Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Ένα φορητό ψυγειάκι, της Almudena Grandes

Βγήκαν στο δρόμο στις δέκα και τριάντα δύο ενός ηλιόλουστου και ζεστού πρωινού του Ιουνίου.
            Όπως κάθε Σάββατο, χώρισαν μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού χωρίς να πουν κουβέντα. Εκείνος πήγε στο γκαράζ να πάρει το αυτοκίνητο και εκείνη έμεινε να περιμένει με τη βαλίτσα, το φορητό ψυγειάκι, ένα ψάθινο καλάθι γεμάτο με φαγητά σε τάπερ, το κλουβί με το καναρίνι και το σκύλο του άντρα της.
            Στις δέκα και τριάντα εφτά κοίταξε το ρολόι της. Ο άντρας της θα έβαζε ήδη τη ζώνη ασφαλείας. Δεν είχαν κάνει παιδιά ως τώρα. Εκείνος ήταν υπέρ του να απολαύσουν τη ζωή για μερικά χρόνια ακόμα.
Στις δέκα και σαράντα δύο το αυτοκίνητο δεν είχε βγει ακόμα από το γκαράζ, αλλά ο σκύλος είχε κατουρήσει στο μέσον του πεζοδρομίου. Εκείνη τον κοίταξε με αηδία. Δεν της άρεσαν τα σκυλιά και δεν καταλάβαινε γιατί αργούσε τόσο ο άντρας της.
Στις δέκα και σαράντα εννιά άρχισε να ιδρώνει. Λίγο ακόμα και θα μπορούσαν να τηγανίσουν αβγά στη στέγη του εξοχικού που είχαν στο βουνό. Και το μποτιλιάρισμα στο πήγαινε. Και στο έλα. Και τα κουνούπια. Και η πεθερά της. Και η παέγια της πεθεράς της. Εκείνης της άρεσε περισσότερο η παραλία, αλλά οι προτιμήσεις της δεν την απήλλασσαν από το να πληρώνει στο τέλος κάθε μήνα τη μισή δόση της υποθήκης του σπιτιού. Εκείνος δεν είχε δώσει ακόμα σημεία ζωής.   
Στις δέκα και πενήντα τρία η σαλμονέλα, ό,τι και αν ήταν αυτό, θα είχε αρχίσει ήδη να χορεύει φλαμένκο μέσα στη μαγιονέζα της ρώσικης σαλάτας. Εκείνη αποφάσισε πως δεν θα τη δοκίμαζε. Όσο για τον άντρα της, ήταν σαν να είχε ανοίξει η γη και να τον είχε καταπιεί.
Στις έντεκα ακριβώς δεν είχε εμφανιστεί ακόμα. Ίσως να είχε πάθει βλάβη το αυτοκίνητο. Παρ’ όλο που και αυτό το είχαν πληρώσει μισό μισό, έβαλε τα γέλια και μόνο που το σκέφτηκε.
Στις έντεκα και έξι λεπτά τής μπήκε η ιδέα πως εκείνος ίσως να μην γύριζε ποτέ. Τότε στοίβαξε όλα τα πράγματα μπροστά στην εξώπορτα, άφησε το σκύλο δεμένο σε μια κολόνα και πήγε για ψώνια. Είχε πολύ καιρό να νιώσει τόσο χαρούμενη.  

μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Η Αλμουδένα Γκράντες είναι ισπανίδα πεζογράφος. Γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1960. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία της Οι ηλικίες της Λουλού (Εκδόσεις Κριτική, μτφ. Γιώργος Ράικος), Μαλένα είναι το όνομα ενός τανγκό (Εκδόσεις Πατάκη, μτφ. Λήδα Παλλαντίου) και Οι εκδότριες (Εκδόσεις Πατάκη, μτφ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου).    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου