Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Ένα ποίημα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα από τη συλλογή Poeta en Nueva York σε δύο αποδόσεις των Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Κοσμά Πολίτη


Ένα ποίημα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα από τη συλλογή Poeta en Nueva York
σε δύο αποδόσεις των Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Κοσμά Πολίτη

LA AURORA

La aurora de Nueva York tiene
cuatro columnas de cieno
y un huracán de negras palomas
que chapotean en las aguas podridas.
La aurora de Nueva York gime
por las inmensas escaleras
buscando entre las aristas
nardos de angustia dibujada.
La aurora llega y nadie la recibe en su boca
porque allí no hay mañana ni esperanza posible.
A veces las monedas en enjambres furiosos
taladran y devoran abandonados niños.
Los primeros que salen comprenden con sus huesos
que no habrá paraísos ni amores deshojados;
saben que van al cieno de números y leyes,
a los juegos sin arte, a sudores sin fruto.
La luz es sepultada por cadenas y ruidos
en impúdico reto de ciencia sin raíces.
Por los barrios hay gentes que vacilan insomnes
como recién salidas de un naufragio de sangre.

Η ΑΥΓΗ

Η αυγή στη Νέα Υόρκη έχει
τέσσερις στήλες από λάσπη
και έναν τυφώνα από μαύρα περιστέρια
που τσαλαβουτούν σε σάπια νερά.

Η αυγή στη Νέα Υόρκη ουρλιάζει
στις απέραντες σκάλες
αναζητώντας ανάμεσα στην κόψη των πραγμάτων
νάρδους με ζωγραφισμένη την αγωνία.

Η αυγή έρχεται μα κανείς δεν την παίρνει στο στόμα του
γιατί εκεί δεν υπάρχει πρωί, ούτε ελπίδα καμία.
Μερικές φορές τα κέρματα σαν μαινόμενα σμήνη
διατρυπούν και καταβροχθίζουν παιδιά εγκαταλελειμμένα.

Οι πρώτοι που βγαίνουν καταλαβαίνουν με τα κόκαλά τους
πως δεν θα υπάρξει παράδεισος, ούτε έρωτες που φυλλορροούν·
ξέρουν πως πάνε στη λάσπη από νούμερα και νόμους,
σε άτεχνα παιχνίδια, σε ιδρώτες δίχως καρπό.

Το φως είναι θαμμένο κάτω από αλυσίδες και θορύβους
στην αναίσχυντη πρόκληση μιας επιστήμης δίχως ρίζες.
Στις γειτονιές υπάρχει κόσμος που περιπλανιέται άυπνος
σαν να ’χει μόλις βγει από ένα ματοβαμμένο ναυάγιο.   

μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος 

Η ΑΥΓΗ

Η αυγή της Νέας Υόρκης
έχει τέσσερις κολόνες από λάσπη
κι έναν ανεμοστρόβιλο από μαύρα περιστέρια
που τσαλαβουτούν μες τα βρωμόνερα.

Η αυγή της Νέας Υόρκης βογκάει
στις πελώριες σκάλες
αναζητώντας ανάμεσα στις μυτερές γωνιές
νάρδους σχεδιασμένης αγωνίας.

Έρχεται η αυγή και κανένας δεν τη δέχεται στο στόμα του,
επειδή δεν υπάρχει εκεί ούτε πρωί ούτε πιθανή ελπίδα.
Κάποιες φορές, τα νομίσματα, σε σμάρια φρενιασμένα
τρυπούν και καταβροχθίζουν παιδιά εγκαταλειμμένα.

Οι πρώτοι που βγαίνουν, καταλαβαίνουν μέσα στα κόκαλά τους
πως ούτε παράδεισοι θα υπάρξουν, ούτε έρωτες φυλλορροημένοι·
ξέρουν πως πηγαίνουν στο βόρβορο των αριθμών και των νόμων,
σε άτεχνα παιχνίδια, στους άκαρπους ιδρώτες.

Το φως είναι θαμμένο κάτω από τις αλυσίδες και τους θορύβους
σε μια ξεδιάντροπη πρόκληση επιστήμης δίχως ρίζες.
Στα προάστια υπάρχουν άνθρωποι που τρικλίζουν από την αϋπνία
λες και μόλις ξεβράστηκαν από ένα ναυάγιο αίματος. 

μτφ. Κοσμάς Πολίτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου