Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Βιβλιοκριτική της Αρχοντής Κόρκα για το Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου; του Sergi Pamies

Το λεμόνι μπορεί να μας κάνει να ξινίσουμε τα μούτρα μας αλλά μπορεί και να μας δροσίσει. Σημασία έχει ίσως η σωστή δόση αλλά και η περίσταση. 
Ο Σέρζι Πάμιες, γεννήθηκε στο Παρίσι από Ισπανούς πολιτικούς πρόσφυγες. Σε ηλικία 11 ετών, η οικογένεια γύρισε στη Βαρκελώνη, όπου και έμαθε καταλανικά “για να μιλάει στα κορίτσια”. Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1986, με την πρώτη του συλλογή διηγημάτων. Παρόλο που έχει γράψει και μυθιστορήματα, η μικρή φόρμα είναι η πρώτη του αγάπη.
Με τη συλλογή αυτή, έχουμε την ευκαιρία να συναντήσουμε όχι μόνο έναν σημαντικό συγγραφέα της καταλανικής γλώσσας αλλά και έναν δεξιοτέχνη του διηγήματος. Ο Πάμιες ανήκει σε αυτούς τους λίγους που ξέρουν πραγματικά να διαχειρίζονται άψογα τον χώρο που τους διαθέτει το είδος αυτό. Όλα ξεκινούν με εκείνη την πρώτη πρόταση, την πρώτη γραμμή – και σε αυτό ο συγγραφέας έχει πραγματικό ταλέντο. “Ξυπνάω έχοντας έντονη επιθυμία να κλάψω αλλά, επειδή σήμερα με περιμένει πολλή δουλειά, αποφασίζω να κλάψω αργότερα”.
Οι χαρακτήρες του Πάμιες είναι άνθρωποι συνηθισμένοι, σχεδόν άχρωμοι: χωρισμένα ζευγάρια, μοναχικοί άντρες, καθημερινά προβλήματα και άγχη. Από την πρώτη γραμμή και μετά όμως, όλα ξετυλίγονται με ένα περίεργο συνδυασμό εμφανούς παραλόγου και ξεκάθαρης λογικής, λογικής για τον κόσμο των ηρώων του. Ο άντρας που ακολουθεί κάθε μέρα την ίδια ρουτίνα, με στρατιωτική πειθαρχία, αποφασίζει να κάνει μικρές αλλαγές για να δοκιμάσει τους γύρω του. Ο άντρας που βρίσκει σε ένα συρτάρι της γυναίκας του ένα δονητή και διαπιστώνει για τον εαυτό του πράγματα που δεν ήξερε ότι σκέφτεται. Γονείς που αποφασίζουν να χωρίσουν γιατί το παιδί τους νιώθει άσχημα που είναι ακόμα παντρεμένοι ενώ όλοι οι γονείς των συμμαθητών της είναι χωρισμένοι. Κανονικότητες που μετατρέπονται σε ανωμαλίες και το ανάποδο, με τρόπο ομαλό, σχεδόν αναμενόμενο. Μοναξιά που δεν είναι επαπειλούμενη, αλλά πάντα παρούσα και μάλιστα, χωρίς να ποινικοποιείται.
Οι ήρωες των ιστοριών ζουν μια μεγάλη παρεξήγηση - σαν να έχεις ξυπνήσει σε λάθος μέρα, να νομίζεις ότι είναι Κυριακή ενώ είναι Δευτέρα. Από αυτή την παρεξήγηση, γεννιέται το χιούμορ του Πάμιες: ένα χιούμορ διαβρωτικό, έξυπνο, με παρατηρητικότητα αλλά την ίδια στιγμή, με μεγάλη ανθρωπιά. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι το διήγημα Το Μοιραίο, όπου ο ήρωας ζει τις τελευταίες ώρες του πατέρα του. Η περιγραφή είναι ανθρώπινη και δημιουργεί αβίαστη συγκίνηση. Παρόμοια γλυκύτητα διακρίνουμε και στο Παιχνίδι, όπου ο Άγιος Πέτρος αποφασίζει να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία σε έναν γονιό.
Στο Αίμα από το Αίμα μας και στην Εκδρομή, ο Πάμιες δίνει το δικό του σχόλιο για τις σημερινές οικογένειες και τα παιδιά. Το Χάσμα Γενεών γίνεται αξιοθέατο (σαν το Γκραν Κάνυον ίσως;) που μπορεί κανείς να πάει βόλτα – η ύπαρξή του και μόνο φέρνει δυσθυμία στο παιδί που αισθάνεται θαρρείς υποχρεωμένο από δω και πέρα να αλλάξει συμπεριφορά. Στην Άλλη Ζωή, το εναρκτήριο διήγημα, ο πατέρας διαπιστώνει πως υπήρχε τρόπος να κάνει ευτυχισμένη την οικογένειά του – ο θάνατός του.
Δείγματα εξαιρετικής τεχνικής είναι τα Μια Φωτογραφία, Παραλήπτες, Το πηγάδι. Εδώ ο Πάμιες απομακρύνεται ακόμα και από τη συνήθη φόρμα του διηγήματος - το κάθε ένα από τα προαναφερθέντα δεν πιάνει παραπάνω από μία σελίδα. Σε αυτή τη σελίδα, όμως, έχουμε συμπύκνωση και ουσία, μια αφήγηση από την οποία δεν περισσεύει τίποτα αλλά και δεν λείπει τίποτα. Ο Πάμιες δεν δημιουργεί ένα σύμπαν – τον ενδιαφέρει περισσότερο η παρατήρηση και αυτό που προσφέρει είναι ένα άλλο βλέμμα, μια άλλη προοπτική στις ζωές των ανθρώπων. Ένα βλέμμα που μας ανοίγει έναν άλλο κόσμο, πίσω από την καθημερινότητα, τη ρουτίνα, τη συνήθεια μιας “άχρωμης” ζωής.
Ο Πάμιες μου θύμισε το οξύ βλέμμα του Έτγκαρ Κέρετ, ομότεχνού του στο διήγημα, αλλά και την εξαιρετική ικανότητα εισβολής του παραλόγου σε μια φαινομενικά ομαλή πραγματικότητα, ενός δικού μας, του Πάνου Τσίρου (Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα, Eκδόσεις Γαβριηλίδη). Την έκδοση συμπληρώνει ο πρόλογος του γνωστού Ισπανού συγγραφέα, Ενρίκε Βίλα-Μάτας, αλλά και ένα ιδιαίτερα χρήσιμο επίμετρο των μεταφραστών, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Ευριβιάδη Σοφού, οι οποίοι με τη δουλειά τους συνεισφέρουν τα μέγιστα στη γνωριμία μας με τον Πάμιες.

Sergi Pamies
Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου;
Πάπυρος - Letras
Πρόλογος: Ενρίκε Βίλα-Μάτας
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος - Ευριβιάδης Σοφός

Αρχοντή Κόρκα

www.critique.gr, 7.6.2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου