Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Ο αποχαιρετισμός ως επικό ποίημα, του Χουάν Βιγιόρο

Ζούμε σε μια από τις λίγες χώρες όπου θεωρείται ευγενικό να μένει κανείς σε μια μάζωξη έως ότου αποκοιμηθούν οι οικοδεσπότες. Αν ο παρορμητικός καλεσμένος κάνει πως σηκώνεται πριν από τις δύο τα ξημερώματα, ο νοικοκύρης του σπιτιού τον ρωτά: «Μα τι σου κάναμε;».
Παρότι κρύβει τα χασμουρητά του φέρνοντας την πετσέτα μπροστά στο στόμα, ο Μεξικάνος που προσκαλεί σε δείπνο θεωρεί τον εαυτό του μάρτυρα στο βωμό της φιλοξενίας. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να καταλήξει μια συνάντηση σε καταστροφή (ο Μπενχαμίν επιτίθεται σε όλο τον κόσμο με αυστηρότητα στρατιωτικού και μετά διαμαρτύρεται: «Δεν σηκώνετε αστεία!», η Σότσιτλ επαναλαμβάνει την ατέρμονη ανάλυσή της περί των εσωτερικών εκλογών στο Κόμμα της Δημοκρατικής Επανάστασης, η Κοντσίτα πιάνει την κιθάρα και απειλεί ότι θα τραγουδήσει ένα κομμάτι της Τσαμπούκα Γκράντα)· όπως και να ’χει πάντως, όσο ανυπόφορη και αν είναι η κατάσταση, το μόνο που σκέφτεται ο οικοδεσπότης είναι να την παρατείνει.
Την επομένη, σχολιάζει: «Οι Χιμένες έμειναν μέχρι τις πέντε τα ξημερώματα!». Αδιάφορο αν αυτό ήταν επιθυμητό. Η επιτυχία της γιορτής κρίνεται από τη διάρκειά της. Οι σύντομοι ευφυείς διαξιφισμοί έχουν πιο μικρή αξία από το παρατεταμένο θέατρο παρανοήσεων εκείνων που δεν ξέρουν πώς να φύγουν από ’κει. 
          Είναι προσβολή να εγκαταλείψετε ξαφνικά ένα ξένο σπίτι. Ο καλεσμένος οφείλει να βάλει τα δυνατά του για να μη δείξει πως θέλει να αποδράσει. Για παράδειγμα, βολεύει να φτάσετε με κάποια δικαιολογία που να προετοιμάζει την αποχώρησή σου. Το πρόσχημα του άρρωστου παιδιού είναι το πλέον συνηθισμένο, αν και έχει αποδειχτεί πως από τις τόσες και τόσες φανταστικές ασθένειες, τα παιδιά στο τέλος αρρωσταίνουν πραγματικά.
          Από την άλλη δεν ωφελεί σε τίποτα να επινοήσετε κάποια επείγουσα υποχρέωση για το επόμενο πρωί. Διατρέχετε έτσι τον κίνδυνο να παρατείνετε τη μάζωξη ως την ώρα του πρωινού: «Έλα τώρα, πας κατευθείαν από εδώ στη δουλειά σου!». Το καλύτερο τέχνασμα είναι να προσποιηθείτε πως έχετε κάποιο πρόβλημα αόριστο, περίπλοκο και κάπως ταπεινωτικό: «Αφήσαμε τα παιδιά με τη Χουανίτα, την ξαδέλφη μου που επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Το κάναμε για να ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή της, αλλά η αλήθεια είναι πως με τρομάζει πολύ που τα παιδιά μου είναι μαζί της».
Μια ιστορία αυτού του είδους προκαλεί αρκετή ανησυχία, έτσι ώστε η  δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι φεύγετε νωρίς να μετατραπεί σε συμπόνια επειδή πηγαίνετε εκεί όπου η Χουανίτα προσέχει τα παιδιά.                                 
Βεβαίως, αν έχετε αποφασίσει να αποχωρήσετε, δεν είναι σωστό να σηκωθείτε χωρίς πολλές-πολλές διατυπώσεις, τινάζοντας μόνο τα ψίχουλα από το σακάκι. Όταν το ζευγάρι ή οι φίλοι που έφτασαν μαζί ανταλλάσσουν τις ματιές εκείνες που στα μυθιστορήματα ονομάζονται «συνενοχής», αλλά στην πραγματικότητα είναι γεμάτες αγωνία, ο πιο ευφραδής της παρέας πρέπει να θέσει σε κίνηση το αργό πρωτόκολλο του αποχαιρετισμού.
Βρισκόμαστε ενώπιον ενός μακρόσυρτου λογοτεχνικού είδους, που αποστρέφεται το σαφές και το ξεκάθαρο, και κυριαρχείται από μπαρόκ υπαινιγμούς.
Τα βήματα για να φύγουμε χωρίς περαιτέρω επικρίσεις από ένα φιλόξενο σπίτι είναι τα ακόλουθα: 1) εγκωμιάζουμε το φαγητό και υπενθυμίζουμε ότι παραφάγαμε, πράγμα ανήκουστο μετά την πρόσφατη αμοιβάδωσή μας, 2) επιδοκιμάζουμε καιροσκοπικά την πιο ενοχλητική τοποθέτηση του οικοδεσπότη («πολύ διαφωτιστικό αυτό που είπες για τον Χίτλερ», 3) επιμένουμε ότι το σπίτι μας είναι πολύ μακριά, 4) (στην περίπτωση που μένουμε κοντά) αναφέρουμε τα προβλήματα του αυτοκινήτου που θέτουν σε κίνδυνο την επιστροφή μας, 5) λέμε: «Το ξενυχτήσαμε» (ό,τι ώρα και να ’ναι), 6) προτείνουμε μια νέα συνάντηση τόσο σύντομα ώστε η αναχώρησή μας να φανεί ως ανακουφιστικό διάλειμμα, 7) προσθέτουμε μια σοκαριστική λεπτομέρεια σχετικά με τη Χουανίτα. Αυτό είναι το βασικό πλάνο προκειμένου να απογοητεύσουμε τους φίλους μας με ευγενικό τρόπο. Φεύγουμε χωρίς την επίτευξη συναίνεσης, αλλά με την τιμή μας ακέραιη.
Η προσφυγή σε κάποιες δικαιολογίες μπορεί να διευκολύνει ή να καταστρέψει την αποχώρηση. Για παράδειγμα, να προσποιηθούμε κάποια ξαφνική αδιαθεσία (που ποτέ δεν έχει σχέση με το μενού) ή να ενσπείρουμε τη διχογνωμία στους οικοδεσπότες. Για το τελευταίο απαιτείται συνωμοτική δεξιότητα. Πλησιάζετε ξαφνικά το φίλο του οποίου η γενναιόδωρη φιλοξενία μοιάζει τόσο με κατ' οίκον περιορισμό και του λέτε στο αυτί: «αύριο θα βρεθούμε στη σάουνα και θα σου πω για την Τσάτα». Προφανώς, αυτή η συνενοχή εξαρτάται από το ενδιαφέρουσα που παρουσιάζει η Τσάτα. Αν ο οικοδεσπότης έχει ανάγκη αυτή την πληροφόρηση, θα κάνει τις διαμαρτυρίες της γυναίκας του να σιγήσουν, λες και είναι ψαλμωδίες σε μια εκτός τόπου μουσουλμανική λιτανεία.
Μετά από τρία τέταρτα της ώρας αφιερωμένα στην δημιουργία συναίνεσης, πλακώνουν οι αγκαλιές, σαν κι εκείνες στην αποβάθρα του τρένου ή στο αεροδρόμιο, τόσο μακρόσυρτες, που θα έπρεπε να δίνουν μπόνους μίλια προκειμένου να επιστρέψουμε για το ξαναζεσταμένο φαΐ.
          Είμαστε, επιτέλους, ένα αιώνιο βήμα πριν την έξοδο. Η λαϊκή μούσα, ευαίσθητη πάντοτε με τους καημούς μας, μπόρεσε να συνοψίσει τη στιγμή στο κατώφλι κατά την οποία ο καλεσμένος είναι πλέον ένας εισβολέας: «Όλο φεύγεις, όλο φεύγεις αλλά ακόμα είσαι εδώ».
Ίσως γιατί οι Μεξικανοί, πάντα ασυνεπείς στην ώρα μας, να έχουμε μετατρέψει την αρμένικη βίζιτα σε  αρετή. Άπαξ και γίνει το θαύμα και έρθει ο κόσμος, δεν πρέπει να τον αφήσουμε να φύγει.
          Ο τέλειος καλεσμένος οφείλει να είναι πρόθυμος να αλλάξει ζώνη ώρας στο σαλόνι των φίλων του. Στις 3 π.μ. δέχεται ένα χωνευτικό και στις τέσσερις μια τηγανητή μεξικάνικη τορτίγια συνοδευμένη από έναν απροσδιόριστο πουρέ. Όταν οι οικοδεσπότες αποκοιμηθούν στο σαλόνι, κουλουριασμένοι σε στάσεις που θυμίζουν τους ενταφιαζόμενους σε πιθάρια νεκρούς Σαποτέκας, γράψτε ένα σημείωμα ζητώντας συγγνώμη που τους κρατήσατε τόσες ώρες ξάγρυπνους. Την επόμενη μέρα θα σας μιλήσουν ταπεινωμένοι από τις ενοχές: «Ούτε αντίο δεν είπαμε!» Στις μαζώξεις που προσβλέπουν στην αιωνιότητα, ο πιο ευγενικός σβήνει το φως.

(Από τη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα με τον τίτλο ¿Hay vida en la Tierra? [Υπάρχει ζωή στη Γη;], πρώτη έκδοση 2012, εκδ. Almadía, Πόλη του Μεξικού, 2016)


Η μετάφραση του διηγήματος εκπονήθηκε σε Εργαστήριο Συλλογικής Μετάφρασης του Κέντρου Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής Γλώσσας ABANICO με τη συμμετοχή των: Ανθούλας Βασιλείου, Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου, Ασπασίας Καμπύλη, Εύης Κύρλεση,  Μαρίας Μαλακάτα, Νίκου Μανουσάκη, Μαρίας-Σοφίας Μαρκεσίνη, Σοφίας Φερτάκη.

Συντόνισαν οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης.

Ήταν παρών και συνέβαλε ο συγγραφέας. Οι συμμετέχοντες και οι συντονιστές τον ευχαριστούν θερμά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου