Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Federico García Lorca, Δόνια Ροσίτα η Γεροντοκόρη ή Η γλώσσα των λουλουδιών: Μια ηθογραφία για τη Γρανάδα στο πέρασμα από το 19ο στον 20ό αιώνα

Δόνια Ροσίτα η Γεροντοκόρη ή Η γλώσσα των λουλουδιών

Κωμωδία «ιστορική» ή εποχής, δράμα του Μοντερνισμού ή «δράμα για οικογένειες», σύμφωνα με το χαρακτηρισμό του ίδιου του Λόρκα, η Δόνια Ροσίτα η Γεροντοκόρη ή Η γλώσσα των λουλουδιών (1935) αποτελεί ένα «ποίημα» για τη Γρανάδα του 1900. Με το έργο αυτό ο συγγραφέας εγκαταλείπει το γεμάτο ένταση τοπίο των αγροτικών δραμάτων του –Ματωμένος Γάμος (1933) και Γέρμα (1934)– και εγκαινιάζει έναν νέο κύκλο, ο οποίος θα συνεχιστεί με το ανολοκλήρωτο Los sueños de mi prima Aurelia [Τα όνειρα της ξαδέλφης μου Αουρέλια], κωμωδία για την αγροτική ζωή της Γρανάδας, και το Las monjas de Granada [Οι καλόγριες της Γρανάδας], τίτλος μιας σειράς χρονικών για την πόλη. Το έργο εντάσσεται σε μια εποχή έντονου δημιουργικού οίστρου, που χαρακτηρίζει τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Λόρκα.
Η πλοκή εκτυλίσσεται σε μια επαρχιακή πόλη, τη Γρανάδα, στον απόηχο των μεταβολών που επήλθαν στα γούστα, τη μόδα και τις συμπεριφορές των κατοίκων της, οι οποίες σημάδεψαν την αλλαγή του αιώνα. Ο Λόρκα αναπαράγει με νοσταλγία, συμπόνια και ειρωνεία τη ζωή μιας νεαρής κοπέλας που ζει σε μια σεμνότυφη κοινωνία και βιώνει την παρακμή της. Στην κοινωνία αυτή κυριαρχεί το κιτς· μια σκόπιμη επιτήδευση, η οποία κινείται ανάμεσα στην καρικατούρα, το χιούμορ και έναν έντονο λυρισμό, που διατρέχει ολόκληρο το έργο και μετατρέπεται σε κεντρικό άξονα της αισθητικής του. Επομένως, πρόκειται αφενός για μια κωμωδία του κιτς και αφετέρου για ένα δράμα εποχής, όπου η μόδα, η μουσική και τα έθιμα δίνουν έμφαση στο αμείλικτο πέρασμα του χρόνου και τα απραγματοποίητα όνειρα. Πιθανόν ο αρχικός σκοπός του δημιουργού να γράψει μια σατιρική κωμωδία για τις γεροντοκόρες στην ισπανική επαρχία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα να μετατράπηκε στην πορεία στο αγωνιώδες δράμα μιας κοπέλας που στο τέλος αποδέχεται με πόνο την αξιολύπητη γελοιότητα της ίδιας τής συμπεριφοράς της.
Η Δόνια Ροσίτα, μπορεί να μην έχει την δραματική ένταση και τον έκδηλο σπαραγμό άλλων έργων του συγγραφέα, και η φιγούρα της πρωταγωνίστριας να μοιάζει θεατρικά αδύναμη σε σχέση με τις άλλες γυναίκες-πρωταγωνίστριες των έργων του Λόρκα, είναι όμως, αναμφισβήτητα, ένας χαρακτήρας πιο ανθρώπινος και προσιτός, με πλούσιες εναλλαγές: αρχικά παρουσιάζεται ως ένα νεαρό ανέμελο κορίτσι, ενώ στη συνέχεια μεταλλάσσεται σταδιακά σε τραγικό πλάσμα χωρίς χαρά και ελπίδα, που περιμένει μάταια τον ερχομό του αρραβωνιαστικού, η μακρά απουσία του οποίου την καταδικάζει σε μια άγονη και δίχως νόημα ζωή. Και σαν αντίβαρο στην ηρωίδα και στους θείους της, που είναι και οι τρεις βυθισμένοι στα μη ρεαλιστικά, ξεπερασμένα ιδεώδη τους, ο Λόρκα δημιούργησε το χαρακτήρα της Παραμάνας, η οποία δεν χάνει ποτέ την επαφή της με την πραγματικότητα και δείχνει μια ψυχική γενναιοδωρία που αγγίζει τα όρια του ηρωισμού. Από την άλλη πλευρά, οι άντρες που περιστοιχίζουν την πρωταγωνίστρια δείχνουν αδύναμοι και μοιάζουν επίσης να έχουν αποκοπεί από τον πραγματικό κόσμο – όπως ο ανιψιός-ξάδελφος, ο «αιώνιος αρραβωνιαστικός», μορφή θολή και αποστασιοποιημένη, με μια στάση που αγγίζει τα όρια της υποκρισίας.
Είναι φανερό ότι ο ποιητής ανατρέχει με νοσταλγία αλλά και με πραγματική τρυφερότητα στη Γρανάδα που γνώρισε και αγάπησε στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, τόσο μέσα από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες –οι οποίοι προσδίδουν ευελιξία στην πλοκή του δράματος και χαρίζουν μια ανάσα φρέσκου αέρα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της εγκατάλειψης και της ερημιάς– όσο και μέσα από τη γλώσσα του έργου, όπου αφθονούν οι ιδιωματισμοί, τα λαϊκής εμπνεύσεως στιχάκια, οι εκφράσεις αφελούς θρησκοληψίας, αλλά και οι ευρηματικές κατάρες, που ακούγονται από το στόμα της Παραμάνας κυρίως, αναδεικνύοντας έτσι την πλούσια λαϊκή φλέβα του ποιητικού λόγου του Λόρκα και το γοητευτικά αυθεντικό άρωμα εκείνης της εποχής.
Ως προς τους χαρακτήρες που διανθίζουν κάθε μία από τις τρεις πράξεις της Δόνια Ροσίτα, αξίζει να σημειωθεί πως κάποιοι αντιστοιχούν, τουλάχιστον εν μέρει, σε πραγματικά πρόσωπα του κοινωνικού μωσαϊκού της Γρανάδας. Έτσι, μια βαθιά φιλία είναι γνωστό πως συνέδεε τον ποιητή με τις περίφημες και αινιγματικές Μανόλιες, τις οποίες η μοίρα και οι συναισθηματικές αποτυχίες διασκόρπισαν αργότερα στα πέρατα του κόσμου, ενώ ο δον Μαρτίν αποτελεί μια συμπαθή και δύσμοιρη καρικατούρα ενός καθηγητή του στο γυμνάσιο. Πέρα, όμως, από αυτές τις ανιχνεύσιμες φιγούρες, τόσο ο τελάλης που διαλαλεί το χαμομήλι του, μια παραδοσιακή φυσιογνωμία των δρόμων της εποχής, όσο και ο καθηγητής της πολιτικής οικονομίας με την γεμάτη έπαρση ρητορική του και οι γεροντοκόρες που γνωρίζουν τη γλώσσα των λουλουδιών αποτελούν γνήσια τέκνα του γραναδίνικου μικρόκοσμου.
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο του έργου, τέλος, ο Λόρκα φαίνεται ότι τον εμπνεύστηκε από τον έρωτα της ξαδέλφης του Κλοτίλδε για τον εξάδελφό της Μάχιμο Ντελγάδο Γκαρθία, ο οποίος, μολονότι αρραβωνασμένος μαζί της, έφυγε για το Τουκουμάν της Αργεντινής, παντρεύτηκε με άλλη γυναίκα και δεν επέστρεψε ποτέ. Η ίδια η Κλοτίλδε το 1980 έδωσε μια συνέντευξη και μίλησε για τη Δόνια Ροσίτα και για τον ξάδελφό της Φεδερίκο. Ήταν τότε πάνω από ογδόντα ετών, μια γυναίκα κοκέτα, δυναμική, ειλικρινής, πνευματώδης και αυθόρμητη, και οι διηγήσεις της έδειχναν ότι ο Φεδερίκο αποτελούσε ένα από τα πιο αγαπημένα της πρόσωπα, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις επιστολές του ποιητή προς τους γονείς του, στις οποίες πάντα ρωτάει για εκείνη. Η Κλοτίλδε αποκάλυψε βέβαια ότι η ερωτική της ιστορία δεν ταυτιζόταν με την ιστορία της Ροσίτα και ότι ναι μεν η ίδια παρέμεινε ανύπαντρη αλλά δεν περίμενε τον αρραβωνιαστικό της για μια ολόκληρη ζωή...
Πηγή έμπνευσης για το έργο αποτέλεσε, σύμφωνα με τον ίδιο το δημιουργό, η ιστορία του ρόδου του ευμετάβολου (rosa mutabilis) που ένας άλλος ποιητής, ο Χοσέ Μορένο Βίγια, αφηγήθηκε στον Λόρκα. Το έργο διαδραματίζεται σε μια «carmen» (τυπική έπαυλη της Γρανάδας με κήπο και/η περιβόλι που περικλείονται από ψηλό τοίχο) και είναι, σύμφωνα με τον υπότιτλο, «χωρισμένο σε διάφορους κήπους», οι οποίοι αντιστοιχούν σε πράξεις, και «διανθίζεται» με λυρικά ιντερλούδια –«σκηνές τραγουδιού και χορού»– που πλαισιώνουν σαν μοντερνιστική γιρλάντα τη δράση της κωμωδίας. Η τριανταφυλλιά, βασίλισσα των λουλουδιών, αποτελεί αλληγορία για την ανθρώπινη ύπαρξη, το μαρασμό της ομορφιάς και την απώλεια της ευτυχίας με το πέρασμα του χρόνου. Το άνθος της, το ρόδο («la rosa») συμβολίζει το δράμα που ζει η πρωταγωνίστρια Ροσίτα («Rosita») –δεν θα μπορούσε να της έχει δοθεί καλύτερο όνομα–, μια ανύπαντρη κοπέλα η οποία στην τρίτη πλέον πράξη, όταν οι ελπίδες της  έχουν εξανεμιστεί και η ζωή της φυλλορροεί, μετατρέπεται σε Δόνια Ροσίτα. Η διατήρηση του υποκοριστικού τής προσδίδει ένα στίγμα γελοιότητας, που οφείλεται στην παράταση μιας κατάστασης –της αγαμίας– η οποία, στη θλιβερή πραγματικότητα της Ισπανίας στα τέλη του 19ου αιώνα, θεωρείται απαράδεκτη τόσο από την ίδια όσο και από  το περιβάλλον της.
Ως προς την ποιητική του χρόνου, οι τρεις πράξεις του έργου αντιστοιχούν σε τρεις μέρες από τη ζωή της ηρωίδας σε διάστημα 25 χρόνων (1885, 1900 και 1910) οι οποίες με τη σειρά τους αντιστοιχούν στις τρεις φάσεις της ζωής του ρόδου του ευμετάβολου: είναι άλικο το πρωί, χλομό το απόγευμα και φυλλοροεί με τον ερχομό της νύχτας. Η λυρική γλώσσα των λουλουδιών μετατρέπεται, έτσι, στη δραματική γλώσσα των χρόνων που περνούν: τρεις στιγμές από τη ζωή του ρόδου, τρεις ημέρες από τη ζωή της Ροσίτα, τρεις ιστορικές εποχές που αντιπροσωπεύουν συνολικά το φευγαλέο του χρόνου, τη διάψευση της ανθρώπινης ελπίδας και την απώλεια της αθωότητας που βιώνει η Ευρώπη ανάμεσα στα 1885 και 1910, με το τέλος της Μπελ Επόκ και τα πρώτα σημάδια του επερχόμενου πολέμου.
Η ποιητική ένταση του έργου ακολουθεί τη συναισθηματική πορεία του ανθρώπινου χρόνου: ελπίδα, προσμονή, απογοήτευση. Τον έντονο λυρισμό της πρώτης πράξης, όταν ο κόσμος της ηρωίδας είναι ακόμα νέος, αθώος και ελπιδοφόρος, διαδέχεται ο συγκρατημένος, διάστικτος πλέον με νότες παθητικότητας και αγωνίας, λυρισμός της δεύτερης, ενώ μόνο στην τρίτη πράξη αποκτά ουσιαστικά το έργο τη δραματική του διάσταση. Η γεμάτη αθώα λεπταισθησία ποίηση των δύο πρώτων πράξεων μετατρέπεται τώρα στην ποιητική πρόζα των τραγικών φωνών που μας είναι γνωστές από το Ματωμένο Γάμο, το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα και κυρίως τη Γέρμα, που με τον εντός γάμου μαρασμό της αποτελεί, θα λέγαμε, την αντίστιξη της Ροσίτα της Γεροντοκόρης.
Το μεγαλείο της κωμωδίας ή του δράματος του Λόρκα έγκειται στο σπάνιο συγκερασμό που επιτυγχάνει ανάμεσα στον ποιητικό συμβολισμό και την καθημερινότητα, ανάμεσα στο λυρισμό, ακόμη και με μια δόση ειρωνείας, και τον ανθρώπινο πόνο. Το σύμβολο του ρόδου ενσαρκώνεται στη Ροσίτα, η ζωή της οποίας αντιπροσωπεύει τη ζωή των υπόλοιπων γυναικών στην ισπανική κοινωνία του 1900, αλλά και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Σκοπός της γυναίκας είναι ο γάμος και η ανατροφή της έχει ως στόχο την επίτευξη αυτού του σκοπού. Η εξοικείωση με τις δουλειές του σπιτιού συνδυάζεται με την ικανότητα στη βελόνα και το κέντημα, και συμπληρώνεται με την εκμάθηση του πιάνου και κάποιας ξένης γλώσσας, κατά προτίμηση της γαλλικής. Η ψυχαγωγία ρυθμίζεται από κανόνες διακριτικότητας που περιορίζουν τον αυθορμητισμό και αναχαιτίζουν την ελεύθερη έκφραση των συναισθημάτων, ενώ η αποδοχή ή η απόρριψη ενός έρωτα εκδηλώνονται μέσω της συμβολικής χρήσης διαφόρων αντικειμένων, όπως η βεντάλια, τα λουλούδια, οι μαντήλες ή τα ομπρελίνα.
Η Δόνια Ροσίτα δεν παύει να αποτελεί όμως και μια κωμωδία εποχής, και για το σκοπό αυτό ο δημιουργός κάνει αναφορές σε νεωτεριστικά αντικείμενα (αυτοκίνητο, βαρόμετρο κ.λπ.) που αντιπροσωπεύουν την πρόοδο και το νέο πνεύμα της εποχής, με τρόπο ώστε τελικά οι αναφορές αυτές να προδίδουν μια επιτηδευμένη και πομπώδη αισθητική η οποία σχεδόν αγγίζει την κακογουστιά.
Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στη Βαρκελώνη τα Χριστούγεννα του 1935, με πρωταγωνίστρια τη σπουδαία ηθοποιό και φίλη του Λόρκα, Μαργαρίτα Σίργου, η οποία καθημερινά, σε κάθε παράσταση της Δόνια Ροσίτα, δεχόταν μια ανώνυμη ανθοδέσμη από τις ανθοπώλισσες της Ράμπλας. Σε αυτές τις γυναίκες, λοιπόν, ο συγγραφέας και η ηθοποιός αποφάσισαν να αφιερώσουν την παράσταση. Την έναρξή της προλόγισε ο ίδιος ο συγγραφέας με ένα χαιρετισμό ο οποίος κατέληγε ως εξής:

Φίλες μου ανθοπώλισσες, με την ίδια τρυφερότητα με την οποία σας χαιρετώ κάτω από τα δέντρα, ως άγνωστος περαστικός, σας χαιρετώ κι εδώ απόψε ως ποιητής και σας προσφέρω, ως γνήσιος Ανδαλουσιανός, αυτό το τριαντάφυλλο από θλίψη και λέξεις: τη Γραναδίνα Ροσίτα τη Γεροντοκόρη.

            Όσον αφορά την υποδοχή της δόνια Ροσίτα στην Ελλάδα, το έργο πρωτοανέβηκε στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 1959, σε μετάφραση και σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Η μετάφραση του ιδίου χρησιμοποιήθηκε σε δύο ακόμα περιπτώσεις: στο τηλεοπτικό ανέβασμα του έργου, στο πλαίσιο της εκπομπής της ΕΡΤ «Το Θέατρο της Δευτέρας», στις 16 Δεκεμβρίου 1985, σε σκηνοθεσία Ερρίκου Ανδρέου, και το 1991 στο ανέβασμά του από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Τάκη Καλφόπουλου. Το 1999 ανέβηκε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη και σκηνοθεσία Νικαίτης Κουντούρη και το 2016 στο Διάχρονο Θέατρο σε μετάφραση-διασκευή και σκηνοθεσία της Μαίρης Βιδάλη, ενώ έχει παιχτεί από πλήθος ερασιτεχνικών θιάσων. Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι το 1967 είχε διασκευαστεί για το ραδιόφωνο (μετάφραση-διασκευή Ιουλίας Ιατρίδη, ραδιοσκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά).
Όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει, ο ποιητής από την Ανδαλουσία εξακολουθεί να συγκινεί με τη Δόνια Ροσίτα. Η νοσταλγική αναβίωση της συναισθηματικής ευαισθησίας του τέλους του 19ου αιώνα, η ανασύσταση και η διακωμώδηση, ταυτοχρόνως, του μοντερνισμού και η περιπαικτική, τέλος,  χρήση της υπερβολής οδηγούν σε ένα αναμφίβολα κωμικό αποτέλεσμα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στην πρεμιέρα του έργου, στις 12 Δεκεμβρίου 1935, στο Μέγαρο Γουέλ της Βαρκελώνης, ο Λόρκα αναφώνησε καθώς σηκωνόταν η αυλαία: «Τι υπέροχη κακογουστιά!»
Ας ευχηθούμε η παρούσα συλλογική μετάφραση να αποτελέσει κίνητρο για καινούργιες καλόγουστες θεατρικές «κακογουστιές»!


Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Ασπασία Καμπύλη, Ματθίλδη Σιμχά


Η Δόνια Ροσίτα η Γεροντοκόρη ή η Γλώσσα των λουλουδιών κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, στη σειρά Literatura, τον Μάιο του 2018, σε συλλογική μετάφραση και επιμέλεια των φοιτητριών και φοιτητών [1] του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών "Επιστήμες της Γλώσσας και του Πολιτισμού", κατεύθυνση "Μετάφραση, επικοινωνία και εκδοτικός χώρος", του τμήματος Ιταλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ, με διδάσκοντα τον Αναπληρωτή Καθηγητή Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας Κωνσταντίνο Παλαιολόγο



[1] Κατά αλφαβητική σειρά: Αναστασία Βακουφτσή, Χρήστος Βασιλειάδης, Σοφία Γεωργιάδου, Ευθυμία Γεωργοπούλου, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Αικατερίνη Δημητροπούλου, Μαρία Καλουπτσή, Ασπασία Καμπύλη, Κυριακή Καραγιαννίδου, Κωνσταντίνα Κιοσέ, Παρασκευή-Μαρία Κροκίδου, Κωνσταντίνα Λαζάρου, Αναστασία Λάμπρου, Μαρία Μαλακάτα, Δήμητρα Μπακατσιά, Μαριάννα-Μαρία Ορφανίδου, Ευστρατία Παπαϊωάννου, Αικατερίνη Πλιάκη, Ματθίλδη Σιμχά, Μαγδαληνή Σωποτινού, Έλενα Χατζηκυριάκου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου