Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

Buenos días, señor doctor / Καλημέρα σας, γιατρέ

Buenos días, señor doctor

de José Luis Alonso de Santos

(Dos señoras de  avanzadísima edad, en dos camas contíguas en un hospital, enchufadas al gota a gota y a otros aparatos clínicos.)

ISA.(Medio incorporada, busca en su mesilla.) ¿Has visto tú mi espejo?
CARMINA.¿Yo? Por qué voy a haberlo visto yo.
ISA.Pues porque estás ahí al lado. Y porque te conozco.
CARMINA.A ver si te crees que soy como tú, que me dices que no sabes dónde está mi barra de labios y luego cuando él llega tienes los labios siempre pintados.
ISA.Te he dicho veinte veces que no tengo tu barra de labios.
CARMINA.Ni yo tu espejo. Así que estamos en paz.
ISA.¿Qué hora es?
CARMINA.No sé. Se me ha parado el reloj.
ISA.¡Ah!, ¿no sabes? Me coges el espejo para que no pueda arreglarme y encima no me quieres decir cuánto falta para que venga. ¡Pero qué envidiosa y qué mala eres! ¡Todo porque ayer estuvo conmigo más tiempo que contigo!
CARMINA.(Incorporándose.) ¡Porque eres una egoísta! Eso es lo que pasa. Le estuviste entreteniendo todo lo que pudiste para que luego tuviera que darse prisa conmigo. Pero me sonrió muy cariñoso, y en cambio contigo estuvo frío y seco.
ISA. ¡Tú qué sabrás! Lo primero que tienes que hacer es no mirar cuando esté conmigo, que estás todo el tiempo ahí con los ojos clavados como un búho. Y no toser, que no paras de toser cuando está aquí, y luego no vuelves a toser en todo el día.
CARMINA. Estás rabiosa porque sabes que hoy me va a hacer pruebas y no lo puedes aguantar. Vamos a estar solos los dos, y esto te come por dentro.
ISA. ¡Huy, «solos los dos»! ¿Y la enfermera qué? Además a mí también va a hacerme pruebas un día de éstos.
CARMINA. ¿A ti pruebas? ¿De qué? ¡Pero si estás desahuciada! ¿Qué pruebas va a hacerte?
ISA. ¡Desahuciada lo estarás tú, que tienes más operaciones encima que un quirófano! (CARMINA se echa a llorar.) Anda. Ahora se pone a llorar. (Cargándose de paciencia.) Qué te pasa, vamos a ver.
CARMINA. ¡Es que soy muy feliz! Vamos a estar juntos al fin. Y esta vez no voy a ser una tonta como he sido siempre con los hombres por mi timidez. En cuanto me mire, me desnudo y me ofrezco a él. Me da igual lo que pase después.
ISA. Lo que pasará será que te sacarán de aquí y te llevarán al psiquiátrico. «Me desnudo y me ofrezco a él.» Como sabes que te van a poner el biombo de un momento a otro, ya deliras.
CARMINA. ¡Envidia! ¡Envidia cochina! Me quiere a mí porque estoy más enferma, y soy más guapa y más joven.
ISA. «Más joven», dice, la vejestorio esta, que es del siglo pasado.
CARMINA. ¡Y tú más! Tienes noventa años, así que me llevas uno, que lo vi en tus papeles.
ISA. Están equivocados. Nací en 1925, para que te enteres. Así que ahora tengo...
CARMINA. Once años.
ISA. ¡Once años voy a tener...!
CARMINA. Once años te quitas, digo.
ISA. ¡Bueno, se acabó! Dame el espejo o te arranco el gota a gota y cuando llegue la has diñado.
CARMINA. Qué fina eres hablando. Da gusto contigo. Se nota que fuiste a un colegio de pago de pequeña.
ISA. ¡Que me des mi espejo o no te hablo más!
CARMINA. Por mí como si pides que te trasladen a otra planta.
ISA. Eso es lo que tú quieres, ya lo sé yo, para quedarte sola con él. ¡Pues vas lista!
CARMINA. ¡Que viene, que viene...!
ISA. ¡Ay Dios mío, y estoy sin arreglar!

(Miran al lateral por donde se supone viene el DOCTOR, y rápidamente se giran cada una al lado contrario de la otra, una con el espejo y la otra con la barra de labios, y se dan los últimos toques. Luego, se colocan sonrientes y coquetas mirando al lugar por donde viene el DOCTOR.)

CARMINA. Isa, ¿tú crees que habrá médicos también en el otro mundo?
ISA. Sí, Carmina, pero no te pienso dejar ir sola, para que te los quedes todos, que te conozco.

(Llega el medico, con su bata blanca inmaculada, alto, guapo, lleno de una luz especial, y con una sonrisa de ángel en la cara.)

DOCTOR. Buenos días, señoras.
LAS DOS. (Al médico, que se acerca.) ¡Buenos días, señor doctor!

OSCURO


><><><><><>< 


Καλημέρα σας, γιατρέ

του Χοσέ Λουίς Αλόνσο ντε Σάντος

(Δύο κυρίες πολύ προχωρημένης ηλικίας, σε δύο διπλανά κρεβάτια σ’ ένα νοσοκομείο, διασωληνωμένες με ορούς και άλλες νοσοκομειακές συσκευές.)

ΙΣΑ.— (Ανασηκώνεται λίγο, ψάχνει στο τραπεζάκι της.) Μήπως είδες το καθρεφτάκι μου;
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εγώ; Γιατί θα ’πρεπε να το ’χω δει;
ΙΣΑ.— Επειδή είσαι εδώ δίπλα. Και επειδή σε ξέρω.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εγώ δεν είμαι σαν και σένα, που λες ότι δεν ξέρεις πού είναι το κραγιόν μου και μετά, όταν έρχεται εκείνος, έχεις πάντα τα χείλη σου βαμμένα.
ΙΣΑ.— Εκατό φορές σου έχω πει ότι δεν έχω το κραγιόν σου.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Ούτε εγώ το καθρεφτάκι σου. Είμαστε λοιπόν πάτσι.
ΙΣΑ.— Τι ώρα είναι;
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Δεν ξέρω. Το ρολόι μου σταμάτησε.
ΙΣΑ.— Α! Ώστε δεν ξέρεις; Μου παίρνεις το καθρεφτάκι για να μην μπορώ να καλλωπιστώ και από πάνω αρνείσαι να μου πεις σε πόση ώρα έρχεται. Μα πόσο ζηλιάρα και κακιά είσαι! Και όλα αυτά επειδή χθες έμεινε πιο πολύ ώρα με μένα παρά με σένα!
ΚΑΡΜΙΝΑ.— (Ενώ ανασηκώνεται.) Επειδή είσαι μια εγωίστρια και μισή! Η αλήθεια να λέγεται. Τον απασχόλησες όσο περισσότερο μπορούσες ώστε μετά, με μένα, να είναι βιαστικός.  Όμως μου χαμογέλασε πολύ γλυκά, αντίθετα με εσένα ήταν ψυχρός και απότομος.
ΙΣΑ.— Τι ξέρεις εσύ; Πρώτον και κύριον σταμάτα να κοιτάς όταν είναι μαζί μου, που είσαι συνέχεια με τα μάτια καρφωμένα σαν τον μπούφο. Και πάψε να βήχεις. Δεν σταματάς να βήχεις όταν είναι εδώ, ενώ όλη την υπόλοιπη μέρα δεν βήχεις καθόλου.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Είσαι έξω φρενών γιατί ξέρεις ότι σήμερα θα μου κάνει εξετάσεις και πας να σκάσεις. Θα μείνουμε μόνοι οι δυο μας και αυτό δεν μπορείς να το χωνέψεις.
ΙΣΑ.— Χα, «μόνοι οι δυο μας!». Και η νοσοκόμα, δεν θα είναι μαζί σας; Εξάλλου, μια από αυτές τις μέρες θα κάνει και σε μένα εξετάσεις.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Σε σένα εξετάσεις; Τι εξετάσεις; Μα αφού εσύ είσαι ξεγραμμένη! Τι λογής εξετάσεις θα σου κάνει;
ΙΣΑ.— Ξεγραμμένη είσαι και φαίνεσαι, που δεν έχεις αφήσει εγχείρηση για εγχείρηση που να μην την έχεις κάνει! (Η ΚΑΡΜΙΝΑ ξεσπά σε κλάματα.) 0ρίστε μας. Τώρα βάζει τα κλάματα (Οπλίζεται με υπομονή.) Έλα πες μου, τι σου συμβαίνει;
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Είμαι πολύ ευτυχισμένη! Επιτέλους θα τα φτιάξουμε. Και αυτή τη φορά δεν θα είμαι η χαζή που πάντα ήμουν με τους άντρες επειδή ντρεπόμουνα. Μόλις με κοιτάξει, θα ξεντυθώ και θα του δοθώ. Και δεν με νοιάζει τι θα γίνει μετά.
ΙΣΑ.— Αυτό που θα γίνει είναι να σε βγάλουν από δω και να σε στείλουν στο ψυχιατρικό τμήμα. «Θα ξεντυθώ και θα του δοθώ». Ξέρεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα τα τινάξεις, γι’ αυτό παραληρείς.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Ζήλεια! Αρρωστημένη ζήλεια! Εμένα αγαπάει γιατί είμαι και πιο άρρωστη και πιο όμορφη και πιο νέα.
ΙΣΑ.— «Πιο νέα», λέει η γριέντζω, που γεννήθηκε τον καιρό του Νώε.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εσύ είσαι πιο μεγάλη! Είσαι ενενήντα χρονών, μου ρίχνεις ένα χρόνο, το είδα στα χαρτιά σου.
ΙΣΑ.— Έχουν κάνει λάθος. Γεννήθηκα το 1925, για να ξέρεις. Σήμερα είμαι λοιπόν…
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Έντεκα χρονών.
ΙΣΑ.— Θα γίνω έντεκα…!
ΚΑΡΜΙΝΑ.—  Έντεκα είναι τα χρόνια που κρύβεις.
ΙΣΑ.— Λοιπόν, τέρμα και τελείωσε! Δώσ’ μου το καθρεφτάκι αλλιώς θα σου τραβήξω τον ορό και μέχρι να έρθει θα τα ’χεις τινάξει.
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Τι ωραίο λεξιλόγιο! Χαίρομαι να μιλώ μαζί σου. Φαίνεται ότι μικρή πήγες σε ιδιωτικό σχολείο.
ΙΣΑ.— Δώσ’ μου το καθρεφτάκι μου αλλιώς δεν πρόκειται να σου ξαναμιλήσω!
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Εγώ λέω καλύτερα να ζητήσεις να σε πάνε σε άλλο όροφο.
ΙΣΑ.— Εσύ αυτό θέλεις, ξέρω γω, για να μείνεις μόνη μαζί του. Κούνια που σε κούναγε!
ΚΑΡΜΙΝΑ.— Έρχεται, έρχεται…!
ΙΣΑ.— Αχ, Θεέ μου και δεν πρόλαβα να καλλωπιστώ!

(Κοιτούν από την πλευρά απ’ όπου υποτίθεται ότι έρχεται ο ΓΙΑΤΡΟΣ, και γρήγορα γρήγορα κάθε μια γυρνά από την αντίθετη πλευρά της άλλης, η μία με το καθρεφτάκι και η άλλη με το κραγιόν, και προσθέτουν τις τελευταίες πινελιές στο μακιγιάζ τους. Μετά, στήνονται χαμογελαστές και κοκέτες κοιτάζοντας προς το μέρος από όπου έρχεται ο ΓΙΑΤΡΟΣ.)

ΚΑΡΜΙΝΑ.— Ίσα, πιστεύεις ότι θα υπάρχουν γιατροί και στον άλλο κόσμο;
ΙΣΑ.— Ναι, Καρμίνα, δεν πρόκειται όμως να σε αφήσω να πας μόνη σου για να τους έχεις όλους για πάρτη σου, σε ξέρω καλά.

 (Έρχεται ο ΓΙΑΤΡΟΣ, με την αψεγάδιαστη ποδιά του, ψηλός, ωραίος, μέσα σ’ ένα ιδιαίτερο φως, και μ’ ένα αγγελικό χαμόγελο στο πρόσωπό του.)

ΓΙΑΤΡΟΣ.— Καλημέρα σας, κυρίες μου.
ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΖΙ.— (Στον γιατρό που πλησιάζει.) Καλημέρα σας, γιατρέ!

ΣΚΟΤΑΔΙ

Μετάφραση: Ματθίλδη Σιμχά
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


José Luis Alonso de Santos (Valladolid, agosto de 1942) es dramaturgo, director escénico y guionista.
Ο Χοσέ Λουίς ντε Σάντος γεννήθηκε στο Βαγιαδολίδ το 1942. Είναι θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και σεναριογράφος.


Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στη Διπλωματική Εργασία που συγγράφει η Ματθίλδη Σιμχά, υπό την εποπτεία του Αναπληρωτή Καθηγητή Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στο πλαίσιο των σπουδών της στο Μάστερ «Επιστήμες της Γλώσσας και του Πολιτισμού», Κατεύθυνση «Μετάφραση, επικοινωνία και εκδοτικός χώρος» του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Ένα ποίημα του Ολιβέριο Χιρόντο σε δύο αποδόσεις

XII

Se miran, se presienten, se desean,
se acarician, se besan, se desnudan,
se respiran, se acuestan, se olfatean,
se penetran, se chupan, se demudan,
se adormecen, despiertan, se iluminan,
se codician, se palpan, se fascinan,
se mastican, se gustan, se babean,
se confunden, se acoplan, se disgregan,
se aletargan, fallecen, se reintegran,
se distienden, se enarcan, se menean,
se retuercen, se estiran, se caldean,
se estrangunlan, se aprietan, se estremecen,
se tantean, se juntan, desfallecen,
se repelen, se enervan, se apetecen,
se acometen, se enlazan, se entrechocan,
se agazapan, se apresan, se dislocan,
se perforan, se incrustan, se acribillan,
se remachan, se injertan, se atornillan,
se desmayan, reviven, resplandecen,
se contemplan, se inflaman, se enloquecen,
se derriten, se sueldan, se calcinan,
se desgarran, se muerden, se asesinan,
resucitan, se buscan, se refriegan,
se rehúyen, se evaden y se entregan.

Oliverio Girondo

ΧΙΙ

Κοιτάζονται, προαισθάνονται, επιθυμούνται,
χαϊδεύονται, φιλιούνται, γδύνονται,
ανασαίνουν, ξαπλώνουν, μυρίζονται,
διαπερνιούνται, ρουφιούνται, μουτρώνουν,
αποκοιμιούνται, ξυπνούν, φωτίζονται,
ποθούνται, ψηλαφιούνται, γοητεύονται,
μασιούνται, γουστάρονται, σαλιαρίζουν,
μπερδεύονται, ζευγαρώνουν, χωρίζονται,
πέφτουν σε λήθαργο, πεθαίνουν, επιστρέφουν,
χαλαρώνουν, ανασηκώνονται, τινάζονται,
συστρέφονται, τεντώνονται, ζεσταίνονται,
στραγγαλίζονται, στριμώχνονται, δονούνται,
βολιδοσκοπούνται, ενώνονται, αποκαρδιώνονται,
απωθούνται, εκνευρίζονται, ορέγονται,
εφορμούν, συνδέονται, συγκρούονται,
κουλουριάζονται, αιχμαλωτίζονται, εξαρθρώνονται,
διατρυπιούνται, εντίθενται, διατρυπιούνται,
σφυροκοπιούνται, μπολιάζονται, αλληλοπιέζονται,
λιποθυμούν, ζωντανεύουν, ακτινοβολούν,
κοιτάζονται, αναφλέγονται, τρελαίνονται,
τήκονται, κολλάνε, απανθρακώνονται,
σπαράσσονται, δαγκώνονται, δολοφονούνται,
ανασταίνονται, ψάχνονται, επιτιμούνται,
αλληλοαποφεύγονται, δραπετεύουν και παραδίνονται.

Μετάφραση: Κώστας Αθανασίου



ΧΙΙ

Κοιτάζονται, διαισθάνονται, θέλγονται,
χαϊδεύονται, φιλιούνται, γδύνονται,
ανασαίνονται, πλαγιάζουν, μυρίζονται,
διεισδύουν, ρουφιούνται, παραμορφώνονται,
αποκοιμιούνται, ξυπνούν, λάμπουν,
ποθούνται, αγγίζονται, σαγηνεύονται,
μασιούνται, γεύονται, σαλιώνονται,
μπερδεύονται, ζευγαρώνουν, αποχωρίζονται,
ναρκώνονται, πεθαίνουν, επανέρχονται,
χαλαρώνουν, καμπυλώνουν, λικνίζονται,
συστρέφονται, τεντώνονται, ανάβουν,
στραγγαλίζονται, σφίγγονται, ανατριχιάζουν,
ψηλαφίζονται, ενώνονται, καταρρέουν,
απωθούνται, εκνευρίζονται, ορέγονται,
επιτίθενται, αγκαλιάζονται, συγκρούονται,
κουλουριάζονται, αιχμαλωτίζονται, στραμπουλίζονται,
διαπερνούνται, σφηνώνονται, γαζώνονται,
συνθλίβονται, μπολιάζονται, βιδώνονται,
λιποθυμούν, ξαναζούν, ακτινοβολούν,
θαυμάζονται, φλέγονται, τρελαίνονται,
λιώνουν, συγκολλούνται, απανθρακώνονται,
ξεσχίζονται, δαγκώνονται, δολοφονούνται,
ανασταίνονται, αποζητιούνται, τρίβονται,
αποφεύγονται, δραπετεύουν και παραδίδονται.

Συλλογική μετάφραση: Ελένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Ελένη Γκόγκου, Βαγγέλης Καμπούνιας, Ασπασία Καμπύλη, Ζωή Μαγουλά, Μαρία Μελαδάκη, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Κατερίνα Παπαδάκη, Μαρία Ρουσάκη.

Το παρόν ποίημα του αργεντινού ποιητή Ολιβέριο Χιρόντο (1891 – 1967) ανήκει στη συλλογή Espantapájaros του 1932. Η μετάφραση του Κώστα Αθανασίου συμπεριλαμβάνεται στη μετάφραση του βιβλίου του περουβιανού συγγραφέα Σαντιάγο Ρονκαλιόλο Ο Ουρουγουανός εραστής (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013) και η συλλογική μετάφραση συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία ισπανόφωνου ερωτικού μικροδιηγήματος Βγάλε ένα φύλλο… (Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2014).



Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Alexios Mainas: Paradise Lost

Paradise Lost


ΕN 1994 TENÍA dieciocho años, era un neopilus Adán, un pequeño burgués en la flor de toda mi ambigüedad, y el último de mi pandilla en bailar el blues. Todo pasó en casa de un amigo, Takis, en un edificio de viviendas- desde el balcón de la quinta planta se veía al fondo el monte Himeto, y al otro lado estaba la ciudad como un invisible susurro mitológico.
       Todos los muchachos llevábamos gruesas monturas de pasta, que ahora se han vuelto a poner de moda después de diecisiete años, y habíamos formado un corrillo en el ancho sofá amarillento de cuero resbaladizo junto al carrito de las bebidas, negociando entre cuchicheos con cuál de las vecinas de Takis íbamos a bailar. Las guapas estaban sentadas al otro lado de la vida, en un charco de luz de una lámpara triple y aunque estaban riéndose a carcajadas, evidentemente llenas de vida y fogosidad, para nosotros eran compactas e inaccesibles como figuras de cera. Lo único que nos unía era el parqué.
       Agotado por las dificultades evidentes de no ser ya un niño, salí al balcón a fumar. Estaba solo y hacía frío. El cigarrillo no era todavía una excusa para charlar y entablar relaciones, como lo era pasear al perro, era una especie de apuesta o de demostración, un acto de fe en algo en lo que no creíamos, como sería más tarde la mili. Detrás de la pared lateral de la terraza, delante de la cocina, si te asomabas por encima del tendedero, se apreciaba un trozo triangular de Atenas, como un cementerio, con lucecitas de colores y con la queja acallada de los muertos. Me sentía conectado al rumor de la ciudad como al cordón umbilical. La Kipseli(1) de los primeros años no se divisaba entre las constelaciones desde este punto, tampoco la otra colmena a la sombra de la colina Licabeto, donde crecí en medio de bocinazos. Bien entrada la noche, cuando apagaba la luz podía imaginarme la respiración de millares de durmientes que subía a lo alto de la atmósfera como tiras de papel de arroz. No conocía a casi nadie. Por la noche solía soñar con semáforos, las encrucijadas de mi sueño estaban llenas de desnudos que llevaban chaquetas.
       Hubo un momento en el que se me acercó por detrás Tani (con i latina), una noruega Brunilda de ojos verdes a la que Takis conocía de otro edificio de apartamentos de verano en Fáliro(2). Quería bailar conmigo, me hizo una proposición inesperada, de una manera directa y a la noruega, pero me negué, porque sabía que tendríamos que abrazarnos sobre mi ya imperiosa anatomía. Aun así, se me acercó sin miedo, como si no hubiera terremotos en el quinto, como si no hubiera existido el Grito de Munch, me quitó el cigarrillo de la boca con un simple movimiento, echó una calada, lo tiró en la oscuridad sin preguntarme, envolvió el vestido verde de sus brazos lentamente por debajo de mi melena como pitones alrededor de mi nuca y selló para siempre, con un simple seductor meneo de caderas, en un blues de tres minutos sobre mi erección, bajo el eco azul de “Without you” detrás de los ventanales del salón y la distante gárgara de la ciudad, lo que significa supremacía. Y feminidad suprema.
       Pasaron los tres minutos. Mariah guardó silencio detrás del cristal. Tani corrió la cristalera y se perdió entre los fiordos de la cortina. La ciudad se quedó fuera.


(1) Barrio popular en el centro de Atenas cuyo nombre significa colmena.

(2) Barrio en la zona costera de Atenas.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 30 de junio de 2013

Alexios Mainas (Atenas, 1976). Estudió Filosofía en la ciudad alemana de Bonn. Trabaja como traductor y escribe en las dos lenguas.

La traducción colectiva se ha realizado en el marco de la asignatura «Traducción literaria inversa del griego al español» del Máster en Traducción, Co­mu­ni­ca­ción y Mundo Editorial (Universidad Aristóteles de Salónica) impartida du­rante el curso 2015-2016 por Natividad Peramos Soler. Participaron los estu­di­antes: Anestopoulou Anna, Georgo­pou­lou Efi, Golfinopoulou Alexandra, Dimitropoulou Katerina, Kampyli Aspasia, Ka­ra­gian­nidou Kiriaki, Kiose Konstantina, Lambrou Natasa, Malakata Maria, Bakatsia Dimi­tra, Papaioannou Eustratía.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Microentrevista a Konstantinos Paleologos: “El microcuento se inspira en todo”


Konstantinos Paleologos es doctor en Filología Española por la Universidad de Granada. Trabaja como profesor titular de Traductología en la Universidad Aristóteles de Salónica. Además de este interés académico, Konstantinos es también un aficionado a la creación de microcuentos, en los que tal y como cuenta la narratividad, la concesión y la necesidad de involucrar al lector en tan solo unas pocas líneas juegan un papel muy importante.
Para que los lectores se hagan una idea acerca de tus preferencias, ¿cuál es tu microcuento favorito?
Diría que mi minicuento preferido es “La expectativa” del granadino Ángel Olgoso. Va así: Borán fue condenado a cadena perpetua. Pasaron los años. Murieron los guardianes y los sustitutos de los guardianes. Se extinguió la especie humana. Los barrotes de acero se deshicieron con la erosión continuada e implacable del aire. Entonces Borán escapó. «Sólo era cuestión de tiempo», se dijo.
¿Cuáles son las características del microcuento que lo convierten en un género literario auténtico?
La narratividad, la concisión y, como consecuencia de eso, la necesidad de involucrar al máximo al lector. El microrrelato es una chispa que se convierte en fuego (o en nada) en manos de su lector.
Hoy en día, ¿se podría sostener que este género literario refleja mejor la ansiedad urbana y las condiciones de nuestra vida estresante?
No lo veo así. El minicuento no se presta a la lectura rápida, sino a la lectura pausada. Por tanto, no es un “producto” para mentes estresadas sino para mentes inquietas que es distinto.
Una parte considerable de microcuentos en español procede de escritores que no tienen el español como lengua materna, ¿cuál dirías que es la aportación de estos escritores al género?
Testimonial, de momento; pero estoy convencido de que en un futuro no muy lejano algunas de las creaciones de estos autores que no tienen el español como lengua materna pero se expresan a través de él se van a “canonizar”, primero en la red y, más tarde, con su inclusión en alguna antología en formato papel.
El microcuento es flexible y se inspira en lo fantástico, lo real y lo simbólico. ¿Hay recetas concretas que puedan ofrecernos un resultado exitoso?
El microrrelato, como bien dices, se inspira en todo, en los momentos grandes y en las nimiedades, en los temas eternos y en su parodia, y, justamente por ello, no le valen las recetas y las instrucciones. De todas formas el éxito asegurado es como el paraíso: una dulce promesa que jamás se cumple.
También escribes microrrelatos, ¿cuándo empezaste y cómo surgió esta necesidad?
El primer microrrelato que escribí se titulaba “Leto” y fue publicado en El País Semanal en diciembre de 2000. Fue mi manera de anunciar a mi pareja el nombre que proponía para nuestra hija que nacería en mayo del año siguiente. Naturalmente fue aceptado y yo, gracias a la minificción, viví mis quince minutos de gloria. Desde entonces, escribo minicuentos de vez en cuando, en español y griego, como juego, con la secreta ambición, que ya no lo es, de conocerme mejor.
Eres traductor de literatura y profesor de Traductología, ¿el oficio de un escritor tiene algo que ver con él de un traductor?
Los escritores son traductores y los traductores escritores, al mismo tiempo. Estos dos trabajos no se diferencian. Lo demás son etiquetas que tienen un peso histórico en la sociedad occidental pero que yo no comparto.
Y, para terminar, una pregunta más general. Entre los textos literarios producidos en el presente, ¿se puede decir que hay obras que pretenden ayudarnos a entender o sobrellevar la crisis que padece nuestra sociedad?
Toda obra que nace con esta pretensión está condenada al fracaso. La literatura no es un remedio, no cura nada y no tiene instrucciones de uso.


Entrevista concedida a Antígona Katsadima y publicada el 30 de septiembre de 2016 en Le Miau Noir (http://lemiaunoir.com/entrevista-konstantinos-paleologos/).  




Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2016

Μια καθηγήτρια de ida y vuelta, του Νίκου Πρατσίνη

Όσο το σκέφτομαι, η Σύλβα Πάντου μου φέρνει στο νου αυτές τις τόσο μοναδικές μορφές φλαμένκο που λέγονται cantes de ida y vuelta, μορφές που, όπως πίστευαν παλιά –δεν πειράζει αν κάπου ίσως λάθευαν– μίσεψαν από την Ισπανία, πήγαν στη Λ. Αμερική και επαναπατρίστηκαν αλλαγμένες. Πλούτισαν το μουσικό πανόραμα του Νέου Κόσμου και επέστρεψαν για να πλουτίσουν και το ισπανικό φλαμένκο.
Η Σύλβα Πάντου έφυγε νέα από την Ελλάδα, πήγε στο Μεξικό και δίδαξε ελληνική γλώσσα και πολιτισμό στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Πόλης του Μεξικού. Συνέβαλε στη διάδοση της ελληνικής παιδείας στο Μεξικό, δίδαξε και διαμόρφωσε ελληνιστές και νεοελληνιστές που έχουν δώσει πλούσιο έργο, μεταφράζοντας τους νεοέλληνες κλασσικούς μας και καλλιεργώντας την ελληνομάθεια.
Ήρθε μετά στην Ελλάδα, δίδαξε ισπανικά στο πρώτο ιδιωτικό κέντρο διδασκαλία ισπανικής γλώσσας και ισπανόφωνου πολιτισμού, μεθοδικά και επίμονα, με επαγγελματισμό και δημιουργικότητα. Οργάνωσε την απονομή διπλωμάτων σε συνεργασία με ισπανικά πανεπιστήμια, κάλεσε ισπανούς διανοούμενους για διαλέξεις στους μαθητές της, ενθάρρυνε τη μετάφραση, μετάφραζε μάλιστα και η ίδια, άνοιξε και το πρώτο ισπανικό βιβλιοπωλείο στη χώρα μας. Ήξερε να ρίχνει το σπόρο και να ανοίγει το δρόμο. Ήξερε να δίνει χώρο στους συνεργάτες της βοηθώντας τους γενναιόδωρα να ακολουθήσουν τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά στους, πάντα σε σχέση με την ισπανόφωνη κουλτούρα.   
Ξανάφυγε αργότερα για τη Μαδρίτη, όπου δίδαξε νέα ελληνικά,  και επέστρεψε και πάλι στην Ελλάδα για να διδάξει και πάλι, ακάματη, ισπανικά και να προωθήσει τον ισπανόφωνο πολιτισμό αφιλοκερδώς πλέον, σε συνεργασία με θεσμικούς φορείς, δήμους κ.λπ. Μια καθηγήτρια που πήγαινε και ερχόταν φέρνοντας επαφή τον ελληνικό και το ισπανόφωνο πολιτισμό και όσους ήθελαν να ασχοληθούν με αυτούς και τις μεταξύ τους σχέσεις. Μέχρι που να φθάσουμε στο επίπεδο να οργανώνουμε ένα συνέδριο όπως τούτο εδώ στη χώρα μας.
Ήξερε να υπερασπίζει τις ιδέες της αλλά και να ακούει τις ιδέες των άλλων και να εμπνέεται από αυτές.
Τη γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, νεαρός φοιτητής τότε που διερευνούσε πού θα μάθει ισπανικά και ανέβαινε την οδό Σκουφά για να πάει στο ίδρυμα που πολύ αργότερα θα γινόταν το Ινστιτούτο Θερβάντες. Είδα ξαφνικά στο δρόμο μου το Κέντρο Ισπανικών Σπουδών, έτσι νομίζω λεγόταν η σχολή της. Είδα φως και μπήκα, που λένε. Η σχολή της Σύλβας με έπεισε πιο πολύ από το επίσημο ίδρυμα της Ισπανίας, το οποίο επισκέφθηκα αμέσως μετά. Με κέρδισε η φλόγα, το και το πάθος της Σύλβας για ό,τι έκανε αλλά και το γεγονός ότι μου έδωσε να καταλάβω, με λίγα απλά λόγια, πως τα ισπανικά είναι κάτι παραπάνω από μια ευρέως διαδεδομένη γλώσσα: είναι και η οδός για πολιτισμούς στους οποίους παίζει μεγάλο ρόλο το εξωευρωπαϊκό στοιχείο. Χάρη στη Σύλβα κατάλαβα την οικουμενικότητα μιας γλώσσας που μας οδηγεί να αρχίσουμε να ψηλαφούμε το τι είναι και τι ήταν η Λ. Αμερική. Είχα την αίσθηση μιας φώτισης. Ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός για τον ισπανόφωνο πολιτισμό που μου είχε εμπνεύσει, που τον μετέφερα σιγά-σιγά και στη μητέρα μου. Τόσο πολύ, που μόλις πήρε συνταξιοδοτήθηκε γράφτηκε στη σχολή της Πάντου. Και παρά την ηλικία της, μετά από δυο χρόνια φοίτησης, είχε μάθει αρκετά για να τα βγάζει πέρα όταν με επισκέφθηκε στην Ισπανία, όπου ήμουν για μεταπτυχιακά!
Η σχολή της Πάντου στην Ελλάδα των δεκαετιών του ’70 και του ’80 ήταν για πολλούς από μας κάτι σαν το έμβρυο ενός πανεπιστημιακού τμήματος ισπανικής γλώσσας και πολιτισμού, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο δεν υπήρχε ούτε σαν ιδέα στον τόπο μας. Δεν πατούσα πόδι στις πανεπιστημιακές παραδόσεις –σπούδαζα Χημεία– αλλά δε διανοούμουν να λείψω από μάθημά της. Πέρα από καθηγήτρια, η Σύλβα λειτουργούσε και ως μέντορας, για όποιον το ήθελε. Δάνειζε βιβλία από την πλούσια βιβλιοθήκη της, καθοδηγούσε την ανάγνωση. Προσωπικά, με ενθάρρυνε να ξεκινήσω μεταφράσεις και από τα ισπανικά -μέχρι τότε μετέφραζα μόνον από αγγλικά- και μου γνώρισε Μεξικανούς στην Αθήνα για να με βοηθήσουν στην δεύτερη μετάφραση από ισπανικά που αποτόλμησα, τρομάρα μου!, το Pedro Páramo του Juan Rulfo. Γιατί η Σύλβα έφερνε κοντά και ανθρώπους, όχι μόνο πολιτισμούς, ήταν πάντα ένα αεικίνητο κέντρο που δρούσε ενωτικά στο μικρόκοσμο, τότε, των Ελλήνων ισπανομαθών και ισπανολατρών, με τον καλό της λόγο για όλους και τη διάθεση να ενθαρρύνει. Με ενθάρρυνε να πάω για μεταπτυχιακά στην Ισπανία πριν τριάντα χρόνια, μου άλλαξε τη σκέψη, τον επαγγελματικό προσανατολισμό και τη ζωή τελικά, και της είμαι υπόχρεος για αυτό, όπως και αρκετοί άλλοι από τους παρόντες, πιστεύω. Η Σύλβα μας ενώνει και σήμερα σε αυτή την εκδήλωση και μακάρι να μας ενώνει για πολλά χρόνια, μακάρι να συνεχίσει να λειτουργεί ενωτικά στο κόσμο μας ο οποίος, χάρη και σε εκείνη, δεν είναι πια μικρόκοσμος.  


Ομιλία που εκφώνησε ο Νίκος Πρατσίνης στο πλαίσιο του τιμητικού αφιερώματος στη Σύλβα Πάντου που οργανώθηκε κατά τη διάρκεια του διεθνούς συνεδρίου "Ecos y Resplandores Helenos en la Literatura Hispana", Αθήνα 6-9 Σεπτεμβρίου 2016. 



Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Μι­κρο­c­u­e­n­to ἢ miniδιήγημα

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Μι­κρο­c­u­e­n­to ἢ miniδιήγημα


palaiologoskonstantinos-mikrocuentoiminidiigima-eikona-01



Μι­κρο­c­u­e­n­to ἢ miniδιήγημα



ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ὀ­νο­μά­ζε­ται μι­κρο­δι­ή­γη­μα, ἀλ­λὰ καὶ ὑ­πέρ­μι­κρο δι­ή­γη­μα, ὑ­πέρ­βρα­χυ δι­ή­γη­μα, μι­κρο­α­φή­γη­μα, ἱ­στο­ρί­α μπον­ζά­ι κ.λπ. Στὰ ἰ­σπα­νι­κά, ἀ­νά­λο­γα, οἱ προ­τει­νό­με­νες ὀ­νο­μα­σί­ες εἶ­ναι καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση πολ­λές: mi­ni­cu­en­to, minir­rela­to, micror­rela­to, nano­cu­ento, re­la­to mí­ni­mo, tex­tí­cu­lo, cu­e­ntí­ni­mo κ.λπ. Ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ ὄ­ροι προ­σπα­θοῦν νὰ ὁ­ρί­σουν ὄ­χι τό­σο τὴ μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ σύν­το­μου (μὲ βά­ση τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λέ­ξε­ων) καὶ τοῦ φευ­γα­λέ­ου (μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ ἀ­φή­νει ἡ ἀ­νά­γνω­ση ἑ­νὸς τέ­τοι­ου κει­μέ­νου), ὅ­σο τὴν πε­ζο­γρα­φί­α τῆς ἀ­φαί­ρε­σης, τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, δη­λα­δή, ποὺ ζη­τᾶ, σχε­δὸν ἀ­παι­τεῖ, ἀ­πὸ τὸν ἀ­να­γνώ­στη τὴν ἐ­νερ­γὴ συμ­με­το­χή του, ὥ­στε οὐ­σι­α­στι­κὰ νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ θὰ πλά­σει τὸ δι­κό του ἀ­φή­γη­μα παίρ­νον­τας ὡς ἀ­φορ­μὴ τὴ στοι­χει­ώ­δη ἱ­στο­ρί­α ποὺ τοῦ προ­σφέ­ρει ἡ ἱ­στο­ρί­α μπον­ζά­ι.
        Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να σχε­τι­κὰ νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος (τὸ τέ­ταρ­το ἀ­φη­γη­μα­τι­κό, με­τὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὴ νου­βέ­λα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα) τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἔ­χει κλεί­σει ἀ­κό­μα κα­λὰ-κα­λὰ τρεῖς δε­κα­ε­τί­ες ζω­ῆς, ἡ μι­κρὴ σὲ ἔ­κτα­ση ἀ­φή­γη­ση, ὅ­μως, ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν, δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ φροῦ­το τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Μὲ μυ­θο­πλα­στι­κὸ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως δι­δα­κτι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα μᾶς εἶ­ναι γνω­στὴ ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Ἡ­σί­ο­δου καὶ τοῦ Αἰ­σώ­που γιὰ νὰ πε­ρά­σου­με, στὴ συ­νέ­χεια, στὸν Ἀ­πολ­λό­δω­ρο, τὰ πα­ρα­μύ­θια τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τοὺς ἀρ­χαί­ους πα­ρα­δο­ξο­γρά­φους (Ἀ­πολ­λώ­νιο, Ἀν­τί­γο­νο κ.ἄ.), τοὺς λα­τί­νους συγ­γρα­φεῖς (Κι­κέ­ρω­να, Πε­τρώ­νιο κ.λπ.), τὸν Πλού­ταρ­χο, ἀρ­γό­τε­ρα τὸν Βο­κά­κιο, τὰ με­σαι­ω­νι­κὰ ἀ­σκη­τι­κὰ καὶ ἁ­γι­ο­λο­γι­κὰ κεί­με­να κ.λπ. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα του 19ου αἰ­ώ­να, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα πιὸ ἔν­το­να ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, συ­ναν­τοῦ­με δείγ­μα­τα ὑ­περ­σύν­το­μης λο­γο­τε­χνί­ας στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ πολ­λῶν χω­ρῶν (κυ­ρί­ως ἰ­σπα­νό­φω­νων, γαλ­λό­φω­νων καὶ ἀγ­γλό­φω­νων) μὲ κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοὺς Ἔν­τγκαρ Ἄ­λαν Πό­ε, Χά­ου­αρντ Λάβ­κρα­φτ, Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, Βι­σέν­τε Οὐ­ϊ­δόμ­προ, Ραμ­πιν­τρα­νὰθ Ταγ­κόρ, Ζε­ρὰρ ντὲ Νερ­βὰλ κ.ἄ.
        Προ­ϊ­όν­τος τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση ἐμ­πλου­τί­ζε­ται μὲ τὴ συ­νει­σφο­ρὰ με­γά­λων ὀ­νο­μά­των τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς καὶ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἠ­πεί­ρου: ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ ἐ­ξέ­χον­τες συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Ἄν­τον Τσέ­χοφ, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα, ὁ Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπίρς, ὁ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, ὁ Τζὸν Ἀπ­ντά­ικ, ὁ Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα ἢ ὁ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες.
        Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ συγ­κε­κρι­μέ­να τὴν ἰ­σπα­νό­γρα­φη μι­κρο­α­φή­γη­ση μὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­λο­δο­ξί­ες, αὐ­τὴ ἐμ­φα­νί­ζε­ται πε­ρὶ τὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καί, ἀ­κό­μα πιὸ δυ­να­μι­κά, στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, συμ­πί­πτον­τας μὲ τὸ ἀ­πό­γει­ο τοῦ ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου Συμ­βο­λι­σμοῦ (Mo­der­ni­smo hi­spa­no­a­me­ri­ca­no). Ἀ­νά­με­σα στοὺς πο­λὺ ση­μαν­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὸ εἶ­δος ξε­χω­ρί­ζου­με τὸν Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο ἀ­πὸ τὴ Νι­κα­ρά­γου­α (τὸ 1888 ἐκ­δί­δει τὸ Azul, τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει βρα­χέ­α ἀ­φη­γή­μα­τα), τὸν Χο­σὲ Ἀν­τό­νιο Ρά­μος Σοῦ­κρε ἀ­πὸ τὴ Βε­νε­ζου­έ­λα καὶ τὸν Χι­λια­νὸ Βι­σέν­τε Οὐ­ϊ­δόμ­προ. Στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὅ­πως ση­μει­ώ­σα­με καὶ προ­η­γου­μέ­νως, ἡ ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­α­φή­γη­ση γνω­ρί­ζει ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θι­ση, κυ­ρί­ως στὴν Ἰσπα­νί­α, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὸ Με­ξι­κό: Λε­ο­πόλ­δο Λου­γό­νες, Ἀλ­φόν­σο Ρέ­γες, Χου­ὰν Ρα­μὸν Χι­μέ­νεθ (βρα­βεῖ­ο Νομ­πὲλ Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 1956), Χού­λιο Τό­ρι, Ρα­μὸν Γκό­μεθ δὲ λὰ Σέρ­να, Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, Ἐ­δουά­ρδο Γκα­λε­ά­νο κα­θὼς καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι δί­νουν στὸ εἶ­δος τέ­τοι­α ὤ­θη­ση, ὥ­στε μπο­ροῦ­με νὰ ἰ­σχυ­ρι­στοῦ­με βά­σι­μα ὅ­τι ἄλ­λα­ξαν τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης παγ­κο­σμί­ως.
        Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980 καὶ ἐν­τεῦ­θεν, ὅ­ταν πλέ­ον κα­θι­ε­ρώ­νον­ται οἱ ὄ­ροι microrrelato καὶ minicuento (ἀ­πο­δό­σεις τοῦ ἀγ­γλι­κοῦ short short story), ἡ πα­ρα­γω­γὴ καὶ ἡ δη­μο­τι­κό­τη­τα τοῦ σύν­το­μου ἀ­φη­γή­μα­τος ἐ­κτο­ξεύ­θη­κε, παγ­κο­σμί­ως, σὲ ἐ­πί­πε­δα ποὺ κα­νεὶς δὲν φαν­τα­ζό­ταν μέ­χρι τό­τε. Φυ­σι­κά, στὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θι­ση τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος ἔ­παι­ξαν κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο καὶ οἱ νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες οἱ ὁ­ποῖ­ες, τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο πα­ρα­γω­γῆς ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­πί­πε­δο δι­ά­χυ­σης, ἐ­ξα­σφα­λί­ζουν τα­χεί­α δι­ά­δο­ση καὶ εὐ­ρεί­α ἀ­να­γνω­σι­μό­τη­τα. Εἶ­ναι ἑ­κα­τον­τά­δες οἱ δι­α­δι­κτυα­κὲς το­πο­θε­σί­ες ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ δί­νουν βῆ­μα τό­σο σὲ νέ­ους καὶ ἄ­γνω­στους συγ­γρα­φεῖς (στὴν πλει­ο­νό­τη­τα τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων) ὅ­σο καὶ σὲ κα­τα­ξι­ω­μέ­νους πε­ζο­γρά­φους, ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τάς τους ταυ­τό­χρο­να πλα­τύ­τα­το κοι­νό. Δὲν λεί­πουν οἱ πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ ἡ δι­ά­χυ­ση αὐ­τοῦ του εἴ­δους λο­γο­τε­χνί­ας γί­νε­ται μέ­σω twitter ἢ SMS, ἐ­νῶ ἕ­να πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ μέ­ρος αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­γω­γῆς δὲν ἐκ­δί­δε­ται τε­λι­κὰ σὲ κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­δο­σια­κὲς ἔν­τυ­πες μορ­φὲς ἔκ­δο­σης (βι­βλί­ο, πε­ρι­ο­δι­κό, ἐ­φη­με­ρί­δα κ.λπ.).
        Ποι­ά εἶ­ναι ὅ­μως τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος; Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, τὸ πρῶ­το ἀ­πὸ αὐ­τά. Βέ­βαι­α δὲν ὑ­πάρ­χει συμ­φω­νί­α γιὰ τὸν ἀ­νώ­τα­το ἀ­ριθ­μὸ λέ­ξε­ων: Ἑ­κα­τό; Δι­α­κό­σι­ες; Πεν­τα­κό­σι­ες; Μιὰ σε­λί­δα; Δύ­ο; Με­ρι­κὲς γραμ­μὲς μό­νο; Τὸ ὅ­ριο εἶ­ναι συ­ζη­τή­σι­μο, ἄλ­λω­στε τὸ ση­μαν­τι­κὸ σὲ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­ναι τό­σο τὸ νὰ πε­ρι­έ­χει λί­γες λέ­ξεις, ὅ­σο τὸ νὰ μὴν ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρες λέ­ξεις ἀ­πὸ ὅ­σες χρει­ά­ζον­ται.
         Τὸ δεύ­τε­ρο ση­μαν­τι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα, δη­λα­δή, ὅ­σο μι­κρὴ καὶ ἂν εἶ­ναι ἡ ἔ­κτα­σή του εἶ­ναι προ­ο­ρι­σμέ­νο νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ μιὰ ἱ­στο­ρί­α καὶ πρέ­πει νὰ τὴν ἀ­φη­γη­θεῖ μὲ ἔν­τα­ση, ἀ­φοῦ (ἀν­τί­θε­τα μὲ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα) στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιὰ «φλυ­α­ρί­ες». Συ­νε­πῶς ἔ­χει πλο­κὴ (ἀλ­λὰ ὄ­χι πε­ρί­πλο­κη), συγ­κε­κρι­μέ­νο χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ἡ ἀ­φή­γη­ση (ἀλ­λὰ μὲ ἐ­λά­χι­στες ἢ κα­θό­λου πε­ρι­γρα­φὲς) καὶ χα­ρα­κτῆ­ρες (ἀλ­λὰ μὲ μη­δα­μι­νὴ ἀ­να­φο­ρὰ στὰ φυ­σι­κὰ ἢ ψυ­χο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους).
         Τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι, κα­θὼς προ­εί­πα­με, ἡ ἀ­φαί­ρε­ση (ἤ, ἀλ­λι­ῶς, ἡ ἔλ­λει­ψη, ἡ βρα­χυ­λο­γί­α), ἄλ­λω­στε, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὁ ση­μαν­τι­κὸς ἰ­σπα­νὸς μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φος Χουὰν Πέ­δρο Ἀ­πα­ρί­θιο: «αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ κεί­με­νο ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται». Μὲ ἄλ­λα λό­για, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν ὑ­φί­στα­ται δί­χως τὴν ἐ­νερ­γὸ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρέ­πει, κα­τα­φεύ­γον­τας στὶς γνώ­σεις καὶ τὴ φαν­τα­σί­α του, νὰ «ἐ­φεύ­ρει» αὐ­τὸ ποὺ δὲν εἶ­ναι ἐμ­φα­νές: ἀ­πὸ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν ἡ­ρώ­ων ἢ τοῦ το­πί­ου ἐν­τὸς τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται ἡ δρά­ση μέ­χρι τὸ ἴ­διο τὸ τέ­λος (τὸ ὁ­ποῖ­ο στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα πα­ρα­μέ­νει ἐν­τε­λῶς ἀ­νοι­κτό).
        Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει συγ­κρι­θεῖ, πα­ρο­μοια­σθεῖ ἢ καὶ ταυ­τι­στεῖ, ἀ­πὸ πλευ­ρᾶς κρι­τι­κῶν ἀλ­λὰ καὶ ἀ­να­γνω­στι­κοῦ κοι­νοῦ, μὲ ἄλ­λες μορ­φὲς σύν­το­μης ἔκ­φρα­σης τό­σο ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας: σύν­το­μες ποι­η­τι­κὲς συν­θέ­σεις (π.χ. χα­ϊ­κού, ποί­η­ση σὲ πε­ζὸ λό­γο κ.λπ.), ἀ­φο­ρι­σμούς, πα­ρα­βο­λές, μύ­θους κ.ἄ. ὅ­σο καὶ ἐ­κτὸς λο­γο­τε­χνί­ας: ἀ­νέκ­δο­τα, γκρά­φι­τι, δι­α­φη­μι­στι­κὰ σπότ, ἄρ­θρα στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ Τύ­πο κ.ἄ. Σὲ αὐ­τὴν τὴ «σύγ­χυ­ση» συ­νέ­τει­ναν, σκο­πί­μως ἢ ἄ­θε­λά τους, συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Μπόρ­χες μὲ τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμούς του ἢ ἡ συμ­πα­τρι­ώ­τισ­σά του Κλά­ρα Ὀμ­πλι­γά­δο, ἡ ὁ­ποί­α το­νί­ζει κα­τὰ τρό­πο ἐμ­φα­τι­κὸ τὴν πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει αὐ­τὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, τὴν εὐ­χέ­ρεια, δη­λα­δή, μὲ τὴν ὁ­ποί­α οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἀ­πὸ ἄλ­λα εἴ­δη κει­μέ­νων, ὑ­πο­νο­μεύ­ον­τας ἀ­κό­μα καὶ τὶς κα­θι­ε­ρω­μέ­νες τυ­πο­γρα­φι­κὲς συμ­βά­σεις, καὶ προ­σαρ­μό­ζει τὰ πάν­τα στὰ μέ­τρα του: «[Τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα] δι­α­τρέ­χουν ὅ­λα τὰ εἴ­δη, ὅ­λες τὶς τε­χνι­κές: στη­ρί­ζον­ται σὲ ἄλ­λα κεί­με­να, ὑ­φαί­νουν δε­σμοὺς μὲ ἄλ­λες μορ­φὲς κει­μέ­νων: εἶ­ναι παι­χνί­δι, ποί­η­μα, ἀ­πό­φθεγ­μα, πα­ρα­μύ­θι μὲ ζῶ­α, ἀ­νέκ­δο­το, μυ­θι­στό­ρη­μα, μύ­θος, μέ­χρι καὶ μι­κρὴ ἀγ­γε­λί­α.» Ἀν­τί­θε­τα, ὁ πε­ρου­βια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας Φερ­νάν­το Ἰ­γου­α­σά­κι ἀ­πορ­ρί­πτει κα­θέ­τως τὴν οἱ­αν­δή­πο­τε σχέ­ση τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος μὲ ὅ­λα τα προ­α­να­φερ­θέν­τα εἴ­δη κει­μέ­νων: «Ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει ὡς στό­χο νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ὡς ἐκ τού­του, μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει πλο­κή, ἀ­τμό­σφαι­ρα, χα­ρα­κτῆ­ρες. Αὐ­τὰ ὅ­μως ποὺ σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲν συ­νά­δουν μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι οἱ μα­κρο­σκε­λεῖς ἀ­φο­ρι­σμοί, τὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζὸ λό­γο, τὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­νέκ­δο­τα καὶ οἱ ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φί­ες.»
        Στὶς μέ­ρες μας, ὅ­πως το­νί­σα­με προ­η­γου­μέ­νως, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, δη­λα­δή, τῆς βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης γνω­ρί­ζει ἐκ­πλη­κτι­κὴ δι­ά­δο­ση: ἐκ­δί­δον­ται ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, δι­ορ­γα­νώ­νον­ται δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμοὶ (μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μη συμ­με­το­χὴ συγ­γρα­φέ­ων), πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ται συ­νέ­δρια, θε­σπί­ζον­ται βρα­βεῖ­α, γρά­φον­ται δι­δα­κτο­ρι­κὲς δι­α­τρι­βές, ἔ­χει στη­θεῖ ἐν ὀ­λί­γοις μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη «βι­ο­μη­χα­νί­α» γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος. Ἐν­δει­κτι­κή των μα­ζι­κῶν δι­α­στά­σε­ων ποὺ ἔ­χει λά­βει ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι ἡ πα­ρα­κά­τω πλη­ρο­φο­ρί­α: τὸ 2015, στὸ VI Δι­ε­θνῆ Δι­α­γω­νι­σμὸ Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Museo de la Palabra ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ ἰ­σπα­νι­κὸ Ἵ­δρυ­μα César Egido Serrano δι­α­γω­νί­στη­καν 35.609 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ 149 χῶ­ρες!
        Ὅ­πως εἶ­ναι λο­γι­κό, αὐ­τὴ ἡ μα­ζι­κό­τη­τα δὲν προ­ά­γει (πάν­τα) τὴν ποι­ό­τη­τα, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις ὑ­πε­ρι­σχύ­ει, κα­τὰ τρό­πο πα­ρα­πλα­νη­τι­κό, ἡ ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι ἔρ­γο εὔ­κο­λο καὶ ἁ­πλο­ϊ­κό, δί­χως ἰ­δι­αί­τε­ρες ἀ­παι­τή­σεις, στὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­δο­θεῖ ὁ κα­θέ­νας. Τὴν ἀ­πα­τη­λὴ αὐ­τὴ ἀν­τί­λη­ψη προ­σπα­θεῖ νὰ κα­ταρ­ρί­ψει μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κὲς θε­ω­ρη­τι­κοὺς τῆς σύγ­χρο­νης ἰ­σπα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ Ἰ­ρέ­νε Ἄν­τρες-Σουά­ρεθ, το­νί­ζον­τας ὅ­τι: «σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ἰ­δι­α­ζόν­τως δύ­σκο­λο, τό­σο ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νο καὶ ἀ­παι­τη­τι­κὸ ὅ­σο καὶ ἡ ποί­η­ση, ἀ­φοῦ καὶ τὰ δύ­ο εἴ­δη χτί­ζον­ται μὲ ἀ­κρί­βεια χι­λι­ο­στοῦ καὶ φι­λο­δο­ξοῦν στὸ ἀ­κραῖ­ο ξε­γύ­μνω­μα καὶ στὴν οὐ­σι­α­στι­κὴ χρή­ση τῆς γλώσ­σας.» Αὐ­τὰ ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι τὰ στοι­χή­μα­τα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 21οῦ αἰ­ώ­να: νὰ κα­τα­ξι­ω­θεῖ στὴ συ­νεί­δη­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ὡς αὐ­τό­νο­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος καὶ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πὸ τὴν ἤ­ρα τῆς μα­ζι­κο­ποι­η­μέ­νης πα­ρα­γω­γῆς. Αὐ­τὸ τὸ δεύ­τε­ρο δὲν φαν­τά­ζει κα­θό­λου εὔ­κο­λο…

 
Bonsai-03c-GiaIstologio-04
 


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

Caballo de Troya, de Carlos Vitale / Δούρειος Ίππος, του Κάρλος Βιτάλε

Caballo de Troya, de Carlos Vitale
                                
Es el final.
¿Quién cortará
este hilo de aurora?
Sin redención,
la ausencia.
                    
                             Atenas, 7 de septiembre de 2016


Δούρειος Ίππος, του Κάρλος Βιτάλε

Είναι το τέλος.
Ποιος θα κόψει άραγε
τούτο το νήμα της αυγής;
Δίχως λύτρωση,
η απουσία.
         

                             Αθήνα, 7 Σεπτεμβρίου 2016

                                              Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος