Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023

Βιβλιοκριτική της Ευγενίας Μπογιάννου για το Πώς έγινα καλόγρια του César Aira

 

Βιβλιοπαρουσίαση / Μια κούκλα χωρίς κοριτσάκι

 

ΑΥΓΗ / ΤΕΧΝΕΣ / 15/11/22

  4’

15.11.22 21:01

Ευγενία Μπογιάνου

 

Ένα παιχνίδι σύγχυσης και ανατροπών, όπου τα όρια ανάμεσα σε συγγραφέα, ήρωα και αναγνώστη συγχέονται, όπου η αφήγηση ξεστρατίζει διαρκώς

 

«Πώς έγινα καλόγρια» ή αλλιώς το απόλυτο ξεβόλεμα του αναγνώστη αν θέλει να διαβάσει μια στρωτή, κατανοητή ιστορία, με πλοκή, αρχή μέση και τέλος, «απαραίτητα με αυτή τη σειρά». Ο Σέσαρ Άιρα, παραβιάζοντας οποιονδήποτε λογοτεχνικό κανόνα, γράφει μια εντελώς απροσδόκητη νουβέλα, όπου τα πάντα είναι στη θέση τους χωρίς να είναι και όπου κυριαρχεί ένα αναρχικό, ανατρεπτικό πνεύμα που δεν υπακούει σε καμιά σύμβαση και δεν «απολογείται» για τίποτα.

 

Παιχνίδι για ενηλίκους

Γεννημένος το 1949 στην Αργεντινή, από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της γενιάς του, το όνομα του οποίου επανέρχεται τακτικά στις λίστες του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, έχει δημοσιεύσει πάνω από 100 έργα -ελάχιστα έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά-, θεατρικά, δοκίμια και, κυρίως, σύντομα μυθιστορήματα, τα οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει ως «ιστορίες ντανταϊστριών νεράιδων» ή «λογοτεχνικά παιχνίδια για ενηλίκους». Ακριβώς ένα τέτοιο παιχνίδι για ενηλίκους είναι και το «Πώς έγινα καλόγρια». Ένα παιχνίδι σύγχυσης και ανατροπών, όπου τα όρια ανάμεσα σε συγγραφέα, ήρωα και αναγνώστη συγχέονται, όπου η αφήγηση ξεστρατίζει διαρκώς, όπου κυριαρχεί η αμφισημία και το γκροτέσκο, όπου τίποτε εντέλει δεν είναι αυτό που φαίνεται και όπου ό,τι φαίνεται αυτοαναιρείται. Όλα περιστρέφονται γύρω από έναν παιδικό χαρακτήρα με το όνομα Σέσαρ Άιρα -αυτό το παιχνίδι συνωνυμίας εντείνει την αίσθηση ότι πρόκειται για μια μυθοπλασία κατασκευασμένη μέσα στο μυαλό του συγγραφέα, για ένα διανοητικό παιχνίδι με άλλα λόγια-, ένα αγόρι που αυτοπροσδιορίζεται ως κορίτσι ή για ένα κορίτσι που αυτοπροσδιορίζεται ως αγόρι.

Πώς να φροντίζουμε τα δάση μας

Σε διαρκή δυσφορία

Και όλα αυτά, αφού το βιβλίο είναι γραμμένο το 1989, πολύ πριν τα ζητήματα αναζήτησης έμφυλης ταυτότητας «εισβάλουν» στην λογοτεχνία. Εδώ έχουμε έναν χαρακτήρα που βρίσκεται σε διαρκή δυσφορία όχι μόνο με τον εαυτό του, αλλά και με το περιβάλλον του. Έναν χαρακτήρα τόσο μόνο όσο και μοναδικό, περιθωριακό, ανένταχτο, αποδιωγμένο από όλους και από όλα, με μια εκπληκτική ικανότητα να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα γύρω του και με την οξύνοια όχι να εξηγεί, αλλά να προσλαμβάνει. Αφηγείται την ύπαρξή του ενώ ταυτοχρόνως την ανακαλύπτει. Άλλωστε συναντάμε τον χαρακτήρα όταν είναι μόλις 6 χρόνων. «Η ιστορία μου, η ιστορία του “Πώς έγινα καλόγρια”, ξεκίνησε πολύ νωρίς στη ζωή μου. Μόλις είχα κλείσει τα 6. Η αρχή έχει σημαδευτεί από μια ζωηρή ανάμνηση, που μπορώ να ανασυνθέσω με την παραμικρή λεπτομέρεια. Πριν απ’ αυτό δεν υπάρχει τίποτα. Ύστερα, όλα συνέχισαν να αποτελούν μία και μοναδική ζωηρή ανάμνηση, συνεχή και αδιάλειπτη, η οποία περιλαμβάνει και τα διαστήματα ύπνου, όπου ενδύθηκα το μοναχικό σχήμα». Η επαρχία Ροσάριο, ένα χαλασμένο παγωτό φράουλα, ένας έξαλλος πατέρας που φτάνει μέχρι τον φόνο, ένα παιχνίδι αποστροφής και ψέματος μέσα στο νοσοκομείο, ένα σχολείο που δεν μπορεί να στεγάσει το διαφορετικό, μια ανεπαρκής μητέρα, έλλειψη φίλων, έλλειψη κατάλληλων παιχνιδιών. Και φυσικά καμία καλόγρια, καμία αίσθηση ιερού. Αναρωτιέται ο χαρακτήρας: «Εγώ γιατί δεν είχα κούκλες; Γιατί ήμουν το μοναδικό κοριτσάκι στον κόσμο που δεν είχε ούτε μια κούκλα;».

Μια παιδική ηλικία που δεν χωράει πουθενά, που δεν έχει να κάνει με αθωότητα, η αθωότητα έχει προ πολλού πεθάνει, στη θέση της άφησε τη διάψευση. «Με έβλεπα σαν μια κούκλα χαμένη, παραπεταμένη, χωρίς κοριτσάκι».

Σουρεαλιστικό σύμπαν

Όπως διαβάζουμε στην κατατοπιστική εισαγωγή της Αλίκης Μανωλά, «Η απλότητα της έκφρασης του επιτρέπει να εισάγει στην πλοκή της ιστορίας ακόμα και τα πιο ακραία γεννήματα του μυαλού του, διατηρώντας ωστόσο πάντα την αληθοφάνεια». Σαφήνεια, απλότητα στην έκφραση, λιτότητα δημιουργούν ένα σουρεαλιστικό σύμπαν παραλογισμού και παραδοξότητας. Όμως, παρ’ όλο που ο Σέσαρ Άιρα γράφει με, φαινομενικά, ανάλαφρη διάθεση, γράφει σχεδόν παίζοντας, με σοβαρότητα μεν αλλά δίχως σοβαροφάνεια, καταθέτει ένα κείμενο “κινούμενο έδαφος”, γεμάτο αναφορές και συμβολισμούς, καταφέρνοντας να δημιουργήσει την εντύπωση διαρκούς απειλής».

Μια καφκική ατμόσφαιρα απειλής -κατά τη διάρκεια του διαβάσματος μου ερχόταν συχνά στο μυαλό «Το κτίσμα» του Κάφκα-, όπου δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσει ο αναγνώστης αν ο «εχθρός» βρίσκεται εντός ή εκτός. Αν υπάρχει εξωτερική απειλή ή αν όλα είναι κατασκεύασμα ενός πάσχοντος μυαλού και μιας πάσχουσας ψυχής. Σε όλη την αφήγηση υπάρχει η κόντρα ανάμεσα σε αυτό που επιβάλλεται στον χαρακτήρα Σέσαρ από μία σειρά άγραφους νόμους και σε αυτό που θέλει -ψάχνοντάς το - να είναι. Μια κατάδυση στον εφιάλτη της παιδικής ηλικίας, όπου δεν ορίζεις, αλλά ορίζεσαι. Οπότε τι απομένει εκτός από την καταφυγή στο όνειρο και στη φαντασία; Άλλωστε το λέει και ο/η Σέσαρ: «Ο εγκέφαλος, το πιο πιστό μου όργανο». Το αίσθημα ασφυξίας, η μη δυνατότητα πραγματικής φυγής -γιατί δεν μπορείς να φύγεις από την ύπαρξη-, η πρόσληψη του εαυτού από τους άλλους ως κάτι διαφορετικό από αυτό που εσύ θεωρείς, το «τέρας» που βλέπουν οι άλλοι, στα χέρια αυτού του σπουδαίου συγγραφέα γίνονται έργο υψηλής πνοής.

 

INFO

Σέσαρ Άιρα, «Πώς έγινα καλόγρια»

Εκδ. Carnivora

Συλλογική μετάφραση

128 σελ. Τιμή: 12,50 ευρώ

 

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

Βιβλιοκριτική της Χίλντας Παπαδημητρίου για το Εκείνη μπήκε από το παράθυρο του μπάνιου του Élmer Mendoza

 

«Εκείνη μπήκε από το παράθυρο του μπάνιου» του Élmer Mendoza
Μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

 

Ο Ζερβοχέρης Μεντιέτα, ένας τίμιος (για τα μέτρα του Μεξικού), άρα γραφικός, παλαιοροκάς επιθεωρητής υπηρετεί στο τμήμα Ανθρωποκτονιών του Κουλιακάν, όταν λόγω μιας σειράς συγκυριών θα βρεθεί στο στόχαστρο ενός διεφθαρμένου πρώην στρατιωτικού και διακινητή ναρκωτικών. Ο τελευταίος, γνωστός ως Σικελός, θέλει να εκδικηθεί όσους τον έβαλαν στη φυλακή πριν από 22 χρόνια. Ο Ζερβοχέρης θα ζητήσει βοήθεια από τις συμμορίες διακίνησης ναρκωτικών της επαρχίας Σιναλόα – μιας και το κράτος, η διοίκηση της αστυνομίας, όλες οι αρχές της χώρας είναι πουλημένες και διεφθαρμένες ως το μεδούλι.

Ο Έλμερ Μεντόσα, εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς των συγγραφέως της narco-literature, μετατρέπει την καθημερινή τραγωδία του σύγχρονου Μεξικού σε κωμική μπαλαφάρα, που θυμίζει ταινίες με τον Μπαντ Σπένσερ και τον Τέρενς Χιλ. Ξεχάστε όσα ξέρετε για τους κανόνες του αστυνομικού είδους. Τι νόημα έχει το whodunnit ή το whydunit, ποιος νοιάζεται για τη ζωή ενός, δύο ή δέκα ανθρώπων στο Μεξικό, όπου οι εκατόμβες νεκρών είναι στην καθημερινότητα;

Ο Μεντόσα ανακατεύει ανέμελα επαγγελματίες δολοφόνους με βασανιστές αστυνομικούς, μοιραίες femme fatale με λεχώνες αστυνομικίνες, ερωτύλους παππούδες με αστέρια της πληροφορικής, το τραγούδι των Beatles του τίτλου με τις ριπές των καλάσνικοφ. Από το βιβλίο που φτάνει μόλις τις 228 σελίδες, παρελαύνουν αμέτρητα ονόματα — αλλά μην αγχωθείτε· εκτός από ελάχιστους βασικούς ήρωες, οι υπόλοιποι είναι αναλώσιμοι, όπως στα γουέστερν-σπαγγέτι.

Το βασικό χάρισμα του Μεντόσα είναι η γραφή του, μια γλώσσα επηρεασμένη από τον Τζέιμς Τζόις (απίστευτο;) και το χιούμορ με το οποίο αντιμετωπίζει τον ήρωά του. Αξίζει να διαβάσει κανείς το πρώτο βιβλίο του, με τίτλο Ασημένιες Σφαίρες, που κυκλοφορεί από τις ίδιες εκδόσεις, για να πιάσει κάποια παλαιότερα νήματα της πλοκής. Αλλά και από μόνο του, το βιβλίο είναι απολαυστικό, αρκεί να μην εκληφθεί σαν ρεαλιστική απεικόνιση του εγκλήματος.

 

Χίλντα Παπαδημητρίου

 

Bookpress, 18/12/22

 

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

¿Quién lo tradujo? / Ποι@[ς] το μετέφρασε;

 

El Trujamán. Revista diaria de traducción

 

¿Quién lo tradujo?

 

por Enrique Bernárdez

 

En nuestras culturas —en realidad, en todas las culturas escritas— existen obras fundamentales, traducidas de otros idiomas, que ejercieron gran influencia sobre la producción literaria, ensayística, filosófica, de la cultura propia. Los traductores suelen alcanzar con ellas un peso y un prestigio que por lo general les está vedado a los «simples» trujamanes, por muy ilustrados que sean. Pero… ¿y si esos traductores no son quienes dicen ser?

La estudiosa alemana Barbara Pausch nos cuenta en un artículo reciente, titulado «Women translators in Romantic Germany»[1] (es decir, «Mujeres traductoras en la Alemania romántica»), el importante papel de algunas mujeres que se dedicaron a la traducción. Tarea en la que les resultó sobremanera útil la baja consideración en que se tenía a esa actividad: los hombres eran creadores, las mujeres tenían que contentarse con una labor ancilar como es pasar algo de un idioma a otro. No es nada extraño, ciertamente; recordemos la necesidad de usar seudónimos masculinos cuando una mujer quería dedicarse a la creación (Fernán Caballero, Georges Sand, Víctor Català, esta última nada menos que en 1905) así como la usurpación de obras de compositoras tan destacadas como Fanny Mendelssohn (su padre puso muchos a nombre de su hermano Felix) o Clara Schumann (algunas de sus obras figuran como de su esposo Robert): mujeres y creación no formaban buena pareja, al parecer.

Pues Pausch nos habla del papel de mujeres, esposa una, hija otra, de grandes intelectuales y creadores. Las dos se llamaban Dorothea, y ambas fueron sin duda un regalo de los dioses para sus familiares. Tradujeron obras cuya influencia en las letras alemanas resultó fundamental. Así, Dorothea Schlegel fue quien tradujo el relato de Madame de Staël Corinna, que apareció con el nombre de su esposo Friedrich, aunque todo el mundo sabía quién había hecho realmente el trabajo, introduciendo así las letras alemanas a un género y una ideología novedosos. Dorothea tuvo la suerte de que otras versiones suyas llegaron a aparecer con su nombre y de ser reconocida incluso por la historiografía literaria por su papel, aunque su obra más importante fuera la atribuida a su marido.

La otra traductora comentada por Pausch es Dorothea Tieck, hija de Ludwig, uno de los intelectuales más importantes de Alemania en la primera mitad del siglo xix. Dorothea tradujo todos los sonetos de Shakespeare, versión muy elogiada en su momento y que Ludwig agradeció, en un prólogo, a un «joven amigo»: en masculino singular. Más tarde se atrevió nada menos que con un buen número de dramas de Shakespeare… que acabaron dando lugar a la edición denominada «Schlegel-Tieck», que significó la plena entrada del escritor inglés en las letras alemanas. Con la particularidad de que la traducción era casi íntegra y exclusivamente de Dorothea, no de Ludwig ni de Friedrich, que se llevaron toda la gloria. Como Dorothea Tieck conocía muy bien el inglés, pero también sabía francés, italiano, portugués, español, latín y griego clásico, sus traducciones no se limitaron a Shakespeare: entre ellas estuvo también Los trabajos de Persiles y Sigismunda, de Cervantes, y otras obras de diversas lenguas que, más que para ganar fama, le sirvieron para mantener a la familia, siempre con problemas económicos. Al final, nos surge la pregunta evidente: ¿cuántas otras traducciones atribuidas a «grandes» hombres fueron realmente obra de «pequeñas» mujeres?

 

17 de junio de 2016



::::::::::::::


El Trujamán. Revista diaria de traducción[2]

 

Ποι@[ς] το μετέφρασε;[3]

 

του Ενρίκε Μπερνάρντεθ

 

Στον δυτικό πολιτισμό –στην πραγματικότητα, σε όλους τους γραπτούς πολιτισμούς– υπάρχουν έργα θεμελιώδους σημασίας μεταφρασμένα από άλλες γλώσσες που έχουν ασκήσει μεγάλη επιρροή στη λογοτεχνική, δοκιμιακή και φιλοσοφική παραγωγή του εν λόγω πολιτισμού. Οι μεταφραστές συχνά αποκτούν με αυτά ένα βάρος και ένα κύρος στα οποία, κατά γενική ομολογία, δεν έχουν πρόσβαση οι «απλοί» γλωσσικοί διαμεσολαβητές, όσο καλλιεργημένοι κι αν είναι. Όμως… τι γίνεται αν αυτοί οι μεταφραστές δεν είναι αυτοί που λένε πως είναι;

Σε ένα άρθρο του 2015 με τίτλο «Women Translators in Romantic Germany»[4] (δηλαδή, «Γυναίκες μεταφράστριες στη ρομαντική Γερμανία»), η Γερμανίδα επιστήμονας Μπάρμπαρα Πάους [Barbara Pausch] μας μιλά για τον σημαντικό ρόλο κάποιων γυναικών που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη μετάφραση. Εργασία που επιτρεπόταν να ασκηθεί από γυναίκες, λόγω της χαμηλής εκτίμησης που έχαιρε αυτή η δραστηριότητα: οι άνδρες ήταν δημιουργοί, οι γυναίκες έπρεπε να αρκεστούν σε έναν βοηθητικό ρόλο, όπως το να μεταφέρουν κάτι από μια γλώσσα σε μια άλλη. Πράγματι, δεν είναι τόσο παράξενο, αν θυμηθούμε την ανάγκη να χρησιμοποιεί μια γυναίκα ανδρικά ψευδώνυμα όταν ήθελε να αφιερωθεί στη δημιουργία (Φερνάν Καμπαγέρο [Fernán Caballero], Ζορζ Σαντ [Georges Sand], Βίκτορ Καταλά [Víctor Català], αυτή η τελευταία μάλιστα το 1905), καθώς και τον σφετερισμό έργων από συνθέτριες τόσο σημαντικές όπως η Φάνι Μέντελσον [Fanny Mendelssohn] (ο πατέρας της έβαλε πολλά έργα στο όνομα του αδελφού της, Φέλιξ) ή η Κλάρα Σούμαν [Clara Schumann] (μερικά από τα έργα της εμφανίζονται ως έργα του συζύγου της, Ρόμπερτ): κατά πως φαίνεται, οι γυναίκες και η δημιουργία δεν πήγαιναν μαζί.

Η Πάους μας μιλάει, λοιπόν, για τον ρόλο δύο γυναικών, σύζυγος η μία, κόρη η άλλη, σημαντικών διανοουμένων και δημιουργών. Και οι δύο ονομάζονταν Ντοροτέα και ήταν, αναμφίβολα, θείο δώρο για τους συγγενείς τους. Μετέφρασαν έργα που είχαν θεμελιώδη επιρροή στη γερμανική γραμματεία. Η Ντοροτέα Σλέγκελ [Dorothea Schlegel] ήταν εκείνη που μετέφρασε το αφήγημα Corinna της Μαντάμ ντε Σταλ [Madame de Staël], μετάφραση η οποία κυκλοφόρησε με το όνομα του συζύγου της, Φρίντριχ, αν και όλοι γνώριζαν ποια στην πραγματικότητα είχε μεταφράσει το εν λόγω έργο, εισάγοντας, έτσι, στη γερμανική γραμματεία ένα νέο λογοτεχνικό είδος και μια πρωτοποριακή ιδεολογία. Η Ντοροτέα υπήρξε τυχερή, διότι κυκλοφόρησαν κάποιες άλλες μεταφράσεις με το όνομα της και, έτσι, αναγνωρίστηκε ο ρόλος της, ακόμη και από τη λογοτεχνική ιστοριογραφία, παρόλο που το σημαντικότερο έργο της ήταν αυτό που αποδίδεται στον σύζυγό της.

Η άλλη μεταφράστρια την οποία σχολιάζει η Πάους είναι η Ντοροτέα Τηκ [Dorothea Tieck], κόρη του Λούντβιχ, ενός από τους σημαντικότερους διανοούμενους στη Γερμανία κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Η Ντοροτέα μετέφρασε όλα τα σονέτα του Σαίξπηρ, μια έκδοση που επαινέθηκε πολύ στην εποχή της και για την οποία ο Λούντβιχ ευχαρίστησε, στον πρόλογο, έναν «νεαρό φίλο»: στον ενικό του αρσενικού γένους. Αργότερα, τόλμησε να ασχοληθεί με έναν αξιοσημείωτο αριθμό θεατρικών έργων του Σαίξπηρ. Οι μεταφράσεις αυτές οδήγησαν στη δημιουργία της έκδοσης με τίτλο «Schlegel-Tieck», η οποία σηματοδότησε την πλήρη είσοδο του Άγγλου συγγραφέα στη γερμανική γραμματεία. Με την ιδιαιτερότητα ότι η μετάφραση ανήκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στην Ντοροτέα, και όχι στον Λούντβιχ ή στον Φρίντριχ που πήραν όλη τη δόξα. Αν λάβουμε υπόψη μας πως η Ντοροτέα Τηκ γνώριζε πολύ καλά αγγλικά, αλλά επίσης γαλλικά, ιταλικά, πορτογαλικά, ισπανικά, λατινικά και αρχαία ελληνικά, οι μεταφράσεις της δεν περιορίστηκαν σε έργα του Σαίξπηρ: ανάμεσά τους ήταν και η μεταφράση του Los trabajos de Persiles y Sigismunda του Θερβάντες, όπως και άλλα έργα από διάφορες γλώσσες, τα οποία, τελικά, τη βοήθησαν να συντηρήσει την οικογένειά της που πάντα αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, παρά να αποκτήσει φήμη. Τελικά, μας τίθεται το προφανές ερώτημα: άραγε πόσες ακόμα μεταφράσεις που αποδίδονται σε «σπουδαίους» άνδρες ήταν στην πραγματικότητα έργο «ασήμαντων» γυναικών;

17 Ιουνίου 2016

 

Ο Ενρίκε Μπερνάρντεθ είναι Καθηγητής Γενικής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη Γνωσιακή -Εθνολογική Γλωσσολογία, τη Μετάφραση και τη Μεταφρασεολογία. Έχει υπάρξει επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Berkeley της Καλιφόρνια. Μεταφράζει από τα ισλανδικά και τα δανικά στα ισπανικά. Έχει συγγράψει τα βιβλία: El lenguaje como cultura (2008), Viaje lingüístico por el mundo: Iniciación a la tipología de las lenguas (2016) και Mitología nórdica (2017).

 

Η συνεργατική μετάφραση του παρόντος δοκιμίου έγινε στο πλαίσιο των μαθημάτων που παραδίδει ο Καθηγητής Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μετάφραση-Διερμηνεία» του ΑΠΘ. Μετέφρασαν οι φοιτήτριες/τές: Αλεξάνδρα Βαλσαμίδου, Αθανάσιος Μαρούσης, Αθηνά Πομώνη. Ευχαριστίες στον Santiago Oribe για τη βοήθειά του στην πλήρη κατανόηση του πρωτοτύπου. H ελληνική μετάφραση δημοσιεύτηκε στις 23/1/23 στο ιστολόγιο extremeways.gr του Βαγγέλη Μπουμπάκη: https://www.extremeways.gr/poios-to-metefrase-el-trujaman-translate/.

 

 



[1] En A. Cazé y R. Lanselle, eds., Translation in an international perspective, páginas 281-295. Berna, Peter Lang, 2015. volver

[2] Πρόκειται για ηλεκτρονικό περιοδικό ημερήσιας κυκλοφορίας του Instituto Cervantes με αντικείμενο τη μετάφραση και τη μεταφρασεολογία, (Σ.τ.Μ.).

[3] Τίτλος πρωτοτύπου: «¿Quién lo tradujo?». Η ερωτηματική αντωνυμία «quien» [ποιος/α/ο] είναι στα ισπανικά κοινή και για τα δύο γένη, θηλυκό και αρσενικό, (Σ.τ.Μ.).

[4] Στο A. Cazé και R. Lanselle [επιμέλεια], Translation in an International Perspective, σελ. 281-295, Βέρνη, Peter Lang, 2015.

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2023

O Roberto García de Mesa στο ΑΠΘ / Εργαστήριο Συλλογικής Μετάφρασης Ποίησης

 





Roberto García de Mesa 

 

 

La ciudad después de

Las paredes húmedas.
El goteo incesante.
La brisa del norte.
Y aguardas en el portal.
Llevas tiempo en él.
Todo es muy sencillo.
Somos. Y eso cuenta.
Estamos. Y eso cuenta.
Las ruinas de nuestras vidas anteriores
nos definen en silencio.
Al mirarte a los ojos lo sé.
Sé quién fuiste.
Sé de un lugar en el que nos conocimos.
Las casualidades nos marcan.
Los besos, también.
Amar en tiempos de crisis.
Amar porque…
El lugar.
El vacío.
La voz en la oscuridad.
Confianza.
Todo lo que se necesita para huir.
Un espejo, varios espejos y un tercer ojo.
La confianza entre el alma y el cuerpo.
Todo en un paseo nocturno.
La ciudad se abre.
La ciudad eterna.
Encontrar tu nombre entre la multitud.
La música de los adoquines.
La sonoridad de la Fontana de Trevi.
El Coliseo de noche.
Leonardo y sus máquinas.
Los pájaros del Tíber.
La dictadura católica del Vaticano.
Las miradas paranoicas de los carabineros.
Solo escucho la ciudad.
Solo te escucho.
Observarte despacio.
Besarte cuando me besas.
Perderme por tus calles.
Amor y anarquía.
Porque eres la ciudad misma.
Y porque no me gusta la fe.
Amarte sin ecos imperiales,
sin la dictadura de las sagradas palabras.
Porque adoro los pájaros del Tíber,
los espíritus más libres que te recorren,
que dibujan tu historia con sus vuelos
y que me lastiman el corazón.
Y pienso ahora en el de Leonardo.
Desear la trascendencia no es un error.
Retratar es agarrarse al porvenir.
Retratar simplemente.
El dolor se cita en las paredes.
El dolor que acoge cada intento de ser
o un grafiti que explica algún misterio astrológico.
Y me dices que el futuro nos destruirá.
Es una frase que nace desde el estómago.
Sobrevivir con miedo o con nostalgia.
Solo la música,
tu melodía impasible
y tu sonrisa en forma de cúpula
convertirán mi anarquismo en un poema.
Soy un fantasma que vaga por tu cuerpo.
Sin ti, ahora.
Pero con la imagen, solo con ella.
Y la voz, la sensación del espejo.
Me refiero a cómo caigo en él,
después de encontrarme contigo.
Mi sueño.
Uno de tantos, de aquellos que tuvo Virgilio.
Eneas naufragando entre tus pechos.
Llegando a ti,
desmenuzándote el alma.
Porque casi es tan poco.
Tu imagen virtual siempre está presente en mis deseos.
Tu imagen, de cómo te devoras,
de cómo me esperas en el portal,
de cómo ha dejado de llover en mis pensamientos.

Roma-Tenerife, 2019


Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2023

Βιβλιοκριτική του Αλέξανδρου Στεργιόπουλου για Τα άγια νήπια του Miguel Delibes

 

Τα άγια νήπια, του Μιγκέλ Ντελίμπες

Ισχυρός είναι ο αθώος!

 

 Αλέξανδρος Στεργιόπουλος | To Περιοδικό, 24/12/2022

5

 

Κάποτε ήταν ο Μπουνιουέλ και ο δικός του «Μυστικός Δείπνος». Εδώ είναι «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» και η εκδίκηση εναντίον της! Το κοτόπουλο κάποτε ήταν πλαστικό, μα στις σελίδες έγινε γερακίνα ομορφούλα. Μη φύγουμε, όμως, από τον ισπανό σκηνοθέτη… Κάποτε είδαμε τον «Άγγελο εξολοθρευτή» και μάθαμε πώς οι εξολοθρευτές έπεσαν θύματα της ηθικής τους αδυναμίας. Τώρα διαβάσαμε πώς οι αμνοί έγιναν λύκοι και πώς τιμωρήθηκαν τα αφεντικά. Το βιβλίο του Ντελίμπες εξηγεί γιατί τα ζώα επαναστατούν, γιατί οι παρίες διώχνουν τον Θεό από το τραπέζι και γιατί γεννιέται η βία στη βία της εξουσίας. «Τα άγια νήπια» (Εκδόσεις Ποταμός) κερδίζουν την αγιοσύνη τους όπως είναι, σχεδόν γυμνά. Το φωτοστέφανο τους φτιάχνεται από φύλλα και βρεγμένο χώμα. Και η αθωότητα τους μένει ανεπηρέαστη, γλυκιά και τρυφερή. Εκδικητική μανία γίνεται όταν οι «ανώτεροι» τσαλαπατούν και πληγώνουν το σώμα της φύσης, τα πλάσματα της. Όταν η γερακίνα η ομορφούλα τσακίζει τον λαιμό της, κουλουριάζεται και το σύννεφο χορταριάζει, τότε το νήπιο γίνεται θεριό και τίποτα δεν το σκιάζει. Στα «Άγια νήπια» θα καταλάβετε πώς τα πρόβατα κοιμήθηκαν στο σαλόνι και πώς οι ρίζες της βελανιδιάς έριξαν τους λαμπρούς πολυελαίους. Τίποτα, όμως, δεν θα είναι αδιανόητο.

Το βιβλίο του Ντελίμπες δεν έχει τίποτα το σουρεαλιστικό, κι ας είναι έντονη η επιθυμία για φυγή από την πραγματικότητα. Αν οι κινηματογραφικές αναφορές που κάναμε βασίζονται στο απίθανο, εδώ είναι η δύναμη του αναμενόμενου που ορίζει τη φυσιογνωμία του δημιουργήματος. Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος φλερτάρουν με το εξωπραγματικό και την ανάγκη να αφήσουν την επώδυνη αλήθεια. Παρ’ όλα αυτά μένουν στον χώρο τους, υπερασπίζονται τη ζωή τους και τα πλάσματα τους. Η επικοινωνία τους με τα ζώα, με τη φύση, είναι βαθιά και ουσιαστική και αυτή που δεν τους αφήνει να χαθούν σε αφελείς σκέψεις και παραληρηματικούς συνειρμούς. Οι άνθρωποι του Ντελίμπες στα «Άγια νήπια» παλεύουν για τον χώρο τους, για το συναίσθημα τους και για τον αφιλτράριστο χαρακτήρα τους. Καταφέρνουν και κρατούν το αθώο κομμάτι τους και ενστικτωδώς ξέρουν πώς να αποφύγουν την παραπλάνηση. Αν χαθούν σε όνειρα και μαγικές στιγμές, μαζί θα χαθούν και αυτά που αγαπάνε! Για τον αγαθό Αθαρίας είναι οι γερακίνες του, για τον Πάκο τον κοντό η δουλειά του και για τη Ρέγουλα η φροντίδα της άρρωστης κόρης της.

Το χρονικό πλαίσιο μας πάει στο 1960 και το γεωγραφικό στην Ισπανία. Το κοινωνικό-ταξικό -αυτό που έχει μεγάλη σημασία- μας δίνει άρχοντες (τον κύριο Ιβάν), κολίγους, υποστατικά, χαμόσπιτα, Μερσεντές, κυνήγι, θηράματα και θηρευτές. Ο Ντελίμπες με μαεστρία μας οδηγεί στην αλλαγή των ρόλων. Ο εξουσιαστής που κρατά την καραμπίνα και διατάζει το προσωπικό, βρίσκεται μπροστά στο αναπόφευκτο που ο ίδιος δημιούργησε! Ο ισπανός συγγραφέας στήνει την ιστορία του με κινηματογραφικό τρόπο. Tη χωρίζει σε έξι κεφάλαια που τα διατρέχει ο ίδιος χρόνος. Αλλάζει κάθε φορά την οπτική, ενώ το γεγονός ότι δεν βάζει τελεία παρά μόνο στο τέλος κάθε ενότητας αυξάνει την ένταση της αφήγησης. Είναι εξαιρετική η χρήση των σημείων στίξης και ο τρόπος που δομεί κάθε κεφάλαιο. Εδώ δεν θα δείτε την κλασική διάταξη των φράσεων. Ο Ντελίμπες τις μετακινεί, σαν να «σπάει» τη συνοχή. Στην ουσία, όμως, την ενισχύει. Παράδειγμα από τη σελίδα 133:

Κύρη μου, ο Θεφερίνο πήρε δύο πέρδικες που δεν ήταν δικές του,

διαμαρτυρόταν,

κι ο νεαρός κύριος Ιβάν, εξαγριωμένος,

 

«Τα άγια νήπια» διαθέτουν καλοδουλεμένη πλοκή, έντονους χαρακτήρες και πλούσια γλώσσα. Η πολύ καλή μετάφραση ανήκει στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Η επιμέλεια φέρει τη φροντίδα της Κατερίνας Θανοπούλου-Βασιλάκη.