Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

Romance apasionado, de Konstantinos Paleologos

 

Romance apasionado


ESCENA PRIMERA

El narrador, que mueve los hilos de la trama con la habilidad de un naturalista del siglo XIX, los ha situado estratégicamente en esa azotea en el centro de la ciudad, en una tarde-noche de junio. Estratégicamente significa que él está sentado justo detrás de ella. No hay más de veinte personas, repartidas en los 60 asientos (seis filas de diez asientos con un pasillo en medio). Están esperando que empiece la presentación de un libro que ambos han leído – a ella le tomó mucho más tiempo terminarlo, él lo leyó en diagonal. El narrador ha planteado en su fértil (?) imaginación el inicio de un apasionado romance entre ellos dos, que se iniciará en el momento mismo en el que ella se girará (más, todo hay que decirlo, por irresistible curiosidad de ver a la persona que, a pesar de los tantos asientos vacíos, ha ido a sentarse justo detrás de ella) para recoger el libro que él había dejado caer con un ruido seco sobre las baldosas del suelo, todavía calientes por el implacable sol del mediodía, en un intento (exitoso como se demuestra por el resultado) de atraer su atención.

 

ESCENA SEGUNDA

El narrador, que salta de trama en trama con una voracidad insaciable (actualmente trabaja mentalmente en tres novelas y alrededor de una docena de relatos cortos), se desentiende muy rápido de esta pareja de bibliófilos y los abandona antes siquiera de que comience la presentación del libro, aunque ya le ha dado tiempo de sentarlos el uno al lado de la otra: “¿Por qué no se sienta aquí al lado, así podrá ver mejor?”, le dice ella. Ambos, sin saber el por qué, experimentan desde hace unos minutos una mayor libertad de movimientos y, lo más importante, aunque no lo comentan entre sí, han adquirido una sorprendente capacidad de replantearse las cosas. Entonces deciden, conspirando como escolares que hacen novillos, que la presentación no les interesa mucho y (por iniciativa de él) se levantan y se dirigen al ascensor. El autor de la novela que se presenta, sentado entre una periodista cultural y el traductor del libro al griego, no se siente muy halagado, por supuesto, al ver a los dos fugitivos alejándose, pero ¿desde cuándo nos importan sus sentimientos? (en cambio, sí le importan –y mucho– al narrador que acaba de concebir un apasionado romance [no lo hemos comentado, pero es obvio que el narrador es de alcance limitado en cuanto a la elección de la temática de sus historias] entre el autor y la periodista)

 

ESCENA TERCERA

Él y ella ya no son él y ella. Están tomando un vino blanco en la terraza de un bar, no lejos del sitio de la presentación, y ya se han presentado, pero, como el narrador los ha abandonado a su suerte, nosotr@s, los lectores y las lectoras de estas escenas, nunca sabremos sus nombres porque llegamos algo tarde a la calle peatonal donde él y ella toman sentados su vino. Nos dará tiempo, sin embargo, de ver que ahora sus asientos están un poco más cerca que antes, en el lugar de la presentación, y que, en algún momento, él, que se bebe el vino más lentamente, toma la copa vacía de ella y le deja delante la suya. Viendo que la conversación entre ambos ha empezado a tomar un tono más íntimo, nosotr@s, los lectores y las lectoras, que de ninguna manera queremos adoptar el papel intervencionista y manipulador del narrador, nos disponemos a marchar, cuando de repente vemos a la pareja (uy, hemos empezado a insertar palabras emocionalmente cargadas en nuestro discurso) levantarse, pagar (ella) y marcharse (él le pasa fugazmente el brazo por la cintura, de una manera que insinúa que la situación evoluciona a un ritmo bastante veloz).

 

ESCENA CUARTA

No conseguimos evitarlo, después de todo, la estación de metro estaba en la misma dirección: bajamos con ellos por la calle peatonal, en dirección a la plaza del Ayuntamiento. Iban un poco más adelante. A veces se tocaban, ligeramente. Pero estos toques no eran el indicio más importante de una cercanía cada vez mayor entre ellos. Las miradas, las miradas sonrientes que intercambiaban eran un testimonio mucho más elocuente de un romance apasionado (al parecer, en nuestro interior se esconde un narrador naturalista) que estaba naciendo. Justo antes de llegar a la plaza, se detuvieron frente a un hotel enorme y descolorido. Se acercaron cara a cara por un momento y luego ella se dirigió hacia la entrada giratoria. “Volveré pronto, ¿sabes?” le dijo antes de dejarse absorber por sus alas de cristal. “No me amenaces”, respondió él sonriendo de un modo que decía no tardes en hacerlo.

Κυριακή 6 Ιουλίου 2025

Μια συζήτηση του Θανάση Μήνα με τον μεξικανό συγγραφέα Emiliano Monge με αφορμή το μυθιστόρημα Ρημαγμένοι τόποι

 

Εμιλιάνο Μόνχε: O αιματοβαμμένος μεσημβρινός της μετανάστευσης

Η Εποχή, 8 Ιούνη 2025

 

Θανάσης Μήνας


Συνέντευξη με τον Μεξικανό συγγραφέα, Εμιλιάνο Μόνχε, με αφορμή το βιβλίο του Ρημαγμένοι τόποι, μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδόσεις Carnίvora, 2025

 

Μια συζήτηση με τον Μεξικανό συγγραφέα Εμιλιάνο Μόνχεγια το βιβλίο του «Ρημαγμένοι τόποι». Ο συγγραφέας θα συμμετάσχει στο 17ο Φεστιβάλ ΛΕΑ που θα πραγματοποιηθεί από τις 10 ως 22 Ιουνίου στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, καθώς και στην Κύπρο. 

Στο βάθος της νύχτας και της ζούγκλας, στις απέραντες χέρσες εκτάσεις των συνόρων του Μεξικού, σε τόπους ρημαγμένους από τη διαφθορά και την απόγνωση, οι άνθρωποι μετατρέπονται σε εμπορεύματα, η βία είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνουν τα πάντα.

Οι Ρημαγμένοι τόποι (βραβείο Premio Iberoamericano de Novela Elena Poniatowska, 2016) είναι ένα σκληρό νουάρ μυθιστόρημα με θέμα τη μετανάστευση των απελπισμένων και τα παράνομα δίκτυα που τους εκμεταλλεύονται στις δύο πλευρές των συνόρων. Ο Εμιλιάνο Μόνχε [Emiliano Monge] αφηγείται την ιστορία ενός απρόσμενου έρωτα δύο Μεξικανών, του Επιτάφιου και της Επιτύμβιας, ενός σκληρού και ηθικά χρεοκοπημένου ζευγαριού στη ζωή και στο έγκλημα. Αρχηγοί συμμορίας διακινητών, καθοδηγούν ένα δίκτυο κακοποιών∙  συλλαμβάνουν, μεταφέρουν, υποδουλώνουν και πουλούν αβοήθητους μετανάστες που θέλουν να περάσουν από το νότιο Μεξικό στο έδαφος των ΗΠΑ. Μεταφέροντας μια ομάδα μεταναστών, χωρίζονται ο ένας από τον άλλο στην περιοχή γύρω από ένα στρατιωτικό σημείο ελέγχου. Καθώς το ζευγάρι αγωνίζεται να επανενωθεί, ανταγωνιστικοί λαθρέμποροι προσπαθούν να κλέψουν το φορτίο τους και να σκοτώσουν τους εραστές (βλ. και «Η εποχή», 6/4/2025).

Όμως και οι ίδιοι οι εραστές συμπεριφέρονται τραγικά ανταγωνιστικά μεταξύ τους, σχεδόν φαταλιστικά. Παρόμοια με το ταξίδι του Δάντη στην αναζήτηση της αγαπημένης του Βερενίκης στην Κόλαση που περιγράφεται στη Θεία Κωμωδία, το ταξίδι προς την επανένωση του Επιτάφιου και της Επιτύμβιας είναι μια κάθοδος στην Κόλαση των Συνόρων, σ’ ένα άνυδρο τοπίο όπου απαντούν μόνο κάκτοι γεμάτοι αγκάθια, γύπες και σκελετοί ανθρώπων και οχημάτων. Τα πισώπλατα μαχαιρώματα διαδέχονται το ένα το άλλο, κυριαρχεί η περιφρόνηση για την ανθρώπινη ζωή.

Η αντίστιξη ανάμεσα στη βιαιότητα των περιγραφών και την ποιητική γλώσσα του συγγραφέα είναι το στοιχείο που απογειώνει τη λογοτεχνία του Εμιλιάνο Μόνχε, ο οποίος θα έλεγε κανείς ότι γράφει παραβολές για τη σπειροειδή βία στη σύγχρονη μεξικανική κοινωνία. Εκτός από τους Ρημαγμένους Τόπους, χαρακτηριστικό είναι και το παλαιότερο μυθιστόρημά του «El cielo árido» («Άνυδρος ουρανός», 2012), με ήρωα έναν Γερμανό campesino που παλεύει για να επιβιώσει σε μια επικίνδυνη, αγροτική περιοχή, το οποίο ορισμένοι κριτικοί αντιπαρέβαλαν με τα βιβλία του Χουάν Ρούλφο και με τον Αιματοβαμμένο Μεσημβρινό του Κόρμακ ΜακΚάρθι.

Εισάγετε τους Ρημαγμένους τόπους με ένα απόσπασμα από έναν λόγο του Κικέρωνα, ενώ η Θεία Κωμωδία του Δάντη κατέχει κεντρική θέση στο βιβλίο. Θα θέλατε να μας μιλήσετε περισσότερο γι’ αυτή τη σχέση;

Η ερώτησή σας με έκανε να επιστρέψω στον ρητορικό λόγο του Κικέρωνα, τον οποίο δεν είχα σκεφτεί εδώ και πολύ καιρό. Αυτές οι λέξεις είναι σαν να φωτίζουν για μένα το μυθιστόρημα όπως θα ήθελα να φωτίσουν τον αναγνώστη: υπάρχει ένα τεράστιο ποσοστό ανδρών και γυναικών που φαίνεται σαν να μην αξίζουν τίποτα, που δεν καν έχουν το δικαίωμα να αφήσουν ούτε τη μαρτυρία της ζωής τους στη γη. Για αυτούς τους άνδρες και τις γυναίκες, που ούτε οι θεοί δεν τους ακούνε, μιλάει ο Κικέρων, και μιλάει για τους Ρημαγμένους τόπους.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον Δάντη και τη Θεία Κωμωδία, αν και στην πραγματικότητα είναι σχεδόν αποκλειστικά διάλογος με το πρώτο μέρος του δεύτερου βιβλίου του έργου, δηλαδή με την Κόλαση, από την οποία έχω πάρει τα θραύσματα που κατά καιρούς γλιστρούν στο μυθιστόρημά μου. Όταν ένας μετανάστης προσπαθεί να διασχίσει το Μεξικό, όταν εγκαταλείπει τη χώρα καταγωγής του, ξεκινά ένα ταξίδι που μοιάζει πολύ με μια κάθοδο στην κόλαση, όπου χάνει όλα όσα τον έκαναν αυτό που ήταν: την εθνικότητα, το όνομά του, τη γλώσσα του, και γίνεται αυτό που ονόμασε η Χάνα Άρεντ υποκείμενο χωρίς δικαίωμα να έχει δικαιώματα.

Άρα, υπάρχει μια θέση στην Κόλαση του Δάντη  για κάποιους σύγχρονους πολιτικούς που ευθύνονται για τα εγκλήματα και τις τραγωδίες που διαπράττονται εις βάρος των μεταναστών και των προσφύγων σε όλο τον κόσμο (και στην Ελλάδα, η δεξιά κυβέρνηση εφαρμόζει πολιτικές βίαιης απώθησης των ανήμπορών προσφύγων πολέμου από τη Συρία, το Αφγανιστάν κ.λπ.);

Η θέση που θα έπρεπε να καταλαμβάνουν οι υπεύθυνοι για τις περισσότερες από τις ανθρωπιστικές κρίσεις στις διάφορες σφαίρες του πλανήτη είναι το κελί μιας φυλακής. Δεν υπάρχει ούτε ένα σύνορο μεταξύ του πρώτου και του τρίτου κόσμου όπου δεν εκτυλίσσεται τραγωδία. Ωστόσο, δεν ευθύνονται μόνο οι δεξιοί πολιτικοί, ή γενικά οι πολιτικοί, αλλά και οι κοινωνίες που τους ψηφίζουν. Η ρητορική μίσους δημιουργείται από τα χειρότερα τμήματα των κοινωνιών μας, αλλά όσοι από εμάς ανεχόμαστε τη συνύπαρξη με αυτόν τον λόγο, είμαστε επίσης ένοχοι. Επιτρέψαμε ο χώρος για τη συνάντηση με τους άλλους να γίνει χώρος φόβου και οργής, αντί να είναι χώρος αναγνώρισης.

Έχετε κάνει έρευνα στα σύνορα Μεξικού-ΗΠΑ προσπαθώντας να παρακολουθήσετε τα ίχνη των μεταναστών; Ποια είναι τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που ανακαλύψατε;  Η δουλειά σας σε αυτό το μυθιστόρημα άλλαξε τις απόψεις σας για τη μετανάστευση ή την πολιτική στα σύνορα;

Η δουλειά που έκανα πριν από τη συγγραφή των Ρημαγμένων Τόπων ήταν κυρίως στα νότια σύνορα της χώρας μου, στα σύνορα που χωρίζουν το Μεξικό από την Κεντρική Αμερική, όπου βρίσκεται η χειρότερη μεταναστευτική κρίση. Οι μεξικανικές αρχές έχουν υποκύψει στις επιθυμίες των αρχών των ΗΠΑ, οι οποίες προτιμούν ολόκληρη η χώρα να είναι ένα Τείχος, ένα χαντάκι, μια χώρα που σταματά τους μετανάστες που επιδιώκουν να φτάσουν στις ΗΠΑ. Και, δυστυχώς, το Μεξικό κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να κάνει αυτό που του είπαν: εκατοντάδες μετανάστες από τον παγκόσμιο νότο δολοφονούνται και εξαφανίζονται στο Μεξικό καθημερινά. για χρόνια, ήταν ως επί το πλείστον Κεντροαμερικανοί, αλλά τα τελευταία πέντε τουλάχιστον χρόνια, οι Αντιλλέζοι, οι Αφρικανοί και οι Βενεζουελάνοι έχουν επίσης αυξηθεί. Είναι σημαντικό να το κατανοήσουμε αυτό: τα σύνορα έχουν γίνει απλές κυνηγετικές παγίδες για την ανθρώπινη ζωή, τείχη προστασίας για ένα φαινόμενο που, στην τρέχουσα στιγμή του υπερκαπιταλισμού, έχει μεταμορφώσει την ίδια την ιδέα της μετανάστευσης: δεν βλέπουμε πλέον μέλη μιας κοινότητας να επιδιώκουν να μετεγκατασταθούν για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην μιας οικογένειας. Βλέπουμε τη μετεγκατάσταση οικογενειών, ολόκληρων κοινοτήτων, που επιδιώκουν να διασφαλίσουν την ύπαρξη των συλλογικοτήτων τους. Αυτή είναι η εποχή των απελπισμένων διασπορών, παρά των μεταναστεύσεων.

Η εμπορία ανθρώπων είναι μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της εποχής μας. Άνθρωποι τους οποίους εκμεταλλεύονται ανηλεώς σε όλο τον κόσμο. Στην κατάσταση μεταξύ ΗΠΑ και Μεξικού, σχετίζεται και με τα διαβόητα καρτέλ και τους βαρόνους ναρκωτικών που ελέγχουν και τις δύο πλευρές των συνόρων;

Φυσικά, έτσι είναι. Και έχει να κάνει με αυτό που έλεγα πριν: σε έναν κόσμο όπου τα σύνορα είναι κυνηγετικές παγίδες, η επικράτεια είναι γεμάτη με παγιδευτές, κυνηγούς. Και ο νόμος είναι τόσο παραμελημένος, αφού καμία χώρα δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για την προστασία των μεταναστών (ούτε η χώρα από την οποία ήρθαν, ούτε η χώρα από την οποία περνούν, ούτε η χώρα στην οποία κατευθύνονται), που το μόνο που υπάρχει είναι ο νόμος της βίας και οι νόμοι της αγοράς. Τα σώματα ως κρέας για να γίνεται κατάχρηση και να παράγεται κέρδος. Μια γιγαντιαία επιχείρηση όπου εμπλέκονται πράγματι τα καρτέλ ναρκωτικών, αλλά και στην οποία συμμετέχουν και πολιτικοί όλων των κομμάτων, η αστυνομία, ο στρατός και οι ιδιωτικές εταιρείες: η ύπαιθρος όλων των χωρών διέλευσης, για παράδειγμα, είναι γεμάτη από στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας∙ όχι μόνο φυτείες ναρκωτικών, αλλά και αγροκτήματα που δίνουν ασήμαντα μεροκάματα και εκμεταλλεύονται μετανάστες με απάνθρωπους τρόπους για να φυτέψουν πορτοκάλια.

Πώς αποφασίσατε να εστιάσετε στους λαθρέμπορους και τα κογιότ; Γιατί δεν επιλέξατε τους μετανάστες, τους εξαφανισμένους, las personas desaparecidas;

Η λογοτεχνία είναι πολλά πράγματα. Για παράδειγμα, είναι και θα είναι πάντα ένα όχημα που διευκολύνει το ταξίδι, βάζοντας τον εαυτό του συγγραφέα στη θέση του άλλου και προσπαθεί να τον καταλάβει. Αφορά την ικανότητα της λογοτεχνίας να δημιουργεί ενσυναίσθηση. Το θέμα, ωστόσο, είναι ότι η ενσυναίσθηση με το θύμα είναι το πιο απλό πράγμα που υπάρχει. Αυτό που πραγματικά γίνεται πολύπλοκο, αυτό που απαιτεί τεράστια προσπάθεια και ριζική διάσπαση από εμάς, είναι η συμπόνια με τον δράστη. Και μόνο προσπαθώντας να κατανοήσουμε και τις δύο πλευρές της εξίσωσης μπορούμε να ελπίζουμε να κατανοήσουμε τους κύκλους βίας και να τους διαλύσουμε. Ειδικά σε πραγματικότητες όπως αυτή της χώρας μου, όπου αυτό που διαχωρίζει ένα θύμα από έναν δράστη, αυτό που κάνει τις ιστορίες τους ξεχωριστές, είναι συχνά μια απλή σύμπτωση, ένα ασήμαντο γεγονός, μια στιγμή.

Παρά τη βία και τη βαρβαρότητα στην οποία επιδίδονται ο Επιτάφιος και η Επιτύμβια, στην καρδιά του μυθιστορήματος υπάρχει μια καθαρή ιστορία αγάπης. Αυτοί οι δύο χαρακτήρες κυριολεκτικά αγαπούν τον εαυτό τους μέχρι θανάτου, έτσι δεν είναι;

Πράγματι. Οι Ρημαγμένοι τόποι είναι επίσης μια ιστορία αγάπης, η ιστορία αγάπης της Εστέλα (Επιτύμβια) και του Επιτάφιου. Για όλους τους λόγους που προανέφερα, αλλά και γιατί δεν μπορώ να ανεχτώ το είδος της λογοτεχνίας που έχει γίνει τόσο της μόδας και αντιλαμβάνεται τα πάντα μόνο σε άσπρο-μαύρο, μόνο με όρους μανιχαϊσμού, μ’ εκείνη την ανοησία ότι οι καλοί είναι πάντα (και μόνο) πολύ καλοί και οι κακοί είναι πάντα (και μόνο) πολύ κακοί. Η Εστέλα και ο Επιτάφιο, όπως και τόσοι άλλοι άνθρωποι σε παρόμοιες καταστάσεις, είναι ικανοί για φρίκη, αλλά και για τρυφερότητα. Η κατανόηση αυτού του πράγματος, η προσπάθεια να βρούμε μια εξήγηση για αυτό, είναι το μόνο που μπορεί να μας επιτρέψει να πλησιάσουμε την εσωτερική μας φλόγα.

Υπάρχει κάτι, ας πούμε, συμβολικό στους χαρακτήρες των δύο άγριων αγοριών, των επονομαζόμενων Παιδιών της Ζούγκλας. Τι αντιπροσωπεύουν στο μυθιστόρημα;

Με τα Παιδιά της Ζούγκλας (όπως και με τον χαρακτήρα του Τύμβου) προσπαθώ να δείξω ακριβώς αυτή την αντίφαση για την οποία μίλησα προηγουμένως: κάτι σαν τα παρασκήνια αυτού του χώρου όπου η σκληρότητα και η τρυφερότητα αγγίζονται και αναμειγνύονται συνεχώς. Στη μεταξύ τους σχέση (όπως συμβαίνει με τις αποφάσεις που πρέπει να πάρει ο Τύμβος), αποτυπώνονται εκείνες τις στιγμές για τις οποίες μιλούσα και πριν, κατά τις οποίες η τύχη ή μια στιγμή σπρώχνει ένα ον προς την πλευρά του θύτη ή του θύματος.

Διαβάζοντας τους Ρημαγμένους τόπους αισθανόμουν σαν να διαβάζω ένα μεταμοντέρνο γουέστερν-των-συνόρων. Είστε λάτρης του είδους, και αναφέρομαι και στον κινηματογράφο;

Είμαι λάτρης πολλών πραγμάτων, ειδικά πολλών ειδών λογοτεχνίας όπως αυτό που αναφέρατε, καθώς και του κινηματογράφου. Αλλά νομίζω ότι, σε αυτήν την περίπτωση, αυτό που νιώθεις όταν διαβάζεις τους Ρημαγμένους τόπους, έχει να κάνει ακόμη περισσότερο με το γεγονός ότι το πρώτο προσχέδιο του βιβλίου —εννοώ, την πρώτη φορά που κάθισα να το γράψω— αυτό που έγραψα ήταν θεατρικό. Εννοώ ότι, για ένα διάστημα, σκέφτηκα αυτό το μυθιστόρημα ως θεατρικό έργο. Και το φανταζόμουν πάντα σε κίνηση, με δύο πράξεις: τις καμπίνες των φορτηγών και τα τελάρα πίσω τους: τον χώρο των απαγωγέων και αυτόν των θυμάτων. Και όλα αυτά είναι πάντα σε κίνηση, διασχίζοντας το μεξικανικό έδαφος.

Το El cielo árido (Άνυδρος ουρανός, αμετάφραστο στα ελληνικά), το μυθιστόρημά που εκδώσατε το 2012, ήταν επίσης υπέροχο. Η ιστορία ενός αγέραστου άνδρα, που είναι ικανός να ενσαρκώσει ολόκληρες εποχές, πολιτισμούς και συγκρούσεις. Συγκρίθηκε με τον Αιματοβαμμένο μεσημβρινό του Κόρμακ ΜακΚάρθι και με μυθιστορήματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο όπως το 2666. Αναγνωρίζετε αυτές τις εκλεκτικές ομοιότητες στο ύφος και την πεζογραφία; Ποια ήταν η έμπνευση πίσω από αυτό το μυθιστόρημα;

Πιστεύω ότι ένας συγγραφέας είναι πάντα σε διάλογο με εκείνα τα βιβλία που τον έχουν σημαδέψει ως αναγνώστη και με ό,τι έχει διαβάσει επίσης με αυτή την παράξενη διπλή ιδιότητα αναγνώστη-συγγραφέα. Αφορά, μου φαίνεται, τη δική του αληθινή παράδοση, στην οποία ανήκει στην πραγματικότητα, είτε θέλει είτε όχι. Γράφει κανείς με τη φαντασία του απαλλαγμένη από βάρη, αλλά με τη μνήμη του γεμάτη βάρη, είτε γνωρίζει αυτά τα βάρη είτε όχι (στην πραγματικότητα, είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αγνοεί το 99% από αυτά τα βάρη). Φυσικά, το El cielo árido εμπίπτει στην επικράτεια αυτών των δύο εξαιρετικών βιβλίων που αναφέρετε, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι αυτή η επικράτεια είναι πολύ ευρύτερη και εκτείνεται πολύ πιο πίσω στο χρόνο, για παράδειγμα, στο El luto humano  του Χοσέ Ρεβουέλτας (σημ: 1941, αμετάφραστο στα ελληνικά∙ ο συγγραφέας ήταν περίφημος επαναστάτης και φυλακίστηκε στη δεκαετία του 1930) ή στο Κάτω από το ηφαίστειο  του Μάλκολμ Λόουρι.

Η μεξικάνικη λογοτεχνία έχει παράδοση στο να συνδυάζει τη βία με την ποιητική γλώσσα. Ειδικά η λεγόμενη λογοτεχνία της επανάστασης. Σκέφτομαι μυθιστορήματα όπως τον Θάνατο του Αρτέμιο Κρους και το Τerra Nostra του Κάρλος Φουέντες, το Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο ή τα μυθιστορήματα της Έλενα Πονιατόφσκα. Έχετε εμπνευστεί από αυτή τη λογοτεχνία; Θα αναγνωρίζατε τον εαυτό σας σε αυτήν την παράδοση με έναν πιο σύγχρονο τρόπο;

Μιλώντας για τη (λογοτεχνική) επικράτεια που ανέφερα στην προηγούμενη απάντησή μου, θα έλεγα ότι ο Χουάν Ρούλφο είναι εκεί, χωρίς αμφιβολία, όπως και μερικοί από αυτούς που θαύμαζε και διάβασε ξανά και ξανά – για παράδειγμα ο Χοσέ Γουαδαλούπε ντε Άντα [José Guadalupe de Anda], αλλά και ο Γουίλιαμ Φόκνερ. Όχι τόσο η Πονιατόφσκα, που μου φαίνεται ότι βρίσκεται σε διαφορετική (λογοτεχνική) επικράτεια, όπως κι ο Φουέντες. Θα σκεφτόμουν, σε κάθε περίπτωση, την Έλενα Γκάρο [Elena Garro] και τον Φερνάντο ντελ Πάσο [Fernando del Paso]. Αυτοί οι συγγραφείς, κατά την άποψή μου, έκαναν πολύ περισσότερα με τη γλώσσα και για τη γλώσσα.

 

Ο Εμιλιάνο Μόνχε γεννήθηκε στην Πόλη του Μεξικού το 1978. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Εθνικό Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού, όπου και δίδαξε για αρκετά χρόνια. Αρθρογραφεί για διάφορα έντυπα, ενώ έχει μόνιμη στήλη στην εφημερίδα «El País». Το πολυμεταφρασμένο έργο του περιλαμβάνει τις συλλογές διηγημάτων «Arrastrar esa sombra» (2008) και «La superficie más honda» (2017), καθώς και τα μυθιστορήματα «Morirse de memoria» (2011), «El cielo árido» (2012), «Ρημαγμένοι τόποι» [«Las tierras arrasadas»] (2018), «No contar todo» (2018), «Tejer la oscuridad» (2020), «Justo antes del final» (2022) και «Los vivos» (2024).

 

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

3 ποιήματα του William González Guevara σε συλλογική μετάφραση, παρουσία του ποιητή

 

3 poemas de William González

3 ποιήματα του Γουίλιαμ Γκονσάλες

 

 

LLETRAFERIT

 

Un inmigrante haciendo su maleta
un refugiado haciendo su maleta
los turistas haciendo sus maletas
diferencias ocultas que el ojo no percibe

 

maleta en el desierto de Arizona
maleta en la frontera palestina
maleta transcurriendo por París
diferencias ocultas que el ojo no percibe

 

maleta sollozando de nostalgia
maleta sollozando de arrogancia
maleta sollozando de alegría
diferencias ocultas que el ojo no percibe.

 

[de Esta será mi venganza]

 

LLETRAFERIT

 

Ένας μετανάστης που φτιάχνει τη βαλίτσα του

ένας πρόσφυγας που φτιάχνει τη βαλίτσα του

οι τουρίστες που φτιάχνουν τις βαλίτσες τους

κρυμμένες διαφορές που το μάτι δεν τις πιάνει

 

βαλίτσα στην έρημο της Αριζόνα

βαλίτσα στα σύνορα της Παλαιστίνης

βαλίτσα που περιφέρεται στο Παρίσι

κρυμμένες διαφορές που το μάτι δεν τις πιάνει

 

βαλίτσα που κλαίει από νοσταλγία

βαλίτσα που κλαίει από αλαζονεία

βαλίτσα που κλαίει από χαρά

κρυμμένες διαφορές που το μάτι δεν τις πιάνει.

 

[από το Esta será mi venganza]

 

 

ABRIL, 2018

Nicaragua, país
de seis millones de abatidas caras.
La vil desdicha riega nuestras calles,
brotan flores nigérrimas.
La sangre se desliza por cunetas,
mezcla impura de pena

 

un universitario desplomado
agoniza, perece
como un espejo roto.

 

¡Qué grietas más calladas!

 

Matad la juventud, quitadles años.
La libertad partidla, desmembradla.
La educación rompedla, mitigadla.

 

Nicaragua, país
en el que cada día mueren versos
en la boca de quienes los recitan.

 

[de Me duele respirar]

 

ΑΠΡΙΛΗΣ, 2018

 

Νικαράγουα, χώρα

έξι εκατομμυρίων συντετριμμένων προσώπων.

Τρισάθλια δυστυχία ποτίζει τους δρόμους μας,

βλασταίνουν λουλούδια κατάμαυρα.

Το αίμα κυλάει στα χαντάκια,

ακάθαρτο μείγμα θλίψης

 

ένας φοιτητής σωριασμένος

ψυχορραγεί, πεθαίνει

σαν σπασμένος καθρέφτης.

 

Τι σιωπηλές ρωγμές!

 

Σκοτώστε τη νεολαία, πάρτε τους τα χρόνια.

Την ελευθερία τσακίστε τη, διαμελίστε τη.

Την παιδεία διαλύστε τη, σαρώστε τη.

 

Νικαράγουα, χώρα

όπου κάθε μέρα πεθαίνουν στίχοι

στο στόμα εκείνων που τους απαγγέλλουν.

 

[από το Me duele respirar]

 

 

LAS INVISIBLES

 

A las colegas de mi madre

 

Nadie se sabe vuestros nombres, nadie.

Mujeres invisibles de la esfera,

resquicios ignorados por el mundo.

Ningún científico, ningún poeta

habla de vuestra historia, ni el mejor

filósofo, ni el periodista culto

empieza el telediario mencionándoos.

Ni la experta psicóloga os dirige

un mensaje de lucha.

No hablan de vosotras en la radio,

ni en la televisión. Las invisibles,

las marginadas, las que vais limpiando

escaleras, portales, oficinas.

Todas portáis el rostro

alicaído de mi santa madre.

 

[de Inmigrantes de segunda]

 

 

ΟΙ ΑΟΡΑΤΕΣ

 

Στις συναδέλφισσες της μητέρας μου

 

Κανείς δεν ξέρει τα ονόματά σας, κανείς.

Αόρατες γυναίκες του πλανήτη,

χαραμάδες αγνοημένες από τον κόσμο.

Κανένας επιστήμονας, κανένας ποιητής

δεν μιλά για την ιστορία σας, ούτε ο καλύτερος

φιλόσοφος, ούτε ο λόγιος δημοσιογράφος

ανοίγει μ’ εσάς το δελτίο.

Ούτε η έμπειρη ψυχολόγος σάς απευθύνει

μήνυμα στήριξης.

Δεν μιλούν για σας στο ραδιόφωνο,

ούτε στην τηλεόραση. Οι αόρατες,

οι απόκληρες, αυτές που καθαρίζετε

σκάλες, εισόδους, γραφεία.

Όλες κουβαλάτε το καταβεβλημένο

πρόσωπο της άγιας μητέρας μου.

 

[από το Inmigrantes de segunda]

 

 

William González Guevara (Nicaragua, 2000) ha forjado su faceta periodística en las secciones de cultura de elDiario.es y ABC. Ha publicado Los nadies (Hiperión, 2022), Me duele respirar (Valparaíso, 2023), Inmigrantes de segunda (XXXVIII Premio de Poesía Hiperión, 2023) y Esta será mi venganza (Hiperión, 2024).

 

 

Ο Γουίλιαμ Γκονσάλες Γκεβάρα [William González Guevara] (Νικαράγουα, 2000) έχει σφυρηλατήσει τη δημοσιογραφική του πλευρά στις σελίδες πολιτισμού του elDiario.es και του ABC. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Los nadies (Hiperión, 2022), Me duele respirar (Valparaíso, 2023), Immigrantes de segunda (38o Βραβείο Ποίησης Hiperión, 2023) και Esta será mi venganza (Hiperión, 2024).

 

 

Η μετάφραση των ποιημάτων του Γουίλιαμ Γκονσάλες αποτελούν προϊόν εργαστηρίου συλλογικής μετάφρασης που συντόνισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, στις 20 Ιουνίου 2025, στο πλαίσιο του 17ου Φεστιβάλ ΛΕΑ.

 

Συμμετείχαν οι μεταφράστριες/ές:

Μαρία Αθανασιάδου, Πάνος Γεράκης, Δέσποινα Γιαβάση, Θεώνη Κάμπρα, Eduardo Lucena, Αλίκη Μανωλά, Ματίνα Μπίλλια, Γεωργία Πατινιώτη, Laura Salas, Χρήστος Σιορίκης, Γεώργιος Τζιρίτης, Βάσω Χρηστάκου.