Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)
Τὸ πηγάδι
(El pou)

ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣ διαλαλεῖ μπροστὰ στὸ πηγάδι. «Ὅποιος πέσει μέσα», λέει, «θὰ εἶναι εὐτυχισμένος». Ὅλοι ὅσοι κοντοστεκόμαστε νὰ τὸν ἀκούσουμε, τιθασεύουμε τὴν περιέργειά μας μὲ μιὰ ἔκφραση δυσπιστίας. Ἀλλὰ τὸν παρακολουθοῦμε προσεκτικά. Ἀπὸ τὴ μιά, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ξέρει νὰ τραβᾶ τὴν προσοχὴ καί, ἀπὸ τὴν ἄλλη, γιατὶ δὲν ἔχουμε τίποτα καλύτερο νὰ κάνουμε. Ἀντίθετα ἀπὸ ἄλλα πηγάδια, αὐτὸ ἔγινε διάσημο ὅταν, μὲ τὴ βοήθεια τῶν πύρινων λόγων τῆς ντουντούκας του, ὁ τσαρλατάνος ἄρχισε νὰ τὸ διαφημίζει σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ παιχνίδι λούνα πάρκ. Δὲν χρεώνει εἴσοδο, ζητᾶ μόνο γιὰ ἀντίτιμο ὅ,τι ἔχει εὐχαρίστηση ὁ καθένας. Ἀφοῦ τὸ σκέφτηκα γιὰ βδομάδες, μιὰ μέρα ρίχνομαι στὸ κενό. Προηγουμένως τοῦ πληρώνω τὸ ἀντίτιμο ποὺ κρίνω δίκαιο γιὰ νὰ τὸν ἀκούσω νὰ μοῦ λέει «θὰ εἶσαι εὐτυχισμένος», ἔτσι ἁπλά, δίχως νὰ μπεῖ σὲ λεπτομέρειες. Ἀρχικά, ἡ διέγερση δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ νιώσω κάτι ἰδιαίτερο. Πέφτω, αὐτὸ ὄντως τὸ νιώθω· ἐπίσης ἀντιλαμβάνομαι ὅτι τὸ πηγάδι εἶναι πολὺ σκοτεινὸ καὶ πὼς ἡ τρύπα ἀπὸ τὴν ὁποία μπῆκα ἀπομακρύνεται γρήγορα. Δίχως νὰ βλέπω ἀπολύτως τίποτα, νιώθω ὅτι τὸ σκοτάδι ἐξαπλώνεται καὶ ὅτι, ἂν καὶ δὲν ἔχω κανένα στοιχεῖο ποὺ νὰ τὸ ἐπιβεβαιώνει, δὲν εἶμαι μόνος. Φωνάζω. Φωνάζω ξανά. Καθὼς δὲν ἀπαντᾶ κανείς, συμπεραίνω ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι φωνάζουν καὶ ὁ λόγος ποὺ δὲν τοὺς ἀκούω εἶναι ἐπειδὴ ὁ καθένας φωνάζει μᾶλλον γιὰ τὸν ἑαυτό του. Πέφτω· πέφτω κι ἄλλο. Ποτὲ δὲν εἶχα φανταστεῖ ὅτι θὰ ἦταν ἕνα ἀπύθμενο πηγάδι. Ἀλλά, ὅταν ὁ τσαρλατάνος μὲ παρακίνησε νὰ πέσω, δὲν ἔδωσε διευκρινίσεις, εἶπε μόνο πώς, ἅμα τὸ ἔκανα, θὰ ἤμουν εὐτυχισμένος. Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι, καθὼς ἐδῶ καὶ ὥρα —ἢ μῆνες ἢ χρόνια, δὲν ἔχει σημασία—, βυθίζομαι σ’ ἕνα σκοτάδι πιὸ πυκνὸ ἀπὸ πρίν, συνοδευόμενος ἀπὸ ἄλλα ὄντα τὰ ὁποῖα ἁπλῶς καὶ μόνο διαισθάνομαι, ἴσως νὰ εἶμαι πιὸ εὐτυχισμένος ἀπὸ πρίν. Ἀλλὰ εἶναι δύσκολο νὰ τὸ πῶ γιατί πλέον δὲν θυμᾶμαι τίποτα, κοίτα νὰ δεῖς.

Πηγή: από τη συλλογή διηγημάτων Si menges una llimona sense fer ganyotes (Εκδόσεις Quaderns Crema, Βαρκελώνη, 2006).
Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Παρίσι, 1960). Ἐμφανίστηκε στὰ καταλανικὰ γράμματα μὲ τὶς συλλογὲς διηγημάτων T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πάμιες θὰ ξεκινήσει τὸ μυθιστορηματικό του ἔργο γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγγραφέας θὰ ἐπιστρέψει στὴ σύντομη ἀφήγηση μὲ τὶς συλλογὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del SergiPàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπορεῖς νὰ φᾶς λεμόνι καὶ νὰ μὴν ξινίσεις τὰ μοῦτρα σου;, Ἐκδόσεις Πάπυρος, μφρ. Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, Εὐρυβιάδης Σοφός], La bicicleta estàtica (Τὸ στατικὸ ποδήλατο, Ἐκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, μφρ. Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρθρογραφεῖ στὴν ἐφημερίδα τῆς Βαρκελώνης La Vanguardia. Ὁ Σέρζι Πάμιες ἔχει μεταφράσει στὰ καταλανικὰ ἔργα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.
Μετάφραση ἀπὸ τὰ καταλανικά: Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος καὶ Εὐρυβιάδης Σοφός.
Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος (Ἀθήνα 1963). Ἀναπληρωτής καθηγητὴς Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Διδάσκει, ἐπίσης, ἰσπανικὴ λογοτεχνία στὸ Ἑλληνικὸ Ἀνοικτὸ Πανεπιστήμιο. Ἔχει μεταφράσει ἀπὸ τὰ ἰσπανικὰ στὰ ἑλληνικὰ ἔργα τῶν Ε. Σάμπατο, Μ. Ἀλτολαγκίρε, Ι. Ἀλδεκόα, Μ. Βάθκεθ Μονταλμπάν, Χ. Γιαμαθάρες, Ρ. Τσίρμπες, Χ. Ἀγέστα, Λ.Μ. Πανέρο, Σ. δὲ Τόρο, Α. Μπράις Ἐτσενίκε, Ἀ. Τραπιέγιο, Ἀ. Γκαμονέδα, Σ. Πάμιες καὶ Ἀ. Κουέτο μεταξὺ ἄλλων.
Εὐρυβιάδης Σοφός: Διδάσκει Ἰσπανικὴ Γλώσσα στὸ Διδασκαλεῖο Ξένων Γλωσσῶν τοῦ ΕΚΠΑ καὶ ἔχει μεταφράσει ἀπὸ τὰ καταλανικὰ στὰ ἑλληνικὰ ἔργα τῶν Pàmies, Monzó καὶ Cabré.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου