Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Βιβλιοκριτική του Σταύρου Χατζή για την Ιστορία μιας σκάλας του Antonio Buero Vallejo

Ιστορία μίας σκάλας – τώρα και στα ελληνικά

Ισπανικό θέατρο;
Αν ρωτήσουμε οποιονδήποτε αν θα ήθελε να δει κάποιο θεατρικό έργο ισπανόφωνου συγγραφέα, νομίζω ότι η πλειοψηφία θα έλεγε ότι θέλει να δει το Ματωμένος Γάμος του Λόρκα. Ίσως το πιο γνωστό έργο του πιο διάσημου ισπανόφωνου θεατρικoύ συγγραφέα. Θέλεις που είναι λίγο πιο σύγχρονο, θέλεις που έγινε κινηματογραφική ταινία από τον επίσης διάσημο σκηνοθέτη Κάρλος Σάουρα (https://www.youtube.com/watch?v=NGXwj3DAnjI), θέλεις που ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα ήταν τραγική φιγούρα, αφού εκτελέστηκε νεαρός και με μια προδιαγραφόμενη λαμπρή καριέρα, αυτό θα διάλεγαν οι περισσότεροι. Κάποιοι ίσως να διάλεγαν και το Γέρμα, του ίδιου συγγραφέα.
Οι λιγότεροι, μάλλον φανατικοί λάτρεις του θεάτρου, ή απόφοιτοι Ισπανικής Φιλολογίας, θα προσπαθούσαν να κάνουν την διαφορά επιλέγοντας κάποιο έργο του Λόπε ντε Βέγκα, του Καλντερόν ντε λα Μπάρκα, κάποια εκδοχή του Δον Ζουάν, του Τίρσο ντε Μολίνα που θεωρείται η πρώτη όλων των εποχών, την ρομαντική του Χοσέ Θορρίγια ή κάποια άλλη. Και φυσικά οι εξυπνότεροι και πιο καλλιεργημένοι (σύμφωνα με διάφορα μέλη της οικογενείας μου που με απείλησαν ότι αν δεν την αναφέρω, θα μου κόψουν την καλημέρα), θα επιλέξουν κάποιο έργο της Σορ Χουάνα Ινές ντε λα Κρους.

Προσωπικές εμπειρίες που λίγο θα σας ενδιαφέρουν
Εγώ πάλι, εδώ και περίπου είκοσι χρόνια θέλω να δω απελπισμένα αλλά χωρίς να τα καταφέρνω κάτι άλλο: την Ιστορία μίας σκάλας του Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο. Το γιατί, είναι αρκετά δύσκολο να το εξηγήσω, αλλά παρόλα αυτά θα προσπαθήσω. Ίσως είναι λοιπόν επειδή είναι το πρώτο έργο για το οποίο άκουσα Ισπανό να μου μιλάει είκοσι χρόνια πριν, και μου σφηνώθηκε στο μυαλό. Ίσως πάλι επειδή τρία χρόνια πριν μου είπε η Virginia López Recio, καθηγήτρια του ΕΑΠ και του Ινστιτούτου Θερβάντες, ότι παρουσιάζει ομοιότητες με την Αυλή των Θαυμάτων του Ιάκωβου Καμπανέλλη, κάτι που μου προξένησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ίσως και να είναι όλη η ιστορία του έργου: γραμμένο από ένα ρεπουμπλικάνο, πρώην φυλακισμένο ως αντιφρονούντα, σε μία εξαιρετικά δύσκολη εποχή (τέλη της δεκαετίας του ’40, με το καθεστώς του Φράνκο να δέχεται μεγάλη πίεση από την διεθνή κοινότητα και την χώρα να περνάει δύσκολες στιγμές οικονομικά), κέρδισε τελικά το Βραβείο Λόπε ντε Βέγκα κόντρα σε κάθε πρόβλεψη αφού κανένας δεν περίμενε να κερδίσει ένα έργο που ασκούσε κοινωνική κριτική.
Αν μου ασκούσε τέτοια έλξη το συγκεκριμένο έργο, πώς κι έτυχε να μην το δω ή διαβάσω ποτέ; Προφανώς εξαιτίας συγκυρίων και ίσως και η έλξη που μου ασκούσε να οφείλεται στο ότι οι συγκυρίες δεν μου επέτρεψαν να το δω για τόσο καιρό. Και γιατί αποφάσισα τελικά να το διαβάσω τώρα; Επειδή πέρυσι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, η Ματθίλδη Σιμχά και η Χρυσούλα Κλήμη έκαναν μία μετάφραση του έργου και μπορείτε πλέον να το διαβάσετε ακόμη κι αν δεν εμπιστεύεστε τόσο τα ισπανικά σας. Είπα λοιπόν να πάρω το βιβλίο, να διαβάσω και το πρωτότυπο και να κάνω τις απαραίτητες συγκρίσεις. Αλλά σαν πολύ δεν σας κούρασα με τα προσωπικά μου; Ας δούμε λίγο τι είναι περίπου αυτό το έργο.

Δυο λόγια για τη «Σκάλα» (αυτός θα ήταν ο τίτλος του έργου, αν δεν το είχε προλάβει ήδη άλλος)
Το έργο λέγεται «Ιστορία μίας σκάλας» επειδή προφανώς μία σκάλα παίζει σημαντικό ρόλο στο έργο. Είναι η σκάλα μίας πολυκατοικίας που οδηγεί στον 5ο όροφο που έχει 4 διαμερίσματα, όπου ζουν οι πρωταγωνιστές. Το έργο έχει τρεις πράξεις που αντιστοιχούν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους (η πρώτη τοποθετείται στο 1919, η δεύτερη στο 1929 και η τρίτη στο τέλος της δεκαετίας του ’40). Στην πρώτη πράξη, στο ένα διαμέρισμα ζει ένας ονειροπόλος αλλά μάλλον τεμπέλης νεαρός (Φερνάντο) με τη μητέρα του, σε ένα άλλο μία μάλλον κουτσομπόλα αλλά ειλικρινής κυρία (Πάκα) με τον άντρα της, τις δύο κόρες της (Τρίνι και Ρόσα) και τον εργάτη γιο της (Ουρμπάνο), στο τρίτο ένας ευκατάστατος κύριος (Δον Μανουέλ) με την χαϊδεμένη κόρη του (Ελβίρα) και στο τελευταίο μία κυρία (Χενερόσα) με τον νταβατζή – έψαξα κάποια πιο ορθή πολιτικά λέξη, αλλά δεν βρήκα - γιο της (Πέπε) και την κόρη της (Καρμίνα). Η Ελβίρα αγαπάει τον Φερνάντο και θέλει να τον παντρευτεί, αυτός όμως προτιμάει την Καρμίνα, στην οποία κάνει ερωτική εξομολόγηση στο τέλος της πρώτης πράξης, όταν και της αφηγείται όλα τα όνειρα του, να γίνει σχεδιαστής, μετά αρχιτέκτονας, να την παντρευτεί και να φύγουν από την πολυκατοικία που αντιπροσωπεύει για αυτούς ό,τι πιο ποταπό υπάρχει.
Στην δεύτερη πράξη όμως αποκαλύπτεται ότι τελικά ο Φερνάντο παντρεύτηκε την Ελβίρα (μάλλον για τα λεφτά του πατέρα της) και η Καρμίνα στο τέλος της ίδιας πράξης δέχεται να παντρευτεί τον Ουρμπάνο. Στο ενδιάμεσο, έχουμε δει και κάποιο επεισόδιο με την Ρόσα, που έχει μπλέξει με τον Πέπε, την Τρίνι που δείχνει ότι θα μείνει γεροντοκόρη και τον πατέρα της.
Στην τρίτη πράξη, πέρα από την ένταση ανάμεσα στα δυο ζευγάρια, απολύτως αναμενόμενη, κάνουν την εμφάνιση τους και τα παιδιά των ζευγαριών, Φερνάντο γιος και Καρμίνα κόρη, που ερωτεύονται, όπως ακριβώς και οι γονείς τους. Εμφανίζονται κι άλλοι χαρακτήρες βέβαια, καθώς επίσης βλέπουμε και την Τρίνι με την Ρόσα να ζουν με τη μαμά τους, γεροντοκόρη που νιώθει την έλλειψη παιδιού η πρώτη, έχοντας παρατήσει τον Πέπε η δεύτερη, αλλά το νέο ζευγάρι κυριαρχεί, ειδικά όταν στο τέλος του έργου, σε μία επανάληψη της ιστορίας, ο Φερνάντο γιος διηγείται τα δικά του σχέδια, τόσο παρόμοια με του πατέρα του, στην Καρμίνα κόρη.

Και τώρα που ξέρουμε την ιστορία, γιατί να διαβάσω το βιβλίο;
Μα πρώτον και κύριον, επειδή είναι βιβλίο και κατά δεύτερο λόγο, επειδή είναι θεατρικό έργο. Θέλω να πω με αυτό ότι ένα βιβλίο δεν είναι ταινία του Hollywood που χάνει κάθε ενδιαφέρον όταν μαθαίνεις το τέλος, σε ένα βιβλίο μπορεί να σε απασχολήσουν άλλα πράγματα.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο, μπορεί να απασχολήσει το πώς «ζωγραφίζει» τους χαρακτήρες ο συγγραφέας (στην αρχή ήθελε να γίνει ζωγράφος, όχι συγγραφέας, διάσημο είναι άλλωστε το πορτρέτο που έκανε στον Μιγκέλ Ερνάντεθ), που τους κάνει να φαίνονται τόσο αληθινοί, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα τους - εδώ η κριτική θα μας πει ότι για τον Μπουέρο Βαγιέχο δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» χαρακτήρες. Επίσης θα αναφέρει ότι οι χαρακτήρες χωρίζονται σε «ενεργούς» και «στοχαστικούς», δηλαδή σε αυτούς που παρασύρονται από τα ένστικτα τους και δρουν και σε αυτούς που ζητούν το αδύνατο, ξέροντας ότι δεν θα το αποκτήσουν. Αλλά η κριτική είναι για τους κριτικούς, όχι για αυτούς που καθυστερούν είκοσι χρόνια να διαβάσουν ένα έργο.
Μπορεί να απασχολήσει το τι σημαίνει η σκάλα, το αν η σκάλα είναι η ίδια η πρωταγωνίστρια (σε δύο κομβικά σημεία του έργου, στους δύο μονολόγους των δύο ονειροπόλων Φερνάντο μπροστά στην «δικιά τους» Καρμίνα, αναφέρεται η πολυκατοικία –ο Φερνάντο γιος αναφέρει ξεκάθαρα τη σκάλα– συνδέοντας την με τη μιζέρια, την ανέχεια, τη χυδαιότητα, τη μικροπρέπεια και σχεδόν οτιδήποτε αρνητικό υπάρχει στη ζωή τους), το αν πραγματικά είναι υπεύθυνη για τα γεγονότα της ζωής των ηρώων.
Μπορεί να απασχολήσει το αν τελικά θα τα καταφέρουν τα παιδιά να μην αποτύχουν στη ζωή τους όπως οι γονείς τους, αλλά να σπάσουν αυτήν την αλυσίδα αποτυχίας. Οι κριτικοί θεωρούν ότι ο Μπουέρο Βαγιέχο αφήνει πάντα κάποιο παράθυρο στην αισιοδοξία. Εγώ δεν καταλάβαινα το γιατί, μέχρι που διάβασα το έργο. Με την περίληψη, θεωρούσα ότι απλά επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό δύο φορές (άλλη μία αφορμή για συζήτηση με βάση το έργο: επαναλαμβάνεται η ζωή;) και πίστευα ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να αναρωτηθείς αν ο Φερνάντο γιος και η Καρμίνα κόρη τα καταφέρουν να νικήσουν τη μοίρα τους (υπάρχει άραγε μοίρα; μπορούμε να την νικήσουμε; ο Μπουέρο Βαγιέχο ασχολείται με τα μεγάλα ερωτήματα του ατόμου και της ανθρώπινης ύπαρξης, διάβασα σε ένα βιβλίο Ισπανικής Λογοτεχνίας), αλλά διαβάζοντας τα βιβλίο άλλαξα άποψη. Τώρα δεν έχω ακόμα καταλήξει και ίσως είναι και αυτό κομμάτι της μαγείας του έργου.
Να μην συνεχίσω να απαριθμώ. Μπορεί να βρει κανένας χίλιους λόγους για να διαβάσει ένα βιβλίο, το οποίο μάλιστα όταν είναι θεατρικό, δίνει την δυνατότητα στον καθένα από μας να το ανεβάσει στην δική του, φανταστική σκηνή με τον δικό του προσωπικό τρόπο. Αλλά δεν θα συνεχίσω με τα ερωτήματα του βιβλίου, επειδή δεν θέλω να φάω την δουλειά των κριτικών. Μου μένει να απαντήσω ένα άλλο ερώτημα: Γιατί στα ελληνικά;

Γιατί να διαβάσω το βιβλίο στα ελληνικά;
Μα να μην το διαβάσεις στα ελληνικά, φυσικά! Να το διαβάσεις στα ισπανικά! Κι αν δεν σε απασχολεί η μετάφραση σαν αντικείμενο, να μην το διαβάσεις στα ελληνικά ποτέ. Υπάρχουν όμως και αυτοί που δεν μπορούν να χειριστούν τα ισπανικά σε αυτό το επίπεδο. Για αυτούς, η μετάφραση είναι μία λύση. Αλήθεια, πρόκειται για καλή μετάφραση;
Εντάξει, το να κάνω εγώ κριτική μίας μετάφρασης μου πέφτει λίγο βαρύ, αλλά δεν μπορώ να μην πω δυο λόγια. Κάποιες ενστάσεις τις έχω. Ας πούμε, ακόμα δεν ξέρω αν στα ελληνικά η έκφραση «το αλάτι της ζωής» έχει νόημα, ούτε είμαι σίγουρος για το αν το «sindicalista» θα έπρεπε να μεταφραστεί «κύριε συνδικαλιστά». Με εντυπωσίασε όμως το γεγονός ότι το κείμενο διαβάζεται χαλαρά, σχεδόν σαν να ήταν γραμμένο στα ελληνικά. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Μπουέρο Βαγιέχο είναι καθομιλουμένη, σε κάποιες περιπτώσεις σχεδόν χυδαία, και νομίζω ότι δεν είναι εύκολο να αποδοθεί. Αλλά στη συγκεκριμένη μετάφραση αποδίδεται με επιτυχία. Καθώς επίσης επιτυχημένη μου φαίνεται και η προσπάθεια απόδοσης συγκεκριμένου ύφους στον κάθε χαρακτήρα. Δεν ξέρω κατά πόσο οι μεταφραστές ασχολήθηκαν με τον Μπουέρο Βαγιέχο γενικότερα και διάβασαν κριτικές, είδαν εκπομπές για αυτόν, με εκπλήσσει πάντως το γεγονός ότι ο ίδιος δήλωσε πως η λογοκρισία του αντικατέστησε το «puta» με το «golfa», λέξη που στην ελληνική μετάφραση βλέπουμε ως «πουτάνα». Για να κλείσω λοιπόν με την μετάφραση, εγώ την θεωρώ πετυχημένη και πιστεύω ότι δίνει την δυνατότητα στο έργο να ανέβει σε κάποια σκηνή της Ελλάδας. Για να φτάσουμε στο σημαντικότερο ερώτημα αυτού του άρθρου:

Γιατί τελικά έγραψα αυτό το κείμενο;
Επειδή πολύ απλά, θέλω να δω αυτό το έργο. Μου άρεσε όταν το διάβασα, αλλά ασχολούμενος μαζί του, άκουσα (από τον κύριο Óscar Tusquets http://www.rtve.es/alacarta/videos/la-mitad-invisible/mitad-invisible-historia-escalera/2893584/) ότι ο Βαγιέχο είναι συγγραφέας θεατρικών έργων και ότι είναι καλύτερο το έργο όταν το βλέπουμε από ότι όταν το διαβάζουμε και η όρεξη να το δω αυξήθηκε. Όμως δυστυχώς δεν έχω την οικονομική άνεση να πάρω ένα αεροπλανάκι να πάω στην Μαδρίτη να το δω, μόλις μάθω ότι το παίζουν σε κάποιο θέατρο. Το μοναδικό πράγμα που με απασχόλησε λοιπόν την ώρα που σκεφτόμουν να γράψω αυτό το άρθρο ήταν αν θα μπορούσε το συγκεκριμένο έργο να ανέβει στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικό έργο, στην Ισπανία η πρεμιέρα του το 1949 δηλώνει την επιστροφή στην ποιότητα του ισπανικού θεάτρου μετά τον εμφύλιο που τελείωσε το 1939. Θα μπορούσε όμως να το καταλάβει ο Έλληνας; Θέμα ενδιαφέροντος δεν νομίζω ότι υπάρχει. Ήδη ανέφερα κάποια πράγματα, οπότε οι περισσότεροι μάλλον έχετε καταλάβει ότι το συγκεκριμένο έργο ασχολείται με ερωτήματα πανανθρώπινα και διαχρονικά και δεν θα αποτελέσει ούτε ο τόπος ούτε η χρονική στιγμή τόσο μεγάλο πρόβλημα. Αν και στη συγκεκριμένη στιγμή που μιλάμε, ίσως ο χρόνος να αποτελεί και πλεονέκτημα. Καταστάσεις που επαναλαμβάνονται, ανέχεια, αίσθηση ότι δεν μπορεί κάποιος να αποφύγει τη μοίρα του… Τέλος πάντων. Αυτό που έλειπε ήταν το θέμα ικανοποιητικής μετάφρασης, και για αυτό το άρθρο το σχετικό με την ελληνική μετάφραση του έργου. Αφού ξεπεράστηκε και το τελευταίο εμπόδιο, το μοναδικό που μένει πλέον, είναι να βρεθεί ο θίασος που θα το τολμήσει.

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (αντί επιλόγου)
Ας κλείσω λοιπόν, παρακαλώντας τον οποιονδήποτε έχει κάποια σχέση με το θέατρο και είχε και το κουράγιο να διαβάσει όλο αυτό το βαρετό κατεβατό, να σκεφτεί την πιθανότητα να διαβάσει το έργο και να το ανεβάσει σε κάποια σκηνή της Ελλάδας. Αν και με τα διόδια της Εθνικής Οδού και την τιμή της βενζίνης, φοβάμαι ότι αν το ανεβάσει στην Ελλάδα, θα μου είναι πιο φτηνό να πάρω ένα αεροπλανάκι και να το δω στην Μαδρίτη.


Τo κείμενο του Σταύρου Χατζή δημοσιεύτηκε στο www.ispania.gr στις 21 Σεπτεμβρίου 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου