Σάββατο, 10 Μαρτίου 2018

ALL YOU NEED IS LOVE, του Χοσέ Μαρία Μερίνο




Ακόμα βρισκόμαστε καμιά φορά για να παίξουμε μαζί μουσική. Είμαι σίγουρος πως όλοι καταβάλουμε μεγάλη προσπάθεια, πως μας τρομάζει εξίσου το ενδεχόμενο να επαναληφθεί το παράξενο περιστατικό, όμως, την ίδια ώρα, τρέμουμε μπας και δεν ξανασυμβεί. Αυτοί οι αντιφατικοί, αντικρουόμενοι φόβοι, είναι που αναμφίβολα μας ωθούν να μαζευόμαστε ξανά και ξανά.
Στην αρχή, κάθε φορά που ξαναβρισκόμασταν μετά τη διάλυση μας, αρχίζαμε να παίζουμε κομμάτια στην τύχη, κρύβοντας όλοι μας τον αληθινό λόγο της επανασύνδεσής μας και ταυτόχρονα μεταθέτοντας για αργότερα την κρίσιμη στιγμή που θα επιχειρούσαμε να παίξουμε το κομμάτι που ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίο ξαναβρισκόμαστε. Τώρα πλέον, μην μπορώντας να κάνουμε άλλη υπομονή, έχουμε σταματήσει να προσποιούμαστε. Ετοιμάζουμε τα όργανά μας, κοιταζόμαστε δίχως να πούμε τίποτα, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις και οδηγίες, και αρχίζουμε να παίζουμε το τραγούδι. Και όταν το εκπληκτικό γεγονός ξανασυμβαίνει, φαντάζομαι πως, όπως εγώ, έτσι και οι άλλοι δύο αισθάνονται ταυτόχρονα ικανοποιημένοι και τρομαγμένοι. Με το που τελειώσει το κομμάτι, χωριζόμαστε και πάλι χωρίς να πούμε λέξη, έντρομοι αλλά σίγουροι ότι θα ανταμώσουμε ξανά.
Όλα ξεκίνησαν πριν δύο χρόνια, τα Χριστούγεννα. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός που είχα ανακαλύψει ότι ένας συμφοιτητής μου από το ωδείο έπαιζε κιθάρα σε έναν από τους διαδρόμους του σταθμού του μετρό Κουάτρο Καμίνος, με τη θήκη στα πόδια του για να δέχεται τα κέρματα των περαστικών. Αυτά που μου εκμυστηρεύτηκε μου άνοιξαν τα μάτια.
Σε περιόδους γιορτών ή μεγάλης συρροής επιβατών, ερχόταν στο μετρό για να εξασκηθεί στο όργανό του, και επί τη ευκαιρία κέρδιζε κάποια χρήματα, ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό μιας και η υποτροφία που είχε μετά βίας του έφτανε για να ζήσει. Ήταν μια περίπτωση τόσο παρόμοια με τη δική μου που, μετά το καλοκαίρι, με το που ξεκίνησε το καινούριο ακαδημαϊκό έτος, αποφάσισα να υπερνικήσω την ντροπή μου και να πάω στο μετρό με το βιολί, το αναλόγιο και τις παρτιτούρες στις οποίες έπρεπε να ασκηθώ. Με βόλευε ο σταθμός που βρισκόταν πιο κοντά στην πανσιόν όπου έμενα, ο οποίος επιπλέον έχει ευρείς διαδρόμους από σκάλα σε σκάλα, και άρχισα να εξασκούμαι στα μαθήματά μου.
Η εισπρακτική εμπειρία ήταν τόσο ικανοποιητική ώστε ενθουσιάστηκα και πήγαινα κάθε σαββατοκύριακο. Μερικές φορές, στις ασκήσεις μου, με συνόδευε η Ρακέλ με τη βιόλα της. Μετά από δεκαπέντε λεπτά ούτε που το σκέφτεσαι ότι βρίσκεσαι στο μετρό. Απορροφημένος από την εκτέλεση της παρτιτούρας, αγνοείς παντελώς το πλήθος που ξεχύνεται από τις σκάλες και τον ήχο από τα συμπονετικά κέρματα. Όμως η Ρακέλ δεν έχει οικονομικά προβλήματα και τις περισσότερες φορές απέμενα μόνος σε εκείνο το μέρος, παίζοντας ακούραστα το βιολί μου. Άλλαξα σταθμό κάνα δυο φορές μέχρι να ανακαλύψω το ιδανικό μέρος, έναν από τους ενδιάμεσους διαδρόμους στο σταθμό Πρίνθιπε δε Μπεργκάρα, και κόλλησα τόσο πολύ με εκείνο το σημείο, που όταν δεν μπορούσα να πάω, μου έλειπε, επειδή δεν υπήρχε άλλο μέρος στο οποίο να μπορώ να αφοσιώνομαι στην εξάσκησή μου με μεγαλύτερη ελευθερία, δίχως την έγνοια μήπως ενοχλήσω κάποιον.
Τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά, το κοινό ήταν αρκετά γενναιόδωρο, αλλά στην Εθνική Εορτή του Συντάγματος[1] αντιλήφθηκα ότι δεν ήμουν ο μόνος μουσικός που έπαιζε στο σταθμό.
Στα κενά μεταξύ των κομματιών –εκείνη την εποχή ερμήνευα μόνο κλασική μουσική, αυτήν που έπρεπε να μελετήσω για το ωδείο– άκουσα ήχους που μου φάνηκαν ορχηστρικοί, και μόλις τέντωσα το αφτί μου αναγνώρισα με σιγουριά τις μελωδίες που ξεπηδούσαν από δύο όργανα. Αργότερα θα ανακάλυπτα πως σε άλλα, διαφορετικά πλατύσκαλα έπαιζαν μουσική μια μικροκαμωμένη, κοκκινομάλλα κοπέλα, και ένα ψηλό, μελαχρινό αγόρι.
Η κοπέλα είναι Σκωτσέζα, ονομάζεται Φιόνα και παίζει ένα είδος γκάιντας με μικρό ασκό από επεξεργασμένο δέρμα σε φυσικό χρώμα. Το αγόρι είναι από τη Γουατεμάλα, τον λένε Αναστάσιο και παίζει μαρίμπα. Συνεχίσαμε να παίζουμε παράλληλα για πολλές μέρες, ο καθένας σε διαφορετικό σημείο του σταθμού, και εγώ συνειδητοποίησα ότι τα έσοδα μου άρχισαν να μειώνονται. Χωρίς αμφιβολία στα αφτιά των επιβατών έφταναν ήχοι από την πολλαπλή ηχητική προσφορά που τους περίμενε, και αμήχανοι, αποπροσανατολισμένοι εξαιτίας ενός νόμου που αφορά την ψυχολογία του πλήθους όσο και τα οικονομικά του, έκαναν πίσω τη στιγμή που θα κατέθεταν τον οβολό τους στη θήκη του βιολιού μου, και ίσως έκαναν το ίδιο και με τους ανταγωνιστές μου. 
Δεν άργησα πολύ να φτάσω σε αυτά τα συμπεράσματα, και καθώς δε μου αρέσει να αφήνω τα προβλήματα να χειροτερεύουν, πλησίασα τους άλλους δύο μουσικούς για να τους πω ότι από τότε που εμφανίστηκαν εκείνοι, τα έσοδά μου είχαν μειωθεί, μιας και τόση διάσπαρτη μουσική στον ίδιο σταθμό απ’ όσο φαινόταν αποπροσανατόλιζε τις υποψήφιες καλοσυνάτες καρδιές. Τους πρότεινα να πάει ο καθένας σε διαφορετικό σταθμό, ώστε να είναι ο μοναδικός μουσικός εκεί, ή να ενωθούμε οι τρεις μας για να μοιραστούμε τους καρπούς του κόπου μας. Με τη δεύτερη πρόταση συμφώνησαν οι συνάδελφοί μου, που είπαν ότι δεν χάναμε τίποτα να το δοκιμάσουμε. Και έτσι γίναμε τρίο.
Φυσικά στην αρχή δυσκολευτήκαμε να συντονίσουμε και να ενώσουμε όργανα τόσο ανόμοια μεταξύ τους, και εγώ χρειάστηκε να εγκαταλείψω τις ασκήσεις του ωδείου, αλλά σε όλη αυτήν την περιπέτεια ένιωθα την ανάγκη να αντιμετωπίσω προκλήσεις και τεχνικές δυσκολίες που δεν έβλαπταν τις σπουδές μου ως προς τη δεξιοτεχνία, αλλά αντιθέτως, με υποχρέωναν να επινοώ και να γνωρίζω καινούργιες δυνατότητες του βιολιού μου. Τελικά καταφέραμε να βάλουμε σε σειρά ένα μικρό ρεπερτόριο, και η αλήθεια είναι ότι εκείνη η ένωση της γκάιντας, της μαρίμπα και του βιολιού μάλλον πρόσφερε μια μυστηριώδη και καθηλωτική μελωδία καθώς, όσον αφορά τους οβολούς των επιβατών τα πήγαμε πολύ καλύτερα, και το μερίδιό μου έφτασε να είναι ακόμα μεγαλύτερο από αυτά που έβγαζα όταν ήμουν ο μοναδικός μουσικός στο σταθμό. 
Δεν ήταν και πολύ δύσκολο να ανακαλύψουμε ότι οι επιβάτες ήταν πιο ευαίσθητοι σε κάποιες μελωδίες απ’ όσο σε κάποιες άλλες. Γενικά, στους ανθρώπους μιας συγκεκριμένης ηλικίας, που είναι αυτοί που τους περισσεύουν κάποια κέρματα, φαίνεται να τους συγκινούν περισσότερο τα κομμάτια με απαλό και ρομαντικό ρυθμό σε σχέση με τα γρήγορα κομμάτια. Το «Les feuilles mortes», το «Smoke gets in your eyes», το «Ansiedad», το «Beyond the sea», τα μουσικά θέματα από την Καζαμπλάνκα, το Δόκτωρ Ζιβάγκο και το Πέρα από την Αφρική, το «Only you», ήταν πάντα καλοδεχούμενα, και αυτό ήταν το ρεπερτόριο μας για πολλές εβδομάδες, μέχρι που κουραστήκαμε να παίζουμε τα ίδια και τα ίδια και αποφασίσαμε να συμπεριλάβουμε καινούριες μελωδίες. Για αρχή, το «All you need is love».
Είχαμε εξασκηθεί τόσο πολύ κατά τη συνεργασία μας που δε χρειάστηκε να κάνουμε πολλή πρόβα, και έτσι αφιερώσαμε λίγο χρόνο στο να συμφωνήσουμε για τα διαφορετικά καινούρια κομμάτια. Έτσι, γρήγορα αρχίσαμε να παίζουμε το «All you need is love». Ήταν ώρα αιχμής και ο διάδρομος ήταν γεμάτος κόσμο που περπατούσε βιαστικά προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Στην αρχή δεν καταλάβαμε καλά αυτό που συνέβαινε, γιατί δεν μπορούσαμε να ξέρουμε τη σχέση που υπήρχε ανάμεσα σε εκείνη τη μουσική που εμείς παίζαμε και τη συμπεριφορά του πλήθους. Το θέμα είναι ότι όλος ο κόσμος έμεινε ακίνητος.
Ήταν μια στιγμιαία ακινησία, που ίσως να είχαμε αργήσει λίγη ώρα παραπάνω να αντιληφθούμε, αν δεν είχαμε μείνει κι εμείς, ταυτόχρονα, αποσβολωμένοι εξαιτίας ενός φαινομένου εντελώς εξωπραγματικού: εκείνος ο διάδρομος που χωρίζεται από την επιφάνεια με δύο σκάλες, που έχουν ύψος ανάλογο με δύο ή τρεις ορόφους ενός σύγχρονου κτιρίου η καθεμία, ξαφνικά απογυμνώθηκε από οροφές και τοίχους, και ο μεγάλος ορθογώνιος χώρος στον οποίο εμείς και οι κοκαλωμένοι επιβάτες βρισκόμασταν, εμφανίστηκε σε υπαίθριο χώρο, πάνω στο έδαφος, όμως τριγύρω του δεν υπήρχαν οι δρόμοι και τα σπίτια της Μαδρίτης, παρά ένα τοπίο με πυκνή βλάστηση, που κάλυπτε και τις πλαγιές κάποιων κοντινών λόφων. Η εικόνα ήταν τόσο εκπληκτική που σταματήσαμε να παίζουμε και, την ίδια στιγμή, όλα όσα μας περιέβαλλαν ξαναπήραν την προηγούμενη συνηθισμένη τους μορφή, τη στέρεη κατασκευή που αποτελεί το χώρο των υπόγειων διαδρόμων, τα φώτα νέον με τη δίχως σκιές λευκότητά τους, και τον κόσμο ο οποίος συνέχιζε να κινείται με μια βιασύνη που φαίνεται να την προκαλεί το ίδιο το μετρό.
Ήμαστε καταφοβισμένοι από την εικόνα και όλα τα υπόλοιπα, ανίκανοι να αρθρώσουμε λέξη, όμως η διαίσθηση των τριών μάς έκανε να καταλάβουμε ότι ο μόνος τρόπος να ξαναβρούμε την ηρεμία μας ήταν να συνεχίσουμε να παίζουμε. Το «Ansiedad», ψέλλισε ο Αναστάσιο, και με το που ξαναρχίσαμε να παίζουμε, επιστρέψαμε σιγά σιγά στην αίσθηση της καθημερινότητας. Όταν σχολιάσαμε την ακατανόητη εμπειρία που μόλις είχαμε ζήσει, κανένας από τους τρεις μας δε σκέφτηκε να συνδέσει το φαινόμενο αυτό με την ερμηνεία του «All you need is love», αλλά το επόμενο απόγευμα, όταν κατά τη διάρκεια του ρεπερτορίου μας παίξαμε το ίδιο κομμάτι, το παράλογο και εκπληκτικό συμβάν επαναλήφθηκε, οι επιβάτες που περνούσαν από μπροστά μας σταμάτησαν αμέσως να κινούνται και έμειναν μαρμαρωμένοι σαν αγάλματα, και οι τοίχοι και η οροφή του μετρό εξαφανίστηκαν για άλλη μια φορά για να δώσουν τη θέση τους στο γεμάτο βλάστηση τοπίο με τους λόφους.
Σταματήσαμε πάλι να παίζουμε και όλα ξαναπήραν την αρχική μορφή της συνηθισμένης πραγματικότητας.
Αφού το συμβάν αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές, ήταν η Φιόνα εκείνη που πρώτη υποψιάστηκε ότι το μεταφυσικό αυτό φαινόμενο σχετιζόταν με την ερμηνεία μας του «All you need is love». Και μπορέσαμε να το επαληθεύσουμε αυτό με βεβαιότητα καθώς όταν το παράλογο φαινόμενο επαναλήφθηκε, δεν σταματήσαμε να παίζουμε, και αυτή μας η τόλμη μάς επέτρεψε να περιεργαστούμε προσεκτικά το μέρος, πιο πέρα από τις ουρές που σχημάτιζε ο κόσμος καθώς στεκόταν παγωμένος μπροστά μας.
Υπήρχαν πολλά τεράστια δέντρα, όμως υπήρχαν και πολλοί άνθρωποι ανάμεσα τους. Όχι πολύ μακριά, ένας άνδρας ελαφρά ντυμένος, καθισμένος στη βάση ενός από εκείνα τα μεγάλα δέντρα, όπως συχνά αναπαρίσταται ο Βούδας, ήταν περιτριγυρισμένος από μια ομάδα ανθρώπων. Ανάμεσα στα δέντρα ανοίγονταν ξέφωτα στα οποία έπαιζαν αγόρια και κορίτσια, και άλλα στα οποία υπήρχε κόσμος κρατώντας κάτι που έμοιαζε με μουσικά όργανα, ή διαβάζοντας βιβλία, και λίγο παραπέρα μια λίμνη, που μάλλον σχηματιζόταν στο χαμηλότερο σημείο της κοιλάδας, με άνδρες, γυναίκες και παιδιά να κάνουν βόλτα στις όχθες της ή να κάνουν βαρκάδα με μικρές βάρκες με κουπιά. Η βλάστηση αποτελούσε το πιο εντυπωσιακό σημείο του τοπίου, όμως ανάμεσά της διακρίνονταν διάσπαρτα κτίρια, και στους λόφους που περιέβαλλαν το τοπίο, κτίρια και αλσύλλια εναλλάσσονταν αρμονικά. Εκείνο το τοπίο ενστάλαζε ειρήνη, αγαλλίαση, ήταν μια εικόνα ηρεμίας και αρμονίας, αλλά όταν τελείωσε το «All you need is love», ξαναχάθηκε και στο διάδρομο του σταθμού του μετρό οι επιβάτες άρχισαν να περπατάνε και πάλι με βήμα γοργό. Αναμφίβολα εκείνη η μελωδία προκαλούσε την ακινησία του κόσμου και τη δική μας εισβολή στο θαυμάσιο τοπίο, και όταν παίζαμε το συγκεκριμένο κομμάτι, ήταν ο συνδυασμός των τριών οργάνων αυτός ακριβώς που έδινε αυτό το μαγικό αποτέλεσμα, μιας και για να εξακριβώσουμε το μέγεθος του θαύματος, κάποια φορά αντικατέστησα το βιολί με το πλάγιο φλάουτο, που επίσης έχω την ικανότητα να παίζω, αλλά το «All you need is love» δεν είχε τα εξωπραγματικά αποτελέσματα που είχε το βιολί μαζί με την γκάιντα και τη μαρίμπα.
Τώρα πλέον τολμούσαμε να μιλάμε μεταξύ μας για το απίστευτο περιστατικό, και χαρίζαμε στον εαυτό μας τη θέα εκείνου του τοπίου τρεις ή τέσσερις φορές κάθε μέρα, προκαλώντας στο σταθμό τη μαζική ακινητοποίηση του πλήθους που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει. Όμως η θέα εκείνου του τόσο ευχάριστου μέρους, που ήταν γεμάτο από νύξεις ευτυχίας, μας προκαλούσε ταυτόχρονα μια αίσθηση απογοήτευσης, επειδή καταλαβαίναμε ότι δεν μπορούσαμε να φτάσουμε σε αυτό: τα τρία όργανά μας που ερμήνευαν ομόφωνα το «All you need is love» ήταν το κλειδί που παρείχε πρόσβαση σε ένα χώρο ο οποίος προσφερόταν ως ένα ιδανικό τοπίο ομορφιάς και γαλήνης, ίσως απόλυτης ευτυχίας, όμως εμείς ήμαστε καταδικασμένοι να το βλέπουμε από το κατώφλι.
Πολύ σύντομα μάθαμε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να διεισδύσει εκεί. Η επίγνωση εκείνου του τόσο μυστήριου ευρήματός μας, που θα το κατατάσσαμε στα θαύματα ή στα υπερφυσικά γεγονότα, μας παρακίνησε να το μοιραστούμε και με άλλους. Η Φιόνα και ο Αναστάσιο το είπαν σε διάφορους φίλους και συμπατριώτες τους, και εγώ το ομολόγησα στη Ρακέλ και σε έναν από τους καθηγητές μου που είναι πάντα προσηνής με τους φοιτητές, ένας νεαρός ακόμα άνδρας, και τους προειδοποίησα ότι ήξερα πολύ καλά πως μπορεί να με περνούσαν για τρελό. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν υπήρξαν ούτε και θα υπάρξουν μάρτυρες της φανταστικής μας ανακάλυψης, μιας και οι φίλοι που προσκαλέσαμε να παραστούν στο γεγονός, έμειναν τόσο ακίνητοι και απόντες όσο και οι υπόλοιποι περαστικοί την ώρα που στα όργανα μας το «All you need is love» εμφάνιζε εκείνον το χώρο της ατάραχης ειρήνης, και μετά δεν θυμόντουσαν τίποτα απ’ όσα είχαν συμβεί.
Νομίζω ότι η αιτία της διάλυσης μας ήταν αυτή η επαναλαμβανόμενη αδυναμία, το ότι καταλάβαμε πως ποτέ δεν θα μπορούσαμε να μπούμε σε εκείνον τον παράδεισο που βλέπαμε, και πως κανένας άλλος εκτός από εμάς τους τρεις δεν θα μπορούσε να τον δει. Τελικά χωριστήκαμε.
Ψάξαμε διάφορες δικαιολογίες, ότι κάθε φορά βγάζαμε λιγότερα, ότι η συνεργασία μας μάς εγκλώβιζε σε ανελαστικά ωράρια. Μια μέρα είπαμε αντίο και ο καθένας από εμάς πήρε το όργανο του και πήγε σε διαφορετικό σταθμό. Αλλά εξακολουθούμε να μαζευόμαστε πού και πού για να παίξουμε το «All you need is love» και να μπορέσουμε να ρίξουμε καμιά ματιά ακόμα σε εκείνο το μέρος όπου όλα μοιάζουν να είναι σε τάξη και στο οποίο κανένας από εμάς που ζει σε αυτόν τον κόσμο δεν θα μπορέσει ποτέ να μπει.


ΜετάφρασηΣτυλιανή Μπαϊμάκη

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος



O José María Merino γεννήθηκε το 1941 στη Λα Κορούνια. Είναι μέλος της Real Academia Española. Το 2013 κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Πεζογραφίας της Ισπανίας για το μυθιστόρημα El río del Edén.


Η μετάφραση του διηγήματος προέρχεται από τη Διπλωματική Εργασία που εκπόνησε, υπό την εποπτεία του Αναπληρωτή Καθηγητή Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η Στέλλα Μπαϊμάκη με τίτλο «Ο σουρρεαλιστής κύριος Χοσέ Μαρία Μερίνο» στο πλαίσιο των σπουδών της στο Μάστερ «Επιστήμες της Γλώσσας και του Πολιτισμού», κατεύθυνση «Μετάφραση, επικοινωνία και εκδοτικός χώρος» του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.


[1] Στις 6 Δεκεμβρίου εορτάζεται σε όλη την Ισπανία η ψήφιση του Συντάγματος του 1978, (Σ.τ.Μ.).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου