Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Vengador, de Galini Saulidu

Escuchas primero los cascos del caballo en el asfalto, miras por la ventana, increíble, don Quijote, el héroe de tu infancia, parado ahí, en la acera, esperando que le abras. Te secas rápidamente las lágrimas, bajas en zapatillas, llegaste en el momento más oportuno, valiente caballero, no aguanto más, mi jefe me trata todos los días como una basura, lo sé todo noble dama, no perdamos tiempo. Ya estamos en su despacho, ¿quién es usted?, los carnavales aún no han llegado, las palabras sobran en tu caso, maldito sinvergüenza, la espada del caballero baja con fuerza, papeles flotan y se esparcen por el suelo, el director cae ensangrentado de la silla, pagó con creces su horrible comportamiento, abrazas llena de gratitud al caballero, subís los dos al Rocinante, no galopa, vuela, sus patas apenas rozan las antenas de los edificios, en vano te preocupabas, al final la solución era tan simple.

Fuente: Revista The book´s Journal, núm. 63, febrero de 2016.

Galini Saulidu: Nació en Atenas en 1962. Estudió Pedagogía y Filología Griega. Trabajó como maestra durante 30 años. Empezó a escribir tras su jubilación.

Traducción grupal (XXIV Jornadas de Didáctica de ASPE, Atenas, junio de 2016)

Revisión: Konstantinos Paleologos

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Ο «αφαιρετικός» κύριος Μπόρχες, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Ειλικρινά δεν θυμάμαι αν εκείνο το βράδυ αυτοκτονήσαμε
ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ, Διάλογος πάνω σ' έναν διάλογο

Εν αρχή ην η Historia universal de la infamia, μια συλλογή από σύντομες σπονδυλωτές πραγματικές ιστορίες, «πειραγμένες» από την πένα του Μπόρχες, τις οποίες ο Αργεντινός δημοσίευε σε συνέχειες στην εφημερίδα Diario Crítica από το 1933 έως το 1934 και συγκέντρωσε σε βιβλίο το 1935 (το εν λόγω βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1982 από της εκδόσεις Ύψιλον, με τον τίτλο Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας, σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη). Είκοσι σχεδόν χρόνια αργότερα, το 1953, οι Χόρχε Λουίς Μπόρχες και Αδόλφο Μπιόι Κασάρες εκδίδουν ένα ιστορικό βιβλίο, την ανθολογία Cuentos breves y extraordinarios (κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1988, από της εκδόσεις Ύψιλον, με τον τίτλο Σύντομες και παράξενες ιστορίες σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη και Αχιλλέα Κυριακίδη)· επρόκειτο ουσιαστικά για ένα πείραμα: οι δύο αργεντινοί πεζογράφοι έπαιρναν αποσπάσματα από ευρύτερα κείμενα (μυθιστορήματα, δοκίμια, μύθους, χρονικά κ.λπ.) για να τα «διαβάσουν» ως αυτόνομες σύντομες αφηγήσεις. Ενδιάμεσα, βέβαια, είχαν παρεμβληθεί βιβλία σταθμοί της παγκόσμιας διηγηματογραφίας όπως το Ficciones (1944) και το Aleph (1949). Αυτοί είναι μερικοί μόνο από τους λόγους που ο πολυγραφότατος Μπόρχες έχει ταυτιστεί, όσο ελάχιστοι συγγραφείς του βεληνεκούς του, με τη σύντομη αφήγηση.
            Η ενασχόληση, λοιπόν, του Μπόρχες με τη σύντομη (διήγημα) και την υπερσύντομη (μικροδιήγημα) πεζογραφία ξεκίνησε από τα πρώτα κιόλας έργα του, και συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του, με βιβλία όπως το La cifra του 1981 ή το Los conjurados του 1985. Όσον αφορά συγκεκριμένα την υπερσύντομη αφήγηση, έδινε στον Μπόρχες, σύμφωνα με τον αργεντινό θεωρητικό και διηγηματογράφο David Lagmanovich (2006: 201), τη δυνατότητα να μεταδώσει με τρόπο εξαιρετικά συμπυκνωμένο και ευθύβολο τα νοήματα και τα σύμβολα που χαρακτηρίζουν άπασα τη λογοτεχνική παραγωγή του: τα αινίγματα της ανθρώπινης προσωπικότητας, τους λαβυρίνθους του, την αίσθηση του χρόνου ως κάτι φευγαλέο και ταυτόχρονα αιώνιο, τα μυστήρια του σύμπαντος. Καθόσον δε, όπως δήλωνε μετ’ επιφάσεως ο ίδιος, δεν πίστευε στον τεχνητό (και τεχνικό) διαχωρισμό των λογοτεχνικών ειδών, τον οποίο τόσο δημιουργικά υπονόμευε, η σύντομη αφήγηση προσέφερε στον Μπόρχες μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να πειραματιστεί με διάφορα είδη λόγου (μύθους, παραβολές, αφορισμούς, ακόμα και ειδήσεις) και ταυτόχρονα να αναζητήσει το ουσιώδες της αφήγησης το οποίο βρίσκεται «σε αυτές τις αστραπιαίες ιστορίες· όλα τα υπόλοιπα είναι διασαφηνιστικά επεισόδια, ψυχολογικές αναλύσεις, πετυχημένα ή ατυχή λεκτικά στολίδια» έγραφε, μαζί με τον Μπιόι Κασάρες, στον πρόλογο των Σύντομων και παράξενων ιστοριών.   
Στο τέλος του παρόντος κειμένου θα παρουσιάσουμε μια ελάχιστη ανθολογία μικροδιηγημάτων του Μπόρχες, προηγουμένως, όμως, κρίνουμε σκόπιμη μια μικρή εισαγωγή στην ιστορία και τα κυριότερα χαρακτηριστικά της υπερβραχείας αφήγησης, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τη θέση που κατέχει το έργο του δημιουργού του Άλεφ εντός του κανόνα του εν λόγω λογοτεχνικού είδους.
Στα ελληνικά το λογοτεχνικό είδος της (υπερ)βραχείας αφήγησης ονομάζεται συνήθως μικροδιήγημα, αλλά και υπέρμικρο διήγημα, υπερβραχύ διήγημα, σύντομη φόρμα, ιστορία μπονζάι κ.λπ. (στα ισπανικά, αντίστοιχα, οι προτεινόμενες ονομασίες είναι και εκεί πολλές: minicuento, minirrelato, minificción, microrrelato, microficción, nanocuento, relato mínimo κ.λπ.). Όλοι αυτοί οι όροι προσπαθούν να ορίσουν όχι τόσο τη μυθοπλασία του σύντομου (με βάση τον αριθμό των λέξεων) και του φευγαλέου (με αφορμή την αίσθηση που αφήνει η ανάγνωση ενός τέτοιου κειμένου), όσο την πεζογραφία της αφαίρεσης, την πεζογραφία, δηλαδή, που ζητά, σχεδόν απαιτεί από τον αναγνώστη την ενεργή συμμετοχή του, ώστε ουσιαστικά να είναι εκείνος που θα πλάσει ένα ολόκληρο έργο παίρνοντας ως αφορμή την αφαιρετική/στοιχειώδη ιστορία που του προσφέρει το μικροδιήγημα.
            Το μικροδιήγημα μπορεί να είναι, όπως τονίζει ο Fernando Valls, «ένα νέο λογοτεχνικό είδος» (2009: 12), αλλά η μικρή σε έκταση αφήγηση έρχεται από το παρελθόν, δεν αποτελεί φρούτο της εποχής μας. Με μυθοπλαστικό αλλά κυρίως διδακτικό χαρακτήρα μάς είναι γνωστή από την εποχή του Αισώπου, για να περάσουμε στη συνέχεια, στον Απολλόδωρο, τα ανατολίτικα παραμύθια, τους αρχαίους παραδοξογράφους, τους λατίνους συγγραφείς (Κικέρωνα, Πετρώνιο κ.ά.), τον Πλούταρχο, τον Βοκάκιο, τα με­σαι­ω­νι­κά α­σκη­τι­κά και α­γι­ο­λο­γι­κά κεί­με­να κ.λπ. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά ακόμα πιο έντονα από τις αρχές του 20ού, συναντούμε δείγματα υπερσύντομης λογοτεχνίας στη λογοτεχνική παραγωγή πολλών χωρών (κυρίως ισπανόφωνων και αγγλόφωνων) με κυριότερους εκπροσώπους τους Έντγκαρ Άλαν Πόε, Χάουαρντ Λάβκραφτ, Ρουμπέν Νταρίο, Βισέντε Ουϊδόμπρο,  Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ κ.ά.
Καθώς προχωρά ο 20ός αιώνας, η σύντομη αφήγηση εμπλουτίζεται με τη συνεισφορά μεγάλων ονομάτων της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής ηπείρου: αναφερόμαστε σε εξέχοντες συγγραφείς όπως ο Άντον Τσέχοφ, ο Φραντς Κάφκα, ο Τόμας Μπέρνχαρντ, ο Άμπροουζ Μπιρς, ο Χούλιο Κορτάσαρ, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Τζον Απντάικ, ο Χοσέ Αρεόλα και φυσικά ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ο οποίος ήταν από τους πρώτους συγγραφείς που «εξερεύνησαν τα όρια του είδους» (Lagmanovich, 2005: 9).
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά η παραγωγή και η δημοτικότητα του σύντομου αφηγήματος εκτοξεύθηκε, παγκοσμίως, σε επίπεδα που κανείς δεν φανταζόταν μέχρι τότε. Φυσικά, στην εκπληκτική άνθιση του μικροδιηγήματος έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και οι νέες τεχνολογίες οι οποίες, τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο διάχυσης, εξασφαλίζουν ταχεία διάδοση και ευρεία αναγνωσιμότητα.
            Ποια είναι όμως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μικροδιηγήματος; Η συντομία είναι, αναμφίβολα, το πρώτο από αυτά. Βέβαια δεν υπάρχει συμφωνία για τον αριθμό των λέξεων: Εκατό; Διακόσιες; Πεντακόσιες; Μια σελίδα; Δύο; Μερικές γραμμές μόνο; Τα όρια είναι συζητήσιμα, άλλωστε το σημαντικό σε ένα μικροδιήγημα, όπως σημείωνε εμφατικά ο Lagmanovich: «δεν είναι τόσο το να γράψει κανείς λίγες λέξεις, όσο το να μην γράψει επιπλέον λέξεις» (2006: 41). 
            Το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό του μικροδιηγήματος είναι η αφηγηματικότητα, δηλαδή, όσο μικρή και αν είναι η έκτασή του είναι προορισμένο να αφηγηθεί μια ιστορία και πρέπει να την αφηγηθεί με ένταση, αφού (αντίθετα με τα μυθιστορήματα) στη σύντομη αφήγηση δεν υπάρχει χώρος για «κενά διαστήματα». Συνεπώς έχει πλοκή (αλλά όχι περίπλοκη), συγκεκριμένο χώρο στον οποίο εξελίσσεται η αφήγηση (αλλά με ελάχιστες ή και καθόλου περιγραφές) και χαρακτήρες (αλλά με μηδαμινή αναφορά στα φυσικά ή ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους).
            Το σπουδαιότερο όμως χαρακτηριστικό του μικροδιηγήματος είναι, καθώς προείπαμε, η αφαίρεση (ή, αλλιώς, η έλλειψη, η βραχυλογία), άλλωστε, όπως υποστηρίζει o σημαντικός ισπανός διηγηματογράφος Juan Pedro Aparicio: «αυτό που δεν εμφανίζεται στο κείμενο έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτό που εμφανίζεται» (2008: 493). Με άλλα λόγια, το μικροδιήγημα δεν υφίσταται δίχως την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να «εφεύρει» αυτό που δεν είναι εμφανές: από τα χαρακτηριστικά των ηρώων ή του τοπίου εντός του οποίου εκτυλίσσεται η δράση μέχρι το ίδιο το τέλος (το οποίο στα περισσότερα μικροδιηγήματα παραμένει εντελώς ανοικτό).
Το μικροδιήγημα έχει συγκριθεί, παρομοιασθεί ή και ταυτιστεί, τόσο από πλευράς κριτικών όσο και αναγνωστικού κοινού, με άλλες μορφές σύντομης έκφρασης τόσο από το χώρο της λογοτεχνίας: σύντομες ποιητικές συνθέσεις (π.χ. χαϊκού, ποίηση σε πεζό λόγο κ.λπ.), αφορισμούς, παραβολές κ.ά. όσο και εκτός λογοτεχνίας: γκράφιτι, διαφημιστικά σποτ, άρθρα στον περιοδικό τύπο κ.ά. Σε αυτήν τη «σύγχυση» συνέτειναν, σκοπίμως ή άθελά τους, συγγραφείς όπως ο Μπόρχες με τους πειραματισμούς του ή η συμπατριώτισσά του, Clara Obligado, η οποία τονίζει κατά τρόπο εμφατικό την πολυσυλλεκτικότητα που χαρακτηρίζει αυτό το λογοτεχνικό είδος, την ευχέρεια, δηλαδή, με την οποία οικειοποιείται χαρακτηριστικά από άλλα είδη κειμένων και τα προσαρμόζει στα μέτρα του: «[Τα μικροδιηγήματα] διατρέχουν όλα τα είδη, όλες τις τεχνικές: στηρίζονται σε άλλα κείμενα, υφαίνουν δεσμούς με άλλες μορφές κειμένων: είναι παιχνίδι, ποίημα, απόφθεγμα, παραμύθι με ζώα, ανέκδοτο, μυθιστόρημα, μύθος, μέχρι και μικρή αγγελία» (2001: 9). Αντίθετα, ο περουβιανός συγγραφέας Fernando Iwasaki (2011) απορρίπτει καθέτως την οιανδήποτε σχέση του μικροδιηγήματος με όλα τα προαναφερθέντα είδη κειμένων: «Ένα μικροδιήγημα έχει ως στόχο να αφηγηθεί μια ιστορία, ως εκ τούτου, μπορεί να έχει πλοκή, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες. Αυτά όμως που σε καμία περίπτωση δεν συνάδουν με το μικροδιήγημα είναι οι μακροσκελείς αφορισμοί, τα ποιήματα σε πεζό λόγο, τα εκτενή ανέκδοτα και οι αμπελοφιλοσοφίες».
Το ισπανόφωνο μικροδιήγημα, με λογοτεχνικές φιλοδοξίες, εμφανίζεται περί τα τέλη του 19ου αιώνα και, ακόμα πιο δυναμικά, στις αρχές του 20ού, συμπίπτοντας με το απόγειο του ισπανοαμερικάνικου Συμβολισμού (Modernismo hispanoamericano). Ανάμεσα στους πολύ σημαντικούς συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το είδος ξεχωρίζουμε τον Ρουμπέν Νταρίο από τη Νικαράγουα (το 1888 εκδίδει το Azul, το πρώτο βιβλίο στην ισπανική γλώσσα που περιλαμβάνει μικροδιηγήματα) και τον Χιλιανό Βισέντε Ουϊδόμπρο, και οι δύο συγγραφείς πρώτης γραμμής. Προϊόντος του 20ού αιώνα, όπως σημειώσαμε και προηγουμένως, το ισπανόφωνο μικροδιήγημα γνωρίζει εκπληκτική άνθιση, κυρίως στην Ισπανία, την Αργεντινή και το Μεξικό: Λεοπόλδο Λουγόνες, Αλφόνσο Ρέγες, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1956), Χούλιο Τόρι, Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα, Αουγούστο Μοντερόσο, Χούλιο Κορτάσαρ, Αντόλφο Μπιόι Κασάρες, Εδουάρδο Γκαλεάνο καθώς και πολλοί άλλοι δίνουν στο είδος τέτοια ώθηση, ώστε μπορούμε να ισχυριστούμε βάσιμα ότι άλλαξαν την ιστορία της σύντομης αφήγησης παγκοσμίως. Η συμβολή του Χόρχε Λουίς Μπόρχες στην εξέλιξη και διάδοση του είδους (παρόλο που ο ίδιος δεν έγραψε ποτέ ένα βιβλίο που να αποτελείται εξολοκλήρου από αυτό που σήμερα αποκαλούμε μικροδιηγήματα) είναι παραπάνω από καθοριστική ώστε να γνωρίσει το μικροδιήγημα την εντυπωσιακή ανάπτυξη και παρουσία που έχει σήμερα στις ισπανόφωνες χώρες: έκδοση σημαντικού αριθμού βιβλίων (από συγγραφείς που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές) και ανθολογιών, ειδικά βραβεία, συνέδρια και πανεπιστημιακά σεμινάρια αφιερωμένα σε αυτό, έντονη παρουσία του είδους στα μέσα μαζικής επικοινωνίας.
            Όπως είχαμε υποσχεθεί στην αρχή αυτού του κειμένου, θα κλείσουμε αυτή την περιήγησή μας στο μικροδιήγημα ως λογοτεχνικό είδος και την αναφορά μας στον «αφαιρετικό» Μπόρχες, στον ευφυή, δηλαδή, και συνάμα εφευρετικό συγγραφέα υπερσύντομων αφηγήσεων, με ένα δείγμα της δουλειάς του. Τα πέντε μικροδιηγήματα που έχουμε επιλέξει δημοσιεύτηκαν σε πέντε διαφορετικά βιβλία: το πρώτο είναι μια παραλλαγή του μύθου των τριών Μοιρών όπως τον παρουσίασε, σε συνεργασία με τη φίλη του Ντέλια Ινχενιέρος, στο βιβλίο Antiguas literaturas germánicas, το 1951, και τον συμπεριέλαβε αργότερα στο Cuentos breves y extraordinarios. Το «Argumentum ornithologicum» (παιγνιώδης παράφραση του Argumentum ontologicum) είναι μια «σπαζοκεφαλιά» που περιλαμβάνεται στη συλλογή μικροδιηγημάτων και ποιημάτων El hacedor (1960). «Ο μάντης» περιλαμβάνεται στην ανθολογία του μεξικανού Edmundo Valadés El libro de la imaginación (1976), ενώ το λαβυρινθώδες «Ένα όνειρο» (La cifra, 1981) και το αυτοβιογραφικό «Κατοχή του χθες» (Los conjurados, 1985) ανήκουν στην ώριμη περίοδο του Αργεντινού:   

Όντιν

Λέγεται ότι στην αυλή του Όλαφ Τρίγκβασον, που είχε ασπαστεί τη νέα θρησκεία, έφτασε μια νύχτα ένας γέροντας, τυλιγμένος σε μια σκουρόχρωμη κάπα και με το γείσο του καπέλου ίσα με τα μάτια. Ο βασιλιάς τον ρώτησε αν ήξερε να κάνει κάτι· ο ξένος απάντησε πως ήξερε να παίζει άρπα και να αφηγείται παραμύθια. Έπαιξε στην άρπα παλιούς σκοπούς, μίλησε για την Γκούντρουν και τον Γκούναρ και, στο τέλος, ανέφερε τη γέννηση του Όντιν. Είπε ότι ήρθαν οι τρεις Μοίρες, ότι οι δύο πρώτες του υποσχέθηκαν απέραντη ευτυχία και ότι η τρίτη είπε μαινόμενη: «Το παιδί δεν θα ζήσει περισσότερο από το κερί που καίει στο πλάι του». Τότε οι γονείς έσβησαν το κερί για να μην πεθάνει ο Όντιν. Ο Όλαφ Τρίγκβασον δεν πίστεψε την ιστορία· ο ξένος επέμεινε ότι ήταν αληθινή, έβγαλε το κερί και το άναψε. Καθώς το έβλεπαν να καίγεται, ο άντρας είπε πως ήταν αργά και πως έπρεπε να φύγει. Όταν έλιωσε όλο το κερί, τον αναζήτησαν. Σε μικρή απόσταση από το παλάτι, ο Όντιν είχε πεθάνει.

Argumentum ornithologicum

Κλείνω τα μάτια και βλέπω ένα σμήνος πουλιών. Το όραμα διαρκεί ένα δευτερόλεπτο, μπορεί και λιγότερο· δεν ξέρω πόσα πουλιά είδα. Ήταν καθορισμένος ή ακαθόριστος ο αριθμός τους; Το πρόβλημα εμπεριέχει το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού. Εάν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι καθορισμένος, γιατί ο Θεός γνωρίζει πόσα πουλιά είδα. Εάν δεν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι ακαθόριστος, γιατί κανείς δεν μπόρεσε να τον υπολογίσει. Σε αυτήν την περίπτωση, είδα λιγότερα από δέκα πουλιά (ας πούμε), αλλά δεν είδα εννέα, οκτώ, επτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία ή δύο. Είδα έναν αριθμό ανάμεσα στο δέκα και το ένα, που δεν είναι το εννέα, το οκτώ, το επτά, το έξι, το πέντε κ.λπ. Αυτός ο ακέραιος αριθμός είναι ασύλληπτος· άρα, ο Θεός υπάρχει.  

Ο μάντης

Στη Σουμάτρα, κάποιος θέλει να πάρει διδακτορικό στη μαντική. Ο μάγος εξεταστής τον ρωτάει αν θα απορριφθεί ή αν θα περάσει. Ο υποψήφιος απαντάει ότι θα απορριφθεί...  

Ένα όνειρο

Σε κάποιο έρημο μέρος του Ιράν υπάρχει ένας όχι και τόσο ψηλός πέτρινος πύργος, χωρίς πόρτα και παράθυρο. Στο μοναδικό δωμάτιο (που έχει χωμάτινο πάτωμα και σχήμα κυκλικό) υπάρχει ένα ξύλινο τραπέζι και ένας πάγκος. Σε αυτό το κυκλικό κελί, ένας άντρας που μου μοιάζει γράφει με χαρακτήρες που δεν καταλαβαίνω ένα μακροσκελές ποίημα για κάποιον άντρα που σε κάποιο άλλο κυκλικό κελί γράφει ένα ποίημα για κάποιον άντρα που σε κάποιο άλλο κυκλικό κελί… Η διαδικασία δεν έχει τέλος και κανείς δεν θα μπορέσει να διαβάσει αυτό που γράφουν οι φυλακισμένοι.

Κατοχή του χθες

Ξέρω ότι έχω χάσει τόσα πολλά πράγματα που δεν θα μπορούσα να τα μετρήσω και αυτές οι απώλειες, τώρα, είναι ό,τι έχω. Ξέρω ότι έχω χάσει το κίτρινο και το μαύρο και σκέφτομαι αυτά τα ανέφικτα χρώματα όπως δεν τα σκέφτονται αυτοί που βλέπουν. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει και βρίσκεται πάντα στο πλάι μου. Όταν θέλω να κάνω μετρική ανάλυση στίχων του Σουίνμπερν, το κάνω, μου λένε, με τη φωνή του. Μονάχα όποιος έχει πεθάνει είναι δικός μας, μονάχα είναι δικό μας ό,τι έχουμε χάσει. Η Τροία υπήρξε κάποτε, αλλά η Τροία διαιωνίζεται στο εξάμετρο που θρηνεί την απώλειά της. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια αρχαία νοσταλγία. Όλα τα ποιήματα, με τον καιρό, γίνονται ελεγείες. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας εγκατέλειψαν· απελευθερωμένοι πλέον από την προσμονή της στιγμής, από την αγωνία, τις ανησυχίες και τον τρόμο της ελπίδας. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι παρά μόνο οι χαμένοι.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Aparicio, Juan Pedro: «Poética cuántica» στο Irene Andres-Suárez και Antonio Rinas (επιμελητές): La era de la brevedad. El microrrelato hispánico, Παλένθια, Μenoscuarto, 2008, σελίδες 491-495.
  • Borges, Jorge Luis: El hacedor, Μπουένος Άιρες, Emecé, 1960.
  • Borges, Jorge Luis: La cifra, Μπουένος Άιρες, Emecé, 1981.
  • Borges, Jorge Luis: Los conjurados, Μαδρίτη, Grupo Anaya, 1985.
  • Borges, Jorge Luis και Bioy Casares, Adolfo: Cuentos breves y extraordinarios, Μπουένος Άιρες, Raigal, 1955.
  • Iwasaki, Fernando: «Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο για το Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονζάι», (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), Ηλεκτρονικό περιοδικό Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονζάι, 14 Ιανουαρίου 2011.
  • Lagmanovich, David (επιμελητής): La otra mirada. Antología del microrrelato hispánico, Παλένθια, Menoscuarto, 2005.
  • Lagmanovich, David: El microrrelato. Teoría e historia, Παλένθια, Menoscuarto, 2006.
  • Obligado, Clara: «Prólogo bonsái» στο Por favor, sea breve. Antología de relatos hiperbreves (επιμέλεια της Clara Obligado), Μαδρίτη, Páginas de Espuma, 2001, σελ. 9-10.
  • Valadés, Edmundo (επιμέλεια): El libro de la imaginación, Πόλη του Μεξικού, Fondo de Cultura Económica, 1976.
  • Valls, Fernando: «Lo microfantástico en Ángel Olgoso» στο Ángel Olgoso, La máquina de languidecer, Μαδρίτη, Páginas de Espuma, 2009, σελ 11-17.


Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 47, τον
Ιανουάριο του 2014.


Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

"Aviso" de María José Barrios González // "Ειδοποίηση" της Μαρία Χοσέ Μπάριος Γκονθάλεθ

AVISO

Estimados clientes,                                                                                                                 
he salido un momento a pedir la mano de Rosaura, la hija del sastre. Llevo demasiado tiempo solo. Si acepta, huiremos juntos de la ciudad, nos casaremos en la primera iglesia que encontremos en el camino, y tendremos dos hijos. Al mayor lo llamaremos Anselmo, por mi abuelo. De lo contrario, volveré en cinco minutos. Gracias y disculpen las molestias.

M.                                                                                                                                
 María José Barrios González

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Αξιότιμοι πελάτες,     
βγήκα ένα λεπτό να ζητήσω το χέρι της Ροσάουρα, της κόρης του ράφτη. Είμαι πάρα πολύ καιρό μόνος. Αν δεχτεί, θα το σκάσουμε μαζί από την πόλη, θα παντρευτούμε στην πρώτη εκκλησία που θα βρούμε στο δρόμο μας και θα κάνουμε δύο γιους. Τον μεγάλο θα τον πούμε Ανσέλμο, από τον παππού μου. Διαφορετικά, επιστρέφω σε πέντε λεπτά. Ευχαριστώ και συγγνώμη για την αναστάτωση.

Μ.                                                                                                                       
 Μαρία Χοσέ Μπάριος Γκονθάλεθ

Η María José Barrios González είναι ισπανίδα συγγραφέας, γεννημένη στη Σεβίλλη το 1980, γνωστή για τα μικροδιηγήματα και τα παιδικά διηγήματά της. Το 2009 δημοσίευσε τη συλλογή μικροδιηγημάτων Monosabio όπου περιλαμβάνεται το «Aviso».

Το μικροδιήγημα της Μπάριος Γκονθάλεθ περιλαμβάνεται στη δίγλωσση ανθολογία ισπανόφωνου μικροδιηγήματος Mini71cuentos (επιμέλεια Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2012). Η μετάφραση είναι προϊόν του εργαστηρίου μετάφρασης μικροδιηγημάτων από τα ισπανικά στα ελληνικά που δίδαξε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης του ABANICO. Συμμετείχαν οι σπουδαστές Ελένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Άκης Διαμαντής, Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Βαγγέλης Καμπούνιας, Αντώνης Κοράκης, Βάσω Κουρτάρα, Ελευθερία Κωστάντη, Eduardo Lucena, Σοφία Μαραθάκη, Ειρήνη Οικονόμου, Ελένη Οικονόμου, Ελένη Παλαιολόγου, Χρήστος Σιορίκης, Μαρία Φακουρέλη.







Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Η Ισπανία του Ζαχαρία Παπαντωνίου, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Στα καΐκια τ’ αραγμένα, τα δεμένα,
στα καΐκια που δεν πάνε πουθενά,
θα μπούμε να γυρίσομε τα ξένα.
«Το ταξίδι», Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Όπως και να το ερμηνεύσει κανείς, δεν παύει να αποτελεί μια απρόσμενη σύμπτωση: τρεις σημαντικοί, σημαντικότατοι, έλληνες συγγραφείς επισκέπτονται κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα την Ισπανία, ταξιδεύουν σχεδόν στα ίδια μέρη και δημοσιεύουν τις ανταποκρίσεις τους, αρχικά ως άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής και, στη συνέχεια, συγκεντρωμένες σε τόμους ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Αναφερόμαστε στον Κώστα Ουράνη και το Sol y Sombra (1934, δεύτερη έκδοση με συμπληρώσεις και τίτλο Ισπανία, 1954), στον Νίκο Καζαντζάκη και το Ταξιδεύοντας – Ισπανία (πρώτη έκδοση 1927, δεύτερη έκδοση με συμπληρώσεις 1937) και στον Ζαχαρία Παπαντωνίου και το Ταξίδια (1955, κατά πάσα πιθανότητα). Κάνουμε λόγο για απρόσμενη σύμπτωση γιατί πριν από αυτή τη συγκυρία δεν υπάρχει ουσιαστική επαφή με την Ιβηρική χερσόνησο, ενώ έπειτα από αυτή τη συγκυρία, και μέχρι την Ισπανική σπουδή του Κώστα Ε. Τσιρόπουλου (1966), πολύ λίγα πράγματα[1], και αυτό γιατί αφενός το ταξίδι μέχρι τη δυτική άκρη της Μεσογείου ήταν δύσκολο, αφετέρου οι έλληνες διανοούμενοι δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με την παλιομοδίτικη, σχεδόν «τριτοκοσμική», Ισπανία. Όσο και αν ξενίζει τον σημερινό αναγνώστη, αυτή είναι η άποψη που έχει ο Έλληνας των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα για τη χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου: «Ταξιδεύοντας στην Ισπανία, είναι σα να γυρνάτε σ’ εποχές περασμένες», είναι η πρώτη φράση του Ουράνη στον πρόλογο του βιβλίου του, με χρονολογία 1933.
          Πάνω από έναν αιώνα νωρίτερα, ήταν οι Γερμανοί, οι Άγγλοι και οι Γάλλοι ρομαντικοί περιηγητές που «ανακάλυπταν» την Ισπανία, το φλαμένκο, τις ταυρομαχίες, τις μελαχρινές γυναίκες με τις «μαντίλιες» και τους άντρες με τα «σπιθόβολα μάτια», όλες εκείνες τις κοινοτοπίες, δηλαδή, που ακόμα και σήμερα χαρακτηρίζουν την Ισπανία στη φαντασία των αταξίδευτων αδαών (ενίοτε και των ταξιδεμένων). Ας μην γελιόμαστε, αυτή την Ισπανία έχουν διαβάσει στα βιβλία, αυτήν αναζητούν οι τρεις έλληνες κοσμοπολίτες συγγραφείς. Σε αντίθεση, όμως, με τους αγγλοσάξονες και τους γάλλους ρομαντικούς ταξιδευτές, τούτοι είναι Μεσόγειοι (συνεπώς θέλγονται αλλά δεν θαμπώνονται από το λαμπρό ήλιο και τα τοπία της Ισπανίας) και ιδιαίτερα ευαίσθητοι και καλλιεργημένοι παρατηρητές (συνεπώς προσπαθούν να προσεγγίσουν την ισπανική ταυτότητα όχι μόνο ως κάτι το εξωτικό αλλά και με βαθειά γνώση του πολιτισμού της).
          Τι συμβαίνει, λοιπόν, και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ιδιαιτέρως μεταξύ 1919 και 1936, παρατηρείται έντονο ελληνικό ενδιαφέρον για την ισπανική πραγματικότητα; Προφανώς κάτι τέτοιο δεν οφείλεται απλώς και μόνο, όπως ίσως θα μπορούσαμε να σκεφτούμε οι περισσότεροι, στην οκταετία τής Segunda República [Δεύτερη Δημοκρατία] (1931/36) και του εμφυλίου πολέμου (1936/39) –περίοδο κατά την οποία, δίχως υπερβολή, η Ισπανία βρέθηκε στο κέντρο της προσοχής ολόκληρου του κόσμου–, δεδομένου ότι ο Ουράνης άρχισε τα ταξίδια του στην Ιβηρική χερσόνησο το 1919 (διετέλεσε επίσης γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην Πορτογαλία από το 1920 έως το 1924) και ο Καζαντζάκης το 1927, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ουράνης δεν έζησε ούτε μια στιγμή του εμφυλίου. Γνώμη μας είναι ότι οι τρεις πεζογράφοι (γεννημένοι μεταξύ 1877 και 1890) ανήκουν σε μια γενιά καλλιεργημένων (ρομαντικών;) κοσμοπολιτών διανοουμένων, γαλλικής παιδείας, που την εποχή του Μεσοπολέμου ταξιδεύουν ανά την Ευρώπη (Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία κ.α.) και μοιραία φτάνουν μέχρι την άλλη άκρη της γηραιάς ηπείρου όπου και εντυπωσιάζονται από την ισπανική ψυχή, την τέχνη και τα τοπία για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Ο ποιητής Ουράνης μαγεύεται από τους ανθρώπους και το βάρος της ιστορίας· ο Καζαντζάκης θεωρεί την Ισπανία ως τη χώρα της καρδιάς του, γι’ αυτό, στα τέσσερα ταξίδια που έκανε εκεί, περισσότερο από εκτός, «έβλεπε» εντός του, αναζητούσε γιατρειά για τις έγνοιες που ταλάνιζαν την ψυχή του· ο Παπαντωνίου, σίγουρα ο πιο εστέτ από τους τρεις, ταξιδεύει για να δει και να μάθει από την τέχνη, τα μνημεία και την αρχιτεκτονική της Ισπανίας.
          Ας δούμε, για παράδειγμα, πώς περιγράφουν οι τρεις λογοτέχνες μας την πρώτη εντύπωσή τους από την πόλη του Τολέδο. Ο Ουράνης: «Η πόλη, χτισμένη σ’ ένα βράχο που ο Τάγης, σχηματίζοντας ένα είδος τάφρου γύρω του, τον απομονώνει από παντού, είναι πάρα πολύ στριμωγμένη, σχεδόν πνιγμένη, πάνω στην περιορισμένη επιφάνειά του. Τα σπίτια και τα μνημεία είναι κολλημένα το ’να με τ’ άλλο, χωρίς αέρα, χωρίς προοπτική. Αυτή ακόμα η μεγάλη μητρόπολη του Τολέδο, χτισμένη σ’ ένα βαθούλωμα του βράχου, περισφίγγεται από σπίτια. […] Αυτή η ασφυξία του χώρου δημιουργεί αναγκαστικά και ασφυξία χρόνου», (Ισπανία, σελ. 78). Ο Καζαντζάκης: «Το Τολέδο το είχα στο νου μου όπως το είχε ζωγραφίσει ο Γκρέκο μέσα στην καταιγίδα: Αψηλό, ασκητικό, μαστιζόμενο από λάμψες απότομες, […] Μα όταν έφτασα στο Τολέδο κι άρχισα ν’ ανεβαίνω τα στενά του σοκάκια, ήταν ήσυχο πρωινό, γλυκύτατο, οι γυναικούλες γύριζαν από την ξακουστή αραβίτικη πλατεία Θοκοντοβέρ, με τα καλάθια τους γιομάτα λαχανικά και κόκκινες πιπεριές, οι βαριές καμπάνες της Μητρόπολης χτυπούσαν με βαθιά κουρασμένη φωνή, τα σπίτια ήταν ανοιχτά, όλο φως, και στις δροσάτες μεσαυλές οι μικρές κοπέλες πότιζαν τις ξομπλιασμένες γλάστρες», (Ταξιδεύοντας – Ισπανία, σελ. 82-83). Ο Παπαντωνίου: «Η φύσις ετύλιξε σφιχτά το Τολέδο, όπως κυκλώνει η τάφρος το φρούριο, με τον πλόκαμο ενός ποταμού. Μέσα σε τιτανική πέτρινη χαράδρα, βαθύς, αγριωπός, φοβέρα, γεμάτος είδωλα βράχων και σπιτιών, κυλά ο Τάγος. Οι όχθες του, καθώς τον κοιτάζουμε απ’ την πόλη, είναι άβυσσος. Τώρα θαρρείς που θα ξεκολλήση το Τολέδο απ’ το βράχο του και θα γκρεμιστή στο νερό. Μα ο μάστορας το στέριωσε καλά. Δε θα χαλάση. Θα είναι πρωτεύουσα της παλιάς Ισπανίας και χωριό της σημερινής», (Ταξίδια, σελ. 149).
          Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ποιητής, διηγηματογράφος, κριτικός τέχνης, δημοσιογράφος, ένθερμος δημοτικιστής, έγραψε πολλά άρθρα με αφορμή τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις από την Ελλάδα και το εξωτερικό σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής – κατά καιρούς συνεργάστηκε με το Σκριπ, το Άστυ, την Ακρόπολη, το Εμπρός, την Εστία, την Πατρίδα, τον Ελεύθερον Τύπο, την Πολιτεία, το Ελεύθερον Βήμα, τον Εθνικό Κήρυκα, τη Νέα Εστία, τα Γράμματα. Τα περισσότερα από αυτά τα κείμενα είναι συγκεντρωμένα σε τέσσερις τόμους: Άγιον Όρος, Όθων και η ρωμαντική δυναστεία (κείμενα για τη Βαυαρία και ειδικότερα το Μόναχο), Παρισινά διηγήματα (ανταποκρίσεις που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Εμπρός από το 1908 έως το 1910, περίοδο κατά την οποία ο συγγραφέας έζησε στο Παρίσι) και Ταξίδια (ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την Ιταλία, την Ισπανία, την Κροατία, τη Σουηδία και τη Δανία).
Τα Ταξίδια εκδόθηκαν μετά το θάνατο του Παπαντωνίου από τις Εκδόσεις Εστία (κατά πάσα πιθανότητα, όπως προείπαμε, το 1955) και, πλην των ταξιδιωτικών χρονογραφημάτων, περιλαμβάνουν επίσης έναν εκτενή πρόλογο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου. Τα κείμενα για την Ισπανία και την τέχνη της, που μας απασχολούν στην παρούσα μελέτη, καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του τόμου, ήτοι 200 από τις 335 σελίδες, και δημοσιευτήκαν στο Ελεύθερον Βήμα από τον Αύγουστο έως το Δεκέμβριο του 1936 (υπάρχουν και κάποια, λίγα, κείμενα που είδαν το φως της δημοσιότητας το 1938 και το 1939). Υπό την ιδιότητα του λογοτέχνη, του ιστορικού ή του κριτικού τέχνης, αλλά πάντα και κυρίως ως ακαταπόνητος ταξιδιώτης και αισθητικός αποτιμητής, ο δημιουργός των Ψηλών βουνών περιγράφει με γλώσσα που «ακτινοβολεί με υψηλού επιπέδου εικόνες», όπως δήλωνε το 2000 ο Κώστας Μαυρουδής στο τηλεοπτικό αφιέρωμα της ΕΤ1 στον συγγραφέα (στην εκπομπή «Εποχές και συγγραφείς» του Τάσου Ψαρρά), τα μέρη της Ισπανίας που επισκέφθηκε και προσπαθεί να προσεγγίσει την ισπανική ιδιοσυγκρασία μέσα από τη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική.
          «Η εποχή μας ευνοεί το ταξίδι. Φοβούμαι, ωστόσο, πως, ενώ οι ταξιδιώτες πληθαίνουν, το αληθινό νόημα του ταξιδιού αρχίζει να χάνεται». Όταν, το 1955, είκοσι χρόνια μετά το ταξίδι του Παπαντωνίου στην Ισπανία, γράφει ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος αυτά τα λόγια προλογίζοντας την έκδοση του βιβλίου με τις ταξιδιωτικές περιηγήσεις του συγγραφέα, η Ευρώπη ζούσε τις απαρχές του μαζικού τουρισμού, την απώλεια του «αληθινού νοήματος του ταξιδιού» κατά τον Παναγιωτόπουλο. Δεκαεννιά χρόνια νωρίτερα, το 1936, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά: οι μετακινήσεις ήταν πολύ πιο δύσκολες, η Ευρώπη «προετοιμαζόταν» για το μεγάλο πόλεμο, ο μέσος άνθρωπος δεν ταξίδευε για αναψυχή. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που (παρα)κινεί τον συγγραφέα σε αυτό το πολύμηνο μοναχικό ταξίδι στην Ισπανία; Η Τέχνη, είναι η απάντηση. Ο Παπαντωνίου βλέπει την Ισπανία σαν έναν τεράστιο καμβά όπου τα πάντα, η φύση, οι πόλεις, οι άνθρωποι, οι ιστορικές στιγμές και οι καθημερινές σκηνές φέρουν την υπογραφή ενός Βελάθκεθ, ενός Γκαουδί, ενός Θεοτοκόπουλου. Η καθημερινότητα, ο χαρακτήρας των ανθρώπων, τα μέρη που περιδιαβαίνει τού χρησιμεύουν ως κλειδιά για να κατανοήσει την τέχνη που έχει παραχθεί σε τούτη τη γωνιά της Ευρώπης: «Πόσο ματαιοπονούν οι κριτικοί εκείνοι που κρίνουν τον Γκρέκο, ενώ δεν πήγαν ποτέ στην Ισπανία», αναφέρει το 1938 στον εισιτήριο λόγο του στην Ακαδημία Αθηνών. 
          Ποια είναι όμως αυτά τα μέρη και πότε τα επισκέφτηκε ο Παπαντωνίου; Όπως γράψαμε στην αρχή αυτού του κειμένου, οι τρεις πεζογράφοι, με ελάχιστες αποκλίσεις, επισκέπτονται τις ίδιες περιοχές: την Καστίλλη, την Καταλονία και την Ανδαλουσία (δεν είναι μάλλον τυχαίο το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που ταξιδεύουν για λόγους αναψυχής στην Ισπανία επισκέπτεται ακριβώς τα ίδια μέρη). Ο Παπαντωνίου, στη διάρκεια του μοναδικού ταξιδιού του στην Ιβηρική χερσόνησο, περνά από τη Μαδρίτη και το Τολέδο, από τη Βαρκελώνη, από τη Γρανάδα, την Κόρδοβα και τη Σεβίλλη και το ταξίδι του συμπίπτει, κατά τραγική ειρωνεία, με την κρισιμότερη στιγμή της σύγχρονης ισπανικής ιστορίας: το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου (17 Ιουλίου 1936). Παρότι στο βιβλίο τα κείμενά του δεν συνοδεύονται από τις ακριβείς ημερομηνίες δημοσίευσής τους (πέρα από τη χρονολογία: «μεις, οι άνθρωποι του 1936», αναφέρει στη σελ. 201) ούτε αξιόπιστες αναφορές σε γεγονότα της εποχής (για παράδειγμα, δεν έχει πληροφορηθεί το θάνατο του συγγραφέα Ραμόν Μαρία δελ Βάγε-Ινκλάν, που συνέβη στις 5 Ιανουαρίου του 1936, και τον θεωρεί ακόμα ζωντανό), αν συνδυάσουμε τις αναφορές στη Segunda República («Είδα τη Μαδρίτη πρωτεύουσα Δημοκρατίας», σελ. 206) και τις περιγραφές από σκηνές της αδελφοκτόνου σύρραξης με τις ημερομηνίες δημοσίευσης των κειμένων στο Ελεύθερον Βήμα, καταλήγουμε στο, αρκετά ασφαλές, συμπέρασμα ότι το πολύμηνο ταξίδι του Παπαντωνίου έλαβε χώρα από τα τέλη της άνοιξης μέχρι τις αρχές φθινοπώρου του 1936, λίγο καιρό πριν από το τρίτο ταξίδι του Νίκου Καζαντζάκη στην Ισπανία (Οκτώβριος - Νοέμβριος του 1936) όταν ως απεσταλμένος της Καθημερινής κάλυψε εκείνη την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.
          Δεν υπάρχει δραματικότερη περίοδος για την Ισπανία του 20ού αιώνα από το καλοκαίρι του 1936 και τα όσα επακολούθησαν τους επόμενους 33 σχεδόν μήνες. Και όμως, ο Παπαντωνίου, στα μάτια του σημερινού αναγνώστη (του μαθημένου στη δημοσιογραφική υπερβολή ακόμα και για γεγονότα δευτερεύουσας σημασίας, για να μην πούμε τελείως ασήμαντα), μοιάζει να παραμένει ψύχραιμος, σχεδόν αποστασιοποιημένος, τόσο ψυχικά όσο και ιδεολογικά: «Οι επαναστάσεις αντιγράφουν συνήθως η μία την άλλη. Σφάζοντες και σφαζόμενοι, έρχονται στη σκηνή της Ιστορίας με τον ίδιο τρόπο. Είναι όμως αδύνατο στην τραγωδία της Ισπανίας να μην αναγνωρίσωμεν ένα ισπανικό χαρακτήρα. […] Το εκρηκτικό ήταν πάντα χαρακτηριστικό της ψυχολογίας του Ισπανού», (Ταξίδια, σελ. 79). Δεν θα λέγαμε ότι αδιαφορεί για την καθημερινότητα που αντικρίζει, απλώς τα σχόλιά του γι’ αυτήν και τους ανθρώπους που συναντά δεν υπερβαίνουν τον ορίζοντα προσδοκιών που του έχουν διαμορφώσει αφενός τα διαβάσματά του («Ο Ισπανός είναι άνθρωπος των ακροτάτων άκρων», «Ο Ισπανός αποδέχεται αυτό που έρχεται», γράφει χαρακτηριστικά, αναφερόμενος στο ξακουστό, γιατί έτσι επιτάσσει η «παράδοση», φλογερό και μοιρολατρικό ταπεραμέντο των Ισπανών) και αφετέρου η γαλλική παιδεία του (όπως φαίνεται και από την, σε ορισμένες περιπτώσεις, εσφαλμένη απόδοση στα Ελληνικά ισπανικών ονομάτων και τοπωνυμίων, για παράδειγμα, Γκωντί αντί για Γκαουδί, Κορδούη αντί για Κόρδοβα, Βέγκα Ινκλάν αντί για Βάγε Ινκλάν κ.ά).
          Τα στοιχεία της ισπανικότητας που μαγνητίζουν πιο έντονα το ενδιαφέρον του Παπαντωνίου αφορούν το παρελθόν της χώρας, κυρίως την τέχνη και τον πολιτισμό της. Σε αυτήν την περίπτωση, το αισθητικό του κριτήριο και οι αποτιμήσεις του υπερβαίνουν τα διαβάσματά του, δίνοντας στον αναγνώστη την ευκαιρία να αντιληφθεί πόσο ενημερωμένος μελετητής και οξυδερκής παρατηρητής είναι. Για του λόγου το αληθές, θα παραθέσουμε δύο αποσπάσματα. Το πρώτο αφορά τον Αντόνι Γκαουδί και το μεγάλο έργο του, τη Σαγράδα Φαμίλια: «Η φαντασία του Γκωντί, φαντασία χιμαιρική, συμβολική, μπόρεσε να ενώσει το γοτθικό και το μπαρόκο σε μιά τρομακτική και υπεράνθρωπη σύνθεση. Εκεί η αρχιτεκτονική δεν ξεχωρίζεται από τη γλυπτική. Κάθε μέλος του κτιρίου είναι δέντρο με μορφές. Τίποτα δεν έμεινε, μπορεί να πη κανείς, γεωμετρικό. Ο Γκωντί είναι αδύνατο να σκεφτή μαθηματικά. Η συμβολική του φαντασία ζητά τις μορφές τής φύσεως, το δέντρο, το σύννεφο, το νερό, το σταλακτίτη. Όλα αυτά τα ανεβάζει στο ναό. […] Όλα τα έχει σχεδιάσει με τη στρατιά των καλλιτεχνών του ο Γκωντί. Πέθανεν εδώ και τριάντα χρόνια περίπου και περιμένει τη σάλπιγγα του Αρχαγγέλου που θα τον ξυπνήση για τα εγκαίνια», (Ταξίδια, 98). Το δεύτερο μας παρουσιάζει τις εντυπώσεις του Παπαντωνίου από το «Λας μενίνας», το σπουδαίο πίνακα του Ντιέγο Βελάθκεθ: «Δέκα πρόσωπα μέσα σ’ ένα δωμάτιο, στην πλέον συνηθισμένη κι ασήμαντη στιγμή της οικειότητας. […] Στέκω στην ιδιαίτερη αίθουσα του Πράντο […] Μια αίθουσα ολόκληρη, γεμάτη φως και αέρα, ζωγραφισμένον αέρα, δέκα ζωές μέσα στο χώρο της, κανένα μεγάλο επεισόδιο, δέκα ζωές, δέκα αναπνοές μέσα στο τεράστιο σύμπαν του δωματίου, που δημιούργησε το ατάραχο πινέλο του Ισπανού νατουραλιστή – να οι «Μενίνες», (Ταξίδια, 260). Τι σημασία έχει αν ο Γκαουντί πέθανε μόλις δέκα χρόνια πριν το ταξίδι του Παπαντωνίου στην Ισπανία, δηλαδή το 1926, και όχι τριάντα, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, ή αν τα πρόσωπα που απεικονίζονται στο «Λας μενίνας» είναι τελικά έντεκα· οι περιγραφές του Παπαντωνίου «αφορούν» ακόμα και σήμερα τον αναγνώστη γιατί είναι δημιουργήματα βαθιάς καλλιέργειας και ευφυούς ευαισθησίας.                
          Ο Ουράνης, ο Καζαντζάκης και ο Παπαντωνίου μαγεύτηκαν από την Ισπανία και ουσιαστικά διαμόρφωσαν με τα κείμενά τους την εικόνα αυτής της χώρας στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’30 και έπειτα. «Παρακίνησαν» πολλούς Έλληνες να ταξιδέψουν στην άλλη άκρη της μεσογειακής Ευρώπης και άφησαν στα γραπτά τους φράσεις που μιλούν στην καρδιά όλων όσοι έχουμε επισκεφθεί έστω και μια φορά τη χώρα του Θερβάντες· φράσεις σαν και αυτές που αναφέρονται στο μνημείο της Αλάμπρα: Ο Ουράνης: «Η Αλάμπρα είναι γυναίκα. Ταράζει γλυκά τις αισθήσεις σαν ένα εξαίσιο κορμί γυναίκας –που προσφέρεται– κ’ η εντύπωσή σας απ’ αυτήν έχει τη γεύση της ηδονής», (Ισπανία, σελ. 78). Ο Καζαντζάκης: «Η Αλάμπρα είναι το πέτρινο Άσμα Ασμάτων. […] Τέτοια, σαν το φρούριο της Αλάμπρας, να μπορούσε να ’ταν κι η ψυχή μας», (Ταξιδεύοντας – Ισπανία, σελ. 122-124). Ο Παπαντωνίου: «Η Αλάμπρα δεν έχει ξένους, έχει σκλάβους. Ήμουν ένας από αυτούς», (Ταξίδια, σελ. 121). Ειδικότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου ταξίδεψε στην Ισπανία –καθώς και σε άλλες χώρες της Ευρώπης–, όπως τονίζει ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος στον πρόλογό του, «αρματωμένος με μια βαθύτατη γνώση της ιστορίας και των εικαστικών και των άλλων τεχνών», (Ταξίδια, σελ. 14), κυρίως όμως «αρματωμένος» με ασίγαστο πάθος για περιπλάνηση, για ταξίδι. Ο Παπαντωνίου, στο ταξίδι του στην Ισπανία, υπερέβη την καθημερινότητα προκειμένου να ασχοληθεί με ό,τι πιο διαχρονικό, την Τέχνη και τον Πολιτισμό, γι’ αυτό τα χρονογραφήματά του, ακόμα και σήμερα, 80 χρόνια μετά, έχουν να προσφέρουν καίριες πληροφορίες σε εκείνους που ενδιαφέρονται για την κοντινά μακρινή (υπό την έννοια ότι ακόμα και σήμερα η εικόνα της στην Ελλάδα έχει ισχυρές επιρροές από τις κοινοτοπίες του 19ου αιώνα) χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 1870, Σεπτέμβριος 2016, σελ. 81-90.




[1] Πέραν των τριών προαναφερθέντων καταξιωμένων πεζογράφων μας, την ίδια περίπου περίοδο επισκέπτονται την Ισπανία και γράφουν για αυτή δύο λιγότερο γνωστοί στο ευρύ αναγνωστικό κοινό συγγραφείς, ο Ντόλης Νίκβας (φιλολογικό ψευδώνυμο του Απόστολου Βασιλειάδη) που εκδίδει το 1934 το Πώς είδα την Ισπανία. Εντυπώσεις και περιγραφές και ο Δημήτριος Καλλονάς που εκδίδει το 1943 το Viva la muerte. Η Ισπανία μέσα στις φλόγες

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Ημερίδα ΑΠΘ: Η μετάφραση στον εκδοτικό χώρο // 9/11/16

 Αποτέλεσμα εικόνας για Ημερίδα: Η μετάφραση στον εκδοτικό χώρο

Ημερίδα: Η μετάφραση στον εκδοτικό χώρο

[το βίντεο της ημερίδας είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.auth.gr/video/22171]
Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016, Αμφιθέατρο Κεντρικής Βιβλιοθήκης ΑΠΘ
ΠΜΣ: «Γλωσσικές, Λογοτεχνικές και Διαπολιτισμικές Σπουδές στο Γαλλόφωνο και Ευρωπαϊκό Χώρο»
Ειδίκευση: «Μεταφρασεολογία – Μετάφραση Λογοτεχνίας και Επιστημών του Ανθρώπου»
Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας

8.30-9.00
Υποδοχή συνέδρων

9.00-9.15
Χαιρετισμοί

Αριάδνη Στογιαννίδου
Αναπληρώτρια πρύτανη Ακαδημαϊκών και Φοιτητικών Θεμάτων
Σίμος Γραμμενίδης
Πρόεδρος Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας & Φιλολογίας
Μαρία Μακροπούλου-Παπάκη
Διευθύντρια Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μετάφραση λογοτεχνίας και επιστημών του ανθρώπου»

9.15-11.00
Εκδότες και μεταφραστές, παγκόσμια λογοτεχνία και επιστήμη

 9.15-9.30
Κατερίνα Καρύδη, εκδόσεις Ίκαρος
Η δημιουργία μιας σειράς παγκόσμιας λογοτεχνίας στο σημερινό εκδοτικό τοπίο

9.30-9.45
Κωστούλα Σκλαβενίτη, ιστορικός-επιμελήτρια εκδόσεων, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 
Η σχέση μεταφραστή - επιμελητή και ο ρόλος του εκδότη

10.00-10.15
Κώστας Σπαθαράκης, εκδόσεις Αντίποδες
 Πριν και μετά τη μετάφραση: οργάνωση και υποστήριξη της μεταφραστικής εργασίας

10.15-10.30
Γιώτα Κριτσέλη, εκδόσεις Κίχλη
Η σημασία της απόδοσης του ύφους στη λογοτεχνική μετάφραση: προϋποθέσεις, μέθοδοι και εργαλεία

10.30-11.00
Συζήτηση

 11.00-11.15 
Διάλειμμα

11.15-12.30
Όψεις του επαγγέλματος και εκπαίδευση μεταφραστών

 11.15-11.30
Θεόδωρος Χίου, νομικός - Βασιλεία Σαράφη, νομικός-μεταφράστρια
Ο μεταφραστής ως νομικό επίκεντρο πνευματικών δικαιωμάτων

11.30-11.45
Μαρία Μουσαφίρη, μεταφράστρια, Διεθνής Ομοσπονδία Μεταφραστών (
FIT)
Η λογοτεχνική μετάφραση ως πάθος και τα πάθη των μεταφραστών στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας

11.45-12.00
Μαριάννα Μιλούνοβιτς, Πανελλήνια Ένωση Μεταφραστών
Θέσεις για το επάγγελμα του μεταφραστή εκδόσεων

12.00-12.15
Γιώργης Μαθόπουλος, Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών 
Η χαμένη τιμή του μεταφραστή 

12.15-12.30
Σταυρούλα Δημογέροντα,  Αναστασία Κουλοχέρα, Φωτεινή Πατσιαλά, Μυρτώ Φίτζιου, φοιτήτριες ΠΜΣ
 Δομές υποστήριξης του μεταφραστή και του έργου του

 12.30-12.45
Συζήτηση

12.45-13.00
Διάλειμμα

 13.00-14.30
Όψεις της μεταφραστικής πρακτικής

13.00-13.15
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, αναπληρωτής καθηγητής ΑΠΘ, μεταφραστής 
Η μετάφραση ισπανόγραφης λογοτεχνίας στην Ελλάδα σήμερα

13.15-13.30
Φιλήμων Παιονίδης, καθηγητής φιλοσοφίας AΠΘ, μεταφραστής
 Παρατηρήσεις σχετικά με τις μεταφράσεις φιλοσοφικών κειμένων

13.30-13.45
Έφη Καλλιφατίδη, μεταφράστρια 
Λέγοντας περίπου το ίδιο πράγμα - χωρίς υποσημειώσεις

13.45-14.00
Ιωάννα Αβραμίδου, μεταφράστρια 
Μεταφραστική πράξη και μετα-μεταφραστική αγωνία και πικρία

14.00-14.15
Βασίλης Τομανάς, μεταφραστής - εκδόσεις Νησίδες
Προβλήματα που αντιμετωπίζει ο μεταφραστής

14.15-14.30
Συζήτηση

14.30-14.45
Διάλειμμα

 14.45-15.15
Εκπαίδευση μεταφραστών

14.45-15.00
Τιτίκα Δημητρούλια, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΑΠΘ, μεταφράστρια
Ζητήματα εκπαίδευσης των μεταφραστών

15.00-15.15
Τιτίκα Δημητρούλια, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΑΠΘ, μεταφράστρια - Ζώζη Ζωγραφίδου, Καθηγήτρια ΑΠΘ
Petra project

15.15-15.30
Συζήτηση
Συμπεράσματα
 Κλείσιμο ημερίδας