Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

Buenos días, señor doctor / Καλημέρα σας, γιατρέ

Buenos días, señor doctor

de José Luis Alonso de Santos

(Dos señoras de  avanzadísima edad, en dos camas contíguas en un hospital, enchufadas al gota a gota y a otros aparatos clínicos.)

ISA.(Medio incorporada, busca en su mesilla.) ¿Has visto tú mi espejo?
CARMINA.¿Yo? Por qué voy a haberlo visto yo.
ISA.Pues porque estás ahí al lado. Y porque te conozco.
CARMINA.A ver si te crees que soy como tú, que me dices que no sabes dónde está mi barra de labios y luego cuando él llega tienes los labios siempre pintados.
ISA.Te he dicho veinte veces que no tengo tu barra de labios.
CARMINA.Ni yo tu espejo. Así que estamos en paz.
ISA.¿Qué hora es?
CARMINA.No sé. Se me ha parado el reloj.
ISA.¡Ah!, ¿no sabes? Me coges el espejo para que no pueda arreglarme y encima no me quieres decir cuánto falta para que venga. ¡Pero qué envidiosa y qué mala eres! ¡Todo porque ayer estuvo conmigo más tiempo que contigo!
CARMINA.(Incorporándose.) ¡Porque eres una egoísta! Eso es lo que pasa. Le estuviste entreteniendo todo lo que pudiste para que luego tuviera que darse prisa conmigo. Pero me sonrió muy cariñoso, y en cambio contigo estuvo frío y seco.
ISA. ¡Tú qué sabrás! Lo primero que tienes que hacer es no mirar cuando esté conmigo, que estás todo el tiempo ahí con los ojos clavados como un búho. Y no toser, que no paras de toser cuando está aquí, y luego no vuelves a toser en todo el día.
CARMINA. Estás rabiosa porque sabes que hoy me va a hacer pruebas y no lo puedes aguantar. Vamos a estar solos los dos, y esto te come por dentro.
ISA. ¡Huy, «solos los dos»! ¿Y la enfermera qué? Además a mí también va a hacerme pruebas un día de éstos.
CARMINA. ¿A ti pruebas? ¿De qué? ¡Pero si estás desahuciada! ¿Qué pruebas va a hacerte?
ISA. ¡Desahuciada lo estarás tú, que tienes más operaciones encima que un quirófano! (CARMINA se echa a llorar.) Anda. Ahora se pone a llorar. (Cargándose de paciencia.) Qué te pasa, vamos a ver.
CARMINA. ¡Es que soy muy feliz! Vamos a estar juntos al fin. Y esta vez no voy a ser una tonta como he sido siempre con los hombres por mi timidez. En cuanto me mire, me desnudo y me ofrezco a él. Me da igual lo que pase después.
ISA. Lo que pasará será que te sacarán de aquí y te llevarán al psiquiátrico. «Me desnudo y me ofrezco a él.» Como sabes que te van a poner el biombo de un momento a otro, ya deliras.
CARMINA. ¡Envidia! ¡Envidia cochina! Me quiere a mí porque estoy más enferma, y soy más guapa y más joven.
ISA. «Más joven», dice, la vejestorio esta, que es del siglo pasado.
CARMINA. ¡Y tú más! Tienes noventa años, así que me llevas uno, que lo vi en tus papeles.
ISA. Están equivocados. Nací en 1925, para que te enteres. Así que ahora tengo...
CARMINA. Once años.
ISA. ¡Once años voy a tener...!
CARMINA. Once años te quitas, digo.
ISA. ¡Bueno, se acabó! Dame el espejo o te arranco el gota a gota y cuando llegue la has diñado.
CARMINA. Qué fina eres hablando. Da gusto contigo. Se nota que fuiste a un colegio de pago de pequeña.
ISA. ¡Que me des mi espejo o no te hablo más!
CARMINA. Por mí como si pides que te trasladen a otra planta.
ISA. Eso es lo que tú quieres, ya lo sé yo, para quedarte sola con él. ¡Pues vas lista!
CARMINA. ¡Que viene, que viene...!
ISA. ¡Ay Dios mío, y estoy sin arreglar!

(Miran al lateral por donde se supone viene el DOCTOR, y rápidamente se giran cada una al lado contrario de la otra, una con el espejo y la otra con la barra de labios, y se dan los últimos toques. Luego, se colocan sonrientes y coquetas mirando al lugar por donde viene el DOCTOR.)

CARMINA. Isa, ¿tú crees que habrá médicos también en el otro mundo?
ISA. Sí, Carmina, pero no te pienso dejar ir sola, para que te los quedes todos, que te conozco.

(Llega el medico, con su bata blanca inmaculada, alto, guapo, lleno de una luz especial, y con una sonrisa de ángel en la cara.)

DOCTOR. Buenos días, señoras.
LAS DOS. (Al médico, que se acerca.) ¡Buenos días, señor doctor!

OSCURO


><><><><><>< 


Καλημέρα σας, γιατρέ

του Χοσέ Λουίς Αλόνσο ντε Σάντος

(Δύο κυρίες πολύ προχωρημένης ηλικίας, σε δύο διπλανά κρεβάτια σ’ ένα νοσοκομείο, διασωληνωμένες με ορούς και άλλες νοσοκομειακές συσκευές.)

ΙΣΑ.— (Ανασηκώνεται λίγο, ψάχνει στο τραπεζάκι της.) Μήπως είδες το καθρεφτάκι μου;
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εγώ; Γιατί θα ’πρεπε να το ’χω δει;
ΙΣΑ.— Επειδή είσαι εδώ δίπλα. Και επειδή σε ξέρω.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εγώ δεν είμαι σαν και σένα, που λες ότι δεν ξέρεις πού είναι το κραγιόν μου και μετά, όταν έρχεται εκείνος, έχεις πάντα τα χείλη σου βαμμένα.
ΙΣΑ.— Εκατό φορές σου έχω πει ότι δεν έχω το κραγιόν σου.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Ούτε εγώ το καθρεφτάκι σου. Είμαστε λοιπόν πάτσι.
ΙΣΑ.— Τι ώρα είναι;
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Δεν ξέρω. Το ρολόι μου σταμάτησε.
ΙΣΑ.— Α! Ώστε δεν ξέρεις; Μου παίρνεις το καθρεφτάκι για να μην μπορώ να καλλωπιστώ και από πάνω αρνείσαι να μου πεις σε πόση ώρα έρχεται. Μα πόσο ζηλιάρα και κακιά είσαι! Και όλα αυτά επειδή χθες έμεινε πιο πολύ ώρα με μένα παρά με σένα!
ΚΑΡΜΙΝΑ.— (Ενώ ανασηκώνεται.) Επειδή είσαι μια εγωίστρια και μισή! Η αλήθεια να λέγεται. Τον απασχόλησες όσο περισσότερο μπορούσες ώστε μετά, με μένα, να είναι βιαστικός.  Όμως μου χαμογέλασε πολύ γλυκά, αντίθετα με εσένα ήταν ψυχρός και απότομος.
ΙΣΑ.— Τι ξέρεις εσύ; Πρώτον και κύριον σταμάτα να κοιτάς όταν είναι μαζί μου, που είσαι συνέχεια με τα μάτια καρφωμένα σαν τον μπούφο. Και πάψε να βήχεις. Δεν σταματάς να βήχεις όταν είναι εδώ, ενώ όλη την υπόλοιπη μέρα δεν βήχεις καθόλου.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Είσαι έξω φρενών γιατί ξέρεις ότι σήμερα θα μου κάνει εξετάσεις και πας να σκάσεις. Θα μείνουμε μόνοι οι δυο μας και αυτό δεν μπορείς να το χωνέψεις.
ΙΣΑ.— Χα, «μόνοι οι δυο μας!». Και η νοσοκόμα, δεν θα είναι μαζί σας; Εξάλλου, μια από αυτές τις μέρες θα κάνει και σε μένα εξετάσεις.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Σε σένα εξετάσεις; Τι εξετάσεις; Μα αφού εσύ είσαι ξεγραμμένη! Τι λογής εξετάσεις θα σου κάνει;
ΙΣΑ.— Ξεγραμμένη είσαι και φαίνεσαι, που δεν έχεις αφήσει εγχείρηση για εγχείρηση που να μην την έχεις κάνει! (Η ΚΑΡΜΙΝΑ ξεσπά σε κλάματα.) 0ρίστε μας. Τώρα βάζει τα κλάματα (Οπλίζεται με υπομονή.) Έλα πες μου, τι σου συμβαίνει;
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Είμαι πολύ ευτυχισμένη! Επιτέλους θα τα φτιάξουμε. Και αυτή τη φορά δεν θα είμαι η χαζή που πάντα ήμουν με τους άντρες επειδή ντρεπόμουνα. Μόλις με κοιτάξει, θα ξεντυθώ και θα του δοθώ. Και δεν με νοιάζει τι θα γίνει μετά.
ΙΣΑ.— Αυτό που θα γίνει είναι να σε βγάλουν από δω και να σε στείλουν στο ψυχιατρικό τμήμα. «Θα ξεντυθώ και θα του δοθώ». Ξέρεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα τα τινάξεις, γι’ αυτό παραληρείς.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Ζήλεια! Αρρωστημένη ζήλεια! Εμένα αγαπάει γιατί είμαι και πιο άρρωστη και πιο όμορφη και πιο νέα.
ΙΣΑ.— «Πιο νέα», λέει η γριέντζω, που γεννήθηκε τον καιρό του Νώε.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εσύ είσαι πιο μεγάλη! Είσαι ενενήντα χρονών, μου ρίχνεις ένα χρόνο, το είδα στα χαρτιά σου.
ΙΣΑ.— Έχουν κάνει λάθος. Γεννήθηκα το 1925, για να ξέρεις. Σήμερα είμαι λοιπόν…
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Έντεκα χρονών.
ΙΣΑ.— Θα γίνω έντεκα…!
ΚΑΡΜΙΝΑ.—  Έντεκα είναι τα χρόνια που κρύβεις.
ΙΣΑ.— Λοιπόν, τέρμα και τελείωσε! Δώσ’ μου το καθρεφτάκι αλλιώς θα σου τραβήξω τον ορό και μέχρι να έρθει θα τα ’χεις τινάξει.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Τι ωραίο λεξιλόγιο! Χαίρομαι να μιλώ μαζί σου. Φαίνεται ότι μικρή πήγες σε ιδιωτικό σχολείο.
ΙΣΑ.— Δώσ’ μου το καθρεφτάκι μου αλλιώς δεν πρόκειται να σου ξαναμιλήσω!
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εγώ λέω καλύτερα να ζητήσεις να σε πάνε σε άλλο όροφο.
ΙΣΑ.— Εσύ αυτό θέλεις, ξέρω γω, για να μείνεις μόνη μαζί του. Κούνια που σε κούναγε!
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Έρχεται, έρχεται…!
ΙΣΑ.— Αχ, Θεέ μου και δεν πρόλαβα να καλλωπιστώ!

(Κοιτούν από την πλευρά απ’ όπου υποτίθεται ότι έρχεται ο ΓΙΑΤΡΟΣ, και γρήγορα γρήγορα κάθε μια γυρνά από την αντίθετη πλευρά της άλλης, η μία με το καθρεφτάκι και η άλλη με το κραγιόν, και προσθέτουν τις τελευταίες πινελιές στο μακιγιάζ τους. Μετά, στήνονται χαμογελαστές και κοκέτες κοιτάζοντας προς το μέρος από όπου έρχεται ο ΓΙΑΤΡΟΣ.)

ΚΑΡΜΙΝΑ.— Ίσα, πιστεύεις ότι θα υπάρχουν γιατροί και στον άλλο κόσμο;
ΙΣΑ.— Ναι, Καρμίνα, δεν πρόκειται όμως να σε αφήσω να πας μόνη σου για να τους έχεις όλους για πάρτη σου, σε ξέρω καλά.

 (Έρχεται ο ΓΙΑΤΡΟΣ, με την αψεγάδιαστη ποδιά του, ψηλός, ωραίος, μέσα σ’ ένα ιδιαίτερο φως, και μ’ ένα αγγελικό χαμόγελο στο πρόσωπό του.)

ΓΙΑΤΡΟΣ.— Καλημέρα σας, κυρίες μου.
ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΖΙ.— (Στον γιατρό που πλησιάζει.) Καλημέρα σας, γιατρέ!

ΣΚΟΤΑΔΙ

Μετάφραση: Ματθίλδη Σιμχά
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


José Luis Alonso de Santos (Valladolid, agosto de 1942) es dramaturgo, director escénico y guionista.
Ο Χοσέ Λουίς ντε Σάντος γεννήθηκε στο Βαγιαδολίδ το 1942. Είναι θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και σεναριογράφος.


Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στη Διπλωματική Εργασία που συγγράφει η Ματθίλδη Σιμχά, υπό την εποπτεία του Αναπληρωτή Καθηγητή Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στο πλαίσιο των σπουδών της στο Μάστερ «Επιστήμες της Γλώσσας και του Πολιτισμού», Κατεύθυνση «Μετάφραση, επικοινωνία και εκδοτικός χώρος» του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου