Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Δεκαοκτώ ποιήματα του Manuel Altolaguirre, μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Ακίνητοι άνθρωποι


Ακίνητοι άνθρωποι

να κοσμούν κήπους πλάι στη θάλασσα,
και λουλούδια περιπατητές,
δέντρα επιχειρηματίες
και φυτά έμποροι
να τρέχουν στους δρόμους
σε μια ρουτίνα συγκεχυμένη·
συρφετός που κατεδίωκε
ένα τεράστιο δέντρο δραπέτη,
κατηγορούμενο και ’γω δεν ξέρω για ποιο παράπτωμα
ενάντια στην ιδιοκτησία.

Από τη συλλογή Las islas invitadas y otros poemas (1926)

 

Στην όχθη


Στην όχθη της λίμνης

που περιβάλλουν τα βουνά
παίζουμε μπιλιάρδο με τις φωνές μας.

Από τη συλλογή Las islas invitadas y otros poemas (1926)

 

Η ηχώ


Η ηχώ της σειρήνας του πλοίου

θα έπρεπε να είχε καπνό.

Από τη συλλογή Las islas invitadas y otros poemas (1926)

Εκείνος ο τοίχος


Εκείνος ο τοίχος που δεν αντηχούσε τη φωνή σου

ήταν σπογγώδης και τσιγκούνης
σαν στυπόχαρτο.

Από τη συλλογή Las islas invitadas y otros poemas (1926)

Ο θάνατός του


Τι χτύπος και εκείνος του ρόπτρου

πάνω στον κρύο έβενο της νύχτας!
Κατρακύλησαν τα εύθραυστα αστέρια.

Όλοι οι φυλακισμένοι αισθανθήκαμε
το τράβηγμα του σύρτη.
Για ποιον; Για πού;

Ο ήλιος η διπλωμένη του σελίδα
μπήκε λοξά από τη χαραμάδα,
φωτίζοντας τη σκόνη.

Τράβηξε την κουρτίνα του ο εκλεκτός,
και διείσδυσε στο ηχητικό περιβάλλον
του Τρίγωνου και του αφρού.

Μας άφησε τη φυσαλίδα της απουσίας του
και τη συνομιλία των εγκωμίων του.

Από τη συλλογή Las islas invitadas y otros poemas (1926)

 

Οι λέξεις σου


Στηριγμένη στον ώμο μου

είσαι το δεξιό μου φτερό.
Σαν να ξεδίπλωνες
τις απαλές σου μαύρες φτερούγες,
οι λέξεις σου σ’ έναν ουρανό
κατάλευκο με ανυψώνουν.

Έξαρση. Σιωπή.
Καθισμένος στο τραπέζι,
ματώνει η πλάτη μου,
πονάει η απουσία σου.

Από τη συλλογή Poesía (1930-1931)

Η ποίηση


Τόσο καθάρια που είναι αόρατη,
μέσα στον εαυτό της κρύβεται,
όπως ο αέρας ή το νερό,
διάφανη και μυστική·
έρημη όχι, αυλακωμένη
από πουλιά και ψάρια,
λαβωμένη από τα δέντρα.

Από τη συλλογή Poesía (1930-1931)

Δίχως εκείνη


Η μοναξιά μου απούσα.

Τι μοναξιά, δίχως μοναξιά!

Να νοιώθω μόνος δίπλα
σε τόση συντροφιά,
μόνος, δίχως μοναξιά.

Να αισθάνομαι χαμένος,
αθεράπευτα μόνος, διαλυμένος
στο πλήθος.

Τι σκονισμένα ερείπια

η συντροφιά των πάντων!

Τι κτήριο ήρεμο,
πυκνό, βαθύ,
η απούσα μοναξιά μου!

Από τη συλλογή Poesía (1930-1931)

Τώρα


Τώρα ξέρω πως είσαι εσύ.

Τώρα, όταν δεν σε νοιώθω,
όταν οι αισθήσεις μου δεν σε περιορίζουν.
Τώρα είναι που σε έχω.

Από τη συλλογή Poesía (1930-1931)

Το σύννεφο

Δεν κουνιέται ούτε ένας μυς
στη ξέφρενη φυγή σου, ήρεμο σύννεφο·
δεν είσαι πλέον σαν το υγρό
σώμα που πηδούσε
στη γη, όταν ζούσες,
δεν είσαι ούτε κύμα ούτε ποταμός,
είσαι μια ψυχή ή ένας άγγελος
που, παρά τη λευκότητά του,
είναι καταδικασμένος
να κάνει το χιτώνα του
βροχή, χιόνι ή θρήνο.

Από τη συλλογή Nuevos poemas de las islas invitadas (1936)

Δεν έφτασα εγκαίρως

Ο αδελφός μου Λουίς
με φιλούσε διστακτικός
στις αποβάθρες των σταθμών.
Με περίμενε πάντα
ή με συνόδευε για να με καταβοδώσει.

Και τώρα,
όταν μου ’φυγε και ’γω δεν ξέρω για πού,
δεν έφτασα εγκαίρως,
δεν υπήρχε κανείς.
Ούτε καν η πιο απόμακρη ηχώ,
ούτε καν μια σκιά,
ούτε η αντανάκλασή μου στα άσπρα σύννεφα.

Αυτός ο ουρανός είναι υπερβολικά μεγάλος.
Πού να βρίσκονται τα παιδιά του αδελφού μου;
Γιατί δεν είναι εδώ;
Εγώ θα πήγαινα μαζί τους
ανάμεσα σε πράγματα αληθινά.
Ίσως να μπορούσαν να μου δώσουν το πορτρέτο του.
Δεν θέλω να είναι σ’ ένα υπνοδωμάτιο,
μαυροφορεμένα.
Θα είναι καλύτερα να τρέχουν δίπλα στο ποτάμι,
να τρέχουν ανάμεσα σε λουλούδια δίχως να τα κοιτούν,
να μην κοντοστέκονται ποτέ
όπως στέκομαι εγώ ακίνητος
στο χείλος της θάλασσας και του θανάτου.

Από τη συλλογή Nube temporal (1939)

Σκοτεινός έρωτας


Αν για σένα ήμουν σκιά
όταν κάλυψα το κορμί σου,
αν όταν σε φιλούσα
τα μάτια μου ήταν τυφλά,
ας εξακολουθήσουμε να είμαστε νύχτα,
σαν τη νύχτα απέραντοι,
με το σκοτεινό μας έρωτα,
δίχως όρια, αιώνιο…
γιατί στο φως της μέρας
ο έρωτάς μας είναι μικρός.

Από τη συλλογή Más poemas de las islas invitadas (1944)

Για να φτάσω το φως


Λένε πως είμαι ένας άγγελος

και, σκαλί σκαλί,
για να φτάσω στο φως
πρέπει να χρησιμοποιήσω τα πόδια μου.

Κουρασμένος από το ανέβασμα, μερικές φορές κατρακυλώ
(ίσως να φταίνε οι πτυχώσεις του μανδύα μου),
αλλά ένας άγγελος που κατρακυλά δεν είναι άγγελος
αν δεν έχει την τιμή να φτάσει στον πάτο της αβύσσου.

Και αυτό που εγώ συνάντησα στη μεγαλύτερη πτώση μου
ήταν μαλακό, λαμπερό·
θυμάμαι το άρωμά του,
τη νοσηρή του τέρψη.

Ξύπνησα και θέλω τώρα
να βρω τη σκάλα,
για να ανέβω δίχως φτερά
σιγά σιγά μέχρι το θάνατό μου.

Από τη συλλογή Nuevos poemas (1946)

Έχω ήδη χάσει


Έχω ήδη χάσει τη μορφή μου

γδύθηκε πλέον το αίμα μου,
είμαι σχεδόν μια ψυχή, μοιάζουν
οι φλέβες μου με κόκκινα κλαδιά.

Τα διψασμένα πόδια μου δεν μπορούν,
δεν πρέπει να σε αναζητήσουν,
θέλουν να πιουν από τη γη
νερό της λησμονιάς πολύ,
ώστε οι καρδιές μου
να σκορπιστούν το φθινόπωρο,
όταν το αεράκι θα τις μετακινεί
και ο τυφώνας θα τις παρασέρνει.

Φύλλα πεσμένα των δέντρων
που θα πάνε μακριά για να σε συναντήσουν.

Από τη συλλογή Nuevos poemas (1946)

Οι σκιές


Δεν αλλάζουν σκιά οι δάφνες.
Γυμνωμένες από τον ήλιο, αφήνουν κατάχαμα
να κοιμηθούν τους λεπτούς μανδύες τους
και δίχως να βγάλουν τα πόδια από αυτή τη φορεσιά
τη φορούν ξανά κάθε βράδυ.
Πάνω στο λαμπερό χορτάρι απλωμένα
αυτά τα νησιά από σκιά περιμένουν απλώς,
για να σηκωθούν και να καλύψουν κορμούς και κλαδιά,
να κρυφτεί ο ήλιος πίσω από τον ορίζοντα
ή να έρθουν τα σύννεφα, ορθώνοντας
το αόρατο πέπλο μέχρι τις κορυφές.

Από τη συλλογή Fin de un amor (1949)

Πάνω από τη θάλασσα


Δεν είμαι σε θέση να ξέρω πόσες ώρες

βρίσκομαι μακριά σου.

Ένας επίμονος ήλιος εμποδίζει
το χρόνο να κυλήσει. Δεν έρχεται
ποτέ η νύχτα. Εγώ πετώ
κάτω από ένα φως που είναι ο θάνατος,
φως που γυροφέρνει τον κόσμο σου,
φως που αν εγώ δεν έτρεχα
τόσο όσο τρέχει το άστρο,
θα ήταν για μένα η αυγή.

Ευτυχισμένη εσύ, που δεν έχεις
φως παντοτινό, εσύ που απολαμβάνεις
βαθιά τη νύχτα και τη μέρα.

Δεν ξέρεις τι σημαίνει να χάνεσαι
φωτισμένος και ξάγρυπνος
στο διάστημα, ανάμεσα στα σύννεφα,
δίχως να είσαι άγγελος, δίχως να είσαι άγγελος.

Από τη συλλογή Poemas en América (1955)

Πεταλούδα


Στη φωτιά ή στο ρόδο
χάνεις τη ζωή σου.
Αναζητάς το φως
και γίνεσαι στάχτη.
Ψάχνεις αρώματα
και σε πληγώνει το αγκάθι.
Άνοιξε τα φτερά σου
γιατί θέλω να διαβάσω τις πληγές σου.

Από τη συλλογή Últimos poemas (1955-1959)

Είδωλο από καπνό


Πάνω από την κούνια του νεογέννητου

κάποιος έβαλε τη μικρούλα φωτογραφία
μιας πυρηνικής έκρηξης:
ένα είδωλο από καπνό, τόσο μικρό
όσο η οργή των ισχυρών,
όσο η μυωπία των ερωτευμένων.

Έγειρα πάνω από την κούνια
και κοίταξα βαθιά στα μάτια του.

Από μια πόλη,
μακρινή κάποτε,
μας ερχόταν η μουσική
που συντρόφευε τον ύπνο και την ξαγρύπνια του.



Από τη συλλογή Últimos poemas (1955-1959)

Μανουέλ Αλτολαγκίρε (1905-1959), ισπανός ποιητής, μέλος της Γενιάς του '27.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου