Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Υπερβραχεία εισαγωγή στην ισπανόγραφη υπερβραχεία αφήγηση και μία ανθολογία

του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Στα ελληνικά το λογοτεχνικό είδος της υπερβραχείας αφήγησης ονομάζεται συνήθως μικροδιήγημα, αλλά και υπέρμικρο διήγημα, υπερβραχύ διήγημα, σύντομη φόρμα, ιστορία μπονζάι κ.λπ. Στα ισπανικά, αντίστοιχα, οι προτεινόμενες ονομασίες είναι και σε αυτή την περίπτωση πολλές: minicuento, minirrelato, minificción, microrrelato, microficción, nanocuento, relato mínimo κ.λπ. Όλοι αυτοί οι όροι προσπαθούν να ορίσουν όχι τόσο τη μυθοπλασία του σύντομου (με βάση τον αριθμό των λέξεων) και του φευγαλέου (με αφορμή την αίσθηση που αφήνει η ανάγνωση ενός τέτοιου κειμένου), όσο την πεζογραφία της αφαίρεσης, την πεζογραφία, δηλαδή, που ζητά, σχεδόν απαιτεί, από τον αναγνώστη την ενεργή συμμετοχή του, ώστε ουσιαστικά να είναι εκείνος που θα πλάσει ένα ολόκληρο αφήγημα παίρνοντας ως αφορμή τη στοιχειώδη ιστορία που του προσφέρει το μικροδιήγημα.
  Το μικροδιήγημα μπορεί να είναι ένα σχετικά νέο λογοτεχνικό είδος, η μικρή σε έκταση αφήγηση, όμως, έρχεται από το παρελθόν, δεν αποτελεί φρούτο της εποχής μας. Με μυθοπλαστικό αλλά κυρίως διδακτικό χαρακτήρα μάς είναι γνωστή από την εποχή του Αισώπου, για να περάσουμε στη συνέχεια, στον Απολλόδωρο, τα παραμύθια της Ανατολής, τους αρχαίους παραδοξογράφους, τους λατίνους συγγραφείς (Κικέρωνα, Πετρώνιο κ.ά.), τον Πλούταρχο, τον Βοκάκιο, τα με­σαι­ω­νι­κά α­σκη­τι­κά και α­γι­ο­λο­γι­κά κεί­με­να κ.λπ. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά ακόμα πιο έντονα από τις αρχές του 20ού, συναντούμε δείγματα υπερσύντομης λογοτεχνίας στη λογοτεχνική παραγωγή πολλών χωρών (κυρίως ισπανόφωνων και αγγλόφωνων) με κυριότερους εκπροσώπους τους Έντγκαρ Άλαν Πόε, Χάουαρντ Λάβκραφτ, Ρουμπέν Νταρίο, Βισέντε Ουϊδόμπρο,  Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ κ.ά.
Προϊόντος του 20ού αιώνα, η σύντομη αφήγηση εμπλουτίζεται με τη συνεισφορά μεγάλων ονομάτων της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής ηπείρου: αναφερόμαστε σε εξέχοντες συγγραφείς όπως ο Άντον Τσέχοφ, ο Φραντς Κάφκα, ο Τόμας Μπέρνχαρντ, ο Άμπροουζ Μπιρς, ο Χούλιο Κορτάσαρ, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Τζον Απντάικ, ο Χοσέ Αρεόλα ή ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες.
Όσον αφορά συγκεκριμένα το ισπανόγραφο μικροδιήγημα με λογοτεχνικές φιλοδοξίες, αυτό εμφανίζεται περί τα τέλη του 19ου αιώνα και, ακόμα πιο δυναμικά, στις αρχές του 20ού, συμπίπτοντας με το απόγειο του ισπανοαμερικάνικου Συμβολισμού (Modernismo hispanoamericano). Ανάμεσα στους πολύ σημαντικούς συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το είδος ξεχωρίζουμε τον Ρουμπέν Νταρίο από τη Νικαράγουα (το 1888 εκδίδει το Azul, το πρώτο βιβλίο στην ισπανική γλώσσα που περιλαμβάνει μικροδιηγήματα) και τον Χιλιανό Βισέντε Ουϊδόμπρο, και οι δύο συγγραφείς πρώτης γραμμής. Στην εξέλιξη του 20ού αιώνα, όπως σημειώσαμε και προηγουμένως, το ισπανόφωνο μικροδιήγημα γνωρίζει εκπληκτική άνθιση, κυρίως στην Ισπανία, την Αργεντινή και το Μεξικό: Λεοπόλδο Λουγόνες, Αλφόνσο Ρέγες, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1956), Χούλιο Τόρι, Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα, Αουγούστο Μοντερόσο, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Χούλιο Κορτάσαρ, Αντόλφο Μπιόι Κασάρες, Εδουάρδο Γκαλεάνο καθώς και πολλοί άλλοι δίνουν στο είδος τέτοια ώθηση, ώστε μπορούμε να ισχυριστούμε βάσιμα ότι άλλαξαν την ιστορία της σύντομης αφήγησης παγκοσμίως.
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά η παραγωγή και η δημοτικότητα του σύντομου αφηγήματος εκτοξεύθηκε, παγκοσμίως, σε επίπεδα που κανείς δεν φανταζόταν μέχρι τότε. Φυσικά, στην εκπληκτική άνθιση του μικροδιηγήματος έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και οι νέες τεχνολογίες οι οποίες, τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο διάχυσης, εξασφαλίζουν ταχεία διάδοση και ευρεία αναγνωσιμότητα. Είναι εκατοντάδες οι διαδικτυακές τοποθεσίες που ασχολούνται με το μικροδιήγημα και δίνουν βήμα τόσο σε νέους και άγνωστους συγγραφείς (στην πλειονότητα των περιπτώσεων) όσο και σε καταξιωμένους πεζογράφους, εξασφαλίζοντάς τους ταυτόχρονα ευρεία αναγνωσιμότητα. Δεν λείπουν οι περιπτώσεις που η διάχυση αυτού του είδους λογοτεχνίας γίνεται μέσω twitter ή SMS, ενώ ένα πολύ σημαντικό μέρος αυτής της παραγωγής δεν εκδίδεται τελικά σε καμία από τις παραδοσιακές έντυπες μορφές έκδοσης (βιβλίο, περιοδικό, εφημερίδα κ.λπ.).
Ποια είναι όμως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μικροδιηγήματος; Η συντομία είναι, αναμφίβολα, το πρώτο από αυτά. Βέβαια δεν υπάρχει συμφωνία για τον αριθμό των λέξεων: Εκατό; Διακόσιες; Πεντακόσιες; Μια σελίδα; Δύο; Μερικές γραμμές μόνο; Τα όρια είναι συζητήσιμα, άλλωστε το σημαντικό σε ένα μικροδιήγημα δεν είναι τόσο το να γράψει κανείς λίγες λέξεις, όσο το να μην γράψει επιπλέον λέξεις. 
  Το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό του μικροδιηγήματος είναι η αφηγηματικότητα, δηλαδή, όσο μικρή και αν είναι η έκτασή του είναι προορισμένο να αφηγηθεί μια ιστορία και πρέπει να την αφηγηθεί με ένταση, αφού (αντίθετα με τα μυθιστορήματα) στη σύντομη αφήγηση δεν υπάρχει χώρος για «κενά διαστήματα». Συνεπώς έχει πλοκή (αλλά όχι περίπλοκη), συγκεκριμένο χώρο στον οποίο εξελίσσεται η αφήγηση (αλλά με ελάχιστες ή και καθόλου περιγραφές) και χαρακτήρες (αλλά με μηδαμινή αναφορά στα φυσικά ή ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους).
  Το σπουδαιότερο όμως χαρακτηριστικό του μικροδιηγήματος είναι, καθώς προείπαμε, η αφαίρεση (ή, αλλιώς, η έλλειψη, η βραχυλογία), άλλωστε, όπως υποστηρίζει o σημαντικός ισπανός διηγηματογράφος Χουάν Πέδρο Απαρίθιο: «αυτό που δεν εμφανίζεται στο κείμενο έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτό που εμφανίζεται. Με άλλα λόγια, το μικροδιήγημα δεν υφίσταται δίχως την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να «εφεύρει» αυτό που δεν είναι εμφανές: από τα χαρακτηριστικά των ηρώων ή του τοπίου εντός του οποίου εκτυλίσσεται η δράση μέχρι το ίδιο το τέλος (το οποίο στα περισσότερα μικροδιηγήματα παραμένει εντελώς ανοικτό).
Το μικροδιήγημα έχει συγκριθεί, παρομοιασθεί ή και ταυτιστεί, τόσο από πλευράς κριτικών όσο και αναγνωστικού κοινού, με άλλες μορφές σύντομης έκφρασης τόσο από το χώρο της λογοτεχνίας: σύντομες ποιητικές συνθέσεις (π.χ. χαϊκού, ποίηση σε πεζό λόγο κ.λπ.), αφορισμούς, παραβολές κ.ά. όσο και εκτός λογοτεχνίας: γκράφιτι, διαφημιστικά σποτ, άρθρα στον περιοδικό τύπο κ.ά. Σε αυτήν τη «σύγχυση» συνέτειναν, σκοπίμως ή άθελά τους, συγγραφείς όπως ο Μπόρχες με τους πειραματισμούς του ή η συμπατριώτισσά του, Κλάρα Ομπλιγάδο, η οποία τονίζει κατά τρόπο εμφατικό την πολυσυλλεκτικότητα που χαρακτηρίζει αυτό το λογοτεχνικό είδος, την ευχέρεια, δηλαδή, με την οποία οικειοποιείται χαρακτηριστικά από άλλα είδη κειμένων και τα προσαρμόζει στα μέτρα του: «[Τα μικροδιηγήματα] διατρέχουν όλα τα είδη, όλες τις τεχνικές: στηρίζονται σε άλλα κείμενα, υφαίνουν δεσμούς με άλλες μορφές κειμένων: είναι παιχνίδι, ποίημα, απόφθεγμα, παραμύθι με ζώα, ανέκδοτο, μυθιστόρημα, μύθος, μέχρι και μικρή αγγελία». Αντίθετα, ο περουβιανός συγγραφέας Φερνάντο Ιγουασάκι απορρίπτει καθέτως την οιανδήποτε σχέση του μικροδιηγήματος με όλα τα προαναφερθέντα είδη κειμένων: «Ένα μικροδιήγημα έχει ως στόχο να αφηγηθεί μια ιστορία, ως εκ τούτου, μπορεί να έχει πλοκή, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες. Αυτά όμως που σε καμία περίπτωση δεν συνάδουν με το μικροδιήγημα είναι οι μακροσκελείς αφορισμοί, τα ποιήματα σε πεζό λόγο, τα εκτενή ανέκδοτα και οι αμπελοφιλοσοφίες».
Στις μέρες μας, όπως τονίσαμε προηγουμένως, το λογοτεχνικό είδος της βραχείας αφήγησης γνωρίζει εκπληκτική διάδοση: εκδίδονται ανθολογίες μικροδιηγημάτων, διοργανώνονται διεθνείς διαγωνισμοί (με πολυάριθμη συμμετοχή συγγραφέων), πραγματοποιούνται συνέδρια, θεσπίζονται βραβεία, γράφονται διδακτορικές διατριβές, έχει στηθεί εν ολίγοις μια ολόκληρη «βιομηχανία» γύρω από αυτό το είδος, μια «βιομηχανία» που δεν προάγει πάντα την ποιότητα, δεδομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις ενισχύει, κατά τρόπο παραπλανητικό, την άποψη ότι η συγγραφή ενός μικροδιηγήματος είναι έργο εύκολο, δίχως ιδιαίτερες απαιτήσεις, στο οποίο μπορεί να επιδοθεί ο καθένας. Την απατηλή αυτή αντίληψη περί απλοϊκότητας του είδους προσπαθεί να καταρρίψει μια από τις σημαντικές θεωρητικούς της σύγχρονης ισπανικής λογοτεχνίας, η Ιρένε Άντρες-Σουάρεθ, τονίζοντας ότι: «σε κάθε περίπτωση, το μικροδιήγημα είναι ένα λογοτεχνικό είδος ιδιαζόντως δύσκολο, τόσο εκλεπτυσμένο και απαιτητικό όσο και η ποίηση, αφού και τα δύο είδη χτίζονται με ακρίβεια χιλιοστού και φιλοδοξούν στο ακραίο ξεγύμνωμα και στην ουσιαστική χρήση της γλώσσας».  
Ενδεικτική των μαζικών διαστάσεων που έχει λάβει στην εποχή μας η συγγραφή μικροδιηγημάτων είναι η παρακάτω πληροφορία για την οποία περιττεύει ο οποιοσδήποτε σχολιασμός: το 2015, στο VI Διεθνή Διαγωνισμό Μικροδιηγήματος Museo de la Palabra που διοργάνωσε το ισπανικό Ίδρυμα César Egido Serrano συμμετείχαν 35.609 μικροδιηγήματα από 149 χώρες!  
Εμείς ολοκληρώνουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα στη βραχεία αφήγηση με μια μικρή ανθολογία αυτού του λογοτεχνικού είδους, παρουσιάζοντας, μεταφρασμένα στα ελληνικά, 11 ισπανόγραφα μικροδιηγήματα από 6 χώρες. Καλή ανάγνωση!


Argumentum ornithologicum, του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Αργεντινή)

Κλείνω τα μάτια και βλέπω ένα σμήνος πουλιών. Το όραμα διαρκεί ένα δευτερόλεπτο, μπορεί και λιγότερο· δεν ξέρω πόσα πουλιά είδα. Ήταν καθορισμένος ή ακαθόριστος ο αριθμός τους; Το πρόβλημα εμπεριέχει το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού. Εάν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι καθορισμένος, γιατί ο Θεός γνωρίζει πόσα πουλιά είδα. Εάν δεν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι ακαθόριστος, γιατί κανείς δεν μπόρεσε να τον υπολογίσει. Σε αυτήν την περίπτωση, είδα λιγότερα από δέκα πουλιά (ας πούμε), αλλά δεν είδα εννέα, οκτώ, επτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία ή δύο. Είδα έναν αριθμό ανάμεσα στο δέκα και το ένα, που δεν είναι το εννέα, το οκτώ, το επτά, το έξι, το πέντε κ.λπ. Αυτός ο ακέραιος αριθμός είναι ασύλληπτος· άρα, ο Θεός υπάρχει.  

Το δέντρο της φωτιάς, του Ιπόλιτο Ναβάρο (Ισπανία)

Είναι το πρώτο παιδί στην τάξη, παράξενο παιδί του άριστα και των επαίνων. Τα απογεύματα ξεχειλίζει στην ύπαρξή του και στο πάρκο περιφρονεί την ευκολία των κερασιών και των σφενδάμνων και σκαρφαλώνει, με δυσκολία, στην κορυφή ενός δέντρου της φωτιάς.
          Κάτω, διαισθανόμενο την πτώση που κάποια μέρα σίγουρα θα έρθει, περιμένει, δίχως να βιάζεται, ένα άλλο παιδί, πιο διακριτικό ετούτο, πίσω από τα γυαλιά του: αυτό που αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του στην τάξη, στο τελευταίο θρανίο, κάτω από το χάρτη, εκεί όπου δεν φτάνουν ποτέ τα βραβεία του δασκάλου.

Ακολουθία, της Καρολίνα Φερνάντες (Αργεντινή)

Έκαναν αχαλίνωτο σεξ. Φιλήθηκαν και βγήκαν για δείπνο. Κρατήθηκαν από το χέρι στο σινεμά και περπάτησαν κάτω από την έναστρη νύχτα. Ήπιαν μαζί έναν καφέ εκείνο το βροχερό απόγευμα, γέλασαν αμήχανα, κάτι στον άλλο τους τράβηξε, θέλησε να μάθει το όνομα πριν ρωτήσει την ώρα. Απομακρύνθηκαν και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. 

Επιβεβαιωμένη λήθη, του Φερνάντο Αΐνσα (Ουρουγουάη)

Σε περίπτωση αμφιβολίας, να θυμάσαι: όλοι οι αθάνατοι συγγραφείς έχουν πεθάνει.

Παιχνίδι μεταμορφώσεων, της Σεσίλια Μπεατρίς Εσκομπάρ (Ελ Σαλβαδόρ)

Έτσι συμφωνήσανε. Τις ζυγές μέρες εκείνη θα μετατρεπόταν σε εκείνον και εκείνος σε εκείνη. Φτιαγμένοι καθώς ήταν από το ίδιο υλικό, δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου. Στο κάτω κάτω, είναι φυσιολογικό να βαριέται κανείς να είναι συνεχώς το ίδιο πράγμα.

Συνωμοσία, του Κάρλος Βιτάλε (Αργεντινή)

Ένα βράδυ, όλα τα τηλέφωνα του κτηρίου άρχισαν να χτυπάνε εναλλάξ. Μόλις σταματούσε ένα, άρχιζε άλλο, και μετά άλλο. Η απροθυμία ορισμένων ενοίκων να αποσυνδέσουν τις συσκευές τους (περίμεναν πολύ σημαντικά τηλεφωνήματα: μία ολονυχτία, μία παρτίδα πόκερ, ένα ταξίδι, ένα ερωτικό ραντεβού), εμπόδιζε στο να δοθεί οριστικό τέλος σε αυτή την τηλεφωνική συνωμοσία. Ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών, από την πλευρά του, αποποιήθηκε των ευθυνών του, διαβεβαιώνοντας ότι επρόκειτο για εσωτερικό ζήτημα του κτηρίου. Ωστόσο, στις δύο τα ξημερώματα, τα τηλέφωνα, αφού χτύπησαν όλα ταυτόχρονα, σιώπησαν ξαφνικά. Γεγονός που κάποιοι εξέλαβαν ως ανεξήγητη τεχνική βλάβη και άλλοι ως προειδοποίηση, τη σημασία της οποίας δεν κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν.

Γόνδολα, του Όσκαρ Σιπάν (Ισπανία)

Απορροφημένος στις σκέψεις του ο βενετσιάνος γονδολιέρης αντίκρισε τις ακτές της Ταϊτής.

Το κοριτσάκι του δάσους, του Αρμάντο Κιντέρο (Μεξικό)

«Άκου –είπε ο Μεγάλος Λύκος στο Μικρό Λύκο– και δώσε μεγάλη προσοχή. Αν από αυτό το μονοπάτι περάσει μια μικρή μ’ ένα καλάθι κι ένα σκούφο σ’ αυτό το χρώμα –του έδειξε κάτι αγριοκέρασα– μην τυχόν και της μιλήσεις. Είναι επικίνδυνο πλάσμα! Αυτό το κοριτσάκι έχει μεγάλη σχέση με το θλιβερό τέλος του προπροπάππου σου».

Θεραπεία, Χοσέ Μαρία Μερίνο (Ισπανία)

«Ένα μικρό περιβόλι, να σκάβετε το χώμα, να ρίχνετε λίπασμα, να φυτεύετε, να ποτίζετε, να μαζεύετε τους καρπούς. Είναι κι αυτές δραστηριότητες που μπορεί να σας ωφελήσουν πολύ», τον συμβούλευσε ο γιατρός τη στιγμή που του παρέδιδε την αγωγή για το στρες.
  Την πρώτη χρονιά, έφαγε κάτι πεντανόστιμες ντομάτες. Τη δεύτερη χρονιά, όση ώρα ήταν στο Χρηματιστήριο σκεφτόταν τις κυριακάτικες ασχολίες του, τις φραουλιές, τα κολοκυθάκια με τα λουλούδια τους, τα κοκκινολάχανα, ανάλογα με την εποχή.
  Μια Κυριακή του Απριλίου, όμως, κοντοστάθηκε και ύστερα κάθισε ανάμεσα στα οργωμένα αυλάκια. Τη Δευτέρα είχε ήδη βγάλει ρίζες. Το αριστερό του χέρι παράγει πιπεριές και το δεξί του μελιτζάνες. Δεν χρειάζεται πολύ πότισμα.

Ο φιλόδοξος συλλέκτης, της Άνα Μαρία Σουά (Αργεντινή)

Ο φιλόδοξος άντρας βάζει σκοπό του να συλλέξει τα πάντα. Συγκεντρώνει στο σπίτι του, που έχει μετατραπεί σε εκθεσιακό χώρο, μια συλλογή από σπόρους, μια άλλη από αντικείμενα που έχει βρει στο δρόμο, μια τρίτη με νερό βρύσης (από διαφορετικές βρύσες, διαφορετικές ώρες της ημέρας). Συλλέγει πουλόβερ, διάσημες και κοινότοπες φράσεις, εισιτήρια λεωφορείου, σελίδες εφημερίδων διαλεγμένες αυστηρά στην τύχη. Συλλέγει οπές, ψωμιά, άδεια μπουκαλάκια αποσμητικών. Κάθε χρόνο είναι υποχρεωμένος να μετακομίζει σε μεγαλύτερο σπίτι· έπειτα, κάθε έξι μήνες. Στο τέλος αντιλαμβάνεται πως μόνο αν αποκηρύξει κάθε είδους ταξινόμηση θα μπορέσει να αποκτήσει την πιο πλήρη συλλογή, την απόλυτη συλλογή. Την επιδεικνύει σε όλο τον κόσμο.  

Ο   χιμπατζής, του Αλεχάντρο Ραμίρες (Κολομβία)

Ο χιμπατζής δραπέτευσε από το ζωολογικό κήπο και βρήκε καταφύγιο στο σπίτι μου.  Με το βλέμμα με παρακάλεσε να τον προστατέψω και να μην τον καταδώσω. Τον λυπήθηκα. Από εκείνη τη στιγμή, το ενοχλητικό ζώο έχει βαλθεί να μιμείται όλες μου τις κινήσεις. Έμαθε να συμπεριφέρεται σωστά στο τραπέζι, μαγειρεύει συμπαθητικά και οι συνήθειες υγιεινής του είναι αρκετά αξιοπρεπείς. Όμως χρειάστηκε να τον σταματήσω όταν προσπάθησε να πλαγιάσει με τη σύζυγό μου: θέλοντας να δείξει τη δυσαρέσκειά του, κάθισε και μας παρακολουθεί, καταγράφοντας τις εντυπώσεις του σε ένα σημειωματάριο.

To παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ροδίτικο λογοτεχνικό περιοδικό Νησίδες (τεύχος 14) τον Ιούνιο του 2016.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου