Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Pablo Gisbert: ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΤΕ ΠΩΣ Η ΚΟΥΡΑΣΗ ΝΙΚΑΕΙ ΤΗ ΣΚΕΨΗ

Παρατηρήστε πώς η κούραση νικάει τη σκέψη 


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Πόσες γλώσσες μιλάς;
Τρεις.
Πόσους νεκρούς έχεις δει στη ζωή σου;
Τρεις.
Πόσοι μένουν στο σπίτι σου;
Τρεις.
Πόσες φορές προσπάθησες να κόψεις το κάπνισμα;
Τρεις.
Πόσοι ήταν οι Nirvana;
Τρεις.
Πόσους δίσκους αγόρασες τα τελευταία έξι χρόνια;
Τρεις.
Πόσα πνευμόνια έχεις;
Δύο.
Ξέρεις τι κάνει η τράπεζα με τα χρήματά σου;
Όχι.
Πιστεύεις ότι τα παιδιά είναι αθώα;
Όχι.
Όταν βλέπεις έναν αστυνομικό νιώθεις ασφάλεια;
Όχι.
Πιστεύεις ότι η τιμωρία είναι ένας καλός τρόπος για μην ξανακάνει κανείς κακές πράξεις;
Όχι.
Γεννήθηκες με καισαρική;
Όχι.
Ξέρεις ποιος ήταν ο σκηνοθέτης του Όσα παίρνει ο άνεμος;
Όχι.
Θα πήγαινες να ζήσεις στο Ισραήλ;
Δεν ξέρω.
Πώς βλέπεις το μέλλον σου;
Δεν ξέρω.
Κοιτάς τον άλλον στα μάτια όταν του μιλάς;
Δεν ξέρω.
Γίνεται να ανήκεις στην άκρα αριστερά και να έχεις πολλά χρήματα;
Δεν ξέρω.
Ποια είναι η μεγαλύτερη λίμνη στον κόσμο;
Δεν ξέρω.
Ποια είναι η πιο εξαπλωμένη ανθρώπινη φυλή;
Δεν ξέρω.
Η πρωτεύουσα της Μαδαγασκάρης;
Δεν ξέρω.
            Η πρωτεύουσα της Λιθουανίας;
Δεν ξέρω.
Η πρωτεύουσα της Νέας Ζηλανδίας;
Δεν ξέρω.
Η πρωτεύουσα του Μπουτάν;
Δεν ξέρω.
Η πρωτεύουσα της Ανγκόλας;
Δεν ξέρω.
Ποιος έχει κάνει περισσότερες γραμμές στη ζωή του: ο Τζάκσον Πόλοκ  ή ο Χάιμε ντε Μαριτσαλάρ;
Δεν ξέρω.
Μια ταινία τρόμου μπορεί να υπάρξει χωρίς μουσική τρόμου;
Δεν ξέρω.
Το ότι η Λάουρα Παουζίνι, ο Νεκ ή ο Έρος Ραμαζότι τραγουδούν τα τραγούδια τους στα ισπανικά, σημαίνει ότι στοχεύουν να γίνουν διεθνές προϊόν;
Ναι.
Και το ότι η Αμάια Μοντέρο, o Ντάνι Μαρτίν και οι Αμαράλ τραγουδούν τα τραγούδια τους και στα καταλανικά, αυτό τι σημαίνει;
Δεν ξέρω.
Το ότι στην Ισπανία συνδέουν το ποδόσφαιρο με τους δεξιούς και το μπάσκετ με τους λιγάκι πιο αριστερούς, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο Γκαρμπαχόσα, ο Ρούντι, ο Καλδερόν, ο Ναβάρο και ο Πάου Γκασόλ έχουν μούσι, ενώ ο Στόικοφ, ο Μιγιατόβιτς, ο Καμινέρο, o Κριστιάνο Ρονάλντο, ο Γκούτι ή ο Πικέ έχουν μαλλί με ζελέ;
Δεν ξέρω.
Πιστεύεις ότι μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως η αισθητική ενός έργου τέχνης  σχετίζεται με την εξωτερική εμφάνιση του καλλιτέχνη;
Ναι.
Θεωρείς τον εσωτερισμό ένα αμφιλεγόμενο πεδίο;
Ναι.
Θεωρείς τον εσωτερισμό ως κάτι αμφιλεγόμενο, όμως σου ρίχνουν τα χαρτιά, το Ι-Τσινγκ ή διαβάζεις το ωροσκόπιο και σκέφτεσαι «ωχ, με ’πιασαν στα πράσα»;
Ναι.
Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούν την τέχνη για να μιλήσουν για τη ζωή τους «όπως μπορούν», ενώ οι άντρες χρησιμοποιούν την τέχνη για να μιλήσουν για τον κόσμο «όπως μπορούν»;
Ναι.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένα καλό κούρεμα είναι μια πρώτη προσέγγιση σε μια αλλαγή ζωής;
Ναι.
Πιστεύεις στην αγάπη;
Ναι.
Πιστεύεις στην παντοτινή αγάπη;
Ναι.
Πιστεύεις στην παντοτινή αγάπη για μια ολόκληρη ζωή αλλά μοιρασμένη σε διάφορα άτομα κατά τη διάρκεια της ζωής;
            Ναι.
            Μπορείς να αγαπάς και να μισείς ένα μέρος ταυτόχρονα;
            Ναι.
            Πιστεύεις ότι ένα κατοικίδιο μπορεί να είναι αντίδοτο για τη μοναξιά;
            Ναι.
            Αληθεύει ότι στις 7 Αυγούστου του 2009, αφού είδες το σωσία του Μάικλ Τζάκσον, το σωσία του Χαλκ Χόγκαν και τη Μαρία Χεσούς με το ακορντεόν της να τρώνε μαζί χάμπουργκερ, είπες τη φράση: «Το Μπενιδόρμ είναι ό,τι πιο κοντινό στον παράδεισο»;
            Ναι.
            Θυμάσαι την ταινία Τα σαγόνια του καρχαρία κάθε φορά που κάνεις μπάνιο στη θάλασσα;
            Ναι.
            Στα πρώτα σου μεθύσια ανακάτευες ουίσκι, μπύρα, ρούμι και σαγκρία;
            Ναι.
            Προσευχήθηκες ποτέ τη νύχτα στην Παναγία να σου κάνει τα μαθήματα για την επόμενη μέρα;
            Ναι.
            Γιατί όταν κάποιος ορκίζεται, αμφιβάλλεις ακόμα περισσότερο γι’ αυτόν;
            Γιατί έτσι.
            Γιατί στο σχόλασμα τα παιδιά εκπέμπουν περισσότερη αλήθεια απ’ ότι σε οποιοδήποτε άλλο σκηνικό;
            Γιατί έτσι.
            Γιατί όλος ο κόσμος παρατάει τη γυμναστική στα 15 του για να ξεκινήσει το κάπνισμα και το ποτό;
            Γιατί έτσι.
            Γιατί ο Χριστός έκανε τρεις μέρες να αναστηθεί και όχι δύο μέρες ή ένα βράδυ;
            Γιατί έτσι.
            Γιατί λέει κάποιος σε μια σχέση «χρειαζόμαστε λίγο χρόνο χώρια» όταν εννοεί «μέσα σ’ ένα μήνα πηδάμε ό,τι κινείται»;
            Γιατί έτσι.
            Γιατί έχουμε την τάση να υπακούμε;
            Γιατί έτσι.
            Γιατί;
            Χέστα.
            Μπορείς να μου περιγράψεις το πρώτο σου φιλί;
            Χέστα.
            Τι πιστεύεις για την οικονομία της ελεύθερης αγοράς;
            Χέστα.
            Πέτρα, ψαλίδι ή χαρτί;
            Χέστα.
            Κρέας ή ψάρι;
            Χέστα.
            Ποια λέξη σου έρχεται στο μυαλό όταν θυμάσαι την τελευταία ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ;
            Χέστα.
            Γιατί υπάρχουν απαίσιοι πίνακες μεγάλης οικονομικής αξίας;
            Πώς;
            Έχεις σιγοτραγουδήσει το «Im singing in the rain» μια βροχερή μέρα;
            Πώς;
            Νιώθεις σύγχρονος;
            Πώς;
            Τι σου φέρνει στο νου η εικόνα τριών ανθρώπων που συνοδεύουν έναν παράλυτο στο προσκύνημα της Παναγιάς της Λούρδης;
            Πώς;
            Υπάρχει κάτι στο παρελθόν σου για το οποίο ντρέπεσαι πολύ;
            Φυσικά.
            Έχεις σκεφτεί ποτέ να φύγεις από τη χώρα σου;
            Φυσικά.
            Τρως με την οικογένειά σου τα Χριστούγεννα;
            Φυσικά.
            Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η υψηλή κουζίνα του Φεράν Αντριά είναι σε επίπεδο «γαστρονομικής τέχνης» μια σπέκουλα;
            Φυσικά.
            Θα σου άρεσε να αλλάξεις φύλο έστω και για λίγο;
            Φυσικά.
            Περνάς περισσότερο χρόνο μπροστά σ’ έναν υπολογιστή απ’ ότι σ’ ένα βιβλίο;
            Φυσικά.
            Σου αρέσει ο Σοπέν;
            Φυσικά.
            Θέλεις να ακούσουμε κάτι από Σοπέν;
            Φυσικά.
            Λοιπόν, βάλε μουσική.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Θα ήθελα να σε ρωτήσω μερικά πράγματα, να μου πεις την άποψή σου. Πώς θα όριζες την αγάπη μεταξύ δύο ατόμων;

Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που μπορεί να οριστεί μόνο ως όλα τα συναισθήματα που υπάρχουν, αλλά συνυπάρχοντας: είναι αντιφατικό, συγκεχυμένο και υπερβολικό. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι όλες οι αποχρώσεις του συναισθηματικού σύμπαντος είναι εκεί μέσα, στην αγάπη. Επιπλέον, αγάπη είναι να προβάλλεσαι κατά τρόπο αγνό και σκληρό στον άλλο και, σταδιακά, να αρχίζεις να ξεχνάς τον εαυτό σου. Και εκεί είναι που αρχίζει το θεαματικό και το τραγικό της αγάπης.

Ποια είναι η γνώμη σου σχετικά με την αφηρημένη ζωγραφική και τη διακοσμητική τέχνη;

Η αφηρημένη ζωγραφική δεν υπάρχει αφού όλες οι ζωγραφικές είναι αφηρημένες· το να ζωγραφίσεις, για παράδειγμα, ένα δέντρο, σημαίνει ότι μεταφέρεις στον καμβά, με τρόπο απολύτως τεχνητό, μια εικόνα που έχεις στο μυαλό σου. Γι’ αυτό λέω ότι η αφηρημένη ζωγραφική είναι ένας απλός μηχανισμός τάνυσης των εννοιών στον οποίο έχει συνεισφέρει η αναπαραστατική τέχνη. Από την άλλη, συν τω χρόνω, έχει διαπιστωθεί πως ο πολίτης-θεατής, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της τέχνης, προσλαμβάνει την αφηρημένη ζωγραφική απλώς ως «μ’ αρέσει πολύ αυτός ο μπλε πίνακας γιατί πάει με τις κουρτίνες μου». Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ότι σήμερα η αφαίρεση θέτει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη της αλήθειας της μορφής με τον πιο επικίνδυνο τρόπο. Εξηγούμαι: ένα δέντρο ζωγραφισμένο σε κάποιον πίνακα είναι τελικά πολύ πιο οικείο από έναν ολόλευκο καμβά με μια μαύρη γραμμή, αν και, όπως προείπα, είναι και τα δύο το ίδιο αφηρημένα. Αλλά το ζωγραφισμένο δέντρο είναι τελικά πιο οικείο και ταυτόχρονα πιο επικίνδυνο για τον εγκέφαλο ο οποίος πιστεύει πως αυτό το ζωγραφισμένο δέντρο είναι πιο αληθινό από τη μαύρη γραμμή.

Υπάρχει κάτι που να σου φαίνεται ακόμα εξωτικό;

Κοίτα, τις προάλλες βρέθηκα σ’ ένα τραπέζι με άτομα που δεν γνώριζα και αρχίσαμε να μιλάμε για τις καταβολές και την καταγωγή του καθενός. Και ένας τύπος πολύ συμπαθητικός μάς είπε πως η μητέρα του ήταν Γαλλίδα από την Προβάνς, γιατί στη Γαλλία τα πάντα είναι «προβάνς» εκτός από το Παρίσι. Και μας είπε ότι ο πατέρας του ήταν Καταλανός από το Πορτμπόου και ότι είχε ένα φορτηγό αυτοκίνητο και πηγαινέλα με τα εμπορεύματα γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν. Και μετά μια πολύ όμορφη κοπέλα μάς είπε ότι ο πατέρας της ήταν από τη Μούρθια και έψαχνε δουλειά, και η μητέρα της ήταν από τη Ριόχα και είχε δουλειά να δώσει. Και μια άλλη κοπέλα, πιο λιγομίλητη αλλά πολύ ευχάριστη, μας είπε πως ο πατέρας της και η μητέρα της γνωρίστηκαν γιατί η μητέρα της ήταν από τη Μάλαγα και πήγε να εργαστεί σ’ ένα τεράστιο αγρόκτημα στο Μπαρακάλδο, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, και τελικά παντρεύτηκε μ’ έναν από τους γιους του αφεντικού στο Μπαρακάλδο.
            Και όταν ήρθε η σειρά μου να πω από πού ήμουν εγώ, συνειδητοποίησα ένα πράγμα: όλα μα όλα τα άτομα στο τραπέζι είχαν έρθει στον κόσμο από γονείς σε κοντραπούντο· από πατεράδες ή μανάδες που κατέφθαναν σ’ έναν τόπο που δεν ήταν ο δικός τους, σ’ έναν τόπο προσωρινό τον οποίο ήλπιζαν να εγκαταλείψουν το συντομότερο προκειμένου να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής τους. Αλλά τότε συμβαίνει αυτό που είναι γνωστό ως «ερωτεύομαι τρελά έναν ντόπιο». Και αυτά τα άτομα που ερωτεύτηκαν μια μέρα σ’ έναν τόπο προσωρινό και που σκόπευαν αρχικά να αφήσουν το συντομότερο αυτόν τον προσωρινό τόπο, αυτά τα άτομα, αντίθετα με όσα σκόπευαν να κάνουν αρχικά, αποφασίζουν να μείνουν και να κάνουν να γεννηθεί κάποιο άλλο άτομο σε εκείνο τον προσωρινό τόπο. Και τότε αυτό το άλλο άτομο που γεννιέται, ύστερα από 30 χρόνια, καθώς τρώει με αγνώστους, λέει: «Εγώ γεννήθηκα στο τάδε μέρος, αλλά ο πατέρας μου είναι από εκεί και η μητέρα μου από εκεί. Και στις διακοπές πηγαίναμε να δούμε τους παππούδες στο τάδε μέρος και τους άλλους παππούδες στο δείνα». Και τότε, τρώγοντας στο τραπέζι με τους αγνώστους, παιδιά ο καθένας και η καθεμία του πατέρα του και της μητέρας του, κοιτάζω και σκέφτομαι ότι η απόσταση ανάμεσα στο σπίτι που γεννήθηκε ο πατέρας μου και το σπίτι που γεννήθηκε η μητέρα μου είναι μόλις 10 λεπτά ή 5 στενά. 10 λεπτά ή 5 στενά, εξαρτάται πώς θέλει να το δει ο καθένας.
Και επειδή μ’ έχεις ρωτήσει αν υπάρχει κάτι που να μου φαίνεται ακόμα εξωτικό, σου εξομολογούμαι ότι εκείνη τη βραδιά εγώ ήμουν ό,τι πιο εξωτικό υπήρχε στο τραπέζι.

Και τώρα μπορείς να μου κάνεις μια εξομολόγηση;

Ναι. Σήμερα είναι πολύ πιο ελκυστικό, είναι πολύ πιο πρωτότυπο, πολύ πιο διασκεδαστικό, πιο παράτολμο, πιο αυθεντικό να περάσεις τη νύχτα στην πόλη σου με μια πολύ προικισμένη τρανσέξουαλ από το να πας ένα ταξίδι για τρεις μήνες στην Ινδία, να περπατήσεις στο Σινικό Τείχος, να κολυμπήσεις στις παραλίες της Καραϊβικής, να πετάξεις πάνω από την Παταγονία, να ταξιδέψεις με βανάκι στο Μαρόκο ή να νοικιάσεις ένα θαλάσσιο ποδήλατο στην Κροατία. Σήμερα είναι πολύ πιο ελκυστικό, είναι πολύ πιο πρωτότυπο, πιο παράτολμο και, πάνω απ’ όλα, πιο αυθεντικό να περάσεις τη νύχτα στην πόλη σου με μια πολύ προικισμένη τρανσέξουαλ από το να γυρίσεις τον κόσμο για να αποκτήσεις φωτογραφικές εμπειρίες σε χώρες κυριολεκτικά κατεστραμμένες.

 Πολύ καλά. Και μπορείς να μου πεις ένα χαρακτηριστικό της Ισπανίας;

Ναι. Ο φασισμός στη Γερμανία, ο Εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ, κράτησε από το 1933 ως το 1945. Κράτησε 12 χρόνια. Ο φασισμός στην Ιταλία, το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα του Μπενίτο Μουσολίνι, κράτησε από το 1922 ως το 1943. Κράτησε 21 χρόνια. Ο φασισμός στη Ρουμανία με τη Σιδηρά Φρουρά του Αντονέσκου κράτησε από το 1940 ως το 1945. Κράτησε 5 χρόνια. Ο φασισμός στη Βουλγαρία του βασιλιά Μπόρις του Τρίτου αυτοπροσώπως, με τον πρωθυπουργό και στρατιωτικό Γκεόργκι Κιοσεϊβάνωφ, κράτησε από το 1935 ως το 1944. Κράτησε 9 χρόνια. Στη Σλοβακία, από το 1939 ως το 1944, για 5 χρόνια, επέβαλαν το φασισμό ο καθολικός ιερέας Γιόζεφ Τίσο και ο Αντρέι Χλίνκα του κόμματος Εθνικής Ενότητας. Η Σουηδία, η Ιρλανδία και η Ελβετία δεν είχαν φασιστικά καθεστώτα και έμειναν ουδέτερες κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ούτε η Αγγλία είχε ποτέ μια δικτατορία καθαρά φασιστική στην Κυβέρνηση. Στο Βέλγιο, ο φιλο-ναζιστικός ρεξισμός κράτησε όσο κράτησε η συνεργασία με τους Γερμανούς στον πόλεμο, από το 1940 ως το 1945. Κράτησε 5 χρόνια. Στην Ολλανδία, το Εθνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα των Κάτω Χωρών, έτσι λεγόταν το φασιστικό κόμμα, κράτησε όσο κράτησε η συνεργασία με τους ναζί από το 1940 ως το 1945. Κράτησε 5 χρόνια. Η Φινλανδία, η Δανία, η Εσθονία, η Λετονία και η Πολωνία δεν είχαν κυβερνήσεις καθαρά φασιστικές πριν από τον πόλεμο.
Ο φασισμός στην Ελλάδα, με τον στρατηγό Ιωάννη Μεταξά και τον Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό, κράτησε από το 1936 ως το 1941. Κράτησε 5 χρόνια. Ο φασισμός στην Ουγγαρία με τον Φέρεντς Σάλασι και το κόμμα του, τα Σταυρωτά Βέλη, κράτησε από το 1944 ως το 1945. Κράτησε μόλις 1 χρόνο. Ήταν σαν μια μικρούλα δοκιμή φασισμού. Η Νορβηγία και η Γαλλία όπως η Ολλανδία και το Βέλγιο, εξαιτίας της ναζιστικής κατοχής είχαν φασιστικές κυβερνήσεις που συνεργάστηκαν με τους ναζί. Φασιστικές κυβερνήσεις πενταετίας. Ένα γευσιγνωστικό μενού, για να δουν αν τους ενδιέφερε. Έρχεται ένας μάρτυρας του Ιεχωβά στο σπίτι σου, σου κάνει ένα μικρό κήρυγμα περί Θεού, σου μιλάει γι’ αυτό που θέλει να σου πουλήσει και γυρίζει σπίτι του ήρεμος, κι εσύ δεν έχεις αγοράσει απ’ αυτόν απολύτως τίποτα. Έτσι και οι φασίστες στην Ευρώπη, σου θρονιάζονται σε μια χώρα για 5 χρόνια, σε πρήζουν με τα δικά τους κι ύστερα, αν δεν ενδιαφέρεσαι, τους πετάς από το σπίτι σου.
Λοιπόν, γιατί σου τα λέω όλα αυτά; Προς τι όλη αυτή η ιστορία με τις χώρες και τις ημερομηνίες; Για να δω αν το πιάνεις. Κανείς δεν επιζεί από ένα καρκίνο επί 40 χρόνια. Κανένας. Μετά από 40 χρόνια με καρκίνο, αν επιζήσει κανείς, ζει άσχημα. Κι αυτό το ξέρουν μέχρι και οι πέτρες, όπως έλεγε η γιαγιά μου. Ο δικός μας, ο δικός μας φασισμός, κράτησε 40 χρόνια. Ο φασισμός στην Ισπανία κράτησε 40 χρόνια. Ούτε 5 χρόνια, ούτε 12 χρόνια. Δεν ήταν μια μπυρίτσα και ένα σάντουιτς για πρόχειρο φαγητό. Ήταν πλήρες γεύμα… φακές με τσορίθο για πρώτο πιάτο, μοσχάρι και πατάτες μέσα στο λάδι για δεύτερο πιάτο, κι άφθονη σαλάτα, και κρασί με γκαζόζα, και χαμόν και ελβετικά τυριά, και καλό ψωμί, και κρέμα καταλάνα, και νερό για να μην λιγώνεσαι, και καφές με baileys, και χαρτιά ή ντόμινο μετά το φαγητό, και λικέρ, κι άλλος καφές, και δύο σοκολατάκια με ποτό από αυτά τα ξινούτσικα, κι ένα τζιν τόνικ, κι άλλο τζιν τόνικ λίγο πιο δυνατό. Ο δικός μας φασισμός, ο ισπανικός, ήταν ένα γεύμα από εκείνα που αφού έχεις περάσει πέντε ώρες τρώγοντας, πίνοντας και συζητώντας, πας σπίτι σου καλό απόγευμα, σχεδόν βράδυ για να κοιμηθείς γιατί δεν καταλαβαίνεις τι σου γίνεται. Για να δω αν το πιάνεις. 40 χρόνια χριστιανικής εκπαίδευσης, με στρατιωτικούς στους δρόμους, με απογοητευμένες γυναίκες, με την άγνοια να κυριαρχεί, με έναν καθολικισμό ξεθυμασμένο. 40 χρόνια. Και το γράφω με αριθμούς για να φαίνεται περισσότερο.
Είναι ξεκάθαρο ότι κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για όλα αυτά, αλλά επίσης είναι ξεκάθαρο ότι όλα αυτά μας έχουν στιγματίσει. Έτσι, αποδεχόμενοι ότι προερχόμαστε από έναν υπερ-καρκίνο 40 ετών, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τη σύγχρονη μεταδικτατορική ισπανική πολιτική μας κατάσταση και έτσι, λέω, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα την καταστροφική, ολέθρια και μοιραία εκατόμβη της μετά-Φράνκο εποχής στην οποία είμαστε βυθισμένοι, και τις άμεσες συνέπειές της και έτσι να μπορέσουμε, κάποια μέρα, να ξεκινήσουμε από την αρχή.
            Οι Καταλανοί θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους όλων. Οι Βάσκοι κρύβονται πίσω από βουνά και μπαλακλάβες. Οι Βαλενθιάνοι είναι ό,τι πιο ακραίο έχει δει ποτέ κανείς. Οι κάτοικοι των Καναρίων νήσων είναι πρώην Αφρικανοί. Οι Μαδριλένοι έπαψαν να υπάρχουν εδώ και χρόνια. Οι Γαλικιανοί δεν ξέρουν από πού τους έρχονται οι μπόρες. Κανείς δεν ξέρει να τοποθετήσει τη Λα Ριόχα στο χάρτη. Στην Αστούριας και την Καντάμπρια ζουν όπως προ Χριστού. Οι κάτοικοι της Μαγιόρκα μιλάνε σαν να είναι όλη τη μέρα μπουκωμένοι με γλυκά. Η Αραγονία είναι η έρημος που χωρίζει τη Μαδρίτη από τη Βαρκελώνη. Ξέρει κανείς τι πάει να πει Καστίγια-Λεόν και τι Καστίγια Λα Μάντσα; Είναι ντροπή να πεις ότι είσαι από την Εξτρεμαδούρα ή τη Μούρθια. Οι Ανδαλουσιανοί… κοίτα… άσ’ τους εκεί κάτω και ίσως καταλάβουν κάτι. Αλλά… πώς να μην είμαστε όλοι λίγο τρελοί μετά από 40 χρόνια άσπρο - μαύρο;
           
Τι σου έρχεται στο μυαλό με τη λέξη Λονδίνο;

Δεν ξέρω κανέναν που να έχει πάει να ζήσει κάποιο διάστημα στο Λονδίνο από χαρά.
Κανέναν.
Το Λονδίνο είναι ένας κάδος αποτυχιών.
London calling.
Αυτός που έχασε κάποιον δικό του πάει στο Λονδίνο.
Αυτός που δεν βρίσκει δουλειά εδώ πάει στο Λονδίνο.
Αυτός που τον παράτησε ο σύντροφός του πάει στο Λονδίνο.
Αυτός που είναι άχρηστος και ο πατέρας του δεν ξέρει τι να τον κάνει πάει στο Λονδίνο.
Αυτός που απλώς έχει κάποιες αποταμιεύσεις και βαριέται, πάει για μια περίοδο στο Λονδίνο.
London calling.
Όλα αυτά τα προπλάσματα αποτυχίας ταξιδεύουν στο Λονδίνο για να ψηθούν και να μετατραπούν σε ολοκληρωμένα γλυπτά αποτυχίας.
Γιατί το να πας στο Λονδίνο ισοδυναμεί με την αποτυχία.
Και κανείς δεν ξεφεύγει ζωντανός από αυτό τον κανόνα.
Κανένας.
Κυρίως γιατί οι Άγγλοι είναι αυτοί που ασκούν τον πιο κτηνώδη προστατευτισμό του κόσμου.
Κανείς μελαχρινός και με όρεξη για ζωή δεν θα καταφέρει τίποτα παραπάνω στο Λονδίνο από το να περπατήσει πολύ, να κρυώσει, να πιει ακριβά, να κοιμηθεί άσχημα και να φάει χειρότερα.
London calling.
Το κάλεσμα του Λονδίνου.
Και όσοι το έχουν ζήσει και το ξέρουν, δεν αργούν να φτιάξουν βαλίτσες, να επιστρέψουν σπίτι τους, να δουλέψουν πέντε μήνες σε μια καφετέρια-παγωτατζίδικο κατά τη θερινή περίοδο και μετά να δοκιμάσουν την τύχη τους στο Βερολίνο, που μετατρέπεται σε Λονδίνο αλλά του 21ου αιώνα.
Πρώτα ήταν το Παρίσι, μετά το Λονδίνο και τώρα το Βερολίνο.
Και πάει λέγοντας.
Λονδίνο calling.
Βερολίνο calling.

Και τώρα μπορείς να μου μιλήσεις για κάτι που να μην έχει καμία σχέση με όσα έχεις πει;

Φυσικά. Θα σου μιλήσω για την αρχαιολογία. Η αρχαιολογία είναι σημαντική γιατί μελετάει τον υλικό πολιτισμό κοινωνιών που έχουν εξαφανιστεί. Η αρχαιολογία είναι σημαντική γιατί ανακαλύπτει πώς ζούσε ο κόσμος παλιά, πολύ παλιά. Η αρχαιολογία είναι σημαντική γιατί χάρη σ’ αυτή γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι με αξιώματα ζούσαν πάντα σε σπίτια πιο μεγάλα από τον υπόλοιπο κόσμο, ότι οι θεοί δεν ήταν πάντα φτιαγμένοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του ανθρώπου, ότι στην αρχαιότητα οι γυναίκες φανέρωναν το στήθος τους χωρίς καμία αιδώ, ότι στα παιδιά πάντα άρεσε να έχουν παιχνίδια και στους ενήλικες κοσμήματα. Ακόμη η αρχαιολογία ανακαλύπτει ότι ο ευκατάστατος κόσμος ξόδευε πάρα πολλά χρήματα για τους νεκρούς του και οι υπόλοιποι όσα  μπορούσαν. Εν κατακλείδι, η αρχαιολογία χρησιμεύει για να δούμε ότι οι έγνοιες είναι πάντα οι ίδιες.
Και κάτι ακόμα, η αρχαιολογία είναι σημαντική γιατί βοηθάει στο πηγαινέλα των τουριστών σε ορισμένες χώρες οι οποίες αν δεν συνέβαινε αυτό, δεν ξέρω πώς θα τα έβγαζαν πέρα.

Εντάξει. Και τι θα μπορούσες να μου πεις για τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην ιδέα της «οικογένειας» και την ιδέα του «άλμπουμ με χαρτάκια»;

Tο έχω σκεφτεί πολλές φορές και, πράγματι, υπάρχει μια σχέση. Η οικογενειακή τραγωδία είναι ένα επαναλαμβανόμενο χαρτάκι σ’ ένα «άλμπουμ με χαρτάκια». Η οικογένεια είναι, σε μικρογραφία, η αναπαράσταση της καταστροφής του κόσμου. Σε όλες τις οικογένειες επαναλαμβάνονται πάντα οι ίδιες τραγωδίες. Και αυτός είναι ένας ισχυρισμός που ήδη έχει συζητηθεί  πολλές φορές και το πιο εκπληκτικό είναι ότι το ξέρει όλος ο κόσμος. Αλλά δώσ’ του πάλι από την αρχή,  επαναλαμβανόμαστε όπως τα «χαρτάκια». Θα σου πω όλα τα «χαρτάκια» που  συμπληρώνουν το άλμπουμ. Η συλλογή από χαρτάκια:
Χαρτάκι νούμερο 1: σε όλες τις οικογένειες υπάρχει μια αυτοκτονία.
            Χαρτάκι νούμερο 2: σε όλες τις οικογένειες υπάρχουν δύο περιπτώσεις καρκίνου.
            Χαρτάκι νούμερο 3: σε όλες τις οικογένειες υπάρχει μια σεξουαλική κακοποίηση.
            Χαρτάκι νούμερο 4: σε όλες τις οικογένειες υπάρχουν δύο με τρεις περιπτώσεις προβλημάτων με αλκοόλ.
            Χαρτάκι νούμερο 5: σε όλες τις οικογένειες υπήρξε, και το κρύβουν, μια περίπτωση οικογενειακής βίας.
            Χαρτάκι νούμερο 6: σε όλες τις οικογένειες υπάρχει κάποιος που σπαταλάει χρήματα σε πουτάνες.
            Χαρτάκι νούμερο 7: σε όλες τις οικογένειες υπάρχει ένας ομοφυλόφιλος  που δεν εκδηλώνεται.
            Χαρτάκι νούμερο 8: σε όλες τις οικογένειες υπάρχουν πράγματα που είναι καλύτερο να μην μαθευτούν ποτέ.
            Και όλα αυτά, όλα αυτά δημιουργούν μια φανταστική τοιχογραφία. Είναι πιθανό να έχεις κάποια απ’ αυτά τα χαρτάκια. Αλλά επίσης είναι πιθανό να έχεις κάποια απ’ αυτά διπλά και τριπλά και να ψάχνεις κάποιον για να τα ανταλλάξεις. Είναι πιθανό εδώ και λίγο καιρό να έχεις αρχίσει να μαζεύεις χαρτάκια για το άλμπουμ. Είναι πιθανό εδώ και λίγο καιρό να ξέρεις ότι σου έχει δοθεί ένα άλμπουμ και ότι κάθε οικογένεια συμπληρώνει ένα τέτοιο άλμπουμ με χαρτάκια. Είναι πιθανό να έχεις ήδη συμπληρώσει ολόκληρο το άλμπουμ. Όταν κάποιος έχει συμπληρώσει ολόκληρο το άλμπουμ έχει ήδη κερδίσει το παιχνίδι. Έχει κερδίσει το παιχνίδι.

     Μπορείς να μου πεις κάτι για την ευτυχία;
     Μπορείς να μου διηγηθείς κάτι που να έχει σχέση με το μίσος;
     Μπορείς να μου πεις κάτι που να έχει σχέση με τα βουνά;

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

Ξαφνικά, ανακαλύπτει κάποιος στα 14 του ότι μια μέρα είναι κουρασμένος και δεν θέλει να βγει από το σπίτι. Εκείνη η μέρα, η μέρα που κάποιος ανακαλύπτει ότι δεν θέλει να βγει από το σπίτι επειδή δεν έχει όρεξη, ακόμα κι αν εκείνη τη στιγμή δεν το ξέρει, εκείνη η μέρα είναι το τέλος της παιδικής του ηλικίας. Από εκείνη τη μέρα η οποία έρχεται αιφνιδιαστικά, συνειδητοποιεί  κανείς ότι είναι ζωντανός· και με αυτήν την ίδια ιδέα ότι είναι ζωντανός του έρχεται η ιδέα ότι πρόκειται να πεθάνει. Και στα 14, αρχίζοντας από εκείνη την κουρασμένη και φαινομενικά αθώα μέρα, σιγά σιγά εμφανίζονται κι άλλες κουρασμένες μέρες, και στα 18 κι άλλες κουρασμένες μέρες, και στα 25 κι άλλες κουρασμένες μέρες, και στα 40 κι άλλες κουρασμένες μέρες. Και τελικά αυτές οι μέρες της κούρασης εμφανίζονται κάθε βδομάδα σαν τη μούχλα σε φαγητό ξεχασμένο στο ψυγείο και το καλύπτουν όλο και στην ουσία κάνουν ολόκληρη τη βδομάδα να σαπίσει. Αυτή η κούραση είναι η πιο μεγάλη ήττα που μπορεί να συμβεί σε ανθρώπους σαν και μένα στους οποίους, θεωρητικά και κατά τα φαινόμενα, τα πράγματα τους πάνε καλά. Και δεν εννοώ με όλα αυτά ότι η εμφάνιση της κούρασης μπορεί να αποφευχθεί. Εννοώ ότι μπορεί κάποιος να το αντιληφθεί εγκαίρως και ίσως έτσι να αμυνθεί λίγο καλύτερα. Κι αυτό που μια μέρα εμφανίστηκε ξαφνικά στο κεφάλι ενός παιδιού 14 χρόνων, το οποίο δεν ήξερε να εξηγήσει το γιατί εκείνη τη μέρα δεν είχε όρεξη να βγει από το σπίτι, να μην μετατραπεί σε διαρκή θάνατο εν ζωή ενός κουρασμένου ανθρώπου.
Λοιπόν, αυτό που θέλω να σου πω κατά βάθος με όλες αυτές τις ιδέες, με το Λονδίνο, τα χαρτάκια, την αγάπη, τις οικογένειες, την αφηρημένη ζωγραφική, τα ταξίδια και τα υπόλοιπα πράγματα για τα οποία σου μίλησα, αυτό που θέλω να σου πω είναι πως, ακόμα και αν φαίνονται τυχαίες, ακόμα και αν μοιάζει να έχουν ειπωθεί χωρίς πολλή σκέψη, ακόμα και αν προκαλούν λίγο γέλιο, ταυτόχρονα πονάνε πολύ. Γιατί η κούραση πληρώνεται με λάθη. Γιατί όπως πολλοί από τους θανάτους σε αυτοκινητιστικά δυστυχήματα είναι απλώς απροσεξίες που προκαλούνται από την κούραση του οδηγού, με τον ίδιο τρόπο, λέω, ότι πολλά από τα λάθη, πολλές λάθος επιλογές, προκαλούνται από την κούραση με την οποία τα χρόνια επιβαρύνουν το ρυθμό της ζωής, μετατρέποντας σταδιακά τα πάντα σ’ ένα σωρό από σκατά.

Μπορούμε να θεωρήσουμε την προσέγγιση ως ολοκληρωμένη;          




Το έργο Observen cómo el cansancio derrota al pensamiento γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου του 2011 στη La Porta της Βαρκελώνης από την Τάνια Μπεγελέρ, τον Σαβιέρ Μας, τον Αντρέου Μαρτίνεθ, τον Πάμπλο Χισμπέρτ και την κότα Πίνα, όμως ανέβηκε τελικά στη Μαδρίτη στο πλαίσιο του φεστιβάλ SISMO στις 8 Οκτωβρίου του 2011. Συμμετείχαν οι: Τσάλο Τολόθα–Φερνάντεθ, Θέλσο Χιμένεθ, Γκουθμάν Σάντσεθ, Κάρλος Ναβίο, Ρούφο Πλατέρο, Πάμπλο Χισμπέρτ, Τάνια Μπεγελέρ και η Μπάντα  «Η Αλεγρία του Μόστολες».

Μπορείτε να παρακολουθήσετε το ανέβασμα του έργου στο Museo de Arte Contemporáneo (MUSAC) της Λεόν στις 11 Απριλίου του 2015 στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://vimeo.com/126359771

Ο  Pablo Gisbert γεννήθηκε στο Οντινιέντ της Βαλένθια το 1982. Το 2010, στη Βαρκελώνη, ιδρύει, μαζί με την Τάνια Μπεγελέρ τη θεατρική ομάδα El Conde de Torrefiel [Ο Κόμης του Τορεφιέλ], ένα πρότζεκτ θεάτρου και ζωής που συνδυάζει τις πλαστικές τέχνες με τη σύγχρονη λογοτεχνία.

Η απόδοση στα ελληνικά του Παρατηρήστε πώς η κούραση νικάει τη σκέψη του Πάμπλο Χισμπέρτ είναι προϊόν συλλογικής μετάφρασης. Μετέφρασαν οι Ελένη Βότση, Αναστασία Γιαλαντζή, Μαρία Ζαγγίλη, Εύη Κύρλεση, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Σοφία Φερτάκη.
    
 
  
  
   





Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

Buenos días, señor doctor / Καλημέρα σας, γιατρέ

Buenos días, señor doctor

de José Luis Alonso de Santos

(Dos señoras de  avanzadísima edad, en dos camas contíguas en un hospital, enchufadas al gota a gota y a otros aparatos clínicos.)

ISA.(Medio incorporada, busca en su mesilla.) ¿Has visto tú mi espejo?
CARMINA.¿Yo? Por qué voy a haberlo visto yo.
ISA.Pues porque estás ahí al lado. Y porque te conozco.
CARMINA.A ver si te crees que soy como tú, que me dices que no sabes dónde está mi barra de labios y luego cuando él llega tienes los labios siempre pintados.
ISA.Te he dicho veinte veces que no tengo tu barra de labios.
CARMINA.Ni yo tu espejo. Así que estamos en paz.
ISA.¿Qué hora es?
CARMINA.No sé. Se me ha parado el reloj.
ISA.¡Ah!, ¿no sabes? Me coges el espejo para que no pueda arreglarme y encima no me quieres decir cuánto falta para que venga. ¡Pero qué envidiosa y qué mala eres! ¡Todo porque ayer estuvo conmigo más tiempo que contigo!
CARMINA.(Incorporándose.) ¡Porque eres una egoísta! Eso es lo que pasa. Le estuviste entreteniendo todo lo que pudiste para que luego tuviera que darse prisa conmigo. Pero me sonrió muy cariñoso, y en cambio contigo estuvo frío y seco.
ISA. ¡Tú qué sabrás! Lo primero que tienes que hacer es no mirar cuando esté conmigo, que estás todo el tiempo ahí con los ojos clavados como un búho. Y no toser, que no paras de toser cuando está aquí, y luego no vuelves a toser en todo el día.
CARMINA. Estás rabiosa porque sabes que hoy me va a hacer pruebas y no lo puedes aguantar. Vamos a estar solos los dos, y esto te come por dentro.
ISA. ¡Huy, «solos los dos»! ¿Y la enfermera qué? Además a mí también va a hacerme pruebas un día de éstos.
CARMINA. ¿A ti pruebas? ¿De qué? ¡Pero si estás desahuciada! ¿Qué pruebas va a hacerte?
ISA. ¡Desahuciada lo estarás tú, que tienes más operaciones encima que un quirófano! (CARMINA se echa a llorar.) Anda. Ahora se pone a llorar. (Cargándose de paciencia.) Qué te pasa, vamos a ver.
CARMINA. ¡Es que soy muy feliz! Vamos a estar juntos al fin. Y esta vez no voy a ser una tonta como he sido siempre con los hombres por mi timidez. En cuanto me mire, me desnudo y me ofrezco a él. Me da igual lo que pase después.
ISA. Lo que pasará será que te sacarán de aquí y te llevarán al psiquiátrico. «Me desnudo y me ofrezco a él.» Como sabes que te van a poner el biombo de un momento a otro, ya deliras.
CARMINA. ¡Envidia! ¡Envidia cochina! Me quiere a mí porque estoy más enferma, y soy más guapa y más joven.
ISA. «Más joven», dice, la vejestorio esta, que es del siglo pasado.
CARMINA. ¡Y tú más! Tienes noventa años, así que me llevas uno, que lo vi en tus papeles.
ISA. Están equivocados. Nací en 1925, para que te enteres. Así que ahora tengo...
CARMINA. Once años.
ISA. ¡Once años voy a tener...!
CARMINA. Once años te quitas, digo.
ISA. ¡Bueno, se acabó! Dame el espejo o te arranco el gota a gota y cuando llegue la has diñado.
CARMINA. Qué fina eres hablando. Da gusto contigo. Se nota que fuiste a un colegio de pago de pequeña.
ISA. ¡Que me des mi espejo o no te hablo más!
CARMINA. Por mí como si pides que te trasladen a otra planta.
ISA. Eso es lo que tú quieres, ya lo sé yo, para quedarte sola con él. ¡Pues vas lista!
CARMINA. ¡Que viene, que viene...!
ISA. ¡Ay Dios mío, y estoy sin arreglar!

(Miran al lateral por donde se supone viene el DOCTOR, y rápidamente se giran cada una al lado contrario de la otra, una con el espejo y la otra con la barra de labios, y se dan los últimos toques. Luego, se colocan sonrientes y coquetas mirando al lugar por donde viene el DOCTOR.)

CARMINA. Isa, ¿tú crees que habrá médicos también en el otro mundo?
ISA. Sí, Carmina, pero no te pienso dejar ir sola, para que te los quedes todos, que te conozco.

(Llega el medico, con su bata blanca inmaculada, alto, guapo, lleno de una luz especial, y con una sonrisa de ángel en la cara.)

DOCTOR. Buenos días, señoras.
LAS DOS. (Al médico, que se acerca.) ¡Buenos días, señor doctor!

OSCURO


><><><><><>< 


Καλημέρα σας, γιατρέ

του Χοσέ Λουίς Αλόνσο ντε Σάντος

(Δύο κυρίες πολύ προχωρημένης ηλικίας, σε δύο διπλανά κρεβάτια σ’ ένα νοσοκομείο, διασωληνωμένες με ορούς και άλλες νοσοκομειακές συσκευές.)

ΙΣΑ.— (Ανασηκώνεται λίγο, ψάχνει στο τραπεζάκι της.) Μήπως είδες το καθρεφτάκι μου;
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εγώ; Γιατί θα ’πρεπε να το ’χω δει;
ΙΣΑ.— Επειδή είσαι εδώ δίπλα. Και επειδή σε ξέρω.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εγώ δεν είμαι σαν και σένα, που λες ότι δεν ξέρεις πού είναι το κραγιόν μου και μετά, όταν έρχεται εκείνος, έχεις πάντα τα χείλη σου βαμμένα.
ΙΣΑ.— Εκατό φορές σου έχω πει ότι δεν έχω το κραγιόν σου.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Ούτε εγώ το καθρεφτάκι σου. Είμαστε λοιπόν πάτσι.
ΙΣΑ.— Τι ώρα είναι;
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Δεν ξέρω. Το ρολόι μου σταμάτησε.
ΙΣΑ.— Α! Ώστε δεν ξέρεις; Μου παίρνεις το καθρεφτάκι για να μην μπορώ να καλλωπιστώ και από πάνω αρνείσαι να μου πεις σε πόση ώρα έρχεται. Μα πόσο ζηλιάρα και κακιά είσαι! Και όλα αυτά επειδή χθες έμεινε πιο πολύ ώρα με μένα παρά με σένα!
ΚΑΡΜΙΝΑ.— (Ενώ ανασηκώνεται.) Επειδή είσαι μια εγωίστρια και μισή! Η αλήθεια να λέγεται. Τον απασχόλησες όσο περισσότερο μπορούσες ώστε μετά, με μένα, να είναι βιαστικός.  Όμως μου χαμογέλασε πολύ γλυκά, αντίθετα με εσένα ήταν ψυχρός και απότομος.
ΙΣΑ.— Τι ξέρεις εσύ; Πρώτον και κύριον σταμάτα να κοιτάς όταν είναι μαζί μου, που είσαι συνέχεια με τα μάτια καρφωμένα σαν τον μπούφο. Και πάψε να βήχεις. Δεν σταματάς να βήχεις όταν είναι εδώ, ενώ όλη την υπόλοιπη μέρα δεν βήχεις καθόλου.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Είσαι έξω φρενών γιατί ξέρεις ότι σήμερα θα μου κάνει εξετάσεις και πας να σκάσεις. Θα μείνουμε μόνοι οι δυο μας και αυτό δεν μπορείς να το χωνέψεις.
ΙΣΑ.— Χα, «μόνοι οι δυο μας!». Και η νοσοκόμα, δεν θα είναι μαζί σας; Εξάλλου, μια από αυτές τις μέρες θα κάνει και σε μένα εξετάσεις.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Σε σένα εξετάσεις; Τι εξετάσεις; Μα αφού εσύ είσαι ξεγραμμένη! Τι λογής εξετάσεις θα σου κάνει;
ΙΣΑ.— Ξεγραμμένη είσαι και φαίνεσαι, που δεν έχεις αφήσει εγχείρηση για εγχείρηση που να μην την έχεις κάνει! (Η ΚΑΡΜΙΝΑ ξεσπά σε κλάματα.) 0ρίστε μας. Τώρα βάζει τα κλάματα (Οπλίζεται με υπομονή.) Έλα πες μου, τι σου συμβαίνει;
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Είμαι πολύ ευτυχισμένη! Επιτέλους θα τα φτιάξουμε. Και αυτή τη φορά δεν θα είμαι η χαζή που πάντα ήμουν με τους άντρες επειδή ντρεπόμουνα. Μόλις με κοιτάξει, θα ξεντυθώ και θα του δοθώ. Και δεν με νοιάζει τι θα γίνει μετά.
ΙΣΑ.— Αυτό που θα γίνει είναι να σε βγάλουν από δω και να σε στείλουν στο ψυχιατρικό τμήμα. «Θα ξεντυθώ και θα του δοθώ». Ξέρεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα τα τινάξεις, γι’ αυτό παραληρείς.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Ζήλεια! Αρρωστημένη ζήλεια! Εμένα αγαπάει γιατί είμαι και πιο άρρωστη και πιο όμορφη και πιο νέα.
ΙΣΑ.— «Πιο νέα», λέει η γριέντζω, που γεννήθηκε τον καιρό του Νώε.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εσύ είσαι πιο μεγάλη! Είσαι ενενήντα χρονών, μου ρίχνεις ένα χρόνο, το είδα στα χαρτιά σου.
ΙΣΑ.— Έχουν κάνει λάθος. Γεννήθηκα το 1925, για να ξέρεις. Σήμερα είμαι λοιπόν…
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Έντεκα χρονών.
ΙΣΑ.— Θα γίνω έντεκα…!
ΚΑΡΜΙΝΑ.—  Έντεκα είναι τα χρόνια που κρύβεις.
ΙΣΑ.— Λοιπόν, τέρμα και τελείωσε! Δώσ’ μου το καθρεφτάκι αλλιώς θα σου τραβήξω τον ορό και μέχρι να έρθει θα τα ’χεις τινάξει.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Τι ωραίο λεξιλόγιο! Χαίρομαι να μιλώ μαζί σου. Φαίνεται ότι μικρή πήγες σε ιδιωτικό σχολείο.
ΙΣΑ.— Δώσ’ μου το καθρεφτάκι μου αλλιώς δεν πρόκειται να σου ξαναμιλήσω!
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εγώ λέω καλύτερα να ζητήσεις να σε πάνε σε άλλο όροφο.
ΙΣΑ.— Εσύ αυτό θέλεις, ξέρω γω, για να μείνεις μόνη μαζί του. Κούνια που σε κούναγε!
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Έρχεται, έρχεται…!
ΙΣΑ.— Αχ, Θεέ μου και δεν πρόλαβα να καλλωπιστώ!

(Κοιτούν από την πλευρά απ’ όπου υποτίθεται ότι έρχεται ο ΓΙΑΤΡΟΣ, και γρήγορα γρήγορα κάθε μια γυρνά από την αντίθετη πλευρά της άλλης, η μία με το καθρεφτάκι και η άλλη με το κραγιόν, και προσθέτουν τις τελευταίες πινελιές στο μακιγιάζ τους. Μετά, στήνονται χαμογελαστές και κοκέτες κοιτάζοντας προς το μέρος από όπου έρχεται ο ΓΙΑΤΡΟΣ.)

ΚΑΡΜΙΝΑ.— Ίσα, πιστεύεις ότι θα υπάρχουν γιατροί και στον άλλο κόσμο;
ΙΣΑ.— Ναι, Καρμίνα, δεν πρόκειται όμως να σε αφήσω να πας μόνη σου για να τους έχεις όλους για πάρτη σου, σε ξέρω καλά.

 (Έρχεται ο ΓΙΑΤΡΟΣ, με την αψεγάδιαστη ποδιά του, ψηλός, ωραίος, μέσα σ’ ένα ιδιαίτερο φως, και μ’ ένα αγγελικό χαμόγελο στο πρόσωπό του.)

ΓΙΑΤΡΟΣ.— Καλημέρα σας, κυρίες μου.
ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΖΙ.— (Στον γιατρό που πλησιάζει.) Καλημέρα σας, γιατρέ!

ΣΚΟΤΑΔΙ

Μετάφραση: Ματθίλδη Σιμχά
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


José Luis Alonso de Santos (Valladolid, agosto de 1942) es dramaturgo, director escénico y guionista.
Ο Χοσέ Λουίς ντε Σάντος γεννήθηκε στο Βαγιαδολίδ το 1942. Είναι θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και σεναριογράφος.


Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στη Διπλωματική Εργασία που συγγράφει η Ματθίλδη Σιμχά, υπό την εποπτεία του Αναπληρωτή Καθηγητή Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στο πλαίσιο των σπουδών της στο Μάστερ «Επιστήμες της Γλώσσας και του Πολιτισμού», Κατεύθυνση «Μετάφραση, επικοινωνία και εκδοτικός χώρος» του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Ένα ποίημα του Ολιβέριο Χιρόντο σε δύο αποδόσεις

XII

Se miran, se presienten, se desean,
se acarician, se besan, se desnudan,
se respiran, se acuestan, se olfatean,
se penetran, se chupan, se demudan,
se adormecen, despiertan, se iluminan,
se codician, se palpan, se fascinan,
se mastican, se gustan, se babean,
se confunden, se acoplan, se disgregan,
se aletargan, fallecen, se reintegran,
se distienden, se enarcan, se menean,
se retuercen, se estiran, se caldean,
se estrangunlan, se aprietan, se estremecen,
se tantean, se juntan, desfallecen,
se repelen, se enervan, se apetecen,
se acometen, se enlazan, se entrechocan,
se agazapan, se apresan, se dislocan,
se perforan, se incrustan, se acribillan,
se remachan, se injertan, se atornillan,
se desmayan, reviven, resplandecen,
se contemplan, se inflaman, se enloquecen,
se derriten, se sueldan, se calcinan,
se desgarran, se muerden, se asesinan,
resucitan, se buscan, se refriegan,
se rehúyen, se evaden y se entregan.

Oliverio Girondo

ΧΙΙ

Κοιτάζονται, προαισθάνονται, επιθυμούνται,
χαϊδεύονται, φιλιούνται, γδύνονται,
ανασαίνουν, ξαπλώνουν, μυρίζονται,
διαπερνιούνται, ρουφιούνται, μουτρώνουν,
αποκοιμιούνται, ξυπνούν, φωτίζονται,
ποθούνται, ψηλαφιούνται, γοητεύονται,
μασιούνται, γουστάρονται, σαλιαρίζουν,
μπερδεύονται, ζευγαρώνουν, χωρίζονται,
πέφτουν σε λήθαργο, πεθαίνουν, επιστρέφουν,
χαλαρώνουν, ανασηκώνονται, τινάζονται,
συστρέφονται, τεντώνονται, ζεσταίνονται,
στραγγαλίζονται, στριμώχνονται, δονούνται,
βολιδοσκοπούνται, ενώνονται, αποκαρδιώνονται,
απωθούνται, εκνευρίζονται, ορέγονται,
εφορμούν, συνδέονται, συγκρούονται,
κουλουριάζονται, αιχμαλωτίζονται, εξαρθρώνονται,
διατρυπιούνται, εντίθενται, διατρυπιούνται,
σφυροκοπιούνται, μπολιάζονται, αλληλοπιέζονται,
λιποθυμούν, ζωντανεύουν, ακτινοβολούν,
κοιτάζονται, αναφλέγονται, τρελαίνονται,
τήκονται, κολλάνε, απανθρακώνονται,
σπαράσσονται, δαγκώνονται, δολοφονούνται,
ανασταίνονται, ψάχνονται, επιτιμούνται,
αλληλοαποφεύγονται, δραπετεύουν και παραδίνονται.

Μετάφραση: Κώστας Αθανασίου



ΧΙΙ

Κοιτάζονται, διαισθάνονται, θέλγονται,
χαϊδεύονται, φιλιούνται, γδύνονται,
ανασαίνονται, πλαγιάζουν, μυρίζονται,
διεισδύουν, ρουφιούνται, παραμορφώνονται,
αποκοιμιούνται, ξυπνούν, λάμπουν,
ποθούνται, αγγίζονται, σαγηνεύονται,
μασιούνται, γεύονται, σαλιώνονται,
μπερδεύονται, ζευγαρώνουν, αποχωρίζονται,
ναρκώνονται, πεθαίνουν, επανέρχονται,
χαλαρώνουν, καμπυλώνουν, λικνίζονται,
συστρέφονται, τεντώνονται, ανάβουν,
στραγγαλίζονται, σφίγγονται, ανατριχιάζουν,
ψηλαφίζονται, ενώνονται, καταρρέουν,
απωθούνται, εκνευρίζονται, ορέγονται,
επιτίθενται, αγκαλιάζονται, συγκρούονται,
κουλουριάζονται, αιχμαλωτίζονται, στραμπουλίζονται,
διαπερνούνται, σφηνώνονται, γαζώνονται,
συνθλίβονται, μπολιάζονται, βιδώνονται,
λιποθυμούν, ξαναζούν, ακτινοβολούν,
θαυμάζονται, φλέγονται, τρελαίνονται,
λιώνουν, συγκολλούνται, απανθρακώνονται,
ξεσχίζονται, δαγκώνονται, δολοφονούνται,
ανασταίνονται, αποζητιούνται, τρίβονται,
αποφεύγονται, δραπετεύουν και παραδίδονται.

Συλλογική μετάφραση: Ελένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Ελένη Γκόγκου, Βαγγέλης Καμπούνιας, Ασπασία Καμπύλη, Ζωή Μαγουλά, Μαρία Μελαδάκη, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Κατερίνα Παπαδάκη, Μαρία Ρουσάκη.

Το παρόν ποίημα του αργεντινού ποιητή Ολιβέριο Χιρόντο (1891 – 1967) ανήκει στη συλλογή Espantapájaros του 1932. Η μετάφραση του Κώστα Αθανασίου συμπεριλαμβάνεται στη μετάφραση του βιβλίου του περουβιανού συγγραφέα Σαντιάγο Ρονκαλιόλο Ο Ουρουγουανός εραστής (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013) και η συλλογική μετάφραση συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία ισπανόφωνου ερωτικού μικροδιηγήματος Βγάλε ένα φύλλο… (Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2014).



Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Alexios Mainas: Paradise Lost

Paradise Lost


ΕN 1994 TENÍA dieciocho años, era un neopilus Adán, un pequeño burgués en la flor de toda mi ambigüedad, y el último de mi pandilla en bailar el blues. Todo pasó en casa de un amigo, Takis, en un edificio de viviendas- desde el balcón de la quinta planta se veía al fondo el monte Himeto, y al otro lado estaba la ciudad como un invisible susurro mitológico.
       Todos los muchachos llevábamos gruesas monturas de pasta, que ahora se han vuelto a poner de moda después de diecisiete años, y habíamos formado un corrillo en el ancho sofá amarillento de cuero resbaladizo junto al carrito de las bebidas, negociando entre cuchicheos con cuál de las vecinas de Takis íbamos a bailar. Las guapas estaban sentadas al otro lado de la vida, en un charco de luz de una lámpara triple y aunque estaban riéndose a carcajadas, evidentemente llenas de vida y fogosidad, para nosotros eran compactas e inaccesibles como figuras de cera. Lo único que nos unía era el parqué.
       Agotado por las dificultades evidentes de no ser ya un niño, salí al balcón a fumar. Estaba solo y hacía frío. El cigarrillo no era todavía una excusa para charlar y entablar relaciones, como lo era pasear al perro, era una especie de apuesta o de demostración, un acto de fe en algo en lo que no creíamos, como sería más tarde la mili. Detrás de la pared lateral de la terraza, delante de la cocina, si te asomabas por encima del tendedero, se apreciaba un trozo triangular de Atenas, como un cementerio, con lucecitas de colores y con la queja acallada de los muertos. Me sentía conectado al rumor de la ciudad como al cordón umbilical. La Kipseli(1) de los primeros años no se divisaba entre las constelaciones desde este punto, tampoco la otra colmena a la sombra de la colina Licabeto, donde crecí en medio de bocinazos. Bien entrada la noche, cuando apagaba la luz podía imaginarme la respiración de millares de durmientes que subía a lo alto de la atmósfera como tiras de papel de arroz. No conocía a casi nadie. Por la noche solía soñar con semáforos, las encrucijadas de mi sueño estaban llenas de desnudos que llevaban chaquetas.
       Hubo un momento en el que se me acercó por detrás Tani (con i latina), una noruega Brunilda de ojos verdes a la que Takis conocía de otro edificio de apartamentos de verano en Fáliro(2). Quería bailar conmigo, me hizo una proposición inesperada, de una manera directa y a la noruega, pero me negué, porque sabía que tendríamos que abrazarnos sobre mi ya imperiosa anatomía. Aun así, se me acercó sin miedo, como si no hubiera terremotos en el quinto, como si no hubiera existido el Grito de Munch, me quitó el cigarrillo de la boca con un simple movimiento, echó una calada, lo tiró en la oscuridad sin preguntarme, envolvió el vestido verde de sus brazos lentamente por debajo de mi melena como pitones alrededor de mi nuca y selló para siempre, con un simple seductor meneo de caderas, en un blues de tres minutos sobre mi erección, bajo el eco azul de “Without you” detrás de los ventanales del salón y la distante gárgara de la ciudad, lo que significa supremacía. Y feminidad suprema.
       Pasaron los tres minutos. Mariah guardó silencio detrás del cristal. Tani corrió la cristalera y se perdió entre los fiordos de la cortina. La ciudad se quedó fuera.


(1) Barrio popular en el centro de Atenas cuyo nombre significa colmena.

(2) Barrio en la zona costera de Atenas.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 30 de junio de 2013

Alexios Mainas (Atenas, 1976). Estudió Filosofía en la ciudad alemana de Bonn. Trabaja como traductor y escribe en las dos lenguas.

La traducción colectiva se ha realizado en el marco de la asignatura «Traducción literaria inversa del griego al español» del Máster en Traducción, Co­mu­ni­ca­ción y Mundo Editorial (Universidad Aristóteles de Salónica) impartida du­rante el curso 2015-2016 por Natividad Peramos Soler. Participaron los estu­di­antes: Anestopoulou Anna, Georgo­pou­lou Efi, Golfinopoulou Alexandra, Dimitropoulou Katerina, Kampyli Aspasia, Ka­ra­gian­nidou Kiriaki, Kiose Konstantina, Lambrou Natasa, Malakata Maria, Bakatsia Dimi­tra, Papaioannou Eustratía.