευσταλή. Θα μπορούσε κανείς να μου αντιτείνει πως ίσως να είχε σκαρφαλώσει σε κάποιο σκαμνί, όποιος, όμως, έχει εμπειρία από τούνελ, ξέρει πως δεν έχουν σκαμνιά, εκτός από εκείνα που έχουν τοποθετηθεί επίτηδες για να πέφτει όποιος πάει να φύγει. Η γυναίκα, όμως, δε σκόνταψε. Έφυγε τρέχοντας. Είχε εμφανισθεί από τα δεξιά και εξαφανίσθηκε από τα αριστερά. Όμοια με αστραπή, που ερχόταν από τα ανατολικά.
    Όλα όσα λένε τώρα, πως ακούστηκαν συνταρακτικά τα βήματά της, το ξέφρενο τρεχαλητό της… ε λοιπόν, η αλήθεια είναι πως δεν ακούστηκαν, σημειωτέον δε πως του λόγου μου αφουγκραζόμουν προσεχτικά μήπως και από το θόρυβο ήταν δυνατόν να βγει, αν όχι κάποιο συμπέρασμα, τουλάχιστον κάποια άκρη. Τίποτα. Μάλλον δε φορούσε παπούτσια και έτρεχε σε μαλακό έδαφος. Θα ήταν τρομακτικό αν, η κακομοίρα η γυναίκα, μέσα σε όλα τα άλλα, έπρεπε και να αδράχνει σφιχτά τα πόδια της, σαν ψάρι πιασμένο στ’ αγκίστρι, δίχως να μπορεί να ξεφύγει: κάτι που θα έπρεπε να με ανησυχεί, γιατί κανείς δεν τρέχει να φύγει για το κέφι του αλλά για κάποιο λόγο και παρά την επιθυμία του, χωρίς, βέβαια, να λείπουν και εκείνοι που είναι εκ φύσεως επιρρεπείς προς τη φυγή. Η τελευταία αυτή υπόθεση ήταν και κείνη που με έκανε να πάρω την απόφαση και να την ακολουθήσω, εκείνη που έδωσε την τελική ώθηση στη θέλησή μου. Είχε διαβεί τον καθρέφτη, κάτι που είναι είτε αδύνατον είτε πανεύκολο, το οποίο, όμως,  είναι ίδιον ελαχίστων ανθρώπων, μιας παράξενης κοινότητας ατόμων που αναγνωρίζονται αμέσως, όπως είναι όσοι ανήκουν σε άλλες μαφίες, σε άλλες ελίτ, σε άλλες αδελφότητες αλληλοϋποστήριξης. Όπως, είναι, παραδείγματος χάριν, κάποιος που έρχεται για επίσκεψη και, δείχνοντάς του τον καθρέφτη, τον προσκαλούμε να περάσει. Αν δεν είναι κάποιος από τους δικούς μας (πράγμα ασυνήθιστο) κοιτά λες και δεν τολμά να κοιτάξει, ωσάν λωλός ή ηλίθιος. Τον βγάζουμε από τη δύσκολη θέση, λέγοντας: «Α!… έχω χαζέψει τελείως! Μπέρδεψα τον καθρέφτη με την πόρτα!». Αν τον διαβεί, όμως, εγώ τον ακολουθώ.
    Ο χρόνος που έχει κυλήσει από τη στιγμή που άρχισα την αφήγησή μου ίσαμε τώρα ακριβώς είναι αρκετά περισσότερος από το χρόνο που καταναλώθηκε σε λογικούς συλλογισμούς και αποφάσεις οπότε, σε αυτό το σημείο της αφήγησής μου, εγώ είχα ήδη πια ορμήσει μες στα ολοσκότεινα τούνελ, βγαίνοντας από τον καθρέφτη, προς τα αριστερά (τα αριστερά μου). Το έδαφος δεν είχε γλίτσα, ούτε καν λάσπη, ήτανε λείο και σκληρό. Επιπλέον, μόλις πάτησα τα πόδια μου και κοίταξα προς τα αριστερά, μου φάνηκε πως όχι μόνον είδα κάτι σαν την υποψία μιας λάμψης αλλά και πως άκουσα και κάτι σαν τα βήματα γαζέλας που τρέχει να φύγει. Δεν προσάρμοσα τα δικά μου στο ρυθμό ούτε και την περπατησιά του κυνηγού, για να μη με φοβηθεί  και μεγαλώσει η τρομάρα ή η γρηγοράδα της. Αντίθετα, αυτό που έκανα ήταν να υπολογίσω το εύρος των βημάτων της, μέσω μιας δύσκολης αν και γρήγορης εξίσωσης, στην οποία φρόντισα να υπεισέρχονται τα δεδομένα σχετικά με την απόσταση, το χρόνο και τον ήχο και, αφού κατέληξα σε ακριβή εξαγόμενα, να ρυθμίσω τα δικά μου στο απαραίτητο άνοιγμα για να φθάσω τη γυναίκα που είχε τραπεί σε φυγή προτού φθάσει σε κάποιον τόπο που αγνοούσα, αν βέβαια, προέκυπτε η ανάγκη να τη φθάσω, αν το επιθυμούσα ή αν, λόγω αυτού που μαθηματικοί αποκαλούν αμελητέο σφάλμα, την έφθανα άθελά μου.
    Η φύση του φωτός που έβλεπα ή πίστευα πως έβλεπα δεν ήταν εύκολο να προσδιορισθεί επακριβώς, γιατί, αν και αρχικά εμφανίσθηκε ως μια απλή και μακρινή λάμψη (ενός ήλιου, για παράδειγμα, εκατομμύρια έτη φωτός μακριά), καθώς προχωρούσα, και χωρίς να ξέρω για ποια αιτία, μου σφηνώθηκε στο μυαλό πως επρόκειτο για φως εξ αντανακλάσεως, που κάπως έφθανε μέχρις εμένα χάρη σε αναρίθμητους τοίχους που το έστελναν ο ένας στον άλλον. Εντάξει, ίσως να υπερβάλλω κάπως λέγοντας πως ήταν αναρίθμητοι, οπωσδήποτε όμως ήταν πολλοί. Έτσι, έφθανε τόσο εξασθενημένο, που μπορούσε κανείς να το εκλάβει ως τη λάμψη από ένα άστρο πιθανόν πια νεκρό, όπως λένε πως είναι κάποια από αυτά που βλέπουμε ακόμα. Γιατί, πώς θα ήταν, άραγε, το φως της Γης σε κάποια από εκείνες τις νύχτες όπου θα ήταν αυτή το μόνο άστρο που θα έλαμπε; Προσωπικά, πιστεύω πως δε θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για φως, με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά για προαίσθηση, ψευδαίσθηση ή πόθο. Παρ’ όλα αυτά, ήταν αρκετό για να μαντέψω, αρκετά μακριά από μένα, τη γοργή σκιά μιας γυναίκας τρομοκρατημένης, ίσως, βέβαια, όχι και τόσο τώρα πια, γιατί, αν λόγω κάποιου αναπόφευκτου φαινομένου είχε φθάσει να προαισθάνεται τα βήματά μου, είναι πάντα λιγότερο τρομερό να ξέρεις πως βρίσκεται στο κατόπι σου κάποιος παρά τίποτα ή κανείς. Σε σχέση με το τελευταίο επιτρέψτε μου να καταθέσω μια προσωπική εμπειρία. Τίποτα και κανείς δε βρίσκεται στο κατόπι μου, όμως εγώ δεν μπορώ να απαλλαγώ ποτέ από το φόβο. Μονάχα το τίποτα είναι χειρότερο από το κανείς. Να υπάρχει, άραγε, κάτι χειρότερο από το τίποτα;
     Το τούνελ σχημάτισε ξαφνικά μια γωνία και να!… η λάμψη – η φωταύγεια θα έπρεπε πια να λέω – θαρρείς και δυνάμωσε μια στάλα, που αρκούσε, όμως, για να αντιληφθώ πως ο αριθμός των τοίχων ανάκλασης είχε μειωθεί σε έναν. Αυτόν, μου τον έκρυβε μια ακόμη γωνία και, παρότι εξακολουθούσα να ακούω ένα είδος ρυθμικού θροΐσματος, που πίστευα πως ήταν τα βήματά της, δεν κατόρθωνα να δω εκείνη τη σκιά, την πιο σκοτεινή από τις υπόλοιπες, που θεωρούσα πως θα ήταν η σιλουέτα της. Δε θορυβήθηκα, όμως, γιατί είχε αλλάξει το σχέδιο των τούνελ και, αντί να διαγράφουν ευθείες, τώρα ήταν δαιδαλώδη, σχηματίζοντας ορθές γωνίες, σχεδόν τέλειες, από τις οποίες, μόλις έστριβες, είχες πρόσβαση σε ένα φως όλο και πιο δυνατό, αν και αμυδρά ορατό. Μέχρις ότου, εντελώς αναπάντεχα, βρέθηκα μπροστά σε κάτι που μου φάνηκε σαν άβυσσος, γιατί η λάμψη, αντί να φαίνεται μπροστά, φαινόταν πως ήταν εκεί κάτω, πολύ μακριά – το χρονικό διάστημα ήταν ίσα-ίσα το απαραίτητο για να το αντιληφθώ, να κοντοσταθώ και να μην πέσω. Λίγα δευτερόλεπτα στάθηκαν αρκετά για να μαντέψω, πλάι στα πόδια μου, μια σκάλα, την οποία συνειδητοποίησα ταυτόχρονα με ένα βουητό σαν από ξύσιμο, λες και γλιστρούσε κάτι ανάμεσα σε δυο λεπτά στρώματα αέρα. Βάζοντας λίγο παραμπρός το πόδι μου, ανιχνευτικά, κατάλαβα πως ήταν η σκάλα εν κινήσει και, αν και προς στιγμήν τρόμαξα, αναθυμήθηκα τα ιπτάμενα χαλιά και το φυλλοκάρδι μου γαλήνεψε κι αναθάρρησε, γιατί έκανα τη σκέψη πως, όσο κινείται και πετάει ένα χαλί, άλλο τόσο μπορεί να κινείται και να πετάει και μια σκάλα. Αλλά και αν δεν το είχα εκλογικεύσει, πάλι τίποτα δε θα άλλαζε, γιατί το ένιωσα, ένιωσα να παρασέρνομαι προς τα κάτω, προς το τετράγωνο της λάμψης, όλο και πιο έντονης καθώς πλησίαζα, αρκετής για να δω τη σκιά που είχα πάρει στο κατόπι να γλιστρά προς το μέρος από όπου προερχόταν το φως. Δεν μπόρεσα να επισπεύσω την κάθοδο γιατί η σκάλα με οδηγούσε με το δικό της το ρυθμό, γαλήνιο και ομοιόμορφο, σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που ίσως να είναι και σφάλμα να τον αποκαλώ ρυθμό: ήταν ένα θρόισμα χωρίς κορυφώσεις και κοιλιές, χωρίς παύσεις, χωρίς οποιοδήποτε ηχητικό στοιχείο που θα επέτρεπε να ορίσει κανείς τις συνιστώσες ενός ρυθμού.
    Ένιωσα ξαφνικά να με απιθώνουν σε ένα ακίνητο δάπεδο. Το τετράγωνο της λάμψης εξακολουθούσε να είναι μπροστά, το φως που το δημιουργούσε ερχόταν από τα δεξιά. Ανακάλυψα ένα ακόμη τούνελ, το ανακάλυψα τη στιγμή που η σιλουέτα – δεν ήταν πια σκιά – της γυναίκας χανόταν σε μια γωνία. Και, μη με ρωτήσετε το γιατί, ένιωσα μια απέραντη χαρά διαπιστώνοντας πως στον τοίχο υπήρχε η προβολή μιας σκιάς της, χαρά περισσότερο γιατί θυμόμουν πως είχα αντιληφθεί κάτι παρά από το ίδιο το γεγονός. Ήταν, τουλάχιστον, ένα σώμα, δεν ήταν μια ψευδαίσθηση. Η σκιά εκείνη με έβγαλε από μια κατάσταση κάπως σαν ονειροφαντασία, στην οποία πίστευα πως είχα περιέλθει, και μου επέτρεψε να πατήσω γερά σε μια πραγματικότητα που έδειχνε πιο στερεή από την πραγματικότητα του φόβου και της ελπίδας.
    Στον τοίχο υπήρχε και η προβολή μιας δικιάς μου σκιάς και στράφηκα για να το επιβεβαιώσω. Αν και φευγαλέα, είδα τη σιλουέτα μου στον τοίχο. Καθώς, όμως, έστριβα στην κοντινή γωνία, βρέθηκα μπροστά σε έναν εκθαμβωτικό διάδρομο, που στο άκρο του, που ήταν σιμά, φαίνονταν φώτα ή, τουλάχιστον, κάποιο φως που δεν ήταν αντανάκλαση - τίποτα δεν αντανακλούσε πάνω σε τίποτα - και που τώρα πια διαδιδόταν δίχως να μεσολαβούν τοίχοι. Τα τελευταία σκαλιά, το τελευταίο τμήμα, τα είδα πολύ καθαρά: με άφησαν σε μια απέραντη αποβάθρα, μία ακόμη αποβάθρα εν μέσω άλλων, αριστερά και δεξιά, ων ουκ εστίν αριθμός, που τις οριοθετούσαν σκιές, πράγμα που εξηγούσε την περιφορά αυτού που ήταν, πιθανότατα, ένα τετράγωνο, όσο παράλογο και αν ήταν κάτι τέτοιο. Διαισθανόμουν κάτι όσον αφορά τη μορφή του, αν και χωρίς να πολυεμπιστεύομαι τη διαίσθησή μου. 
    Η γυναίκα με το τρομαγμένο πρόσωπο βρισκόταν μπροστά μου, όχι κοντά, όσο, όμως, ήταν αρκετό για να τη δω και να διαπιστώσω πως, αν εγώ ήμουν από σάρκα και οστά, άλλο τόσο ήταν και αυτή. Το αν ήμουν από σάρκα και οστά, ήταν, βέβαια, αμφισβητήσιμο ή θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, τουλάχιστον από μένα, καθώς ήμουν συνηθισμένος σε προβολές μου εκτός του εαυτού μου, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από όλες μου τις ιδιότητες αλλά που ήταν απολύτως άυλες. Η αυτόβουλη εξακόντιση του ατόμου μου σε κάθε λογής ταξίδι και περίπλου – κάτι που έμοιαζε, σε γενικές γραμμές, με ό,τι μόλις είχα πραγματοποιήσει χωρίς να το έχω καλοσκεφτεί – πάντα κατέληγε στη μέγγενη του φόβου ή του πόθου: γιατί τάχα να μην είναι και τα άτομα που συναντούσα στο διάβα μου και αυτά εκτός του εαυτού τους, εξίσου άυλα με μένα. Η δοκιμή της σκιάς, που πριν τη θεωρούσα αδιαμφισβήτητη, άμα κανείς την καλοεξετάσει δεν είναι, γιατί κανένας δεν έχει αποδείξει πως μια σκιά δεν μπορεί να δημιουργήσει μιαν άλλη και αυτή μια τρίτη, έπ’ άπειρον, με την τελευταία να πέφτει σε έναν τοίχο ή ένα δάπεδο. Αντιλήφθηκα, εντούτοις, πως θα ήταν ανάγκη να αντιπαρέλθω το ταχύτερο δυνατόν αυτό το βυζαντινισμό, στον οποίο θα μπορούσα να εγκλωβιστώ ανάμεσα σε ανούσια επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα χωρίς τελειωμό, πολλώ δε μάλλον όταν πια βρέθηκα να ατενίζω, αρκετά έκπληκτος, τη γοργή διέλευση ενός τρένου ανάμεσα από δυο αποβάθρες, χωρίς όμως η ταχύτητα να μου επιτρέπει να εξακριβώσω αν είχε ή δεν είχε κόσμο.  Η αλήθεια είναι πως αυτό με ενδιέφερε δευτερευόντως και εντελώς θεωρητικά, αυτή, όμως, η ελαφρά ανησυχία, αν μπορεί κανείς να την αποκαλέσει έτσι, εξαφανίσθηκε βλέποντας, στην πιο κοντινή αποβάθρα στα δεξιά μου, να μπαίνει ένα τρένο που ερχόταν από πίσω, το οποίο αντιλήφθηκα μονάχα από το χτύπημα του αέρα στο μάγουλο και την πρόσκρουση του βουητού των τροχών στο τύμπανο του αυτιού μου. Το κοίταξα. Ήταν και αυτό κατάφωτο. Τα πρώτα βαγόνια είχαν κόσμο. Καθισμένοι άνθρωποι που σε κοιτούσαν, όρθιοι που στηρίζονταν ο ένας πάνω στον άλλο. Ακίνητοι όμως. Η πρώτη λέξη με την οποία ανταποκρίθηκε το συνειδητό μέρος της ύπαρξής μου στο θέαμα ήταν «νεκροί», έστω και αν, στη συνέχεια, ήταν γραφτό της να υποχωρήσει μπροστά στην πολύ πιο καθησυχαστική έκφραση «κούκλες στη βιτρίνα». Και αυτό, δίχως να κάτσω και να σκεφτώ πώς γινόταν και, τέτοια ώρα που ήταν, ένα τρένο ταξίδευε κατάφορτο με κούκλες στα μισά του βαγόνια και αδειανό στα υπόλοιπα. Από το πρώτο αδειανό βαγόνι, που είχε σταματήσει στο ύψος της γυναίκας, βγήκε ένας ένστολος, με ένα γαλάζιο πηλίκιο, με κάτι μηχανικό στις κινήσεις του, που με ένα χέρι άκαμπτο έδειξε στη γυναίκα την ανοιχτή πόρτα. Αυτή μπήκε. Στη συνέχεια, με κοίταξε και, χωρίς να πλησιάζει, μου έδειξε την πιο κοντινή πόρτα. Με το που μπήκα έκλεισαν και το τρένο ξεκίνησε: αργά στην αρχή και ύστερα με τέτοια ταχύτητα, που δεν μπορούσα να διαβάσω τα μεγάλα γράμματα των διαφημίσεων που ήταν ζωγραφισμένες στους τοίχους του τούνελ: μεγάλα κόκκινα ορθογώνια με κίτρινα γράμματα μέσα και με ζωγραφισμένο ένα μωρό ή ένα κομπιουτεράκι. Η προσοχή μου δεν έμεινε στραμμένη για πολύ στους τοίχους γιατί, μέσα από τα τζάμια, ανακάλυψα τη γυναίκα, στο βαγόνι που ήταν πίσω από το δικό μου, στριμωγμένη σε μια γωνία, ίσως και καθισμένη ανακούρκουδα. «Ωραία – είπα μέσα μου – αν γίνει τίποτα, μπορώ να τη βοηθήσω λίγο και, πού ξέρεις, ακόμη και να τη φέρω στο βαγόνι μου». Περάσαμε δυο-τρεις σταθμούς, εξίσου μεγάλους και ανοικονόμητους με τον πρώτο, εξ όψεως τουλάχιστον, χωρίς να σταθούμε, ψυχή δεν υπήρχε. Πιστεύω πως το τρένο σταμάτησε στον τέταρτο σταθμό. Υπήρχε κάποιος. Άνοιξε η πόρτα του βαγονιού όπου ήταν η γυναίκα και μπήκε ένας άντρας με μαύρη στολή - έδειχνε να βρίσκεται σε πένθος, με ένα μεγάλο χαρτονένιο κουτί το οποίο, αν και είχε τετράγωνο σχήμα, όχι μόνο θα μπορούσε κάλλιστα να περιέχει αλλά και έδειχνε να περιέχει ένα στρογγυλό αντικείμενο, που από το σχήμα του κάτι αχνοδιακρινόταν, κάτι σαν πελώριος τροχός. Πάνω που τέλειωνε η εξέταση στην οποία το είχα υποβάλει, βρεθήκαμε να τρέχουμε ξανά μέσα από σκοτεινά τούνελ, ανάμεσα από δυσανάγνωστες διαφημίσεις, όμως ο θόρυβος δεν ήταν δυνατός. Άλλοι τρεις-τέσσερις σταθμοί και άλλη μια στάση: στο τρένο μπήκε ένα υποκείμενο, καθ’ όλα όμοιο με το πρώτο, αν εξαιρέσει κανείς ότι το μέγεθος του κουτιού ήταν μικρότερο και, λίγο αργότερα,  και ένα τρίτο, αυτό, όμως, χωρίς κουτί. Κρατούσε ένα μεγάλο μπουκέτο με γαλάζια λουλούδια, ίσως και να ήταν ένα μονάχα τεράστιο γαλάζιο λουλούδι, που έφερνε προς το μωβ, άμα το καλοεξέταζες, και που όλα στην όψη του μαρτυρούσαν πως δεν είχε μεγαλώσει σε κήπο, με ένα συρμάτινο δίχτυ να διασφαλίζει πως δε θα έδειχνε κατσιασμένο.  Το περιβάλλανε παρόμοια λουλουδάκια, όμοια με γουρουνάκια γύρω από τη γουρούνα τους (Γιατί να μου έρθει στο νου αυτή η εικόνα, εμένα που δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου ούτε γουρούνα ούτε γουρουνάκια; Ας είναι…). Δεν ξεκολλούσε ούτε στιγμή από το μπουκέτο του, ούτε και οι άλλοι  από τα κουτιά τους. Το περίεργο δε ήταν πως δε μιλούσαν, αν και μοιάζανε να είναι αδέρφια, κρίνοντας, τουλάχιστον, από τα ρούχα τους, όχι όμως σαν κάποιοι που αγνοούν ο ένας τον άλλον, αλλά σαν άνθρωποι που τηρούν σιγή λόγω σεβασμού.   
    Περάσαμε μερικούς σταθμούς ακόμα, όλους έρημους, και όταν σταματήσαμε ξανά, οι αποβάθρες έσφυζαν από κόσμο με αμφίεση πένθους, κυρίους με φράκο και ημίψηλο: για να είμαι σαφής, δεν φορούσαν όλοι φράκο και ημίψηλο, αλλά κάποιοι φράκο και κάποιοι άλλοι ημίψηλο. Αυτές οι αμφίεσεις θα έπρεπε να συμβόλιζαν κάποια ιεραρχική διαφορά, γιατί αυτοί με το φράκο μπήκαν πρώτοι στο βαγόνι της γυναίκας, ενώ οι άλλοι τους χαιρετούσαν βγάζοντας τα ημίψηλα και, μόλις αυτοί μπήκαν στο βαγόνι, εκείνοι που είχαν ήδη μπει τους έκαναν μια υπόκλιση, υπερβολική κατά την κρίση μου: είναι προφανές πως αυτό που προσπαθώ να καταστήσω κατανοητό είναι ότι ο κάθε ένας τους έκανε κι από μια υπόκλιση και όχι ότι όλοι έκαναν την ίδια, πράγμα που θα ήταν όχι μόνον παράλογο αλλά και ακατανόητο, όσο και αν ήταν πανομοιότυπες και ταυτόχρονες οι υποκλίσεις. Πήραν θέσεις στοιχιζόμενοι στη μια και την άλλη πλευρά του βαγονιού: στριμώχνονταν αν και χωρίς να ξεφεύγουν από τα όρια της κοσμιότητας και, οπωσδήποτε, χωρίς να μιλούν. Εκείνοι που κρατούσαν λουλούδια η κουτιά εξαφανίσθηκαν πίσω από αυτή τη μάζα των σκοτεινών καθωσπρέπει κυρίων. Όσο για τη γυναίκα, δεν την έχασα από τα μάτια μου και ανάσανα ήρεμα όταν διαπίστωσα πως εξακολουθούσε να είναι στη γωνιά της, αν και με αρκετές σειρές από φράκα μπροστά της: κατά πάσαν πιθανότητα, από τη θέση όπου είχε εγκατασταθεί, ακόμη και αν δεν έβλεπε, από αυτούς που ήταν στη μια ομάδα, τίποτα παραπάνω από μια σειρά από πολυάριθμους σβέρκους, από την απέναντι θα πρέπει να έβλεπε οπωσδήποτε μια σειρά από πολυάριθμα ημίψηλα.
    Το ανθρωπομάνι της αποβάθρας έδειχνε να έχει αραιώσει. Δεν αναρωτήθηκα πώς είχε χωρέσει τόσος κόσμος σε ένα μονάχα βαγόνι, γιατί αυτό που έμενε στην αποβάθρα δεν έπαυε να μου κινεί την προσοχή. Ήταν ένα αντικείμενο που σήμερα δεν είναι πλέον εν χρήσει, αλλά που πριν από μισόν αιώνα το έβλεπε κανείς στους δρόμους με μια συχνότητα θλιβερή, όχι λόγω του αντικειμένου αυτού καθεαυτού αλλά λόγω της λειτουργίας του, μακάβριας πλην αναγκαίας και, εξάπαντος, αξιέπαινης. Με μια λέξη (ή εν ολίγοις), επρόκειτο για μια νεκροφόρο άμαξα της εποχής κατά την οποία κυριαρχούσε – σχεδόν ομόφωνα - η πεποίθηση πως δεν νοείτο αξιοπρεπές επιστέγασμα για έναν θάνατο αν δεν περιστοιχιζόταν από μια πομπή αλόγων, κάτι που επινοήθηκε στη Γαλλία από το Λουδοβίκο το ΙΔ’, συν όλα τα υπόλοιπα, που επινοήθηκαν από το Λουδοβίκο τον ΙΕ’: μπορεί κανείς να εκτιμήσει τις διαφορές μόνον αν εντρυφήσει στις λεπτομέρειες, εν πάση περιπτώσει, όμως, τα άλογα έφεραν λοφία με μαύρα φτερά, οι ηνίοχοι και οι πεζοί ιπποκόμοι τους επενδύτες και τρίκωχα, ενώ το κυρίαρχο χρώμα ήταν το χρυσαφί σε μαύρο φόντο. Χαράς ευαγγέλια… όλοι αυτοί οι καταρράκτες χρυσού μετά από τόσο πένθος! Έκανα τη σκέψη πως αυτό το μεγαθήριο, με τα άλογα της και το απαραίτητο για αυτήν προσωπικό, θα πρέπει να βρισκόταν εκεί καθ’ οδόν για κάποιο μουσείο ταφικών εθίμων… και όμως: ο ηνίοχος έκανε μια στράκα με το μαστίγιο του και τράβηξε τα γκέμια, η άμαξα άρχισε να κινείται και, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω πώς, όχι μόνον μπήκε από την πόρτα του βαγονιού – ολοφάνερα μικρή – αλλά και εγκαταστάθηκε σε εκείνον εκεί το διάδρομο που είχε, κατά κάποιο τρόπο, δημιουργήσει η ομάδα με τα φράκα,  εν είδει χωρίσματος, ίσως και αβύσσου, από την ομάδα με τα ημίψηλα. Δε φταίω εγώ που άρχισα να αμφιβάλλω για το αν ήμουν στα καλά μου, αν και η αμφιβολία ήταν συνεχώς παρούσα ευθύς εξαρχής, γιατί αμέσως αντιλήφθηκα πως, όσο και αν αυτό αντέβαινε στους νόμους των στερεών σωμάτων, όλα αυτά βρίσκονταν μέσα, ο κόσμος ήταν ήσυχος και τα άλογα ήρεμα: θα έλεγε κανείς πως είχαν αποκοιμηθεί ξαφνικά. Η γυναίκα εξακολουθούσε να είναι στη γωνιά της. Από την έκφρασή της κατάλαβα πως το πνεύμα της βρισκόταν υπό την επενέργεια κάποιας σημαντικής μεταλλαγής: δεν ξέφευγε πλέον, αποδεχόταν. Και αυτό με έκανε να τιναχτώ και να έρθω στα συγκαλά μου, καθώς αντιλήφθηκα πως αυτό που αποδεχόταν ήταν ο ίδιος ο θάνατός της: γιατί όλα εκείνα τα πένθιμα και αξιοσέβαστα συμπράγκαλα, στα οποία είχαν μόλις προσθέσει ένα απέριττο, μακρόστενο σχεδόν, φέρετρο, είχαν αυτήν ως αποδέκτη. Και τότε ήταν η στιγμή που άνοιξα την πόρτα ανάμεσα στα βαγόνια, η στιγμή που σίμωσα κοντά της με αμέτρητες προφυλάξεις και αργοπορίες, εντελώς ασυμβίβαστες με τη βιάση μου να την αδράξω και να τη βγάλω από κει. «Ελάτε!», της είπα, σφιχτοκρατώντας την από το χέρι, ενώ την τραβολογούσα και έμπαινα μπρος από το κορμί της, γυρεύοντας ταυτόχρονα την έξοδο. Κανείς δεν μας εμπόδισε, μόλις όμως βρέθηκε στο άλλο βαγόνι, με ρώτησε: «Τι είναι αυτό που θέλετε; Γιατί το κάνατε αυτό;». «Δεν βλέπετε πως πορεύεστε προς το θάνατό σας;». «Ναι, το έχω πλέον αντιληφθεί αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση». «Θα σας βγάλω από δω!». Λούφαξε σε μια γωνιά, φοβισμένη. «Όχι, όχι. Δεν μπορείτε να κάνετε κάτι τέτοιο. Είναι τόσοι άνθρωποι, δεν τους σκέφτεστε καθόλου; Δείτε τους. Το μόνο που προσμένουν είναι να τοποθετηθεί το φέρετρο στην άμαξα για να μπω μέσα. Θα νιώσουν ευτυχείς». «Δεν καταλαβαίνετε, όμως, πως όσο ετούτοι βρίσκονται εδώ για αυτό, άλλο τόσο βρίσκομαι και εγώ για να το εμποδίσω;». «Όχι, δε γίνεται. Είναι πολύς κόσμος. Κοιτάχτε. Αυτή τη στιγμή σταματάμε για να μπουν οι παπάδες. Δεν μπορώ να απογοητεύσω τους παπάδες». Όντως. Το τρένο κοντοζύγωνε, αργά, σε μια ομάδα από άλλες τρεις μαύρες μορφές που το πρόσμεναν σε άλλην αποβάθρα. Οι πόρτες άνοιξαν για να μπουν. Εγώ κράτησα σφιχτά τη γυναίκα, σέρνοντάς την σχεδόν: οι πόρτες έκλεισαν πάνω στο κορμί της και, χάρη στο γεγονός ότι τα πόδια μου είχαν στηριχτεί γερά στο έρημο δάπεδο, το τρένο ούτε με παράσυρε ούτε και μου την πήρε μαζί του. Απόμεινε στην αγκαλιά μου, ξεμαλλιασμένη και, τελικά, στηρίχτηκε πάνω μου και άρχισε να κλαίει. Το τρένο βυθιζόταν στα έγκατα των τούνελ - της νύχτας ήταν ή της γης, εγώ δεν ήξερα πια τι να πω – και μεις βρισκόμασταν σε έναν ερημότοπο, όπου υπήρχαν αποβάθρες αλλά όχι ράγες, και όπου το φως προερχόταν από ένα αόρατο δειλινό και όχι από τους μεγάλους σωλήνες αλογόνου. Βρισκόμασταν στην άδεια γη.
«Μα πώς ήταν δυνατόν να σε αφήσω να φύγεις; Πρέπει να εποικίσουμε ξανά τον κόσμο, δεν το καταλαβαίνεις;»
«Ναι».
Αρχίσαμε να περπατάμε. Στηριζόταν στο μπράτσο μου.
«Ευριδίκη δε σε  λένε;»
«Ναι».

1984

Μετάφραση: Νίκος Πρατσίνης, Νοέμβριος 2003

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ο Γκονθάλο Τορέντε Μπαγεστέρ γεννήθηκε το 1910 στο Ελ Φερόλ της Γαλικίας και απεβίωσε το 1999 στη Σαλαμάνκα. Ήταν ένας από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της πρώτης μετεμφυλιακής γενιάς συγγραφέων της Ισπανίας, έστω και αν το πρώτο έργο του (το θεατρικό Javier Tobías) το έγραψε το 1938. Έγινε γνωστός ως θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, ιστορικός της λογοτεχνίας, διηγηματογράφος αλλά κυρίως μυθιστοριογράφος. Κυριότερα έργα του είναι: La saga/fugal de J.B., Off-side, Filomeno a mi pesar και Doménica. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Το χρονικό του εκστατικού βασιλιά σε μετάφραση Λεωνίδα Καρατζά από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.







Σάββατο 27 Αυγούστου 2016

Βιβλιοκριτική του Κώστα Γάλλου για το Μια πολύπλοκη ύπαρξη του Ernesto Sábato

H κριτική οξύνοια του Ερνέστο Σάμπατο

Ernesto Sábato: Μια πολύπλοκη ύπαρξη - Εννέα δοκίμια. Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2001, σελ. 188.

Είναι πρόσφατη η δραματική πορεία χρεοκοπίας της Αργεντινής. Ένας ολόκληρος λαός σε κατάσταση έσχατης εξαθλίωσης, όπου και οι στοιχειώδεις δομές του κράτους, σε πλήρη αποσάθρωση, δεν λειτουργούν, κάτω από την πρωτοφανή κατρακύλα μιας άλλοτε ζωντανής οικονομίας... Σ' ένα τέτοιο σκοτεινό φόντο και με την αγωνία για επιβίωση του λαού στο κατακόρυφο, αναδύεται στην επιφάνεια και πάλι μια φωνή αυστηρά ασκητική, ασυμβίβαστη, αιρετική για πολλούς, που έγραψε Το τούνελ ή το Περί Ηρώων και Τάφων, έργα εμβληματικά της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας.
Ένας Αργεντινός συγγραφέας, ο Ερνέστο Σάμπατο, που στον γενετικό συγγραφικό του κώδικα έχει εγγράψει σοβαρές σπουδές ερευνητικής φυσικής στο εργαστήριο Κιουρί στο Παρίσι, αλλά και φιλοσοφίας, αναχωνεύοντας μέσα του όλους τους δαιδάλους των σύγχρονων φιλοσοφικών και στοχαστικών διερευνήσεων, δεν παύει να ανακινεί διαρκώς νέα αιχμηρά ερωτήματα, δοκιμάζοντας και δοκιμαζόμενος στο καμίνι μιας νέας δίνης που ακούει στο όνομα παγκοσμιοποίηση. Πνεύμα με στοχαστική, ασυνήθιστη ευθυβολία, ιδιοσυγκρασία υφασμένη από μια στόφα λατινοαμερικάνικης φλογερής οξύνοιας, γκρίζος και φωτεινός μαζί, αλχημιστής και καθαρολόγος που φτάνει όχι λίγες φορές σε μια αποφθεγματική λυρική υψιπέτεια. Κι όλα αυτά με τα μέσα συνήθως μιας άκρας λιτότητας και οικονομίας, δίχως τα πολλαπλασιαστικά υβρίδια ενός άπρεπου λεκτικού πληθωρισμού. O Σάμπατο, ακούραστος, δεν παύει να πολεμά τις «αλήθειες» που η κρίση του «φιλελεύθερου» συστήματος θεωρεί ως επικρατούσες και αδήριτες τάχα (το καμίνι της ζωής με τους νόμους της αγοράς, δήθεν, να επιβεβαιώνουν την αυτόματη λειτουργία τους!). Δεν παύει να γκρεμίζει από το βάθρο τους, τους λάτρεις της ποσοτικοποίησης με τις αλχημείες των αριθμών και τον ιλαρό οικονομικό φετιχισμό τους, ο οποίος αποθεώνει τους δείκτες και τα πράγματα, αγνοώντας τον άνθρωπο. Οι σημαίες που υψώνονται από τους νικητές της ιστορίας, με αιχμές τη δυνατή οικονομία, τον εκσυγχρονισμό και την αυτόματη λειτουργία των νόμων της αγοράς, είναι για τον Αργεντινό συγγραφέα το κόκκινο πανί. Οι «αλήθειες» αυτές δεν είναι παρά υποκειμενικές εκδοχές που η ιστορία σε μια σοβαρή ανάγνωσή τους, και όχι από τους νικητές, τις γελοιοποιεί...
Είναι ένα πετράδι ασύγκριτης λατινοαμερικάνικης οξύνοιας η παρατήρηση ετούτη: «Έτσι όπως είναι, η ανθρώπινη υπόσταση σήμερα, οι λέξεις γράφονται αρχικά με κεφαλαία, μετά ξεπέφτουν στα μικρά για να καταλήξουν να κλειστούν μέσα σε σαρκαστικά εισαγωγικά»! O Σάμπατο έζησε στην Ευρώπη τους δαιδάλους των σύγχρονων προβλημάτων που αναδύονται από τα συντρίμμια ενός κόσμου σε ηθική και πνευματική αφασία, στις παρυφές ενός κυνισμού που έχει μολύνει και τη σύγχρονη Αργεντινή.
Γράφει σχετικά: «Με τη χώρα στο χείλος του γκρεμού και ενώ ο λαός ανέμενε τις αναγκαίες ενέργειες κάθαρσης και αυτοκριτικής, η κυβέρνηση δεν πρόσφερε τίποτε άλλο, εκτός από ύποπτες συναλλαγές και μπαλώματα, καφκικές σκευωρίες ανάμεσα σε δουλοπρεπή όντα και καταχραστές».
Αλλού κατακρημνίζει την ψευτοεγκυκλοπαιδική «μόρφωση» και τον υπερβολικό σχολαστικισμό, όπως αναδύονται μέσα από «άψογα» αναλυτικά προγράμματα που αναδίδουν όμως ναφθαλίνη, κομφορμισμό ηλίθιο και αποδίδονται «μαγικές» δυνάμεις σε ό,τι είναι τυπωμένο, ίσως για να αντισταθμίσουν ψυχολογικά τις ελλείψεις της πραγματικής διδασκαλίας.
Στο δοκίμιο «H εποχή μας, εποχή της περιφρόνησης», ο Αργεντινός συγγραφέας αισθάνεται ότι ο ιδεολογικός και πνευματικός κόσμος στον οποίο αναπνέει, μέσα στη δυσοσμία της υποκρισίας και του κυνισμού, κείτεται σ' ερείπια. Χρειάζονται, γράφει, «εξυγιαντικά έργα που θα μοιάζουν με αυλάκια που ανοίγουμε για να φύγουν τα στάσιμα νερά», κι αλλού «Ως συγγραφέας αισθάνομαι την υποχρέωση να αποκαταστήσω τη γλώσσα όταν τα σύμβολά της μετατρέπονται σε απόκρυφα και δύσοσμα μνήματα».

Η αναφορά του στο «Ταγκό», στο «δράμα του πολιτισμού μας», σε θέματα όπως Λογοκρισία, ελευθερία και διαφωνία, είναι ιριδισμοί μιας στοχαστικής διάνοιας που αστράφτουν όχι μόνο στο φως μιας κριτικής οξύνοιας, αλλά και στο φόντο μιας ασυμβίβαστης πολεμικής.

                                                                                                                           Η Καθημερινή, 13.08.2002

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Venganza, de Ednodio Quintero / Εκδίκηση, του Εντνόδιο Κιντέρο

Venganza

de Ednodio Quintero

Empezó con un ligero y tal vez accidental roce de dedos en los senos de ella. Luego un abrazo y el mirarse sorprendidos. ¿Por qué ellos? ¿Qué oscuro designio los obligaba a reconocerse de pronto? Después largas noches y soleados días en inacabable y frenética fiebre.
Cuando a ella se le notaron los síntomas del embarazo, el padre enfurecido gritó: “Venganza”. Buscó la escopeta, llamó a su hijo y se la entregó diciéndole:
-Lavarás con sangre la afrenta al honor de tu hermana.
Él ensilló el caballo moro y se marchó del pueblo, escopeta al hombro. En sus ojos no brillaba la sed de venganza, pero sí la tristeza del nunca regresar. 


Εκδίκηση

του Εντνόδιο Κιντέρο

Όλα άρχισαν μ’ ένα απαλό και, ίσως, τυχαίο άγγιγμα των δαχτύλων στα στήθη της. Έπειτα μια αγκαλιά και ένα ξάφνιασμα στο βλέμμα. Γιατί εκείνοι; Ποια σκοτεινή μοίρα τους υποχρέωνε να ψηλαφήσει ξάφνου ο ένας τον άλλο; Ύστερα ατέλειωτες νύχτες και ηλιόλουστες μέρες ατέρμονου και αχαλίνωτου πυρετού.
        Όταν έγιναν εμφανή τα πρώτα σημάδια της εγκυμοσύνης, ο πατέρας έξαλλος κραύγασε: «Εκδίκηση». Αναζήτησε το τουφέκι, φώναξε τον γιο του και του το παρέδωσε λέγοντάς του:
        «Θα ξεπλύνεις με αίμα την προσβολή της τιμής της αδελφής σου».
        Εκείνος σέλωσε το μαυρόασπρο άλογο και αναχώρησε από το χωριό, με το τουφέκι στον ώμο. Στα μάτια του δεν έλαμπε η δίψα για εκδίκηση, αλλά η θλίψη της μη επιστροφής.

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Ο Ednodio José Quintero Montilla (1947) είναι από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της Βενεζουέλας. Εργάζεται ως καθηγητής οπτικοακουστικών τεχνών στο Πανεπιστήμιο των Άνδεων.

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Βιβλιοκριτική του Φίλιππου Φιλίππου για τη συλλογή διηγημάτων Σιδηροδρομικώς, Μπουένος Άιρες - Μαδρίτη με τρένο

Όταν πρωταγωνιστής της πλοκής γίνεται ένα άψυχο τρένο 

Το Βήμα:  23/05/2004


Το τρένο, ένα από τα σύμβολα του μοντερνισμού και ταυτόχρονα ένας από τους θριάμβους της νεωτερικότητας και της τεχνολογίας, το συναντάμε συχνά στον χώρο της λογοτεχνίας. Σε δύο από τα πλέον κλασικά μυθιστορήματα, Το ανθρώπινο κτήνος του Εμίλ Ζολά και το Άννα Καρένινα του Λέοντα Τολστόι, αποτελούν όχι μόνο ένα από τα ντεκόρ αλλά παίζουν και πρωταγωνιστικό ρόλο. Κανένα άλλο μέσο μεταφοράς, ούτε το αυτοκίνητο ούτε το πλοίο ούτε το αεροπλάνο, δεν έχει τη γοητεία του τρένου. Αυτό οφείλεται βασικά στο σαγηνευτικό του περιβάλλον, αφού κάθε βαγόνι με επιβάτες είναι ουσιαστικά ένας ιδιάζων μικρόκοσμος που έχει τη δυνατότητα να εμπνεύσει αρκετούς συγγραφείς ανοίγοντας τους ορίζοντές τους. Ενίοτε το τρένο το χρησιμοποιούν ως χώρο δράσης και οι συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών, όπως η Αγκάθα Κρίστι, η Πατρίσια Χάισμιθ, ο Ζορζ Σιμενόν, αλλά και δικός μας Γιάννης Μαρής (διηγήματα στα οποία πρωταγωνιστούν τρένα υπάρχουν στο βιβλίο Έγκλημα στο τρένο των εκδόσεων Bell).
H συλλογή διηγημάτων Σιδηροδρομικώς, Μπουένος Άιρες - Μαδρίτη με τρένο περιέχει επτά ιστορίες που έχουν το τρένο ως σκηνικό ή ως θέμα και είναι γραμμένες από ισάριθμους συγγραφείς προερχόμενους από την Ισπανία, την Αργεντινή και το Μεξικό: τους Χούλιο Κορτάσαρ, Χούλιο Γιαμαθάρες, Χουάν Χοσέ Αρεόλα, Κάρλος Καστάν, Χοσέ Αντόνιο Μουνιόθ Ρόχας, Έκτορ Τισόν και Γκονθάλο Τορέντε Μπαγεστέρ. Από αυτές -ποικίλλουν από άποψη ύφους, τεχνοτροπίας και προθέσεων-, οι πιο αξιόλογες είναι οι δύο πρώτες, Το τέλος του παιχνιδιού του Χούλιο Κορτάσαρ (1914-1984) και η Ισόπεδη διάβαση χωρίς κινητά φράγματα του Γιαμαθάρες (Λεόν, Ισπανία, 1955). Στην πρώτη, που διαδραματίζεται στο Μπουένος Άιρες, τρεις αδελφές, η Λετίσια, η Ολάντα και η προβληματική στη σωματική κατασκευή της αφηγήτρια, στέκονται δίπλα στις γραμμές του τρένου που κατευθύνεται προς την πρωτεύουσα της Αργεντινής, παρατηρώντας τους επιβάτες, παίζοντας ταυτόχρονα ένα παιχνίδι: παριστάνουν τα αγάλματα. Κάποτε γνωρίζουν έναν επιβάτη, τον Αριέλ, και ο έρωτας και η απογοήτευση μπαίνουν στη ζωή τους. Λιτό, περιεκτικό και κυρίως τρυφερό, το διήγημα αυτό αποτελεί άριστο δείγμα γραφής του μεγάλου αργεντινού συγγραφέα, ενός από τους σημαντικότερους της Λατινικής Αμερικής.
H δεύτερη ιστορία αφορά τον Νοθέδο, τον φύλακα μιας ισόπεδης διάβασης γραμμών τρένου σε μια περιοχή της Ισπανίας, ο οποίος όταν κλείνει η γραμμή, λόγω έλλειψης εμπορικού ενδιαφέροντος, συνεχίζει να παριστάνει τον φύλακα του σιδηροδρομικού σταθμού δυσχεραίνοντας την κυκλοφορία των αυτοκινήτων. Όταν επεμβαίνει η χωροφυλακή για να αντιμετωπίσει τον απροσάρμοστο εραστή των τρένων, τα γεγονότα παίρνουν δραματική τροπή. Το τέλος της ιστορίας δείχνει αφενός πού μπορεί να οδηγήσει η εμπορευματοποίηση των μεταφορών αλλά αποκαλύπτει και την αφηγηματική ικανότητα του ισπανού συγγραφέα.
Σύμφωνα με τον X. Γιαμαθάρες, που υπογράφει τον πρόλογο του βιβλίου, το τρένο ως αντικείμενο διαποτίζει όλη τη σύγχρονη τέχνη του 20ού αιώνα (λογοτεχνία, κινηματογράφο, ζωγραφική, μουσική), όπως έκαναν παλαιότερα τα ποτάμια, οι δρόμοι ή τα σύννεφα. Οι μεταφράσεις, ή οι αποδόσεις, των διηγημάτων στην ελληνική γλώσσα είναι προϊόν των εργαστηρίων λογοτεχνικής μετάφρασης του Ισπανικού Τμήματος του ΕΚΕΜΕΛ και τις υπογράφουν οι καθηγητές Ελένη Χαρατσή, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Νίκος Πρατσίνης και οι σπουδάστριες Ανδριανή Παπαδοπούλου, Φωτεινή Παπανικολοπούλου, Καίτη Πρεβόλη, Καλλιρρόη Τσολακίδου.


Ο Φίλιππος Φιλίππου είναι συγγραφέας. 

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

Οι "Βαρβαρισμοί" στην ΕΡΤ: http://www.ert.gr/varvarismi-tou-andres-newman/

Βαρβαρισμοί κατά Νέουμαν ή Βάρβαροι νεουμανισμοί;
της Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου
Τι μπορεί να περιμένει κανείς από ένα βιβλίο με τον τίτλο Βαρβαρισμοί; Πρόκειται για εσφαλμένες, μη αποδεκτές γλωσσικές χρήσεις, δηλαδή ασυνταξίες, ακυρολεξίες, όπως ορίζει το Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών; Ξεφυλλίζοντας τους Βαρβαρισμούς του Αντρές Νέουμαν, έρχεται κανείς αντιμέτωπος με λήμματα και εύλογα αναρωτιέται αν κρατάει στα χέρια του ένα λεξικό. Γρήγορα, ωστόσο, συνειδητοποιεί ότι δεν πρόκειται για την ορθόδοξη ερμηνεία των λέξεων, αλλά για μια άλλη, άλλοτε σατιρική, άλλοτε προκλητική ή ετερόδοξη ερμηνεία που συνδυάζει τον αφορισμό με τη φαντασία της ποίησης, που αναδιατυπώνει κλασικές έννοιες με μια χαλαρή σύγχρονη ματιά, χωρίς να λείπει ο λυρισμός αλλά και οι νεωτερισμοί. Γιατί αυτοί οι Βαρβαρισμοί μόνο βάρβαροι δεν είναι, αφού καταδεικνύουν την υπεραισθητική οξυδέρκεια του Αντρές Νέουμαν, αυτού του χαρισματικού αργεντινοϊσπανού συγγραφέα που, πριν καν κλείσει τα 40 του χρόνια, έχει δώσει το στίγμα του και έχει γίνει σημείο αναφοράς της ισπανόφωνης λογοτεχνίας.
Αρκεί να δούμε πώς αυτοορίζεται ο συγγραφέας σε αυτό το ετερόδοξο λεξικό και θα καταλάβουμε την ανατρεπτική και αιρετική ματιά που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο:
συγγραφέας. Άτομο που αποτυγχάνει στην προσπάθειά του να είναι αποκλειστικά αναγνώστης. ║ 2. Ετερώνυμο των λογοτεχνικών ηρώων. ║ 3. Ψευδώνυμο του μεταφραστή.
Ή να δούμε πώς ορίζεται ένας άλλος, κοινός σε όλους μας όρος, για να αντιληφθούμε τη σατιρική διάθεση του Νέουμαν:
μαλάκας. Πολίτης του κόσμου. ║ 2. Διάσημη βρισιά που απεβίωσε όταν έγινε δεκτή από το Λεξικό της Ακαδημίας.
Πώς προέκυψε όμως η έκδοση αυτού του βιβλίου στα ελληνικά; Χρειάστηκε η διορατική ματιά ενός καταξιωμένου μεταφρασεολόγου, μεταφραστή και εισηγητή πολλών ισπανόφωνων λογοτεχνών στη χώρα μας, τουΚωνσταντίνου Παλαιολόγου• μια εννεαμελής μεταφραστική ομάδα –οΝέουμαν (γιατί να μην ευλογήσουμε τα γένια μας;) τη χαρακτήρισε «bárbara», δηλαδή «καταπληκτική»– αποτελούμενη, πέραν του προαναφερθέντος που είχε (και) το ρόλο του συντονιστή, από τους Αναστασία Γιαλαντζή, Αρμόδιο Διαμαντή, Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Αναστασία Θεοδωρακοπούλου, Θεώνη Κάμπρα, Ασπασία Καμπύλη, Μαρία Μελαδάκη και την υπογράφουσα• δύο ισπανοί συνεργάτες, η Adela Pintor Montoya και ο Pere Romero Puig, για το ξεκαθάρισμα των νοηματικών δυσκολιών του πρωτοτύπου• μια φιλόξενη στέγη, το Κέντρο Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής Γλώσσας Abanico, όπου έλαβε χώρα το μεταφραστικό εργαστήριο και, φυσικά, ένας εκδοτικός οίκος με όραμα, η Opera, που από την αρχή αγκάλιασε με ενθουσιασμό και εμπιστοσύνη αυτό το δύσκολο εγχείρημα. Δύσκολο αλλά και απίστευτα διασκεδαστικό. Και ψυχοθεραπευτικό συνάμα. Γιατί η αλήθεια είναι πως μέσα από αυτή την ιδιότυπη διαδικασία της συλλογικής μετάφρασης μαθαίνεις να εκθέτεις τον εαυτό σου• να λες δίχως φόβο τη γνώμη σου αλλά και να σέβεσαι τη γνώμη των άλλων, να δέχεσαι την κριτική τους και, κυρίως, να αναγνωρίζεις την ανωτερότητα κάποιας λύσης που τυχαίνει να μην είναι η δική σου. Αναλογιστείτε το, δεν είναι πάντα εύκολο, αλλά νομίζω πως με τη συγκεκριμένη ομάδα το πετύχαμε, χάρη βέβαια και στην καθοριστική συμβολή του «προπονητή» Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο οποίος από τη μια υποστήριζε τη δημοκρατικότητα και από την άλλη είχε τον τρόπο να κρατάει τις ισορροπίες.
Όσο για τη διασκέδαση στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, θα προσπαθήσω να σας δώσω ένα μικρό δείγμα. Χρειάστηκε να αποδώσουμε κάποια λογοπαίγνια, τα οποία μας δυσκόλεψαν αρκετά. Έτσι, για παράδειγμα, ο όρος «κρέας», που στο πρωτότυπο ήταν: «carne. Devoradora devorada», πέρασε από τις εκδοχές:
Κατασπαραγμένο αρπακτικό
↗
κρέας
↘
Καταφαγωμένο αδηφάγο
για να καταλήξουμε στην τελική μορφή: «Κατασπαράσσον κατασπαρασσόμενο».
Ή ο όρος «κιτς», που στο πρωτότυπο ήταν: «kitsch. Mal gusto de buen gusto», πέρασε από τις εκδοχές:
Κακογουστιά υψηλού γούστου
↗
κιτς
↘
Καλαίσθητο κακό γούστο
για να καταλήξουμε στην τελική μορφή: «Καλόγουστη κακογουστιά».
Η μεγαλύτερη όμως πρόκληση είχε να κάνει με όρους οι οποίοι δεν υπάρχουν στα ελληνικά, όπου χρειάστηκε να αυτοσχεδιάσουμε και να αναμετρηθούμε με το συγγραφέα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν το ακόλουθο λήμμα:
«lelo. Pronombres átonos. ║ 2. Hombre átono»,
όπου ο συγγραφέας κάνει ένα παιχνίδι με τον αδόκιμο συνδυασμό δύο άτονων προσωπικών αντωνυμιών (le και lo), που ταυτόχρονα όμως μαζί σχηματίζουν ένα επίθετο, το lelo, που σημαίνει «βλάκας» και αποδίδεται ως «άτονος άνθρωπος». Έπρεπε κι εμείς να κινηθούμε στην ίδια κατεύθυνση, δηλαδή να συνδυάσουμε δύο διαφορετικές λέξεις, οι οποίες όμως μαζί θα δημιουργούσαν μια νέα λέξη. Παραθέτουμε τις απόψεις που κατατέθηκαν από τα μέλη της ομάδας:
μπούφος. Πουλί πανέξυπνο. ║ 2. Άνθρωπος πανύβλαξ.
οητο. Άτονα άρθρα. ║ 2. Αν ̴: Άτονο άτομο.
Τοτο. Άτονα άρθρα. ║ 2. Άτονο ανέκδοτο.
τουτού. Άτονο άρθρο και προσωπική αντωνυμία, ενίοτε τονισμένη. ║ 2.
Αυτοκίνητο για νήπια.
γιαπια. Άτονες λέξεις. ║ 2. Άτονοι τόποι.
τατου. Άτονες λέξεις. ║ 2. Άτονη ζωγραφική.
μούτι. Άτονες λέξεις. ║ 2. Άτονες προσπάθειες.
μέχρι να φτάσουμε στην τελική επιλογή του «μουσουτου. Άτονες αντωνυμίες. ║ 2. Άτονες δικαιολογίες», το οποίο, κατά τη γνώμη μας, στέκεται ισάξια δίπλα στο πρωτότυπο. Όπως φαντάζεστε, η αδρεναλίνη της ομάδας «χτύπησε κόκκινο»…
Αν δεν έχετε ακόμα πειστεί για τα οφέλη της συλλογικής μετάφρασης, δεν έχετε παρά να διαβάσετε τους Βαρβαρισμούς και –πού ξέρετε;– μπορεί μετά να θελήσετε κι εσείς να τη δοκιμάσετε!