Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Ακολούθα με!, ένα παραμύθι του José Campanari


Χοσέ Καμπανάρι


Ακολούθα με!
(μια ιστορία αγάπης, που δεν έχει τίποτα το παράξενο!)


Μια φορά κι έναν καιρό σε μια ζούγκλα,
ζούσε ένας ελέφαντας γκρίζος και χοντρός,
με μια μακριά προβοσκίδα,
δύο τεράστια αυτιά,
τέσσερα κοντά πόδια…

ένας ελέφαντας γκρίζος
με μωβ βούλες
που δεν είχε τίποτα το παράξενο!

<><><><><><><><><> 

Την άνοιξη, κάθε απόγευμα,
ο ελέφαντας καθόταν στην άκρη του μυρμηγκόδρομου
για να βλέπει τα μυρμήγκια να περνούν.

Κάθε, πρωί τα μυρμήγκια έβγαιναν από τη φωλιά τους
και, κάθε απόγευμα, επέστρεφαν φορτωμένα με κάθε λογής πράγματα
που έβρισκαν εδώ και εκεί.

<><><><><><><><><> 

Τα μυρμήγκια ήταν μαύρα,
είχαν δύο κεραίες, έξι πόδια…
προχωρούσαν όλα με τον ίδιο ρυθμό, το ένα πίσω από το άλλο:
έμοιαζαν όλα ίδια!

Όμως, ένα απόγευμα πολύ ζεστό,
τόσο που τα κοιτούσε,
ο ελέφαντας ανακάλυψε μια μαύρη μυρμηγκίνα
με μέση δαχτυλίδι που τον μάγεψε.

Από τότε και έπειτα, πήγαινε για να βλέπει
μόνο εκείνη τη μυρμηγκίνα.

<><><><><><><><><> 

Όταν πια το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του,
ο ελέφαντας κατάλαβε ότι δεν θα ξαναέβλεπε τη μυρμηγκίνα
παρά μόνο όταν τέλειωνε ο χειμώνας.

Έβαλε λοιπόν ένα καρό κουστούμι,
κούμπωσε το σακάκι,
και κάθισε να περιμένει τη μαύρη μυρμηγκίνα
για να της εξομολογηθεί τον έρωτά του
(το κουστούμι τού έπεφτε μικρό
επειδή είχε χοντρύνει,
αλλά αυτό καθόλου δεν τον ένοιαζε).

<><><><><><><><><> 

Η μυρμηγκίνα,
που είχε ήδη προσέξει
τις ματιές του ελέφαντα,
έφτασε φορτωμένη μ’ ένα φύλλο
που έλεγε:
                 ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

Ο ελέφαντας,
με βήμα ταχύ
(επειδή ήταν χαρούμενος)
την ακολούθησε.

<><><><><><><><><> 

Περπατούσε η μυρμηγκίνα
περπατούσε ο ελέφαντας…

Και δρόμο παίρναν, δρόμο αφήναν,
έφτασαν στην πόρτα της μυρμηγκοφωλιάς.

<><><><><><><><><> 

Όταν όλα τα μυρμήγκια μπήκαν μέσα,
μπήκε και ο ελέφαντας
(πρώτα η προβοσκίδα, έπειτα το υπόλοιπο σώμα)…

<><><><><><><><><> 

Και έπεσε στη μέση της μυρμηγκοφωλιάς
(ευτυχώς, τα μυρμήγκια ήταν ήδη στα δωμάτια τους και δεν έλιωσε κανένα).

<><><><><><><><><> 

Ο ελέφαντας
άρχισε να κοιτάζει τις πόρτες,
αλλά ήταν όλες ίδιες.

Τότε είδε ένα φύλλο,
σαν χαλάκι πόρτας,
που έλεγε:                   
                   ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ ....
                     ΑΚΟΛΟΥΘΑ...
                      ΑΚΟΛΟΥΘ...
                       ΑΚΟΛΟΥ...
                        ΑΚΟΛ...
                         ΑΚΟ...
                           ΑΚ...
                            Α...

Και το φύλλο εξαφανίστηκε
κάτω από την πόρτα!

<><><><><><><><><> 

Χωρίς δεύτερη σκέψη,
ο ελέφαντας άνοιξε την πόρτα και είδε…

<><><><><><><><><> 

…ένα μακρύ μονοπάτι (και στο βάθος τον ορίζοντα), με δέντρα από τη μια και από την άλλη.

<><><><><><><><><> 

Και, καταμεσής του μονοπατιού, μια μαύρη μυρμηγκίνα
μ’ ένα φύλλο που έλεγε:
     ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

Ο ελέφαντας,
με βήμα ταχύ
(επειδή ήταν πολύ χαρούμενος),
την ακολούθησε.

Περπατούσε η μυρμηγκίνα,
περπατούσε ο ελέφαντας…

<><><><><><><><><> 

Ξάφνου,
ένα κουμπί απ’ το σακάκι του  ελέφαντα
πετάχτηκε στον αέρα.

Με βήμα ταχύ
(επειδή  ήταν το κουμπί που του κάλυπτε τον αφαλό),
βάλθηκε να ψάχνει ανάμεσα στις πέτρες
και στις κορφές των δέντρων…

<><><><><><><><><> 

Κουρασμένος απ’ το ψάξε-ψάξε,
επέστρεψε στο μονοπάτι για να συναντήσει τη μυρμηγκίνα.

Κοίταξε δεξιά,
αριστερά,
μπροστά,
πίσω…
και κατάλαβε πως δεν ήταν εκεί.

Με βήμα βαρύ
(επειδή ήταν κάπως θλιμμένος),
συνέχισε να περπατάει με σκυμμένο κεφάλι.

Ξαφνικά, η προβοσκίδα σκόνταψε σε κάτι
που υπήρχε κάτω από ένα δέντρο…

<><><><><><><><><> 

Ένα κουτί με ραφτικά!

Χωρίς δεύτερη σκέψη,
ο ελέφαντας σήκωσε το καπάκι
και είδε βελόνες, κλωστές, ψαλίδια, δακτυλήθρες…
και στη μέση απ’ όλα αυτά
ένα κουμπί που γλιστρούσε προς τον πάτο του κουτιού.

<><><><><><><><><> 

Αντί για τρύπες
το κουμπί είχε ένα σημείωμα
που έλεγε:
     ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

Φορώντας το κουστούμι με τα τρία κουμπιά
ο ελέφαντας χώθηκε στο κουτί με τα ραφτικά
(πρώτα η προβοσκίδα, μετά το υπόλοιπο  σώμα).

<><><><><><><><><> 

Με βήμα ταχύ
(με προσοχή να μην μπλεχτεί στις κλωστές
και να μην τσιμπηθεί από τις βελόνες),
έφτασε στον πάτο του κουτιού με τα ραφτικά
και βρήκε…
έναν μακρύ δρόμο
(με ορίζοντα στο βάθος),
με νηματόδεντρα από τη μια και από την άλλη…

<><><><><><><><><> 

Και καταμεσής του δρόμου
μια μυρμηγκίνα μ’ ένα κουμπί
που έλεγε:
               ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

<><><><><><><><><> 

Περπατούσε η μυρμηγκίνα,
περπατούσε ο ελέφαντας…

Μετά από λίγο,
ο ελέφαντας, που δίψαγε πολύ,
αποφάσισε να ψάξει για μια πηγή
(δεν ήξερε πως μέσα στα κουτιά με ραφτικά
τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν).

<><><><><><><><><> 

Κουρασμένος από το ψάξε-ψάξε,
επέστρεψε στο μονοπάτι
για να συναντήσει τη μυρμηγκίνα.

Κοίταξε δεξιά,
αριστερά,
μπροστά,
πίσω…
και κατάλαβε πως δεν ήταν εκεί.

<><><><><><><><><> 

Ο ελέφαντας
συνέχισε να περπατάει, κοιτάζοντας τον ουρανό·
ξαφνικά, κρεμασμένο στο κλαδί ενός δέντρου, βρήκε…
                                                           ένα μπουκάλι νερό!

Ο ελέφαντας,
με βήμα ταχύ
(επειδή δίψαγε),
πήρε το μπουκάλι και είδε μέσα…
μια μαύρη μυρμηγκίνα
με κίτρινο μαγιό, μάσκα,
τρία ζευγάρια βατραχοπέδιλα, σκουφάκι
και ένα σημείωμα
που έγραφε: 
                  ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

<><><><><><><><><> 

Χωρίς δεύτερη σκέψη,
ο ελέφαντας μπήκε στο μπουκάλι
(πρώτα η προβοσκίδα, μετά το υπόλοιπο σώμα),
και άρχισε να κολυμπά πίσω από τη μυρμηγκίνα
βγάζοντας, πού και πού,
την προβοσκίδα έξω από το νερό για ν’ αναπνέει.

<><><><><><><><><> 

Κολυμπούσε η μυρμηγκίνα
κολυμπούσε ο ελέφαντας…

<><><><><><><><><> 

Μιας και ποτέ του δεν είχε βρεθεί μέσα σε μπουκάλι,
ο ελέφαντας
χάζευε με όλα όσα επέπλεαν γύρω του:

μια ψαροπεταλούδα,
ένα πεταλουδοκόχυλο,
έναν κοχυλοβάτραχο…

<><><><><><><><><> 

Κάποια στιγμή, ο ελέφαντας θυμήθηκε τη μυρμηγκίνα.

Κοίταξε δεξιά,
αριστερά,
πάνω,
κάτω…
και κατάλαβε πως δεν ήταν εκεί.
Με βήμα βαρύ
(επειδή ήταν πολύ θλιμμένος),
κολύμπησε μέχρι τον πάτο του μπουκαλιού
και κάθισε σ’ έναν βράχο.

τότε τον πλησίασε ένα κοχύλι.

Το ’πιασε και το έβαλε στο αυτί του…

<><><><><><><><><> 

Αλλά από το βάθος εκείνου του κοχυλιού
δεν έφτανε ο ήχος της θάλασσας,
παρά μια φωνή από μακριά που έλεγε:

ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕ!

<><><><><><><><><> 

Ο ελέφαντας,
με βήμα ταχύ
(επειδή ήταν πολύ ερωτευμένος),
μπήκε μέσα στο κοχύλι
(πρώτα η προβοσκίδα, μετά το υπόλοιπο σώμα).

Και, στριφογυρίζοντας ξανά και ξανά,
έφτασε στο βάθος,
όπου τον περίμενε
εκείνη η μαύρη μυρμηγκίνα
με τη μέση δαχτυλίδι.

<><><><><><><><><> 

Από εκείνη την ημέρα, σ’ ένα κοχύλι
που βρίσκεται στον πάτο ενός μπουκαλιού,
που βρίσκεται στην άκρη ενός μονοπατιού,
που βρίσκεται στον πάτο ενός κουτιού με ραφτικά,
που βρίσκεται στο δωμάτιο μιας μυρμηγκίνας,
που βρίσκεται σε μια μυρμηγκοφωλιά στη μέση της ζούγκλας…

μια μαύρη μυρμηγκίνα και ένας γκρίζος ελέφαντας
ζούνε μια ιστορία αγάπης
(με μέση δαχτυλίδι και μωβ βούλες)
που δεν έχει τίποτα το παράξενο!


Η μετάφραση είναι προϊόν εργαστηρίου λογοτεχνικής μετάφρασης που δίδαξε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο ΕΚΕΜΕΛ, κατά το ακαδημαϊκό έτος 2009-2010. Συμμετείχαν οι σπουδάστριες Κατερίνα Καραγεώργου, Στεφανία Κωστούρου, Ειρήνη Μαυρομαρά, Μαρία Στεργίου, Μαρία Φλέσσα, Μαντώ Χρήστου. Μπορείτε να δείτε την αφήγηση του παραμυθιού από τον συγγραφέα στο κάτωθι βίντεο: https://www.youtube.com/watch?v=Hy3ox0ptTf4



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου