Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

H ποίηση του Λουίς Σεπούλβεδα για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε συλλογική μετάφραση, από τις Εκδόσεις Opera




ΣΥΓΓΝΩΜΗ… ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ;

Συγγραφέας: ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ ΛΟΥΙΣ

 

Μετάφραση: Μαρία Αθανασίου, Θεώνη Κάμπρα, Αλίκη Μανωλά, Ιφιγένεια Ντούμη, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Εκδόθηκε: 14/06/2024

Σελίδες: 264

 

O Σεπούλβεδα έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ποίηση. Ξεκίνησε τη λογοτεχνική του καριέρα ως ποιητής, και ως τέτοιος παρουσιαζόταν δημόσια. Αν και πολύ σύντομα θ’ άρχιζε να εναλλάσσει αυτή τη δραστηριότητα με την πεζογραφία, η ποίηση ήταν παρούσα στο συγγραφικό του έργο για μια πολύ μεγάλη περίοδο της ζωής του.

 

Ο παππούς μου είχε φωνή ιτιάς
και πολύ λευκά κι αραιά γένια
σαν τα βουνά τον Σεπτέμβριο.
Με τον παλιό του μεγεθυντικό φακό
διάβασα το χέρι του κόσμου.

 

*     *     *

 

«Με αυτόν τον τρόπο τολμώ να εισβάλω στον οίκο της ποίησης, ένα λογοτεχνικό είδος παραπάνω από σημαντικό για το οποίο νιώθω βαθύτατο σεβασμό, διότι η ποίηση και οι Ποιητές αποτελούν το μεδούλι της λογοτεχνίας. Αυτά τα ποιήματα επιλέχθηκαν στην τύχη και αντλήθηκαν από διάφορους σκονισμένους φακέλους στους οποίους αναπαύεται ένα όνειρο που μου φαίνεται δίκαιο. Δεν ακολουθούν κάποια χρονολογική σειρά. Εντέλει, σε αυτά τα ποιήματα γυμνώνεται από πανοπλίες και ενδύματα ένα πολύ κρυφό κομμάτι του εαυτού μου. Οπότε, ήρθε η ώρα: έπρεπε κάποτε να γίνω ο επιδειξίας που ανοίγει την καμπαρντίνα του μπροστά στις πύλες του μοναστηριού.»

 

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

Oι ξαδέλφες, της Αουρόρα Βεντουρίνι σύντομα από τις Εκδόσεις Carnívora σε συλλογική μετάφραση


Aurora Venturini (La Plata, 20 de diciembre de 1921 - Buenos Aires, 24 de noviembre de 2015) fue una escritora, docente y traductora argentina. Esposa del historiador Fermín Chávez, amiga de la dirigente política Eva Perón y de los intelectuales franceses Jean-Paul Sartre, Simone de Beauvoir y Albert Camus, escribió más de treinta libros, además de haber traducido trabajos críticos de poetas como Isidore Ducasse, François Villon y Arthur Rimbaud. Su consagración como escritora sucedió a sus 85 años, después de ganar en el año 2007 el Premio Nueva Novela de Página/12 por su novela Las primas.



Αουρόρα Βεντουρίνι

 

Οι ξαδέλφες 

 

Μετάφραση: Μαρία Αθανασιάδου, Θεώνη Κάμπρα, Αλίκη Μανωλά, Ιφιγένεια Ντούμη, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος 

 

Εκδόσεις Carnívora


/././././.


Οι ξαδέλφες

 

Πρώτο μέρος

 

Ανάπηρη παιδική ηλικία

 

Η μαμά μου ήταν δασκάλα με βέργα, λευκή ποδιά και πολύ αυστηρή αλλά καλή στο μάθημα και δίδασκε σ’ ένα σχολείο μακριά από το κέντρο όπου φοιτούσαν παιδιά μεσαίας τάξης και κάτω, όχι ιδιαίτερα χαρισματικά. Ο καλύτερος ήταν ο Ρουμπέν Φιορλάντι, ο γιος του μπακάλη. Η μαμά μου έριχνε με τη βέργα στο κεφάλι αυτών που έκαναν τους έξυπνους και τους έστελνε στη γωνία με αφτιά γαϊδάρου από κόκκινο χαρτόνι. Σπάνια υποτροπίαζε κανένας κατεργάρης. Η μητέρα μου είχε την άποψη ότι άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο. Στην τρίτη τάξη τη φώναζαν η δεσποινίς της τρίτης αλλά εκείνη είχε παντρευτεί τον μπαμπά μου που την εγκατέλειψε και ποτέ του δεν επέστρεψε στο σπίτι να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις ενός πάτερ φαμίλια. Έπαιρνε πρωινές ώρες διδασκαλίας κι επέστρεφε στις δύο το μεσημέρι. Το φαγητό ήταν ήδη έτοιμο, επειδή η Ρουφίνα, η μελαχρινούλα που εκτελούσε χρέη νοικοκυράς με μεγάλη συνέπεια, ήξερε να μαγειρεύει. Εγώ είχα βαρεθεί κάθε μέρα το ίδιο φαΐ. Στο βάθος κακάριζε το κοτέτσι που μας τάιζε και στο περιβόλι φύτρωναν θαυματουργά χρυσαφένιες κολοκύθες σαν κατακρημνισμένοι από ουράνια ύψη ήλιοι καταποντισμένοι στη γη, μεγάλωναν δίπλα σε βιολέτες και καχεκτικές τριανταφυλλιές που δεν φρόντιζε κανείς, εκείνες όμως επέμεναν να δίνουν μια νότα ευωδίας σ’ αυτήν την τρισάθλια χαβούζα.

Ποτέ μου δεν παραδέχτηκα ότι έμαθα να λέω την ώρα στα καντράν των ρολογιών στα είκοσί μου. Αυτή η εξομολόγηση μου προκαλεί ντροπή και έκπληξη. Νιώθω ντροπή και έκπληξη γι’ αυτά που εσείς θα μάθετε για μένα αργότερα κι έτσι έρχονται στη μνήμη μου πολλές ερωτήσεις. Κυρίως έρχεται στη μνήμη μου η ερώτηση: τι ώρα είναι; Για να πούμε την αλήθεια, εγώ δεν ήξερα την ώρα και τα ρολόγια με κατατρόμαζαν τόσο όσο το τσούλημα της αναπηρικής καρέκλας της αδελφής μου. 

Εκείνη, πιο βλαμμένη από μένα, παρότι ήξερε να διαβάζει την ώρα στα καντράν των ρολογιών δεν ήξερε να διαβάζει βιβλία. Δεν ήμασταν συνηθισμένες, για να μην πω ότι δεν ήμασταν φυσιολογικές.

Βρουμ… βρουμ… βρουμ… μουρμούριζε η Μπετίνα, περιφέροντας τη δυστυχία της στον κηπάκο και τις πλακόστρωτες αυλές. Το βρουμ ήταν μούσκεμα από τα σάλια της σαχλής σαλιάρας. Καημένη Μπετίνα. Λάθος της φύσης. Καημένη κι εγώ, επίσης λάθος κι ακόμα περισσότερο καημένη η μητέρα μου φορτωμένη με λησμονιά και τέρατα.

Αλλά όλα περνάνε στον μάταιο τούτο κόσμο. Γι’ αυτό δεν έχει νόημα να στεναχωριέσαι υπερβολικά για τίποτα και για κανέναν.

Καμιά φορά σκέφτομαι ότι είμαστε ένα όνειρο ή ένας ζωντανός εφιάλτης μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει που ανά πάσα στιγμή θα τελειώσει, δεν θα εμφανιστεί ξανά στην οθόνη της ψυχής για να μας βασανίσει. 


 

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Οι λίμνες της Βόρειας Αμερικής // ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας – Ταράτσα

18.00 – 18.50

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2024

 

O Χοσέ Ντανιέλ Εσπέχο (Οριουέλα, 1975) γράφει με μια ειλικρίνεια σχεδόν γυμνή. Όταν διαβάζουμε βιβλία όπως το Los lagos de Norteamérica (Pre-textos, 2019), ένα είδος ανομολόγητης ντροπής εκμηδενίζει κάθε άλλο συναίσθημα: τα ποιήματα του Εσπέχο επιτίθενται χωρίς να το επιδιώκουν επειδή είναι από μόνα τους μια επίθεση του ποιητή στον εαυτό του. Γυμνά από δόλο, γεμάτα από ακριβή λόγια καταφρόνιας, παρουσιάζουν έναν άνθρωπο που ξέρει πώς να είναι ειλικρινής με τη σελίδα και ο οποίος, μέσω αυτών, φέρνει αντιμέτωπους τους αναγνώστες με κάτι ασυνήθιστο: την εύθραυστη εκείνη στιγμή κατά την οποία η σάρκα προσπαθεί να θεραπεύσει μια πληγή που τείνει να γίνει παντοτινή.

 

Ο συγγραφέας θα συνομιλήσει με τον μεταφραστή του, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, την ποιήτρια και κριτικό λογοτεχνίας Μαρία Τοπάλη και τη Βαρβάρα Ρούσσου, κριτικό λογοτεχνίας και Ε.ΔΙ.Π στην ΑΣΚΤ. 

 

* Στα ισπανικά και στα ελληνικά 

Με την υποστήριξη της Acción Cultural Española, της Ισπανικής Πρεσβείας, του Ινστιτούτου Θερβάντες της Αθήνας  και του Εκδοτικού Οίκου Librofilo & Co.








 

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

ΦΙΝΑΛΙΣΤ 4ο Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης ΛΕΑ, Ιούνιος 2024

 

16ο Φεστιβάλ ΛΕΑ





ΒΡΑΧΕΙΑ ΛΙΣΤΑ

4ο Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης ΛΕΑ

Απονομή του Βραβείου στις 18 Ιουνίου στο

Μουσείο της Ακρόπολης – Αμφιθέατρο «Δημήτρης Παντερμαλής»

 

Το 2021, το Φεστιβάλ ΛΕΑ (Λογοτεχνία Εν Αθήναις) αποφάσισε να θεσπίσει ένα ετήσιο βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης ύψους 1.000 ευρώ. Το βραβείο αυτό απονέμεται στον μεταφραστή, στη μεταφράστρια ή στη μεταφραστική ομάδα που θα έχει πραγματοποιήσει κατά το αμέσως προηγούμενο ημερολογιακό έτος, σύμφωνα με την ημερομηνία έκδοσης του έργου και καταχώρησης του στη βάση δεδομένων της ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, την καλύτερη πρώτη μετάφραση ή αναμετάφραση ενός λογοτεχνικού έργου (μυθιστορήματος, συλλογής διηγημάτων, θεατρικού κειμένου, ποιητικής συλλογής ή ανθολογίας ενός ή περισσοτέρων ποιητών) γραμμένου στα ισπανικά, στα πορτογαλικά, στα καταλανικά, στα βασκικά ή στα γαλικιανά.

Την Τρίτη 18 Ιουνίου στις 17:30 στο Μουσείο της Ακρόπολης, στο Αμφιθέατρο «Δημήτρης Παντερμαλής», η κριτική επιτροπή του IV Βραβείου Λογοτεχνικής Μετάφρασης, αποτελούμενη από τρία άτομα, θα ανακοινώσει το όνομα του νικητή. Το βραβείο θα απονεμηθεί από τη Χριστίνα Θεοδωροπούλου, τη νικήτρια του 3ου Βραβείου Λογοτεχνικής Μετάφρασης ΛΕΑ για τη μετάφραση του έργου Εξαίσιο πτώμα, της Αργεντινής συγγραφέως Αγκουστίνα Μπαστερρίκα (εκδόσεις Πατάκη).

Η Κριτική Επιτροπή για το 4ο Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης ΛΕΑ αποφάσισε ομόφωνα και κοινοποιεί τη βραχεία λίστα των υποψήφιων προς βράβευση βιβλίων λογοτεχνίας που εκδόθηκαν μέσα στο 2023 με γλώσσα πρωτοτύπου είτε τα ισπανικά (καστιλλιάνικα) είτε τα πορτογαλικά είτε τα καταλανικά και υποβλήθηκαν στην κρίση της επιτροπής προς βράβευση. Επανεκδόσεις μεταφράσεων τίθενται εκτός συναγωνισμού.

 

Φέτος η Κριτική Επιτροπή παρέλαβε συνολικά 35 βιβλία. Έχοντας αντιπαραβάλει τις μεταφράσεις με τα πρωτότυπα, με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπίστωσε τον υψηλό βαθμό ανταπόκρισης των έργων της βραχείας λίστας στα κριτήρια αξιολόγησης που είναι τα εξής:

 

1)      Η εμβάθυνση στη μοναδικότητα κάθε πρωτοτύπου από τον μεταφραστή ή τη μεταφράστρια λαμβάνοντας υπόψη συντακτικές παραμέτρους, τη λεξιλογική ακρίβεια και αυστηρότητα, τον γλωσσικό εκφραστικό πλούτο και το ύφος.

 

2)      Η επινοητικότητα, η δημιουργικότητα και η απαιτούμενη ακρίβεια και ευστοχία σε ζητήματα που αφορούν τον παραγόμενο στα ελληνικά λόγο.

 

3)      Ο βαθμός των ειδικών δυσκολιών καθώς και το «ειδικό βάρος» του κάθε έργου στη γλώσσα στην οποία εκφράζεται και στο πολιτιστικό πλαίσιο το οποίο αντανακλά.

 

Η βραχεία λίστα περιλαμβάνει τα εξής έργα κατ’ αλφαβητική σειρά μεταφραστών/μεταφραστριών:

 

Αγγελική Βασιλάκου για τη νουβέλα Ο άνεμος που σαρώνει της Αργεντινής Σέλβα Αλμάδα (εκδόσεις Κλειδάριθμος). Ένα μικρό λογοτεχνικό κομψοτέχνημα που πραγματεύεται μια σειρά περίπλοκων ζητημάτων της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένα υπαρξιακό, βραδυφλεγές, road trip, δοσμένο με καλοδουλεμένο λόγο, γεμάτο ποίηση, ένταση και μυστήριο, που τονίζει τη σύγκρουση ανάμεσα στο πνευματικό και το κοσμικό στοιχείο, το αρσενικό και το θηλυκό, τη ζωή σε διαρκή κίνηση και σε μόνιμη καθήλωση, δίχως να εγκλωβίζεται σε στερεότυπα μοτίβα. Η μεταφράστρια αποδίδει με τον δέοντα σεβασμό και με εύστοχη ευρηματικότητα το σφρίγος και την αμεσότητα του κειμένου το οποίο έχει ως φόντο τη σκληρή πραγματικότητα της αργεντίνικης υπαίθρου.

 

Άννα Βερροιοπούλου για τη συλλογή διηγημάτων Μύχιες καταστροφές της Ουρουγουανής Κριστίνα Πέρι Ρόσι (εκδόσεις Καστανιώτη). Μια διεισδυτική, απρόσμενα αφοπλιστική και καυστική βουτιά στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης. Φετίχ, ανασφάλειες και αφοπλιστικές αλήθειες περιγράφονται σε εννιά ιστορίες, τις οποίες αποδίδει με ανάλογη ευρηματικότητα και ενσυναίσθηση η μεταφράστρια. Η συγκεκριμένη έκδοση αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία καθώς συστήνει στη χώρα μας τη σημαντική συγγραφέα, που έχει τιμηθεί με το βραβείο Θερβάντες το 2021.

 

Κώστας Βραχνός για τη συλλογή δοκιμίων Ποιητική και πολιτική της αφήγησης του Αργεντινού Χούλιο Κορτάσαρ (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Μια στέρεα θεωρητική βάση και ταυτόχρονα ένα απολαυστικότατο ανάγνωσμα για όσους αγαπούν τη λογοτεχνία. Ο μεταφραστής αποδίδει με ακρίβεια και ζωντάνια τον βαθύ και παιγνιώδη λόγο του Κορτάσαρ, που ανατέμνει όχι μόνο το δικό του συγγραφικό έργο αλλά και της σύγχρονής του λογοτεχνίας. Ακολουθεί με προσήλωση και ταλέντο αυτά τα κείμενα του Κορτάσαρ, όπου «ο χωρατατζής συμβιώνει με τον οραματιστή», και δίνει στον αναγνώστη διαβατήριο εισόδου στο κορτασαριανό σύμπαν, όπου τον «αναμένει απερίγραπτη αισθητική και διανοητική τέρψη». Η εισαγωγή και οι σημειώσεις του μεταφραστή κοσμούν μια πραγματικά πολύτιμη έκδοση.

 

Κρίτων Ηλιόπουλος για τη νουβέλα Νυχτωδία της Χιλής του Χιλιανού Ρομπέρτο Μπολάνιο (εκδόσεις Άγρα). Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα του δημοφιλούς συγγραφέα παραδίδεται σε νέα μετάφραση στη γλώσσα μας. Μελανές σελίδες της ιστορίας της Χιλής απεικονίζονται σ' έναν παραληρηματικό μονόλογο ενός ιερέα και κριτικού λογοτεχνίας σε μια δεξιοτεχνική μετάφραση από έναν βαθύ γνώστη του έργου του Μπολάνιο. Ο μεταφραστής αποτυπώνει εύστοχα και απρόσκοπτα το σκοτάδι, την υφέρπουσα ειρωνεία και τη συνεχή διακειμενικότητα του κειμένου.

 

Νάννα Παπανικολάου για το μυθιστόρημα Μοντεβιδέο του Ισπανού Ενρίκε Βίλα-Μάτας (εκδόσεις Ίκαρος). Ένα πολυδαίδαλο λογοτεχνικό παιχνίδι, εγκεφαλικό και ταυτόχρονα σαγηνευτικό. Ένας συνεχής λαβύρινθος για τη γραφή και τη ζωή μέσα από την πένα του διακεκριμένου συγγραφέα, την οποία η μεταφράστρια αποδίδει με σεβασμό στη διαρκή διακειμενικότητα και το παιγνιώδες ύφος του απαιτητικού αυτού κειμένου.

 

Ευρυβιάδης Σοφός για το μυθιστόρημα Αβέβαιη δόξα του Καταλανού Ζοάν Σάλες (εκδόσεις Άγρα). Ένα ορόσημο της καταλανικής λογοτεχνίας μεταφράζεται για πρώτη φορά στη γλώσσα μας. Στην παράδοση της μεγάλης λογοτεχνίας του Ντοστογιέσφκι και του Σταντάλ, στους οποίους ο Σάλες επιστρέφει συνέχεια, η «Αβέβαιη δόξα» είναι ένα ανάγνωσμα πολυφωνικό, πολυδαίδαλο και γοητευτικό που συνδυάζει αριστοτεχνικά τρεις μορφές σε μία ιστορία: ημερολόγιο, επιστολικό μυθιστόρημα και αυτοβιογραφική αφήγηση. Ο μεταφραστής αντιμετωπίζει πολύ επιτυχημένα τις φιλοσοφικές διαστάσεις του έργου, το συνεχές διαλεκτικό παιχνίδι και το άκρως απαιτητικό ύφος του συγγραφέα σε μια έκδοση αντάξια της θεμελιώδους σημασίας του έργου.

 

Τιτίνα Σπερελάκη για το μυθιστόρημα Τα πετροχελίδονα του Βάσκου Φερνάντο Αραμπούρου (Εκδόσεις Πατάκη). Ένα μυθιστόρημα-ποταμός, που ρέει και στην ελληνική γλώσσα εξίσου καλά με την ισπανική του πρωτοτύπου. Μια συναρπαστική πινακοθήκη χαρακτήρων, όπως παρουσιάζεται στο χρονικό ενός προγραμματισμένου τέλους. Και παρότι οδεύει προς το ραντεβού του με τον θάνατο, ο αντι-ήρωας του Αραμπούρου δίνει πολλά μαθήματα ζωής.

 

Αθηνά Ψυλλιά για τη νουβέλα Ένα ποτήρι οργή του Βραζιλιάνου, λιβανέζικης καταγωγής Ραντουάν Νασσάρ (Εκδόσεις Πατάκη). Με το κείμενο που παραδίδει η μεταφράστρια ο Έλληνας αναγνώστης ξεχνά ότι πρόκειται για μετάφρασμα. Ο ασθματικός ρυθμός –το κείμενο έχει μόνο επτά τελείες, μία στο τέλος κάθε κεφαλαίου– η έμπλεα πάθους πρωτοπρόσωπη αφήγηση και η κινούμενη άμμος της οργής, που αποτελεί το έδαφος επί του οποίου οικοδομείται και κατεδαφίζεται ανά πάσα στιγμή ένας μεγάλος έρωτας, μεταφέρονται στα ελληνικά κατά τρόπον ώστε ο αναγνώστης να αισθάνεται τη νουβέλα. Όχι απλώς να τη διαβάζει.



16/06/2024: Στον Ευρυβιάδη Σοφό το 4ο Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης ΛΕΑ. Ο Ευρυβιάδης Σοφός βραβεύτηκε από το Φεστιβάλ ΛΕΑ για τη μετάφραση από τα καταλανικά του βιβλίου Αβέβαιη δόξα του ισπανού συγγραφέα Joan Sales που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το 2023.

 

Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

Miguel Delibes: El refugio Χ 2 στον Χάρτη

 

Miguel Delibes

 

El refugio

 

Vibraba la guerra en el cielo y en la tierra entonces, y en la pequeña ciudad todo el mundo se alborotaba si sonaban las sirenas o si el zumbido de los aviones se dejaba sentir muy alto, por encima de los tejados. Era la guerra y la vida humana, en aquel entonces, andaba baja de cotización y se tenía en muy poco aprecio, y tampoco preguntaba nadie, por aquel entonces, si en la ciudad había o no objetivos militares, o si era un centro industrioso o un nudo importante de comunicaciones. Esas cosas no importaban demasiado para que vinieran sobre la ciudad los aviones, y con ellos, la guerra, y con la guerra la muerte. Y las sirenas de las fábricas y las campanas de las torres se volvían locas ululando o tañendo hasta que los aviones soltaban su mortífera carga y los estampidos de las bombas borraban el rastro de las sirenas y de las campanas del ambiente y la metralla abría entonces oquedades en la uniforme arquitectura de la ciudad.

            mí, a pesar de que el Sargentón me miraba fijamente a los ojos cuando en el refugio se decían aquellas cosas atroces de los emboscados y de las madres que quitaban a sus hijos la voluntad de ir a la guerra, no me producía frío ni calor porque sólo tenía trece años y sé que a esa edad no existe ley, ni fuerza moral alguna que fuerce a uno a ir a la guerra y sé que en la guerra un muchacho de mi edad estorba más que otra cosa. Por todo ello no me importaba que el Sargentón me mirase, y me enviara su odio cuidadosamente envuelto en su mirada; ni que me refrotase por las narices que tenía un hijo en Infantería, otro enrolado en un torpedero y el más pequeño en carros de asalto; ni cuando añadía que si su marido no hubiera muerto andaría también en la guerra, porque no era lícito ni moral que unos pocos ganaran la guerra para que otros muchos se beneficiaran de ello. Yo no podía hacer nada por sus hijos y por eso me callaba; y no me daba por aludido porque yo tampoco pretendía beneficiarme de la guerra. Pero sentía un respiro cuando el Cigüeña, el guardia que vigilaba la circulación en la esquina, se acercaba a mí con sus patitas de alambre estremeciéndose de miedo y su ojo izquierdo velado por una nube y me decía, con un vago aire de infalibilidad, apuntando con un dedo al techo y ladeando la pequeña cabeza: «Ésa ha caído en la estación», o bien: «Ahora tiran las ametralladoras de la Catedral; ahí tengo yo un amigo», o bien: «Ese maldito no lleva frío; ya le han tocado». Pero quien debía llevar frío era él, porque no cesaba de tiritar desde que comenzaba la alarma hasta que terminaba.

            A veces me regocijaba ver temblar como a un azogado al Cigüeña, allí a mi lado, con las veces que él me hacía temblar a mí por jugar al fútbol en el parque, o correr en bicicleta sin matrícula o, lisa y simplemente, por llamarle a voces tío Cigüeña Patas de alambre.

      Sí, yo creo que allí entre toda aquella gente rara y con la muerte rondando la ciudad, se me acrecían los malos sentimientos y me volvía yo un poco raro también. A la misma Sargentón la odiaba cuando se irritaba con cualquiera de nosotros y la tomaba asco y luego, por otro lado, me daba mucha pena si cansada de tirar pullas y de provocar a todo el mundo se sentaba ella sola en un rincón, sobre un ataúd de tercera, y pensaba en los suyos y en las penalidades y sufrimientos de los suyos. Y lo hacía en seco, sin llorar. Si hubiera llorado, yo hubiera vuelto a tomarla asco y a odiarla. Por eso digo que todo el mundo se volvía un poco raro y contradictorio en aquel agujero.

            En contra de lo que ocurría a muchos, que  consideraban  nuestra situación como un mal présagio, a mí no me importaba que el sótano estuviera lleno de ataúdes y no pudiera uno dar un paso sin toparse de bruces con ellos. Eran filas interminables de ataúdes, unos blancos, otros negros y otros de color caoba  reluciente. A mí, la verdad, me era lo mismo estar  entre ataúdes que entre canastillas de recién nacido. Tan insustituibles me parecían unos como otras y me desconcertaba por eso la criada del principal que durante toda la alarma no cesaba de llorar y de gritar que por favor la quitasen “aquellas cosas de encima”, como si aquello fuese tan fácil y  ella no abonase a Ultratumba, S.A., una módica prima anual para tener asegurado su ataúd el día que la diñase.

            En cambio a don Serafín, el empresario de Pompas Fúnebres, le complacía que viésemos de cerca el género y que la vecindad de los aviones nos animase a pensar en la muerte y sobre la conveniencia de conservar incorruptos nuestros restos durante una temporada. Lo único que le mortificaba era la posibilidad de que los ataúdes sufrieran deterioro con las aglomeraciones y con los nervios. Decía:

            ―Don Matías, no le importará tener los pies quietecitos, ¿no es cierto? Es un barniz muy delicado este.

            O bien:

            ―La misma seguridad tienen ustedes aquí que allá. ¿Quieren correrse un poquito?

            También bajaba al refugio un catedrático de la Universidad, de lacios bigotes blancos y ojos adormecidos, que, con la guerra, andaba siempre de vacaciones. Solía sentarse sobre un féretro de caoba con herrajes de oro, y le decía a don Serafín, no sé si por broma:

            ―Éste es el mío, no lo olvides. Lo tengo pedido desde hace meses, y tú te has comprometido a reservármelo.

            Y daba golpecitos con un dedo, y como con cierta ansiedad, en la cubierta de la caja, y la ancha cara de don Serafín se abría en una oscura sonrisa.

            Es caro advertía y el catedrático de la Universidad decía:

            No importa; lo caro, a la larga, es barato.

            Y la criada del principal hacía unos gestos patéticos y les rogaba, con lágrimas en los ojos, pero sin abrirlos, que no hablasen de aquellas cosas horribles, porque Dios les iba a castigar.

            Y la ametralladora de San Vicente, que era la más próxima, hacía de cuando en cuando: «Ta-ca-tá, ta-ca-tá, ta-ca-tá». Y el tableteo cercano dejaba a todos en suspenso, porque barruntaban que era un duelo a muerte el que se libraba fuera y que era posible que cualquiera de los contrincantes tuviera necesidad de utilizar el género de don Serafín al final.

            Las calles permanecían desiertas durante los bombardeos, y las ametralladoras, montadas en las torres y azoteas más altas de la ciudad, disparaban un poco a tontas y a locas y los tres cañones que el Regimiento de Artillería había empotrado en unos profundos hoyos, en las afueras, vomitaban fuego también, pero habían de esperar a que los aviones rondasen su radio de acción, porque carecían casi totalmente de movilidad, aunque muchas veces disparaban sin ver a los aviones con la vaga esperanza de ahuyentarlos. Y había un vecino en mi casa, en el tercero, que era muy hábil cazador, y los primeros días hacía fuego también desde las ventanas, con su escopeta de dos cañones. Luego, aquello pasó de la fase de improvisación, y a los soldados espontáneos, como mi vecino, no les dejaban tirar. Y él se consumía en la pasividad del refugio, porque entendía que los que manejaban las armas antiaéreas eran unos ignorantes y los aviones podían cometer sus desaguisados sin riesgos de ninguna clase.

            En alguna ocasión bajaba también al refugio don Ladis, que tenía una tienda de ultramarinos, en la calle de Espería, afluente de la nuestra, y no hacía más que escupir y mascullar palabrotas. Tenía unas anacrónicas barbitas de chivo, y  a mi madre le gustaba poco por las barbas, porque decía que en un establecimiento de comestibles las barbas hacen sucio. A don Ladis le llevaban los demonios de ver a su dependiente amartelado en un rincón con una joven que cuidaba a una anciana del segundo. El dependiente decía en guasa que la chica era su refugio, y si hablaban lo hacían en cuchicheos, y cuando sonaba un estampido próximo, la muchacha se tapaba el rostro con las manos y el dependiente le pasaba el brazo por los hombros en ademán protector.

            Un día, el Sargentón se encaró con don Ladis y le dijo:    

            La culpa es de ustedes, los que tienen negocios. La ciudad debería tener ya un avión para su defensa. Pero no lo tiene porque usted y los judíos como usted se obstinan en seguir amarrados a su dinero.

            Y era verdad que la ciudad tenía abierta una suscripción entre el vecindario para adquirir un avión para su defensa. Y todos sabíamos, porque el diario publicaba las listas de donantes, que don Ladis había entregado quinientas pesetas para este fin. Por eso nos interesó lo que diría don Ladis al Sargentón. Y lo que le dijo fue:

            ¿Nadie le ha dicho que es usted una enredadora y una asquerosa, doña Constantina?

            Todo esto era también una rareza. Dicen que el peligro crea un vínculo de solidaridad. Allí, en el refugio, nos llevábamos todos como el perro y el gato. Yo creo que el miedo engendra otros muchos efectos además del de la solidaridad.

            Me acuerdo bien del día en que el Sargentón le dijo a don Serafín, el empresario de Pompas Fúnebres, que él veía con buenos ojos la guerra porque hacía prosperar su negocio. Precisamente aquel día habían almacenado en el sótano unas cajitas para restos, muy remataditas y pulcras, idénticas a la que don Serafín prometió a mi hermanita Cristeta, años antes, si era buena, para que jugase a los entierros con los muñecos. A mi hermana Cristeta y a mí nos tenía embelesados aquella cajita tan barnizada del escaparate que era igual que las grandes, solo que en pequeño. Por eso don Serafín se la prometió a mi hermanita si era buena. Pero Cristeta se esmeró en ser buena una semana y don Serafín no volvió a acordarse de su promesa. Tal vez por eso aquella mañana no me importó que el Sargentón dijese a don Serafín aquella cosa tremenda de que no veía con malos ojos la guerra porque ella hacía prosperar su negocio.

            Don Serafín dijo:

            ¡Por amor de Dios, no sea usted insensata, doña Constantina! Mi negocio es de los que no pasan de moda.

            Y don Ladis, el ultramarinero, se echó a reír. Creo que don Ladis aborrecía a don Serafín, por la sencilla razón de que los muertos no necesitan ultramarinos. Don Serafín se encaró con él:

            Cree el ladrón que todos son de su condición dijo.

Don Ladis le tiró una puñada, y el catedrático de la Universidad se interpuso. Hubo de intervenir el Cigüeña, que era la autoridad, porque don Serafín exigía que encerrase al Sargentón y don Ladis, a su vez, que encerrase a don Serafín. En el corro solo se oía hablar de la cárcel, y entonces el dependiente de don Ladis pasó el brazo por los hombros de la muchachita del segundo, a pesar de que no había sonado ninguna explosión próxima, ni la chica, en apariencia, se sintiese atemorizada.

            De repente, la sirvienta del principal se quedó quieta, escuchando unos momentos. Luego se secó, apresuradamente, dos lágrimas con la punta de su delantal, y chilló:

            ―¡Ha terminado la alarma! ¡Ha terminado la alarma!

Y se reía como una tonta. En el corro se hizo un silencio y todos se miraron entre sí, como si acabaran de reconocerse. Luego fueron saliendo del refugio uno a uno.

            Yo iba detrás de don Serafín, y le dije:

            ¿Recuerda usted la cajita que prometió a mi hermana Cristeta si se comportaba bien?

            Él volvió la cabeza y se echó a reír. Dijo:

            Pobre Cristeta; ¡qué bonita era!

            Fuera brillaba el sol con tanta fuerza que lastimaba los ojos.

 

Del libro Viejas historias de Castilla la Vieja (1964)



Πρώτη [αλφαβητικά] εκδοχή στα ελληνικά

 

Μιγκέλ Ντελίμπες

 

Το καταφύγιο

 

Σειόταν ο πόλεμος στον ουρανό και τη γη εκείνα τα χρόνια, και στη μικρή πόλη όλος ο κόσμος αναστατωνόταν σαν ηχούσαν οι σειρήνες ή όταν ο βόμβος των αεροπλάνων ακουγόταν πολύ δυνατά πάνω από τις στέγες. Είχαμε πόλεμο, και η ανθρώπινη ζωή εκείνη την εποχή δεν άξιζε πεντάρα και ήταν ασήμαντη, και ούτε που ρωτούσε κανείς εκείνα τα χρόνια εάν στην πόλη υπήρχαν ή όχι στρατιωτικοί στόχοι, αν ήταν βιομηχανική περιοχή ή σημαντικός κόμβος επικοινωνιών. Τέτοια πράγματα δεν είχαν και πολλή σημασία για τα αεροπλάνα που έρχονταν πάνω από την πόλη, και μαζί τους ο πόλεμος, και μαζί με τον πόλεμο ο θάνατος. Και οι σειρήνες των εργοστασίων και οι καμπάνες των καμπαναριών τρελαίνονταν και πάλλονταν και βροντούσαν, εωσότου τα αεροπλάνα ρίξουν το θανατηφόρο τους φορτίο και οι εκρήξεις από τις βόμβες σβήσουν από την ατμόσφαιρα τα ίχνη από τις σειρήνες και τις καμπάνες και οι σφαίρες των πυροβόλων ανοίξουν τότε οπές στην ομοιόμορφη αρχιτεκτονική της πόλης.

Εμένα, παρότι ο Λοχιάρας με κοιτούσε σταθερά στα μάτια όταν στο καταφύγιο έλεγαν αυτά τα τρομερά πράγματα για τους φυγόστρατους και τις μητέρες που έκοβαν στα παιδιά τους τη φόρα να πάνε στον πόλεμο, δεν μου έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστη, γιατί ήμουν μόνο δεκατριών χρονών και ξέρω ότι σε αυτή την ηλικία δεν υπάρχει νόμος, μήτε καμία ηθική δύναμη που να πιέζει κάποιον να πάει στον πόλεμο και ξέρω ότι στον πόλεμο ένας πιτσιρικάς της ηλικίας μου μάλλον εμπόδιο είναι παρά οτιδήποτε άλλο. Για όλα αυτά δεν με ενοχλούσε που ο Λοχιάρας με κοιτούσε, και μου έστελνε το μίσος του προσεκτικά τυλιγμένο στο βλέμμα του, ούτε που μου έτριβε στη μούρη ότι είχε έναν γιο στο πεζικό, άλλον που υπηρετούσε σε τορπιλάκατο και τον πιο μικρό στα άρματα μάχης, ούτε όταν προσέθετε ότι, αν δεν είχε πεθάνει, θα πήγαινε και ο σύζυγος στον πόλεμο, επειδή δεν ήταν νόμιμο ή ηθικό κάποιοι λίγοι να κερδίσουν τον πόλεμο για να επωφεληθούν κάποιοι πολλοί. Εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για τους γιους τους και γι’ αυτό σώπαινα και έκανα τον ανήξερο, επειδή ούτε εγώ είχα σκοπό να επωφεληθώ από τον πόλεμο. Έπαιρνα όμως μια ανάσα όταν ο Λέλεκας, ο φρουρός που έκοβε κίνηση στη γωνία, με πλησίαζε με τα σαν σύρμα ποδάρια του να τρέμουν από φόβο και το αριστερό του μάτι καλυμμένο με ένα σύννεφο, και μου έλεγε με έναν απροσδιόριστο αέρα αυθεντίας, δείχνοντας με το δάκτυλο το ταβάνι και ρίχνοντας στο πλάι το μικρό του κεφαλάκι: «Αυτή έπεσε στον σταθμό» ή «Τώρα ρίχνουν με τα πολυβόλα από τον Καθεδρικό. Έχω έναν φίλο εκεί» ή «Αυτός ο καταραμένος δεν θα κρυώνει πια· τον πέτυχαν». Όμως εκείνος που θα πρέπει να κρύωνε ήταν μάλλον ο ίδιος, γιατί δεν σταματούσε να τρέμει από την ώρα που άρχιζε ο συναγερμός μέχρι που τελείωνε.

Κάποιες φορές το κατευχαριστιόμουν που έβλεπα τον Λέλεκα να τρέμει σαν το ψάρι, εκεί δίπλα μου, με τις τόσες φορές που μ’ έκανε εκείνος να τρέμω επειδή έπαιζα ποδόσφαιρο στο πάρκο ή επειδή έτρεχα με ένα ποδήλατο χωρίς πινακίδα ή απλώς και μόνο επειδή τον φώναζα δυνατά θείο Λέλεκα και Συρματοπόδαρο.

Ναι, πιστεύω ότι εκεί ανάμεσα σε όλους αυτούς τους παράξενους ανθρώπους και με τον θάνατο να περικυκλώνει την πόλη, φούντωναν μέσα μου τα άσχημα συναισθήματα και γινόμουν κι εγώ λίγο παράξενος. Την ίδια τη Λοχιάρα τη μισούσα όταν εκνευριζόταν με κάποιον από εμάς και μου προκαλούσε αηδία, και μετά, από την άλλη, στεναχωριόμουν πολύ αν, κουρασμένη να πετάει καρφιά και να προκαλεί όλον τον κόσμο, καθόταν μόνη σε μια γωνιά, σ’ ένα φέρετρο τρίτης διαλογής, και σκεφτόταν τους δικούς της και τις κακουχίες και τα βάσανα των δικών της. Και το έκανε με μάτια στεγνά, δίχως κλάματα. Αν έκλαιγε, εγώ θα αηδίαζα μαζί της και θα τη μισούσα ξανά. Γι’ αυτό λέω ότι όλοι γίνονταν λίγο παράξενοι και αντιφατικοί μέσα σ’ εκείνη την τρύπα.

Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε σε πολλούς, που θεωρούσαν την κατάστασή μας κακό οιωνό, εμένα δεν μ’ ένοιαζε που το υπόγειο ήταν γεμάτο φέρετρα και δεν μπορούσε κανείς να κάνει ούτε βήμα χωρίς να πέσει πάνω τους. Υπήρχαν ατέλειωτες σειρές από φέρετρα, κάποια λευκά, άλλα μαύρα και άλλα στο χρώμα του γυαλιστερού μαονιού. Εμένα, αλήθεια, το ίδιο μου έκανε είτε βρισκόμουν ανάμεσα σε φέρετρα είτε ανάμεσα σε καλαθούνες με νεογέννητα. Τόσο αναντικατάστατα μου φαίνονταν τα μεν όσο και τα δε, και γι’ αυτό με παραξένευε που η υπηρέτρια του πρώτου, καθ’ όλη τη διάρκεια του συναγερμού, δεν σταματούσε να κλαίει και να φωνάζει να βγάλουν, παρακαλώ, «αυτά τα πράγματα από πάνω της», σαν να ήταν έτσι εύκολο και σαν να μην πλήρωνε κι η ίδια μια λογική ετήσια συνδρομή στην Επέκεινα Α.Ε., ώστε να έχει εξασφαλισμένο το φέρετρό της τη μέρα που θα τίναζε τα πέταλα.

Από την άλλη, τον δον Σεραφίν, τον ιδιοκτήτη του Γραφείου Τελετών, τον ευχαριστούσε που βλέπαμε από κοντά το εμπόρευμα και που η εγγύτητα των αεροπλάνων μάς ωθούσε να σκεφτούμε τον θάνατο και την ευκαιρία να διατηρήσουμε άφθαρτα τα λείψανά μας για ένα διάστημα. Το μόνο που τον βασάνιζε ήταν η πιθανότητα τα φέρετρα να υποστούν κάποιες φθορές με τον συνωστισμό και τα νεύρα. Έλεγε:

          «Δον Ματίας, δεν θα σας πείραζε να περιορίσετε τα πέρα δώθε, έτσι δεν είναι; Το βερνίκι αυτό είναι πολύ ευαίσθητο».

          Ή:

          «Είστε εξίσου ασφαλείς κι εδώ κι εκεί. Έχετε την καλοσύνη να πάτε λίγο πιο πέρα;»

          Στο καταφύγιο κατέβαινε και ένας καθηγητής Πανεπιστημίου, με ίσιο λευκό μουστάκι και νυσταλέα μάτια, ο οποίος, λόγω του πολέμου, βρισκόταν σε μόνιμες διακοπές. Συνήθως καθόταν πάνω σ’ ένα φέρετρο από μαόνι με χρυσά εξαρτήματα, και έλεγε στον δον Σεραφίν, μπορεί και αστειευόμενος:

          «Αυτό είναι δικό μου, μην το ξεχνάς. Το έχω ζητήσει εδώ και μήνες, και έχεις δεσμευτεί να μου το φυλάξεις».

Και χτυπούσε το κάλυμμα της κάσας μ’ ένα δάχτυλο και με κάποια αγωνία, και στο πλατύ πρόσωπο του δον Σεραφίν σχηματιζόταν ένα σκοτεινό χαμόγελο.

          «Είναι ακριβό», προειδοποιούσε, και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου έλεγε:

          «Δεν πειράζει, το ακριβό, μακροπρόθεσμα, είναι φθηνό».

          Και η υπηρέτρια του πρώτου έκανε απελπισμένες χειρονομίες και τους παρακαλούσε, με δάκρυα στα μάτια, χωρίς όμως να τ’ ανοίξει, να μην μιλάνε γι’ αυτά τα φρικτά πράγματα, γιατί ο Θεός θα τους τιμωρούσε.

          Και το πολυβόλο του Σαν Βιθέντε, που ήταν το πλησιέστερο, έκανε πότε πότε: «Τα-κα-τα, τα-κα-τα». Και το κοντινό κροτάλισμα πάγωνε τα πάντα, επειδή όλοι διαισθάνονταν ότι έξω διαδραματιζόταν μια μονομαχία μέχρι θανάτου και ότι ήταν πιθανό οποιοσδήποτε απ’ τους εμπλεκόμενους να χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει τελικά το εμπόρευμα του δον Σεραφίν.

          Οι δρόμοι έμεναν άδειοι κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, και τα πολυβόλα που είχαν τοποθετηθεί στους πύργους και τις ψηλότερες ταράτσες της πόλης, πυροβολούσαν λίγο στα τυφλά, και τα τρία κανόνια που το Σύνταγμα Πυροβολικού είχε χώσει σε βαθείς λάκκους στα περίχωρα ξερνούσαν επίσης φωτιές, αλλά έπρεπε να περιμένουν να εμφανιστούν τ’ αεροπλάνα στην ακτίνα βολής τους, καθώς η κίνησή τους ήταν πολύ περιορισμένη, παρόλο που πολλές φορές έριχναν χωρίς να δουν τ’ αεροπλάνα με την αόριστη ελπίδα να τα τρέψουν σε φυγή. Και είχα έναν γείτονα στο σπίτι μου, στον τρίτο, ο οποίος ήταν πολύ ικανός κυνηγός, και τις πρώτες μέρες πυροβολούσε κι αυτός απ’ τα παράθυρα με το δίκαννό του. Έπειτα, πέρασε η περίοδος του αυτοσχεδιασμού, και οι αυθόρμητοι στρατιώτες, όπως ο γείτονάς μου, δεν επιτρεπόταν να πυροβολούν. Κι εκείνον τον έτρωγε η παθητικότητα του καταφυγίου, επειδή καταλάβαινε ότι αυτοί που χειρίζονταν τα αντιαεροπορικά όπλα ήταν κάποιοι αδαείς και τ’ αεροπλάνα μπορούσαν να εκτελούν το καταστροφικό τους έργο χωρίς να διατρέχουν τον οποιονδήποτε κίνδυνο.

Κάποιες φορές κατέβαινε στο καταφύγιο και ο δον Λάδις, που είχε ένα παντοπωλείο στην οδό Εσπερία, λίγο πιο κάτω από τον δρόμο μας, και δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να φτύνει και να μουρμουρίζει βρωμόλογα. Είχε κάτι παλιομοδίτικα μακριά γένια στο πηγούνι και στη μαμά μου δεν άρεσε πολύ, εξαιτίας της γενειάδας, γιατί έλεγε ότι σ’ ένα κατάστημα τροφίμων τα γένια είναι βρωμιά. Τον δον Λάδις τον έπιαναν τα διαόλια του όταν έβλεπε τον ερωτοχτυπημένο παραγιό του να σαλιαρίζει σε μια γωνιά με τη νεαρή που φρόντιζε την ηλικιωμένη γυναίκα του δεύτερου ορόφου. Ο παραγιός έλεγε στ’ αστεία ότι η κοπέλα ήταν το καταφύγιό του και αν μιλούσαν το έκαναν ψιθυριστά, και όταν ακουγόταν μια κοντινή έκρηξη, το κορίτσι σκέπαζε το πρόσωπό της με τις παλάμες και ο παραγιός περνούσε τα χέρια του γύρω από τους ώμους της με προστατευτικό τρόπο.

Μια μέρα, ο Λοχιάρας επιτέθηκε στον δον Λάδις λέγοντάς του:

          «Εσείς φταίτε, εσείς που έχετε επιχειρήσεις. Η πόλη θα ’πρεπε να ’χει ήδη ένα αεροπλάνο για την άμυνά της. Αλλά δεν το έχει γιατί εσείς και οι εβραίοι σαν κι εσάς επιμένετε να γαντζώνεστε απ’ τα λεφτά σας.  

          Και ήταν αλήθεια ότι η πόλη είχε ξεκινήσει έναν έρανο στη γειτονιά για να αποκτήσει ένα αεροπλάνο για την άμυνά της. Και όλοι ξέραμε, επειδή η εφημερίδα δημοσίευε τη λίστα με τους δωρητές, ότι ο δον Λάδις είχε δώσει πεντακόσιες πεσέτες γι’ αυτόν τον σκοπό. Οπότε μας ενδιέφερε τι θα έλεγε ο δον Λάδις στον Λοχιάρα. Και αυτό που του είπε ήταν:

«Σας έχει πει κανείς ότι είστε μια ραδιούργα και μια σιχαμένη, δόνια Κονσταντίνα;»

Και όλο αυτό ήταν παράξενο. Λένε ότι ο κίνδυνος δημιουργεί δεσμούς αλληλεγγύης. Εκεί, στο καταφύγιο, ήμασταν όλοι σαν τον σκύλο με τη γάτα. Εγώ πιστεύω ότι ο φόβος προκαλεί και άλλα πολλά συναισθήματα πέραν της αλληλεγγύης.      

Θυμάμαι καλά την ημέρα που ο Λοχιάρας κατηγόρησε τον δον Σεραφίν, τον ιδιοκτήτη του Γραφείου Τελετών, ότι έβλεπε με καλό μάτι τον πόλεμο γιατί πήγαιναν καλά οι δουλειές του. Συγκεκριμένα εκείνη τη μέρα είχαν στοιβάξει στο υπόγειο κάποια κασελάκια για λείψανα, πολύ καλοφτιαγμένα και περιποιημένα, ίδια μ’ αυτό που ο δον Σεραφίν υποσχέθηκε χρόνια πριν στην αδερφούλα μου την Κριστέτα, αν ήταν καλό παιδί, για να κάνει κηδείες με τις κούκλες της. Την αδερφή μου την Κριστέτα κι εμένα μας μάγευε εκείνο το τόσο λουστραρισμένο κασελάκι στη βιτρίνα που ήταν ολόιδιο με τα μεγάλα φέρετρα, απλώς σε μικρό μέγεθος. Γι’ αυτό κι ο δον Σεραφίν το υποσχέθηκε στην αδερφούλα μου αν ήταν καλό παιδί. Όμως η Κριστέτα έβαλε τα δυνατά της να είναι καλό παιδί για μία βδομάδα και ο δον Σεραφίν πάλι δεν θυμήθηκε την υπόσχεσή του. Ίσως γι’ αυτό εκείνο το πρωί δεν μ’ ένοιαξε που ο Λοχιάρας είπε στον δον Σεραφίν εκείνο το τρομερό πράγμα, ότι δεν του κακόπεφτε ο πόλεμος αφού είχαν ανοίξει οι δουλειές του.

Ο Δον Σεραφίν είπε:

«Για τ’ όνομα του Θεού, μην παραλογίζεστε, δόνια Κονσταντίνα! Η δουλειά μου είναι απ’ αυτές που δεν περνάει η μόδα τους».

Και ο δον Λάδις, ο μπακάλης, έσκασε στα γέλια. Νομίζω ο δον Λάδις απεχθανόταν τον δον Σεραφίν, για τον απλούστατο λόγο ότι οι νεκροί δεν χρειάζονται μπακαλική. Ο δον Σεραφίν του απάντησε:

«Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα».

Ο δον Λάδις του έριξε μια γροθιά και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου μπήκε ανάμεσά τους. Αναγκάστηκε να επέμβει ο Λέλεκας, ως εξουσία, επειδή ο δον Σεραφίν απαιτούσε να συλληφθεί ο Λοχιάρας, και ο δον Λάδις με τη σειρά του να συλληφθεί ο δον Σεραφίν. Στην ομήγυρη μόνο για φυλακή γινόταν κουβέντα, και τότε ο παραγιός του δον Λάδις πέρασε το χέρι του πάνω από τους ώμους της κοπελίτσας απ’ τον δεύτερο, παρότι δεν είχε ακουστεί καμιά έκρηξη εκεί κοντά, κι ούτε η κοπέλα, προφανώς, ήταν τρομαγμένη.

Ξαφνικά, η υπηρέτρια του πρώτου σώπασε προσπαθώντας ν’ αφουγκραστεί για μερικά λεπτά. Έπειτα σκούπισε βιαστικά δυο δάκρυα με την άκρη της ποδιάς της και έβγαλε μια τσιρίδα:

«Λήξη συναγερμού! Λήξη συναγερμού!».

Και γελούσε σαν χαζή. Στην ομήγυρη επικράτησε ησυχία και όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, σαν να είχαν μόλις αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον. Έπειτα άρχισαν να βγαίνουν ένας ένας απ’ το καταφύγιο.

Εγώ πήγαινα πίσω απ’ τον δον Σεραφίν και του είπα:

«Θυμάστε το κασελάκι που είχατε υποσχεθεί στην αδερφή μου την Κριστέτα αν θα ήταν καλό παιδί;»

Εκείνος γύρισε το κεφάλι κι έβαλε τα γέλια. Είπε:

«Τη δόλια την Κριστέτα, τι καλή που ήταν!»

Έξω ο ήλιος έλαμπε τόσο δυνατά που σε πονούσαν τα μάτια.

 

 

[από το βιβλίο Viejas historias de Castilla la Vieja (1964)] 

 

 

Μετάφραση: Θεώνη Κάμπρα, Αλίκη Μανωλά, Μαρία Μελαδάκη, Ματίνα Μπίλλια, Ιφιγένεια Ντούμη



Δεύτερη [αλφαβητικά] εκδοχή στα ελληνικά

 

Μιγκέλ Ντελίμπες

 

Το καταφύγιο

 

Μαινόταν τότε ο πόλεμος σε ουρανό και γη, και στη μικρή πόλη ο κόσμος όλος ταρασσόταν όταν ηχούσαν οι σειρήνες ή όταν ο βόμβος των αεροπλάνων ακουγόταν πολύ δυνατά, πάνω από τις στέγες. Ήταν πόλεμος και η ανθρώπινη ζωή, εκείνον τον καιρό, έπεφτε σε αξία και την είχαν σε πολύ μικρή εκτίμηση, και ούτε που ρωτούσε κανείς, εκείνον τον καιρό, αν στην πόλη υπήρχαν ή όχι στρατιωτικοί στόχοι ή αν ήταν βιομηχανικό κέντρο ή σημαντικός κόμβος επικοινωνιών. Τα πράγματα αυτά δεν ήταν και τόσο σημαντικά ώστε να έρχονται τα αεροπλάνα πάνω από την πόλη, και μαζί τους ο πόλεμος και με τον πόλεμο ο θάνατος. Και οι σειρήνες των εργοστασίων και οι καμπάνες των καμπαναριών τρελαίνονταν και ούρλιαζαν και χτυπούσαν μέχρι που τα αεροπλάνα έριχναν το φονικό φορτίο τους και οι εκρήξεις των βομβών έσβηναν τα ίχνη των σειρήνων και των καμπανών από τον αέρα και τα θραύσματα άνοιγαν τότε κοιλώματα στην ομοιόμορφη αρχιτεκτονική της πόλης.

Εμένα, παρόλο που o Λοχιαράς με κοίταζε κατάματα όταν στο καταφύγιο λέγονταν εκείνα τα αποτρόπαια πράγματα για τους λιποτάκτες και τις μητέρες που στερούσαν από τα παιδιά τους τη θέληση να πάνε στον πόλεμο, δεν μου έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστη, επειδή ήμουν μόλις δεκατριών χρονών και ξέρω πως στην ηλικία αυτή δεν υπάρχει νόμος ούτε ηθική δύναμη που να αναγκάζει κάποιον να πάει στον πόλεμο και ξέρω πως στον πόλεμο ένα αγόρι της ηλικίας μου είναι περισσότερο εμπόδιο παρά οτιδήποτε άλλο. Για όλα αυτά, δεν με ένοιαζε να με κοιτάζει ο Λοχιαράς και να μου στέλνει το μίσος που είχε προσεκτικά τυλιγμένο στο βλέμμα της· ούτε να μου πετάει κατάμουτρα πως είχε έναν γιο στο Πεζικό, έναν άλλο ναυτολογημένο σε τορπιλάκατο και τον νεότερο σε άρματα εφόδου· ούτε όταν προσέθετε πως αν ο σύζυγός της δεν είχε πεθάνει, θα πήγαινε κι εκείνος στον πόλεμο, επειδή δεν είναι ούτε νόμιμο ούτε ηθικό κάποιοι λίγοι να κερδίζουν τον πόλεμο, για να επωφελούνται από αυτό άλλοι πολλοί. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για τα παιδιά της και γι’ αυτό σιωπούσα και δεν θεωρούσα πως αναφερόταν σ’ εμένα γιατί ούτε εγώ σκόπευα να επωφεληθώ από τον πόλεμο. Ένιωθα όμως μια ανακούφιση όταν ο Πελαργός, ο φρουρός που έκοβε κίνηση στη γωνία, ερχόταν προς το μέρος μου με τα συρμάτινα ποδαράκια του τρέμοντας από φόβο και με το αριστερό του μάτι θολωμένο από ένα σύννεφο και μου έλεγε, με έναν αόριστο αέρα αλάθητου, δείχνοντας με το ένα του δάχτυλο το ταβάνι και γέρνοντας το μικρό κεφάλι του: «Αυτή έπεσε στον Σταθμό» ή «Τώρα ρίχνουν τα πολυβόλα του Καθεδρικού· εκεί έχω εγώ έναν φίλο» ή «Αυτός ο δύστυχος δεν κρυώνει πια· τον έχουν πετύχει». Όμως, μάλλον εκείνος ήταν που κρύωνε, γιατί δεν έπαυε να τρέμει από την ώρα που άρχιζε o συναγερμός μέχρι την ώρα που σταματούσε.

Μερικές φορές με ευχαριστούσε να βλέπω τον Πελαργό να τρέμει σαν το φύλλο, εκεί δίπλα μου, μετά από τόσες φορές που με είχε κάνει κι εκείνος να τρέμω επειδή έπαιζα ποδόσφαιρο στο πάρκο, ή επειδή έκανα ποδήλατο χωρίς πινακίδα, ή απλώς και μόνο επειδή τον φώναζα κυρ-Πελαργό και Καλαμοκάνη.

Ναι, πιστεύω ότι εκεί, ανάμεσα σ’ όλους εκείνους τους παράξενους ανθρώπους και με τον θάνατο να περικυκλώνει την πόλη, φούντωναν τα άσχημα συναισθήματά μου και γινόμουν κι εγώ λιγάκι παράξενος. Τον Λοχιαρά δε, τη μισούσα όταν εκνευριζόταν με κάποιον από εμάς και την απεχθανόμουν και μετά, από την άλλη, τη λυπόμουν όταν, κουρασμένη να πετάει μπηχτές και να προκαλεί τους πάντες, καθόταν μόνη της σε μια γωνιά πάνω σ’ ένα φέρετρο τρίτης διαλογής και σκεφτόταν τους δικούς της και τις κακουχίες και τα βάσανα των δικών της. Και το έκανε με μάτια στεγνά, χωρίς να κλαίει. Αν έκλαιγε, εγώ πάλι θα την απεχθανόμουν και θα τη μισούσα. Γι’ αυτό λέω ότι όλος ο κόσμος είχε γίνει λίγο παράξενος και αντιφατικός σ’ εκείνη την τρύπα.

Σε αντίθεση με πολλούς άλλους, που θεωρούσαν την κατάστασή μας κακό οιωνό, εμένα δεν με ένοιαζε που το υπόγειο ήταν γεμάτο φέρετρα και δεν μπορούσες να κάνεις ένα βήμα χωρίς να πέσεις πάνω τους. Ατέλειωτες σειρές από φέρετρα, κάποια άσπρα, κάποια μαύρα και κάποια από γυαλιστερό μαόνι. Εμένα, για να πω την αλήθεια, είτε βρισκόμουν ανάμεσα σε φέρετρα είτε ανάμεσα σε καλάθια για νεογέννητα, το ίδιο μου έκανε. Τόσο αναντικατάστατα μου φαίνονταν και τα μεν και τα δε και γι’ αυτό με ξένιζε που η υπηρέτρια του πρώτου ορόφου, κατά τη διάρκεια του συναγερμού, δεν σταματούσε να κλαίει και να οδύρεται παρακαλώντας να πάρουν «εκείνα τα πράγματα από πάνω της», λες κι ήταν τόσο εύκολο αυτό και λες κι εκείνη δεν κατέβαλλε στην Επέκεινα ΑΕ ένα προσιτό ετήσιο ασφάλιστρο για να έχει εξασφαλισμένο το φέρετρό της τη μέρα που θα τα τίναζε.

Αντίθετα, του δον Σεραφίν, του ιδιοκτήτη του Γραφείου Κηδειών, του άρεσε που βλέπαμε από κοντά το εμπόρευμα και που η εγγύτητα των αεροπλάνων μάς ωθούσε να σκεφτόμαστε τον θάνατο και το πλεονέκτημα να διατηρηθούν οι σοροί μας αναλλοίωτες για λίγο διάστημα. Το μόνο που τον βασάνιζε ήταν το ενδεχόμενο να πάθουν ζημιά τα φέρετρα από τον συνωστισμό και τον εκνευρισμό. Έλεγε:

—Δον Ματίας, δεν θα σας πείραζε να κρατήσετε τα πόδια σας ακούνητα, έτσι δεν είναι; Είναι πολύ ευαίσθητο αυτό το βερνίκι.

Ή:

          —Το ίδιο ασφαλείς θα είστε όλοι, εδώ όπως κι εκεί. Θέλετε να κάνετε λίγο πιο πέρα;

          Στο καταφύγιο κατέβαινε και ένας καθηγητής πανεπιστημίου, με λευκά, ίσια μουστάκια και νυσταγμένα μάτια, που, εξαιτίας του πολέμου, βρισκόταν σε μόνιμες διακοπές. Συνήθιζε να κάθεται πάνω σε ένα φέρετρο από μαόνι με χρυσές λαβές και έλεγε στον δον Σεραφίν, μπορεί και ως αστείο:

—Αυτό είναι το δικό μου, μην το ξεχνάς. Το έχω παραγγείλει εδώ και μήνες κι εσύ έχεις υποσχεθεί να μου το κρατήσεις.

Κι έδινε μικρά χτυπήματα με το δάχτυλο στο καπάκι του φερέτρου, με μια δόση νευρικότητας που έκανε το ήδη πλατύ πρόσωπο του δον Σεραφίν να ανοίγει σ’ ένα σκοτεινό χαμόγελο.

—Είναι ακριβό, —προειδοποιούσε, και ο καθηγητής απαντούσε:

—Δεν πειράζει· το ακριβό, στο τέλος, είναι φθηνό.

          Κι η υπηρέτρια του πρώτου, κάνοντας μερικές αξιολύπητες χειρονομίες, τους παρακαλούσε, με δάκρυα στα μάτια, χωρίς όμως να τα ανοίγει, να μην μιλούν γι’ αυτά τα φρικαλέα πράγματα, γιατί ο Θεός θα τους τιμωρούσε.

Και το πολυβόλο του Σαν Βιθέντε, που ήταν το πλησιέστερο, έκανε κάθε τόσο: «Τα-κα-τά, τα-κα-τά, τα-κα-τά». Και το κοντινό κροτάλισμα άφηνε τους πάντες με κομμένη την ανάσα, γιατί διαισθάνονταν ότι ήταν μια μονομαχία μέχρι θανάτου αυτό που συνέβαινε έξω και ότι ήταν πιθανό οποιοσδήποτε από τους αντιπάλους να αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει τελικά το εμπόρευμα του δον Σεραφίν.

Κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών οι δρόμοι ερήμωναν και τα πολυβόλα που ήταν τοποθετημένα στα καμπαναριά και τις ταράτσες των ψηλότερων κτηρίων της πόλης, πυροβολούσαν, λίγο-πολύ στην τύχη, και τα τρία κανόνια, που είχε εγκαταστήσει σε βαθιά ορύγματα στα περίχωρα το σύνταγμα πυροβολικού, επίσης ξερνούσαν φωτιά, αλλά επειδή τους έλειπε, σχεδόν εντελώς, η κινητικότητα, έπρεπε να περιμένουν να πλησιάσουν τα αεροπλάνα σε ακτίνα βολής, αν και πολλές φορές έριχναν χωρίς να τα βλέπουν, με την αόριστη ελπίδα να τα απωθήσουν. Και υπήρχε ένας γείτονας στο σπίτι μου, στον τρίτο όροφο, που ήταν πολύ επιδέξιος κυνηγός και τις πρώτες μέρες πυροβολούσε και αυτός από τα παράθυρα με το δίκαννο. Στη συνέχεια, πέρασε το στάδιο του αυτοσχεδιασμού και δεν επιτρεπόταν πια στους αυτόκλητους στρατιώτες, όπως ο γείτονάς μου, να πυροβολούν. Κι εκείνος μαράζωνε στην αδράνεια του καταφυγίου, επειδή καταλάβαινε ότι όσοι χειρίζονταν τα αντιαεροπορικά όπλα ήταν άσχετοι και τα αεροπλάνα μπορούσαν σπέρνουν το χάος χωρίς να ριψοκινδυνεύουν καθόλου.

Κάποιες φορές κατέβαινε στο καταφύγιο και ο δον Λάδις, που είχε ένα μαγαζί εδώδιμων-αποικιακών στην οδό Εσπερία, πάροδο της δικής μας, και το μόνο που έκανε ήταν να φτύνει και να βρίζει μέσα από τα δόντια του. Είχε ένα παλιομοδίτικο τραγίσιο γένι και γι’ αυτό η μητέρα μου δεν τον πολυσυμπαθούσε, γιατί έλεγε πως σ’ ένα κατάστημα τροφίμων τα γένια βρωμίζουν. Τον δον Λάδις τον έπιαναν τα διαόλια του όταν έβλεπε τον υπάλληλό του να σοροπιάζει σε μια γωνιά με κάποια νεαρή που πρόσεχε μια ηλικιωμένη στον δεύτερο όροφο. Ο υπάλληλος αστειευόταν πως η κοπέλα ήταν το καταφύγιό του και όταν μιλούσαν το έκαναν ψιθυριστά και όποτε ακουγόταν κάποιος κοντινός κρότος, η κοπελιά σκέπαζε το πρόσωπό της με τα χέρια και ο υπάλληλος, με μια προστατευτική κίνηση, περνούσε το χέρι του στους ώμους της.

Μια μέρα, ο Λοχιαράς ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον δον Λάδις και του είπε:

—Δικό σας είναι το φταίξιμο, όσων έχετε επιχειρήσεις. Η πόλη έπρεπε ήδη να έχει ένα αεροπλάνο για την άμυνά της. Δεν έχει, όμως, γιατί εσείς και οι εβραίοι σαν εσάς επιμένετε να παραμένετε προσκολλημένοι στα λεφτά σας.

Και ήταν αλήθεια πως η πόλη συγκέντρωνε εισφορές από τους κατοίκους ώστε να αποκτήσει ένα αεροπλάνο για την άμυνά της. Και όλοι γνωρίζαμε, μιας και η εφημερίδα δημοσίευε τις λίστες των δωρητών, πως ο δον Λάδις είχε προσφέρει πεντακόσιες πεσέτες για τον σκοπό αυτό. Γι’ αυτό μας ενδιέφερε τι θα έλεγε ο δον Λάδις στον Λοχιαρά. Και είπε:

—Δεν σας έχει πει κανείς πως είστε ανακατώστρα και σιχαμένη, δόνια Κωνσταντίνα;

Όλα αυτά ήταν επίσης περίεργα. Λένε πως ο κίνδυνος δημιουργεί έναν δεσμό αλληλεγγύης. Εκεί, στο καταφύγιο, τα πηγαίναμε όλοι σαν τον σκύλο με τη γάτα. Εγώ πιστεύω πως ο φόβος γεννά και πολλά άλλα αποτελέσματα εκτός από αυτό της αλληλεγγύης.

Θυμάμαι καλά τη μέρα που ο Λοχιαράς είπε στον δον Σεραφίν, τον ιδιοκτήτη του Γραφείου Κηδειών, πως έβλεπε με καλό μάτι τον πόλεμο γιατί έκανε την επιχείρησή του να ευημερεί. Ακριβώς εκείνη τη μέρα είχαν αποθηκεύσει στο υπόγειο μερικές οστεοθήκες, καλοδουλεμένες και ραφινάτες, ολόιδιες με εκείνη που ο δον Σεραφίν είχε τάξει πριν χρόνια στην αδελφούλα μου την Κριστέτα, αν ήταν φρόνιμη, για να παίζει τις κηδείες με τις κούκλες της. Εμένα και της αδελφής μου της Κριστέτα μας είχε πάρει τα μυαλά εκείνη η καλοβερνικωμένη οστεοθήκη της βιτρίνας, που ήταν ίδια με τα μεγάλα φέρετρα, αλλά σε μικρό μέγεθος. Γι’ αυτό και ο δον Σεραφίν την έταξε στην αδελφούλα μου αν ήταν φρόνιμη. Όμως η Κριστέτα έβαλε τα δυνατά της να είναι φρόνιμη για μια εβδομάδα και ο δον Σεραφίν δεν ξαναθυμήθηκε την υπόσχεσή του. Ίσως γι’ αυτό εκείνο το πρωί δεν με πείραξε που ο Λοχιαράς είπε στον δον Σεραφίν εκείνο το φοβερό πράγμα ότι δεν κακόβλεπε τον πόλεμο επειδή ευνοούσε τη δουλειά του.

Ο δον Σεραφίν είπε:

—Για όνομα του Θεού, μην παραλογίζεστε, δόνια Κωνσταντίνα! Η δουλειά μου είναι από εκείνες που δεν φεύγουν απ’ τη μόδα.

Και ο δον Λάδις, o παντοπώλης, ξέσπασε σε γέλια. Νομίζω ότι ο δον Λάδις αντιπαθούσε τον δον Σεραφίν, για τον απλό λόγο ότι οι νεκροί δεν χρειάζονται εδώδιμα-αποικιακά. Ο δον Λάδις τον προκάλεσε:

—Νομίζει ότι όλοι είναι σαν τα μούτρα του, είπε.

Ο δον Λάδις του ’ριξε μια μπουνιά και ο καθηγητής πανεπιστημίου μπήκε στη μέση. Έπρεπε να παρέμβει ο Πελαργός, που ήταν η εξουσία, γιατί ο δον Σεραφίν απαιτούσε να βάλουν φυλακή τον Λοχιαρά και ο δον Λάδις, με τη σειρά του, να βάλουν φυλακή τον δον Σεραφίν. Στην ομήγυρη ακουγόταν να μιλούν μόνο για φυλακή και τότε o υπάλληλος του δον Λάδις πέρασε το χέρι του στους ώμους της κοπελιάς του δεύτερου ορόφου, παρόλο που δεν είχε ακουστεί καμιά κοντινή έκρηξη, ούτε και η μικρή φαινομενικά ένιωθε τρομαγμένη.

Ξαφνικά, η υπηρέτρια του πρώτου έμεινε ακίνητη στήνοντας αυτί για κάποια λεπτά. Ύστερα σκούπισε βιαστικά δυο δάκρυα με την άκρη της ποδιάς της και ξεφώνισε:

—Έληξε ο συναγερμός! Έληξε ο συναγερμός!

Και γελούσε σαν χαζή. Στην ομήγυρη επικράτησε σιωπή και όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους σαν μόλις να γνωρίστηκαν. Ύστερα βγήκαν σιγά σιγά από το καταφύγιο o ένας μετά τον άλλον.

Εγώ πήγαινα πίσω από τον δον Σεραφίν και του είπα:

—Θυμάστε την οστεοθήκη που υποσχεθήκατε στην αδελφή μου την Κριστέτα αν ήταν φρόνιμη;

Αυτός γύρισε το κεφάλι και ξέσπασε σε γέλια. Είπε:

—Καημένη Κριστέτα τι όμορφη που ήταν!

Έξω έλαμπε ο ήλιος με τόση ένταση που πλήγωνε τα μάτια.

 

 

[από το βιβλίο Viejas historias de Castilla la Vieja (1964)] 

 

 

Μετάφραση: Μυρσίνη Πάρσαλη, Δέσποινα Πασσαλή, Περουλής Σακελλαρίδης, Ευαγγελία Τσικαλά, Βασιλική Χρηστάκου

 

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 

Ο Μιγκέλ Ντελίμπες Σετιέν [Miguel Delibes Setién] (Βαγιαδολίδ, 1920 – Βαγιαδολίδ, 2010) ήταν ισπανός μυθιστοριογράφος και μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας της Ισπανίας. Γνωστότερα μυθιστορήματά του είναι: La sombra del ciprés es alargada, El camino, Cinco horas con Mario [Πέντε ώρες με τον Μάριο (μτφρ. Κ. Παλαιολόγος)], Las ratas, Los santos inocentes [Οι άγιοι αθώοι (μτφρ. Δ. Μάρκου) και Τα άγια νήπια (μτφρ. Κ. Παλαιολόγος)] και El hereje [Ο αιρετικός (μτφρ. Κ. Ηλιόπουλος)].

Το λογοτεχνικό έργο του, διαποτισμένο από το τοπίο και τη φύση της Καστίλης, θεωρείται από τα σημαντικότερα της μετεμφυλιακής Ισπανίας. Έλαβε, ανάμεσα σε άλλα, τα κάτωθι βραβεία: Ναδάλ (1948), Κρατικό Βραβείο Κριτικής (1953), Βραβείο Πρίγκιπας της Αστούριας (1982), Εθνικό Βραβείο Ισπανικών Γραμμάτων (1991) και Θερβάντες (1993).

 

 

 

Η μετάφραση του διηγήματος του Μιγκέλ Ντελίμπες έγινε σε δύο ανεξάρτητες ομάδες, υπό τον συντονισμό και τη μεταφραστική επιμέλεια του καθηγητή του ΑΠΘ και μεταφραστή Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στο πλαίσιο εργαστηρίου συλλογικής μετάφρασης του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Επιμόρφωσης «Ελληνοϊσπανικές Σπουδές, Ιστορία, Λογοτεχνία, Μετάφραση [ΕΛΙΣ]» του Κέντρου Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης του  Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Συμμετείχαν οι: Θεώνη Κάμπρα, Αλίκη Μανωλά, Μαρία Μελαδάκη, Ματίνα Μπίλλια, Ιφιγένεια Ντούμη, Μυρσίνη Πάρσαλη, Δέσποινα Πασσαλή, Περουλής Σακελλαρίδης, Ευαγγελία Τσικαλά, Βασιλική Χρηστάκου.


Πρώτη δημοσίευση: https://www.hartismag.gr/hartis-66/metafrash/to-katafyghio