Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Επίμετρο στην ελληνική έκδοση της Καλλιγραφίας του Rafael Chirbes

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ «ΓΕΝΕΩΝ»

Η ισπανική πεζογραφία στα τέλη του 20ού και τις αρχές του 21ου αιώνα

Η ισπανική λογοτεχνία, κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, έζησε, όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία της, κάτω από την επιρροή και το βάρος των λεγόμενων «λογοτεχνικών γενεών». Από το Συμβολισμό (Μodernisno hispanoamericano) των Ρουμπέν Νταρίο και Αντόνιο Ματσάδο, στα τέλη του 19ου αιώνα, μέχρι τη Generación X των Ράι Λορίγα και Άνχελ Μάνιας, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 οι ισπανοί λογοτέχνες κατατάχτηκαν, εξετάστηκαν και παρουσιάστηκαν, σε όλες σχεδόν τις μελέτες που τους αφορούν, κάτω από το πρίσμα αυτού του μάλλον αυθαίρετου, αλλά τόσο αναγκαίου για τους μελετητές, κατακερματισμού. Ενδιάμεσα υπήρξαν πολλοί σταθμοί: η Γενιά του 98 (Μιγκέλ δε Ουναμούνο, Ραμόν δελ Βάγε-Ινκλάν), ο Μετασυμβολισμός (Χουάν Ραμόν Χιμένεθ), η Γενιά του 27 (Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ραφαέλ Αλμπέρτι, Πέδρο Σαλίνας), ο Κοινωνικός ρεαλισμός της δεκαετίας του ’50 (Ιγνάθιο Αλδεκόα, Ραφαέλ Σάντσεθ Φερλόσιο), ο Εξπεριμενταλισμός της δεκαετίας του ’60 (Χουάν Γκοϊτισόλο, Χουάν Μπενέτ) ή η Νέα Πεζογραφία της δεκαετίας του ’80 (Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα, Χαβιέρ Μαρίας), κλπ. Οι σκοπιμότητες της χρήσης αυτών των διαχωρισμών είναι πολλές (όσες ίσως και οι αντιρρήσεις απέναντι σε αυτό τον κατακερματισμό), η σημαντικότερη όμως δεν παύει να είναι η ανάγκη των ιστορικών της λογοτεχνίας να οργανώσουν, πάνω στο χαρτί πάντα, βάσει κάποιων συνήθως αμφιλεγόμενων κριτηρίων (ημερομηνία ή τόπος γέννησης των δημιουργών, λογοτεχνικό ύφος, θεματολογία, κλπ.) τη λογοτεχνική πραγματικότητα και να κατατάξουν τους συγγραφείς με τέτοιο τρόπο ώστε να κατορθώσουν να «τιθασεύσουν» και να μελετήσουν ένα φαινόμενο, το λογοτεχνικό, που στην πραγματική του διάσταση ήταν, είναι και θα παραμείνει (ευτυχώς) χαώδες και πολύσημο.

Οι τελευταίες δεκαετίες


Αναφερθήκαμε, στην αρχή αυτού του κειμένου, στο γεγονός ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’90 (από το 1993 μέχρι το 1996 περίπου) έγινε η τελευταία μέχρι στιγμής γενικευμένη απόπειρα να «χωρέσουν» κάτω από την ίδια «ετικέτα» μια σειρά λογοτεχνών που μοιράζονταν κυρίως τα εξής δύο χαρακτηριστικά: ίδια ηλικία και κοινή, πάνω-κάτω, χρονολογία εμφάνισης του πρώτου τους έργου. Μιλάμε για τη Generación X (ονομασία παρμένη από το γνωστό μυθιστόρημα του Douglas Coupland), τη γενιά, δηλαδή, των συγγραφέων που είχαν γεννηθεί γύρω στο 1970. Στην πραγματικότητα ήταν, και έτσι το καταγράφουν σήμερα οι περισσότεροι μελετητές, μια διαφημιστική καμπάνια κάποιων εκδοτικών οίκων που προσπάθησαν να «πουλήσουν» μια λογοτεχνία προκλητική, ριζοσπαστική, γραμμένη από νέους για νέους. Βέβαια, δεν ήταν η πρώτη φορά που προσπαθούσε η αγορά του βιβλίου να δημιουργήσει θόρυβο γύρω από κάποιους συγγραφείς, με σκοπό να τον εκμεταλλευτεί εμπορικά. Τη δεκαετία του ’80 είχε συμβεί κάτι παρόμοιο με τους νέους πεζογράφους εκείνης την εποχή, με τη διαφορά ότι στην περίπτωση της Generación X ήταν όλα πολύ πιο κατευθυνόμενα, υπήρχε λιγότερο ταλέντο και ήταν προφανές ότι γινόταν μια απέλπιδα προσπάθεια να αποκομίσουν οι εκδοτικοί οίκοι οφέλη από την ευφορία που είχε δημιουργήσει, σε κοινό και κριτικούς, η εμπορική επιτυχία της προηγούμενης γενιάς. Η ερώτηση που απευθύνει, μόλις το 1997, αναφερόμενος στους εκπροσώπους της γενιάς Χ, ο έγκριτος λογοτεχνικός κριτικός Φερνάντο Βαλς στους αναγνώστες του μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας El Mundo, νομίζουμε ότι κάνει περιττό οποιοδήποτε άλλο σχόλιο σχετικά με την κατάληξη αυτής της ιστορίας : «Θυμάται κανείς ποιοι ήταν;» (2003:75).
            Από τότε μέχρι σήμερα –πάνε σχεδόν δέκα χρόνια– δεν έχει ξανακουστεί, κατά τρόπο γενικευμένο τουλάχιστον, να γίνεται λόγος για τον εντοπισμό και ανάδειξη μιας νέας λογοτεχνικής γενιάς. Ο Άνχελ Βίβας, λογοτεχνικός κριτικός του El Mundo και αυτός, αναφερόμενος, το 2002, από το βήμα της Έκθεσης Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως, στη σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα της χώρας του (η Ισπανία ήταν η τιμώμενη χώρα εκείνη τη χρονιά) αναρωτιόταν αν «υπάρχει κάποια ένδειξη για την ύπαρξη μιας γενιάς μέσα στο διαρκώς εναλλασσόμενο λογοτεχνικό τοπίο της Ισπανίας σήμερα». Η ερώτηση ήταν βέβαια ρητορική, δεδομένου ότι ο Βίβας είναι ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της λογοτεχνίας της πατρίδας του. Η απάντησή του, λοιπόν, ήταν ότι υπάρχουν πολλοί συγγραφείς, από αυτούς που εμφανίστηκαν στα τέλη της προηγούμενης και στις αρχές της νέας χιλιετίας, που μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά, όπως την αίσθηση του χιούμορ ή τη διάθεσή τους να αναμείξουν τα διάφορα λογοτεχνικά είδη, καταλύοντας τους κανόνες τους, αλλά είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να μιλήσει κανείς για την ύπαρξη μιας νέας λογοτεχνικής γενιάς.
            Αυτό βέβαια, όπως τονίζει και ο Βίβας, δεν σημαίνει ότι έπαψαν να παρουσιάζονται στην ισπανική λογοτεχνική σκηνή νέα ονόματα. Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: είναι τόσο πολλά αυτά τα ονόματα και τόσο ιλιγγιώδης ο ρυθμός εμφάνισής τους που καθιστά μάταιη την οποιαδήποτε πρόθεση των κριτικών να οργανώσουν, βάσει γενεών, το αντικείμενο μελέτης τους. Αν στην παραπάνω πραγματικότητα προσθέσουμε τη σταθερά δημιουργική παρουσία εκπροσώπων παλαιότερων γενεών, τότε αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του πλούτου και του βάθους της σημερινής λογοτεχνικής πραγματικότητας στην Ισπανία. Όπως σημειώνει μάλιστα και ο Φ. Βαλς (2003:77), μια λογοτεχνία για να χαρακτηριστεί ισορροπημένη και «φυσιολογική» έχει ανάγκη από την παρουσία συγγραφέων τόσο διαφορετικού ύφους όσο και διαφορετικής ηλικίας και εμπειριών. Άλλωστε η λογοτεχνία δεν είναι τόσο ένας αγώνας ταχύτητας, στον οποίο μετράει η εκρηκτικότητα και το γρήγορο ξεπέταγμα, όσο ένας αγώνας αντοχής που απαιτεί διάρκεια, συνέπεια και υπομονή. Υπ’ αυτή την έννοια στην Ισπανία, και αναφερόμενοι μόνο στην πεζογραφία, με την οποία καταπιανόμαστε στη συγκεκριμένη περίσταση, συμβιώνουν σήμερα «κατοστάρηδες» όπως ο γεννημένος το 1975 Ντιέγο Μορόν με «μαραθωνοδρόμους» όπως ο πατριάρχης των ισπανικών γραμμάτων, Μιγκέλ Ντελίμπες (γεννημένος το 1920). Τους χωρίζει πάνω από μισός αιώνας ζωής και τους ενώνουν εκατοντάδες συγγραφείς και χιλιάδες έργα που μεσολαβούν από το La sombra del ciprés es alargada του δεύτερου (δημοσιευμένο το 1947) μέχρι το Amor entre hielo y fuego του πρώτου (γραμμένο το 2004), ονόματα και έργα που συνθέτουν την ιστορία της σύγχρονης ισπανικής πεζογραφίας.

Το σήμερα


Κάναμε λόγο προηγουμένως για τη δυναμική και γόνιμη παρουσία, μέσα στο τοπίο της ισπανικής πεζογραφίας που γράφεται στις μέρες μας, σπουδαίων ονομάτων που ξεκίνησαν την πορεία τους αρκετές δεκαετίες πριν. Θα περιοριστούμε στην ενδεικτική αναφορά μερικών ονομάτων, γνωστών στο ελληνικό κοινό από τις μεταφράσεις έργων τους στη γλώσσα μας, όπως είναι αυτά του Χουάν Μαρσέ ή του Λουίς Γκοϊτισόλο από τη δεκαετία του ’60 και του Εδουάρδο Μεντόθα από αυτή του ’70. Αν θα ήθελε όμως κάποιος να μιλήσει για τη γενιά που κυριαρχεί τα τελευταία 10-15 χρόνια στην ισπανική πεζογραφία, αυτή δεν είναι άλλη από τη γενιά των σημερινών πενηντάρηδων που, στην πλειοψηφία τους, δημοσίευσαν τα πρώτα έργα τους πριν μία εικοσαετία περίπου. Οι περισσότεροι από αυτούς «εντάχθηκαν» από τους κριτικούς στην επονομαζόμενη «Νέα Πεζογραφία της δεκαετίας του ’80»: μιλάμε για ονόματα όπως Αλμουδένα Γκράντες, Χούλιο Γιαμαθάρες, Ρόσα Μοντέρο, Χουάν Χοσέ Μιγιάς, Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε, Πέδρο Θαραλούκι, Χαβιέρ Μαρίας ή Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα. Υπάρχουν, όμως, και αρκετοί άλλοι συνομήλικοί τους συγγραφείς, που, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, δεν εντάχθηκαν ποτέ από τους κριτικούς στην προηγούμενη «ομάδα» (αναφερόμαστε σε περιπτώσεις όπως του Τσίρμπες, του Αντόνιο Σολέρ ή του Χούστο Ναβάρο), αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να κατακτήσουν και αυτοί, με κάποια καθυστέρηση ίσως, την εκτίμηση κοινού και κριτικών για το έργο τους. Είναι όλοι τους συγγραφείς που άλλαξαν τη ροή της ισπανικής πεζογραφίας και έχουν πλέον, μέσω των μεταφράσεων, καταξιωθεί παγκοσμίως. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, λόγω ακριβώς της αναγνώρισης που χαίρει το έργο τους, προβάλλονται κατά κόρον από τον ισπανικό τύπο (στον οποίο παράλληλα, πολλοί από αυτούς αρθρογραφούν).
            Και βέβαια, δίπλα σε αυτά τα ήδη καταξιωμένα ονόματα, δεν έπαψαν ποτέ να βγαίνουν καινούργιοι πεζογράφοι: Ισαάκ Ρόσα (Σεβίλλη, 1974), Μιγκέλ Αλμπέρο (Μαδρίτη, 1967), Φρανσέσκ Σερές (Ουέσκα, 1972), Χοακίν Πέρεθ Αθαούστρε (Κόρδοβα, 1976), Εσπίδο Φρέιρε (Μπιλμπάο, 1974), είναι ένα μικρό ενδεικτικό δείγμα συγγραφέων από αυτούς που, με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία, έκαναν το ντεμπούτο τους στα ισπανικά γράμματα τα τελευταία χρόνια. Είναι, δε, η πρώτη «φουρνιά», έπειτα από πολλές δεκαετίες, που δεν εμφανίστηκε κάτω από κάποια «ετικέτα». Οι λόγοι αυτού του φαινομένου είναι κυρίως δύο: ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός τους, που καθιστά σχεδόν αδύνατη ακόμα και την ακριβή καταγραφή τους και η ευρεία γκάμα τόσο στα θέματα με τα οποία καταπιάνονται όσο και στο ύφος γραφής που δεν επιτρέπει ούτε σκέψη για ομαδοποίηση. Χαρακτηριστικές της σύγχυσης που επικρατεί στους μελετητές της ισπανικής πεζογραφίας είναι οι απαντήσεις που συνέλεξε, στα τέλη του 2003, το El Mundo από κριτικούς λογοτεχνίας και υπεύθυνους εκδοτικών οίκων, στην ερώτηση «ποιοι είναι κατά τη γνώμη σας οι πιο ενδιαφέροντες νέοι Ισπανοί πεζογράφοι;». Οι ερωτηθέντες ανέφεραν συνολικά τα ονόματα σαράντα και πλέον συγγραφέων και από όλους αυτούς μόνο τέσσερις ψηφίστηκαν από δύο ειδικούς και ένας, ο Ουνάι Ελοριάγα, κρατικό βραβείο λογοτεχνίας για το 2003, από τρεις.
            Οι κριτικοί λογοτεχνίας δείχνουν αρκετά επιφυλακτικοί απέναντι σε αυτή τη χιονοστιβάδα μυθιστορημάτων γραμμένων από νέους και παλιότερους συγγραφείς. Δεν διστάζουν, βέβαια, να επαινέσουν, για παράδειγμα, τη δουλειά ενός μικρού, αλλά σημαντικού για τα σύγχρονα ισπανικά γράμματα, εκδοτικού οίκου, του Lengua de Trapo, που διευθύνει ο ενδιαφέρον, και ήδη μεταφρασμένος στα ελληνικά, συγγραφέας Χαβιέρ Αθπέιτια και ο οποίος εκδίδει έργα μεταξύ άλλων των Αντόνιο Ορεχούδο και Φερνάντο Ρογουέλα, από την άλλη, όμως, δεν συγχωρούν την αλόγιστη έκδοση μυθιστορημάτων «μιας χρήσης». Ο Ιγνάθιο Ετσεμπαρία του El País εξανίσταται μπροστά στη «συναισθηματική παλιατζούρα» που κατακλύζει την ισπανική πεζογραφία, ενώ ο Φρανθίσκο Σολάνο, από τις σελίδες της ίδιας εφημερίδας τονίζει τα εξής: «Το να εκδώσεις το πρώτο σου βιβλίο απαιτεί μια υψηλή αίσθηση ευθύνης. Σήμερα, όμως, αυτή η αίσθηση δεν φαίνεται να υπάρχει: μοιάζει να μην ενδιαφέρει και πολύ το τι γράφει κανείς, το σημαντικό είναι να εκδώσει και ας είναι και πράγματα χιλιοειπωμένα».
            Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ισπανικό μυθιστόρημα στις αρχές του 21ου αιώνα ήταν και το θέμα μιας συνάντησης θεωρητικών της λογοτεχνίας που έλαβε χώρα στη Μαδρίτη τον Απρίλιο του 2004. Ο διευθυντής του περιοδικού Blanco y negro, Φερνάντο Λαφουέντε, με αρκετή δόση χιούμορ, διαχώρισε τα μυθιστορήματα σε λογοτεχνικά και «χρηματικά», μιας και στην Ισπανία σήμερα «οι εκδότες», προκειμένου να αποκομίσουν κάποια κέρδη, «είναι ικανοί να βαφτίσουν μυθιστόρημα ακόμα και τον τηλεφωνικό κατάλογο, που μπορεί να μην έχει πλοκή, αλλά έχει πολλά πρόσωπα». Ο συγγραφέας Ισαάκ Μοντέρο, από την πλευρά του, έκανε την εξής διαπίστωση: «Οι πωλήσεις είναι πλέον ο υπέρτατος κριτής. Το βιβλίο εξαφανίζεται όταν παύει να πουλάει». Αυτός ακριβώς ο κίνδυνος της μετατροπής της λογοτεχνίας σε προϊόν σουπερμάρκετ είναι που προβληματίζει τους ανθρώπους των γραμμάτων στην Ισπανία, και μεταξύ αυτών τον Ά. Βίβας, ο οποίος στην ομιλία του μπροστά στο αθηναϊκό κοινό δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι: «σε αυτούς τους καιρούς που όλα κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και χειραγωγούνται από τα μέσα επικοινωνίας, δεν υπάρχει χρόνος να αφομοιωθούν τα πράγματα με μια στοιχειώδη ηρεμία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο να είναι πολύ σύντομη η ζωή των βιβλίων στα βιβλιοπωλεία, αλλά και η ημερομηνία λήξης τους να πλησιάζει επικίνδυνα τα όρια αυτής των γιαουρτιών».
            Η ισπανική πεζογραφία είναι αλήθεια ότι στα πρώτα χρόνια αυτής της χιλιετίας παράγεται, εκδίδεται, διαβάζεται (και πολλές φορές ξεχνιέται) με ταχύτατους ρυθμούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενδιαφέροντες συγγραφείς που γράφουν σπουδαία έργα μέσα στο πλαίσιο ή στο περιθώριο των κελευσμάτων της εκδοτικής βιομηχανίας. Το ελληνικό κοινό μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, μέσα από τις μεταφράσεις έργων όχι μόνο αρκετών από τους συγγραφείς που προαναφέραμε, αλλά και πολλών άλλων, όπως ο Χαβιέρ Θέρκας, η Σολεδάδ Πουέρτολας, ο Σούσο δε Τόρο, η Λουθία Ετσεμπαρία ή η Κλάρα Σάντσεθ, είναι σε θέση να έχει ιδία άποψη για το αληθές (ή όχι) αυτής της διαπίστωσης. Όσον αφορά τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς «μόνο ο χρόνος θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους», όπως τόνισε ο Χ. Πέρεθ Αθαούστρε σε μια πρόσφατη συνέντευξή του απαντώντας στο ερώτημα για το ποιος είναι ο ρόλος των νέων Ισπανών λογοτεχνών στον 21ο αιώνα. Μακριά στο χρόνο βλέπει και ο Φ. Λαφουέντε, για να κάνει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες δηλώσεις που αφορούν την πορεία της ισπανικής και ισπανοαμερικάνικης λογοτεχνίας: «Στο μέλλον θα μιλάμε όλο και λιγότερο για εθνικές λογοτεχνίες, όσον αφορά κυρίως τις ισπανόφωνες χώρες των 400 εκατομμυρίων κατοίκων. Ένα ξεκάθαρο παράδειγμα είναι οι νέοι Ισπανοί συγγραφείς που όλο και περισσότερο επηρεάζονται από τους λατινοαμερικάνους συναδέλφους τους». Αν σε αυτή τη διαπίστωση προσθέσουμε και την άλλη πλευρά του νομίσματος, το γεγονός δηλαδή ότι πολλοί λατινοαμερικάνοι συγγραφείς, όπως ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο (Λίμα, 1975) ή ο Χοσέ Κάρλος Σομόσα (Αβάνα, 1959), ζουν και γράφουν στην Ισπανία, αντιλαμβανόμαστε ότι η σύγχρονη ισπανόγραφη λογοτεχνική σκηνή βρίσκεται σε μια εξαιρετικά δυναμική και ενδιαφέρουσα καμπή.

Ο συγγραφέας Ραφαέλ Τσίρμπες

Ο Ραφαέλ Τσίρμπες γεννήθηκε στην Ταβέρνες δε Βαϊδίγνα (Βαλένθια) το 1949 [όπου και πέθανε τον Αύγουστο του 2015]. Χρονολογικά, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα θα έπρεπε να ανήκει στους συγγραφείς της Νέας Ισπανικής Πεζογραφίας της δεκαετίας του ’80, πλην όμως, όπως αναφέραμε και προηγουμένως, το όνομά του δεν σχετίστηκε ποτέ με αυτή τη γενιά. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξαν δύο παράγοντες: το γεγονός, αφενός, ότι ζει και δημιουργεί μακριά από τα δύο λογοτεχνικά «κέντρα» της χώρας του, τη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη, και, αφετέρου, το ότι άργησε αρκετά να δημοσιεύσει το πρώτο του βιβλίο: ήταν σχεδόν σαράντα ετών όταν εξέδωσε το Mimoun, το 1988, τη στιγμή που οι περισσότεροι συνομήλικοί του συγγραφείς είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Άλλωστε ο Τσίρμπες, και αυτό είναι, νομίζουμε, ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα του που τον έχουν καταξιώσει στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, είναι ένας αθόρυβος και χαμηλών τόνων συγγραφέας, ένας αριστουργηματικός αφηγητής ιστοριών που εκδίδει βιβλία μόνο όταν έχει πράγματι κάτι να πει. Όπως έλεγε και ο ίδιος σε μια πρόσφατη συνέντευξή του: «Δεν έχω καμία φιλοδοξία να κερδίσω χρήματα ή φήμη μέσα από τη λογοτεχνία. Δεν μου αρέσει και πολύ το λογοτεχνικό σινάφι. Είμαι πάντα της γνώμης ότι είναι καλύτερα να είσαι σχεδόν ένα τίποτα, γιατί αυτό σου δίνει ελευθερία και κάποια σιγουριά».
            Η καταξίωση για αυτόν τον πρώην καθηγητή ισπανικών, που έβγαζε το ψωμί του γράφοντας ταξιδιωτικά άρθρα, ήρθε το 1992 με την Καλλιγραφία για να ακολουθήσουν στη συνέχεια τίτλοι όπως La larga marcha (Η μακρά πορεία) ή La caída de Madrid (Η πτώση της Μαδρίτης). Η Καλλιγραφία αποτελεί το πορτραίτο μιας γενιάς που πέρασε από την απόλυτη ένδεια του εμφυλίου στην κατάκτηση της εξουσίας και από εκεί στη διαφθορά. Όπως τονίζει ο δημιουργός της, σε μια συνέντευξή του στο Διαδίκτυο, η Καλλιγραφία, τον καιρό που εκδόθηκε, χτυπήθηκε αρκετά από την κρατούσα τάξη γιατί παρουσίαζε μια κοινωνική πραγματικότητα που δεν άρεσε στους ιθύνοντες της Ισπανίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μια εικόνα αρκετά σκληρή για μια χώρα που ήθελε να εμφανίζει μόνο το προοδευτικό ευρωπαϊκό της πρόσωπο: «Η Καλλιγραφία είναι ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1992, μια χρονιά που ήταν της μόδας να είσαι μοντέρνος και να βγάζεις πολλά χρήματα· είχαμε την EXPO της Σεβίλλης και τους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης και έτσι η λογοτεχνία που κοιτούσε προς το παρελθόν χαρακτηριζόταν ως απαρχαιωμένη». Αυτό ακριβώς τονίζει και ο Φ. Βαλς, σε ένα άρθρο του στο περιοδικό Cuadernos Hispanoamericanos, ότι δηλαδή ο Τσίρμπες στα έργα του προσπαθεί να διηγηθεί και να καυτηριάσει «την πορεία της γενιάς του, η οποία όχι μόνο στήριξε μια δήθεν νεωτερικότητα, αλλά και υπερασπίστηκε την αναγκαιότητα της λησμονιάς του πρόσφατου παρελθόντος της».
            Το 2000, ο Τσίρμπες σκλήρυνε ακόμα περισσότερο τη θέση του απέναντι στον ηθικό ξεπεσμό της γενιάς του, αφαιρώντας από την Καλλιγραφία το τελευταίο, ελπιδοφόρο, κεφάλαιο της αρχικής έκδοσης, ένα κεφάλαιο που κατά κάποιο τρόπο προσπαθούσε να «τακτοποιήσει» στο παρόν της διήγησης (από το οποίο ξεκινάει άλλωστε το μυθιστόρημα) τα θέματα που άφηνε ανοικτά το παρελθόν. Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο τον Τσίρμπες –από το εισαγωγικό σημείωμα της ισπανικής έκδοσης του 2000, έκδοση που χρησιμοποιήθηκε για την παρούσα μετάφραση– να δικαιολογήσει αυτή την επέμβαση: «Εάν, όταν έγραφα την Καλλιγραφία, δεν αισθανόμουν και τόσο άνετα με την ιδέα, που προέβαλε το βιβλίο, της απόδοσης, δηλαδή, δικαιοσύνης με την πάροδο του χρόνου, σήμερα, δέκα χρόνια αργότερα, μου φαίνεται μια ιδέα απαράδεκτη που εξαπατά τον αναγνώστη. Το πέρασμα μιας ακόμα δεκαετίας ήρθε να μου επιβεβαιώσει ότι αποστολή του χρόνου δεν είναι να διορθώνει τις αδικίες, αλλά μάλλον να τις κάνει πιο βαθιές. Γι’ αυτό θέλω να λυτρώσω τον αναγνώστη από την απάτη αυτής της ελπίδας και να τον αφήσω να νοιώσει μαζί με την πρωταγωνίστρια του βιβλίου την ανυποταγή και την απελπισία της, συναισθήματα που διακατέχουν και το συγγραφέα».
            Νομίζουμε ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να συμπυκνώσει κανείς, σε λίγες γραμμές, την πορεία της ισπανικής πεζογραφίας από το 1990 μέχρι τις μέρες μας∙ την πορεία της από την αυθάδεια και την αθωότητα της ευφορίας στην ωριμότητα και το σκεπτικισμό της καταξίωσης.


Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Calderón, Esther, “El siglo de la ficción dineraria española”, El Mundo, 15-4-2004.
Echevarría, Ignacio, “Una novela necesaria”, El País, 12-6-2004.
Solano, Francisco, “Los principios siempre cuentan”, El País, 29-5-2004.
Valls, Fernando, “El bulevar de los sueños rotos”, Cuadernos Hispanoamericanos, τχ. 579, Σεπτέμβριος 1998.
Valls, Fernando, La realidad inventada, Barcelona: Crítica, 2003.
Vivas, Ángel, “De la postguerra a la posmodernidad”, (ανέκδοτο κείμενο).


* Η μετάφραση της Καλλιγραφίας (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2005) ολοκληρώθηκε από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο στο «Σπίτι της Λογοτεχνίας» του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μετάφρασης –Λογοτεχνία και Επιστήμες του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ), στις Λεύκες Πάρου το καλοκαίρι του 2004.

               

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου