Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Βιβλιοκριτική της Ματθίλδης Σιμχά για το Ιστορίες από την Κάμπιλα του Αntonio Pereira

 

Το παρελθόν ως ζωντανό και ενεργό υλικό της βιογραφικής μνήμης

ΧΑΡΤΗΣ 89 {ΜΑΪΟΣ 2026}

της Ματθίλδης Σιμχά

Αντόνιο Περέιρα, «Ιστορίες από την Κάμπιλα», διηγήματα, μτφρ. Μ. Αθανασιάδου, Θ. Κάμπρα, Α. Μανωλά, Ι. Ντούμη και Κ. Παλαιολόγος, εκδ. Οpera 2026


OI Ιστο­ρί­ες από την Κά­μπι­λα του Αντό­νιο Πε­ρέι­ρα εί­ναι μια συλ­λο­γή που απο­τε­λεί­ται από τριά­ντα μία σύ­ντο­μες, αλ­λη­λο­συν­δε­ό­με­νες αφη­γή­σεις, οι οποί­ες έχουν ως άξο­να τη βιο­γρα­φι­κή εμπει­ρία του συγ­γρα­φέα. Πα­ρα­λεί­πο­ντας τη με­τέ­πει­τα και με­γα­λύ­τε­ρη πε­ρί­ο­δο της ζω­ής του, τό­τε που «τον ανα­κή­ρυ­ξαν Εκλε­κτό Τέ­κνο της πό­λης όταν με­γά­λω­σε κι ασπρί­σα­νε τα γέ­νια του», ο συγ­γρα­φέ­ας ανα­τρέ­χει απο­κλει­στι­κά στην πε­ρί­ο­δο της παι­δι­κής ηλι­κί­ας και της εφη­βεί­ας του.

Κε­ντρι­κός τό­πος των αφη­γή­σε­ων απο­τε­λεί η Κά­μπι­λα, ερ­γα­τι­κή συ­νοι­κία της γε­νέ­τει­ρας του Πε­ρέι­ρα, που βρί­σκε­ται στην «τα­πει­νή» όχθη του πο­τα­μού Μπούρ­μπια ο οποί­ος λει­τουρ­γεί ως φυ­σι­κό και συμ­βο­λι­κό όριο. Πολ­λά, απρό­σι­τα για αυ­τόν και τους γεί­το­νές του, δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στην «απο­κεί» πλευ­ρά της γέ­φυ­ρας που τους κρα­τά απο­μο­νω­μέ­νους. Στην Κά­μπι­λα λοι­πόν, ο νε­α­ρός εκ­κο­λα­πτό­με­νος συγ­γρα­φέ­ας, ήδη όπως φαί­νε­ται προι­κι­σμέ­νος με οξυ­δερ­κή πα­ρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τα και πρώ­ι­μες λο­γο­τε­χνι­κές ανη­συ­χί­ες, πα­ρα­τη­ρεί και κα­τα­γρά­φει τα συμ­βά­ντα της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, τό­σο μέ­σα στο σπί­τι του όσο και εκτός αυ­τού. Η αφή­γη­ση πε­ρι­λαμ­βά­νει επει­σό­δια που εκτεί­νο­νται από τη μι­κρή οι­κο­γε­νεια­κή επι­χεί­ρη­ση και τη σχο­λι­κή ζωή έως την ατμό­σφαι­ρα της επο­χής και τις συ­νή­θειες των ντό­πιων, την εγκα­θί­δρυ­ση της Δη­μο­κρα­τί­ας, το ξέ­σπα­σμα του εμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου, ένα συλ­λο­γι­κό τα­ξί­δι στο Μπούρ­γκος προς τι­μήν του Φράν­κο, κα­θώς και τις πρώ­τες εμπει­ρί­ες ερω­τι­κής αφύ­πνι­σης και τον αγώ­να επι­βί­ω­σης στην μο­νο­το­νία της με­τα­πο­λε­μι­κής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Ευ­χά­ρι­στες φαι­νο­με­νι­κά, ανά­λα­φρες ιστο­ρί­ες όπου βέ­βαια με μια δεύ­τε­ρη μα­τιά υφέρ­πει η φτώ­χεια, η αδι­κία, η βία και ο φό­βος.

Εί­ναι γε­γο­νός ότι το θε­μα­τι­κό υλι­κό του βι­βλί­ου δεν δια­κρί­νε­ται από ιδιαί­τε­ρη πρω­το­τυ­πία, ού­τε χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται από έντο­νες δρα­μα­τι­κές κο­ρυ­φώ­σεις. Ωστό­σο, το έρ­γο απο­κτά αξιο­ση­μεί­ω­τη λο­γο­τε­χνι­κή αρ­τιό­τη­τα μέ­σω συ­γκε­κρι­μέ­νων αφη­γη­μα­τι­κών στρα­τη­γι­κών. Πρώ­τα απ’ όλα, πα­ρα­τη­ρού­με μια ευ­έ­λι­κτη οπτι­κή γω­νία του αφη­γη­τή: πρό­κει­ται αφ’ ενός για την απο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νη, την ώρι­μη, την κρι­τι­κή στά­ση του ενή­λι­κα απέ­να­ντι στα γε­γο­νό­τα και αφ’ ετέ­ρου την άμε­ση, τη ζω­ντα­νή και την αί­σθη­ση του «τώ­ρα» αντί­λη­ψή τους από τον νε­α­ρό. Οι δύο οπτι­κές γω­νί­ες εναλ­λάσ­σο­νται, ακό­μα και στην ίδια την ιστο­ρία, δη­μιουρ­γώ­ντας μια εν­δια­φέ­ρου­σα αί­σθη­ση δι­φω­νί­ας. Επι­προ­σθέ­τως, ο Πε­ρέι­ρα «παί­ζει» με μια εν­δια­φέ­ρου­σα ισορ­ρο­πία με­τα­ξύ εγ­γύ­τη­τας και απο­στα­σιο­ποί­η­σης. Το έρ­γο, δη­λα­δή, ενώ κα­τορ­θώ­νει να δη­μιουρ­γή­σει μια βα­θιά και προ­σω­πι­κή σύν­δε­ση με τον ανα­γνώ­στη, προ­κα­λώ­ντας του συ­ναι­σθή­μα­τα μέ­σα από ει­λι­κρι­νή επι­κοι­νω­νία και κοι­νά βιώ­μα­τα, ταυ­τό­χρο­να δια­τη­ρεί μια δια­κρι­τι­κή απο­στα­σιο­ποί­η­ση, η οποία εφαρ­μό­ζε­ται κά­θε φο­ρά στο εκά­στο­τε πε­ρι­στα­τι­κό. Έτσι, η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή εγ­γύ­τη­τα συ­νυ­πάρ­χει αρ­μο­νι­κά με μια λε­πτή αφη­γη­μα­τι­κή από­στα­ση. Και βέ­βαια όλα αυ­τά σε συν­δυα­σμό και ισορ­ρο­πία με μια λε­πτή ει­ρω­νεία, δια­κρι­τι­κή, συ­χνά κα­λυμ­μέ­νη μέ­σω της οποί­ας ο Πε­ρέι­ρα ασκεί κρι­τι­κή, ανα­δει­κνύ­ει πα­ρα­λο­γι­σμούς ή προσ­δί­δει απλά χιού­μορ. Τέ­λος, αξί­ζει να ανα­φέ­ρου­με την πρω­τό­τυ­πη τε­χνι­κή με­τα­τρο­πής του βιω­μα­τι­κού επει­σο­δί­ου σε αυ­τό­νο­μη αφη­γη­μα­τι­κή ενό­τη­τα, η οποία συ­χνά κο­ρυ­φώ­νε­ται με αιφ­νι­δια­στι­κό ή απο­κα­λυ­πτι­κό τέ­λος, προσ­δί­δο­ντας στις επι­μέ­ρους ιστο­ρί­ες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά σύ­ντο­μου δι­η­γή­μα­τος. Πρό­κει­ται, εν κα­τα­κλεί­δι, για ένα άρ­τιο τε­λι­κό αι­σθη­τι­κό απο­τέ­λε­σμα. Για μια από­στα­ξη εμπει­ριών που με­τα­τρέ­πο­νται σε έντο­να συ­ναι­σθή­μα­τα, χω­ρίς ίχνος συ­ναι­σθη­μα­τι­κής υπερ­βο­λής ή εκ­φρα­στι­κής προ­χει­ρό­τη­τας. Αντι­θέ­τως, δια­τη­ρεί­ται μια λε­πτή ισορ­ρο­πία που επι­τρέ­πει την ανά­δει­ξη των αυ­θε­ντι­κών, βα­θύ­τε­ρων πτυ­χών του αν­θρώ­πι­νου ψυ­χι­σμού, ενώ το πα­ρελ­θόν αξιο­ποιεί­ται ως ζω­ντα­νό και ενερ­γό υλι­κό της βιο­γρα­φι­κής μνή­μης.

Οι ιστο­ρί­ες αυ­τές συν­θέ­τουν την ενη­λι­κί­ω­ση ενός εσω­στρε­φούς νε­α­ρού άν­δρα για τον οποίο η ανά­γνω­ση «εί­ναι πιο ευ­χά­ρι­στη από τη ζωή». Ενός άντρα του οποί­ου ο τρό­πος ζω­ής βα­σί­ζε­ται στην αυ­το­γνω­σία και την αμ­φι­σβή­τη­ση. Που εί­ναι πε­ρί­ερ­γος, που δεν δέ­χε­ται τί­πο­τα ως αυ­το­νό­η­το χω­ρίς έλεγ­χο και που προ­σπα­θεί να ζει με συ­νέ­πεια ανά­με­σα σε αυ­τά που λέ­ει και σε αυ­τά που πράτ­τει. Αυ­τή ακρι­βώς η στά­ση του, αλ­λά και η αυ­θε­ντι­κή, δια­κρι­τι­κή ει­ρω­νεία απο­τε­λούν τα δύο βα­σι­κά ηθι­κά κλει­διά του έρ­γου. Αλ­λά και κά­τι άλ­λο: το σύ­νο­λο της αφή­γη­σης δια­περ­νά μια υφέρ­που­σα με­λαγ­χο­λία, η οποία προσ­δί­δει στο πα­ρελ­θόν έναν έντο­να ελε­γεια­κό χα­ρα­κτή­ρα. Και οι τριά­ντα μία ιστο­ρί­ες σκε­πά­ζο­νται από μια νο­σταλ­γι­κή φθο­ρά η οποία δη­μιουρ­γεί μια με­λαγ­χο­λι­κή, λυ­ρι­κή ατμό­σφαι­ρα, ανα­δει­κνύ­ο­ντας το πέ­ρα­σμα του χρό­νου ως στοι­χείο ομορ­φιάς, μνή­μης και ποιό­τη­τας εντεί­νο­ντας τη συ­γκι­νη­σια­κή δύ­να­μη του κει­μέ­νου.

Τε­λευ­ταίο αλ­λά εξί­σου ση­μα­ντι­κό: oι κα­λοί με­τα­φρα­στές εί­ναι γέ­φυ­ρες ανά­με­σα σε κό­σμους, σε κά­νουν να «νιώ­θεις» το κεί­με­νο όπως θα το ένιω­θες στη γλώσ­σα που γρά­φτη­κε. Τα εύ­ση­μα λοι­πόν στη συλ­λο­γι­κή με­τά­φρα­ση της Μα­ρί­ας Αθα­να­σιά­δου, της Θε­ώ­νης Κά­μπρα, της Αλί­κης Μα­νω­λά, της Ιφι­γέ­νειας Ντού­μη και του Κων­στα­ντί­νου Πα­λαιο­λό­γου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου