Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Βιβλιοκριτική της Άλκηστης Σουλογιάννη για το Είκοσι ποιήματα για να διαβαστούν στο τραμ του Oliverio Girondo



Για την ποιητική συλλογή του Oliverio Girondo «Είκοσι ποιήματα για να διαβαστούν στο τραμ» (εισαγωγή-επιμέλεια μετάφρασης Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Σαιξπηρικόν).


Με τη δίγλωσση έκδοση Είκοσι ποιήματα για να διαβαστούν στο τραμ του Αργεντινού ποιητή και ζωγράφου Ολιβέριο Χιρόντο (Oliverio Girondo, 1891-1967), ο αν. καθηγητής Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Παλαιολόγος προσφέρει μια καλή ευκαιρία για να γνωρίσουμε ένα ενδιαφέρον δείγμα του λογοτεχνικού νεωτερικού κινήματος, όπως αναπτύχθηκε στην Αργεντινή κατά τις αρχές του 20ού αιώνα.
Η συλλογή Είκοσι ποιήματα για να διαβαστούν στο τραμ, που πρωτοεκδόθηκε στη Γαλλία το 1922, αντιπροσωπεύει την πρώτη «επίσημη» παρουσία του Χιρόντο στη διεθνή λογοτεχνική αγορά, και μάλιστα σε ένα από τα πλέον σημαντικά κέντρα δημιουργικής παραγωγής μέσα στον ευρύ ορίζοντα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, όπου διασταυρώνουν τις τροχιές τους φάροι του πολιτισμικού χωροχρόνου, όπως (εξ όνυχος, εννοείται):
Επίγονοι του Μπωντλαίρ (1821-1867) και του Ρεμπώ (1854-1891), ο Γκέοργκ Τρακλ (1887-1914) και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926), ο Βασίλυ Καντίνσκυ (1866-1944), ο Πητ Μόντριαν (1872-1944) και ο Πάουλ Κλέε (1879-1940), ο Βάλτερ Γκρόπιους (1883-1969), ο Λούντβιχ Μις βαν ντερ Ρόε (1886-1969) και ο Σαρλ Εντουάρ Ζανερέ, επιλεγόμενος Λε Κορμπυζιέ (1887-1965), ή ακόμα ο Κλωντ Ντεμπυσσύ (1862-1918), ο Άρνολντ Σαίνμπεργκ (1874-1951, μεταξύ των μαθητών του και ο Νίκος Σκαλκώτας, 1904-1949) ή ο Ίγκορ Στραβίνσκυ (1882-1971), ενώ ανατολικότερα ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκυ (1893-1930) και ο Καζίμιρ Μαλέβιτς (1878-1935) αφήνουν παρακαταθήκες στον Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906-1975) για περαιτέρω επεξεργασία σε ό,τι αφορά τις αισθητικές εφαρμογές.
Με δεδομένα αυτού του περιεχομένου στις γνωστικές αποσκευές μας, έχουμε την άνεση να εκτιμήσουμε πολλαπλώς τις πληροφορίες που προσφέρει η ανά χείρας έκδοση, η οποία όπως αναφέρεται σε σχετικά παρακείμενα, αποτελεί προϊόν του εργαστηρίου λογοτεχνικής μετάφρασης στο Κέντρο Ισπανικής, Καταλανικής και Πορτογαλικής Γλώσσας Abanico, με την οργανωτική πρωτοβουλία και διδασκαλία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, και με τη συμμετοχή των σπουδαστριών Σοφίας Φερτάκη, Εύης Κύρλεση, Μαρίας Ζαγγίλη, Αναστασίας Γιαλαντζή και Ελένης Βότση, καθώς και με την ειδικότερη στο πλαίσιο αυτό συμβολή του Ισπανού φιλολόγου και ποιητή Εδουάρδο Λουθένα.
Η έκδοση ενισχύεται με εκτενές κείμενο-πρόλογο του Παλαιολόγου, όπου περιλαμβάνονται ενδιαφέρουσες κατατοπιστικές πληροφορίες σχετικά με την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας στη Λατινική Αμερική των αρχών του 20ού αιώνα, την ιδιαιτέρως καθοριστική (αν όχι δεσμευτική) παρουσία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986), τους αισθητικούς και ιδεολογικούς προσανατολισμούς των λογοτεχνών στην Αργεντινή, μεταξύ των οποίων ο Ολιβέριο Χιρόντο ως «αντίπαλον δέος» απέναντι στον Μπόρχες αλλά και με τον συνακόλουθο αμοιβαίο θαυμασμό.
Ο Παλαιολόγος παραθέτει στοιχεία για βιογραφικά δεδομένα του Χιρόντο, για την επαφή του με Ευρωπαίους εκπροσώπους του Μοντερνισμού (Μπλαιζ Σαντράρ, 1887-1961, Πωλ Μοράν, 1888-1976) και για την οργάνωση του προσωπικού του ύφους μέσα στο κλίμα αυτό με πρώτο αλλά πάντως ολοκληρωμένο δείγμα τη συλλογή Είκοσι ποιήματα για να διαβαστούν στο τραμ. Ο Παλαιολόγος σχολιάζει ιδιαιτέρως τον τίτλο της συλλογής («Η παθητική φωνή του τίτλου και το μεταφορικό μέσο αποϊεροποιεί την υψηλή τέχνη της ποίησης…»), επίσης αναφέρεται σε προγενέστερες περιστασιακές επαφές της ελληνικής πολιτισμικής αγοράς με την ποίηση του Χιρόντο (συμμετοχή κειμένων του στη σύνθεση της ανθολογίας Ποίηση ισπανόφωνης Αμερικής, 1987, αφιέρωμα στον Χιρόντο από το περιοδικό «Κουκούτσι», τεύχος 7, χειμώνας-άνοιξη 2012-2013). Η εν προκειμένω δίγλωσση έκδοση αντιπροσωπεύει έναν καλώς οργανωμένο δίαυλο για μια πρώτη μορφή ολοκληρωμένης επικοινωνίας της ευρύτερης κοινότητας των αναγνωστών με το έργο «του σημαντικότερου εκφραστή της αργεντινής πρωτοπορίας».
Εξάλλου, τη σειρά των είκοσι ποιημάτων στην έκδοση εισάγουν κείμενα (1922, 1925) του ίδιου του Χιρόντο, όπου εντοπίζονται απόψεις του περί της ποιητικής (του) δημιουργίας και περί της αναγκαιότητας σχετικά με την έκδοση ή μη των ποιητικών (του) έργων.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, καθώς ακολουθούμε τη διαδοχή των είκοσι ποιημάτων με οδηγό τους τίτλους ως οδοδείκτες, έχουμε την αίσθηση μιας παλινδρομικής κίνησης ανάμεσα σε τοπία και τοπόσημα της Γαλλίας, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Ιταλίας, της Σενεγάλης, της Ισπανίας, τα οποία συνθέτουν μια ενδιαφέρουσα πινακοθήκη γραμματικών εικόνων με ποικίλη θεματική ως παραστατική απόδοση βιωματικών ισοδυνάμων: προσωπογραφίες ανθρώπινων τύπων σε ανάπτυξη διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσεων, σκιές, λεπτομέρειες από την όψη και από τους εσωτερικούς χώρους κτηρίων, αστικά και φυσικά τοπία, μεταξύ των οποίων η ανοιχτή θάλασσα με τα λιμάνια και η βενετσιάνικη λιμνοθάλασσα με τα κατάρτια και τους κάβους, ο ήλιος και η νύχτα, γέρικα δέντρα και πουλιά, το ουρλιαχτό των γάτων και ένας «αποτυχημένος» σκύλος, σύρματα στις ταράτσες, περίπτερα και φανοστάτες, οι δρόμοι της ερήμου και η κίνηση στους δρόμους των πόλεων, κιθάρες, μαντολίνα και η μουσική μπάντα.
Η οπτική του Χιρόντο αποκαλύπτει τις διαδικασίες πρόσληψης και επεξεργασίας της εξωτερικής πραγματικότητας, ενώ ταυτόχρονα δηλώνει την αισθητική σε ό,τι αφορά τη σύνθεση των γραμματικών εικόνων, με την εμπλοκή της μεταφοράς σε σχήματα σημασιολογικών και αισθητικών συσχετισμών που (σήμερα αναγνωρίζεται να) επιδεικνύουν αντοχή στη ροή του γενικού πολιτισμικού χρόνου, όπως αποτυπώνει η μετάφραση. Π.χ.: «Βάρκες πληγωμένες, στην ξηρά, με διπλωμένα / τα φτερά!», «Το πρωινό σεργιανίζει στην παραλία πασπαλι- / σμένο με ήλιο», «Σμήνη γλάρων, που μιμούνται το τσακι- / σμένο πέταγμα ενός λευκού χαρτιού», «Η θάλασσα!... Ρυθμός της περιπλάνησης», «Ώρα που τα παλιά έπιπλα εκμεταλλεύονται για / να ξεφορτωθούν τα ψέματα», «Σιωπή! – γρύλλος δίχως φωνή που χώνεται στ’ / αφτί μας. Τραγούδι από βρύσες που στάζουν! / – μοναδικός γρύλλος που ταιριάζει στην πόλη», «Καραβάνια από βουνά κατασκηνώνουν στα πε- / ρίχωρα», «Με το που φτάνω σε μια γωνία, η σκιά μου με / αποχωρίζεται και, έξαφνα, ρίχνεται στις ρόδες / ενός τραμ», «Ένας τεράστιος καθρέφτης / καταρρέει με τις κολώνες και τον κόσμο που περιέχει», «Η σιωπή κάνει γαργάρες στα κατώφλια [της Βενετίας], παίζει / pizzicato με τους κάβους, ροκανίζει το μυστή- / ριο των κλειστών σπιτιών», «Υπάρχει μια κάπα πιασμένη σ’ ένα κάγκελο / που συσπάται σαν νυχτερίδα», «Μαργαριταρένια κολιέ που βυθίζουν τα δόντια / τους στους λαιμούς», «Το φεγγάρι, σαν τη φωτεινή σφαίρα του ρολο- / γιού κάποιου δημόσιου κτηρίου», «Και τη νύχτα το φεγγάρι, καθώς διαλύεται στο / κανάλι [της Βενετίας], μιμείται ένα σμήνος ασημένια ψάρια / γύρω από το δόλωμα», «Οι σκιές σπάνε τη ραχοκοκαλιά τους στα κα- / τώφλια», «Τοξοτές στοές κι ανάμεσα στα δάχτυλά τους / ένα πυκνό πλήθος ζυμώνει την απογοήτευσή / του».
Η μετάφραση, κατά την αντιστικτική σχέση της με τα «παρόντα» πρωτότυπα κείμενα, προβάλλει τον βιωματικό, παραστατικό, απερίφραστο αλλά και συνδηλωτικό, ενίοτε σαρκαστικό και κυνικό λόγο του Χιρόντο, όπως αποτυπώνεται με ποικίλους συνδυασμούς ελεύθερων στίχων σε συνάρτηση με την άλλοτε ενιαία και άλλοτε αποσπασματική ή επιγραμματική μορφή κειμένων ως πεδίων αφηγηματικής ροής.
Καθίσταται σαφές ότι η μετάφραση μεταφέρει στα καθ’ ημάς όχι μόνον λεπτομέρειες θεματικής οργάνωσης αλλά και τεκμήρια αισθητικής αντίληψης. Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, ο εν προκειμένω κειμενικός κόσμος του Χιρόντο με τους τοπογραφικούς του άξονες φαίνεται να προσκαλεί τους σύγχρονους αναγνώστες σε παλινδρομικές περιηγήσεις μέσα στο πλήθος των σημαινόντων που αυτός ο κόσμος περιέχει. Οι αναγνώστες καλούνται να εγκαταλείψουν τους ατομικούς διαύλους επικοινωνίας με τα έργα της τέχνης και να οργανώσουν εσωτερικές διαδρομές με κοινό όχημα την επικοινωνιακή αμεσότητα της λογοτεχνικής γραφής του Χιρόντο, πράγμα που δηλώνει την άνευ συμβατικών ορίων συνέργεια ανάμεσα στη δημιουργία και στην εξωτερική, αντικειμενική πραγματικότητα.
Με τον τρόπο αυτόν, οδηγούμαστε και στην πρόσληψη του τίτλου της συλλογής μέχρι το βάθος στη διαστρωμάτωση των συνδηλώσεων, κάτω από την προφανή δήλωση της κυριολεκτικής διατύπωσης αυτού.

* Η ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ είναι διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και κριτικός βιβλίου.
Πρώτη δημοσίευση: Book Press, 23/11/2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου