Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Μιλώντας για τον Αρλτ, του Marcos G. Breuer

Για μένα το θέατρο είναι ένα μέσο για να θέσει κανείς
προσωπικούς προβληματισμούς στην ανθρωπότητα...
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τους δικούς μου προβληματισμούς.
Χρειάζομαι επειγόντως να ανέβω στη σκηνή και να πω στο κοινό που κρύβει
το πρόσωπό του στο σκοτάδι: «Μου συμβαίνει αυτό, εκείνο, το άλλο.
Πώς να λύσω τα αινίγματα που χορεύουν στη συνείδησή μου;»
Ρομπέρτο Αρλτ (1900-1942)

Το πρώτο από τα δύο έργα που απαρτίζουν αυτό το βιβλίο, η Απόδειξη Αγάπης, είναι ένα σύντομο θεατρικό έργο που γράφτηκε από τον Ρομπέρτο Αρλτ το 1932. Εκεί ο συγγραφέας επιστρέφει σε ένα θέμα που τον βασανίζει από τα πρώτα του διηγήματα: την έλλειψη εμπιστοσύνης, την αμφιβολία, την περιφρόνηση, ακόμη και το μίσος, που σταδιακά αρχίζουν να φωλιάζουν στην ψυχή ενός άντρα και μιας γυναίκας που συνδέονται με το θεσμό του αρραβώνα αρχικά και του γάμου αργότερα. Δεν είναι η αγάπη, η κατανόηση ή η αφοσίωση αυτό που ενώνει και κρατάει μαζί τα αρλτιανά ζευγάρια, αλλά η συνήθεια, το κοινό συμφέρον, το αμοιβαίο όφελος ή, απλώς, η παραίτηση. Στο σύμπαν του Αρλτ τα σώματα μπορεί κάποιες φορές να παρακινούνται από το πάθος, αλλά πολύ σπάνια από την αγάπη.
        Μπορούμε όντως να κάνουμε λόγο για μια απόδειξη αγάπης;  Η έκφραση αυτή δεν περικλείει άραγε μια αντίφαση, μια contradictio in terminis; Μπορεί να υπάρξει πραγματικά αγάπη όταν ζητείται να αποδειχθεί η ύπαρξή της; Το ίδιο το αίτημα μιας απόδειξης αγάπης δηλώνει ξεκάθαρα την απουσία αυτού ακριβώς που ζητείται να επαληθευθεί. Εάν ο πιστός, κατατρεγμένος από θρησκευτική αμφιβολία, εκλιπαρεί για ένα θαύμα από τα ουράνια, είναι επειδή έχει πάψει να πιστεύει· εάν ο εραστής ζητά από την αγαπημένη του μια απόδειξη, είναι επειδή έχει ήδη πάψει να την αγαπάει ή επειδή αντιλαμβάνεται ότι δεν την αγάπησε ποτέ ή επειδή δεν την εμπιστεύεται πια.
Η Φρίντα και ο Γκίντερ, οι πρωταγωνιστές του έργου, είναι δύο νέοι από το Μπουένος Άιρες, που, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, συναντιούνται κρυφά στο εργένικο διαμέρισμα εκείνου. Και οι δύο είναι –όπως και ο ίδιος ο Αρλτ– απόγονοι μεταναστών από την Κεντρική Ευρώπη· η μοίρα όμως των δύο οικογενειών, εκείνης και εκείνου, ήταν διαφορετική. Ενώ εκείνος απολαμβάνει τα εκατομμύρια που κατάφεραν να αποκτήσουν οι γονείς του, εκείνη πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να παραμείνει στην επισφαλή κοινωνική θέση στην οποία κατάφερε να ανέβει η οικογένειά της μέσα από στερήσεις, θυσίες και τεχνάσματα. Ο Γκίντερ υποψιάζεται ότι η Φρίντα τον θέλει μόνο για τα λεφτά του και γι’ αυτό της ζητάει μια απόδειξη αγάπης. Γενικά, την απόδειξη αυτή αποτελούσαν οι προγαμιαίες ερωτικές σχέσεις. Ο άντρας τουλάχιστον αποκόμιζε την εκδήλωση της γυναικείας τρυφερότητας, ενώ εκείνη έπρεπε να ρισκάρει σ’ αυτό το εγχείρημα την ίδια της την παρθενιά. Ο Γκίντερ όμως, θύμα της εμμονής και του κυνισμού του, θέλει άλλου είδους απόδειξη, ακόμη πιο ισχυρή. Αν στοίβαζε όλα του τα χρήματα και τους έβαζε φωτιά, αν έτσι καταδίκαζε τον εαυτό του στη φτώχεια, εκείνη άραγε θα συνέχιζε να τον αγαπάει;
        Η Απόδειξη αγάπης δεν πρόλαβε να παιχτεί στο θέατρο όσο ζούσε ο συγγραφέας, καθώς εκείνος πέθανε πρόωρα το 1942, σε ηλικία σαράντα δύο ετών. Ανέβηκε για πρώτη φορά το 1947 στο La Casa del Teatro.
        Το Έρημο Νησί, αντιθέτως, το άλλο έργο του βιβλίου, που γράφτηκε το 1937 και έκανε πρεμιέρα λίγο αργότερα, είχε σχετική απήχηση. Εδώ εμφανίζεται άλλη μία από τις εμμονές του Αρλτ, εκείνη που περιστρέφεται γύρω από την απογοήτευση και την αποξένωση που προκαλεί στο σύγχρονο άνθρωπο η καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι στην κοινωνία μας, η δουλειά, όχι μόνο δεν εξευγενίζει τον άνθρωπο, αλλά τον μειώνει. Οποιαδήποτε πρόταση για τον εξανθρωπισμό του συστήματος είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, καθώς για τον Αρλτ, ο καπιταλισμός είναι εξ ορισμού απάνθρωπος. Το μόνο που απομένει στον καθένα είναι να προσπαθήσει να ξεφύγει. Παρ’ όλα αυτά, τίποτα δεν εγγυάται την επιτυχία του σχεδίου απόδρασης. Άλλωστε, οι ήρωες του Αρλτ στο τέλος σχεδόν πάντα αποτυγχάνουν.
Η πλοκή του Έρημου νησιού μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: κάποιοι υπάλληλοι γραφείου εργάζονται σκληρά υπό την επίβλεψη ενός αμείλικτου προϊσταμένου που δεν ανέχεται ούτε λάθη ούτε περισπασμούς. Αλλά η θέα του λιμανιού του Μπουένος Άιρες από το γραφείο αποσπά την προσοχή των εργαζομένων: αντιλαμβάνονται τα πλοία που μπαίνουν και βγαίνουν στο λιμάνι και σκέφτονται την περιπετειώδη ζωή που θα μπορούσαν να ζήσουν στα πιο μακρινά μέρη του κόσμου, αν είχαν μονάχα το θάρρος να απαρνηθούν τη σιγουριά της πόλης, που τους παρέχει μεν σταθερή εργασία, αλλά κακοπληρωμένη και πληκτική δε. Επειδή πληθαίνουν τα λάθη που γίνονται από τους υπαλλήλους εξαιτίας των περισπασμών, ζητούν από τον προϊστάμενό τους να αλλάξουν οι συνθήκες εργασίας, να επιστρέψουν στο υπόγειο, όπου τουλάχιστον θα γλιτώσουν από τον πειρασμό του λιμανιού. Ο προϊστάμενος εγκαταλείπει το γραφείο για να βρει τον διευθυντή· εκείνη τη στιγμή μπαίνει ο κλητήρας, ένας μιγάς που έχει γυρίσει τον κόσμο δουλεύοντας σε πλοία κάθε είδους. Ο Σιπριάνο, όπως ονομάζεται ο χαρακτήρας, εν τέλει γοητεύει τους θλιμμένους υπαλλήλους με τις διηγήσεις και τα τατουάζ του. Σε κατάσταση έκστασης, ξεκινάει να τραγουδάει και γύρω του οι υπάλληλοι, μαγεμένοι, αρχίζουν να χορεύουν και να βγάζουν τα ρούχα τους. Όμως, λίγο αργότερα εισβάλλουν ο προϊστάμενος με τον διευθυντή. Όπως ο Αδάμ, όταν τον ανακαλύπτει ο Θεός, κατηγορεί την Εύα για το αμάρτημά του, έτσι και οι υπάλληλοι κατηγορούν τα πλοία και τον «μαύρο» για το ολίσθημά τους απέναντι στο ανακριτικό βλέμμα των ανωτέρων τους. 
Φορτωμένο με κλισέ (ο προϊστάμενος ως αδυσώπητος αγριάνθρωπος, το γραφείο ως αποστειρωμένο και μελαγχολικό μέρος, το έρημο νησί ως ο χαμένος παράδεισος, ο μιγάς Σιπριάνο ως οδηγός προς ένα μακρινό κόσμο αφθονίας και αισθησιασμού…), αυτό το ‹‹περιγέλασμα σε μια πράξη›› δεν καταφέρνει να δημιουργήσει τη δραματική ένταση της Απόδειξης αγάπης· ωστόσο, καταφέρνει να συμπυκνώσει σε δύο σκηνές μια κοινωνική κατάσταση, η οποία προβλημάτιζε πολύ τον συγγραφέα και η οποία συνεχίζει να προβληματίζει εμάς τους αναγνώστες, ογδόντα χρόνια μετά.
Όπως κάθε σπουδαίο λογοτεχνικό έργο, το έργο του Αρλτ αντανακλά τόσο μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και ένα συγκεκριμένο τόπο, δηλαδή την εποχή του, όσο και τις αιώνιες συγκρούσεις που ταλανίζουν τον άνθρωπο. Με άλλα λόγια, είναι ένα έργο που αντιπροσωπεύει την εποχή του, χωρίς να μένει παγιδευμένο εντός της. Από εκεί προκύπτει το ιστορικό ενδιαφέρον και, παράλληλα, η διαχρονικότητα που έχουν τα διηγήματα, τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά έργα του αργεντινού συγγραφέα.             
        Τα χρόνια πριν και μετά το 1930 είναι καθοριστικά για την Αργεντινή. Τότε φτάνει στο τέλος του το κοινωνικοοικονομικό σύστημα ανάπτυξης που στηρίζεται στην εξαγωγή αγροτικών προϊόντων και το οποίο διέπει με επιτυχία τη ζωή της χώρας για περισσότερες από δύο γενιές,  και ταυτόχρονα ξεκινά να εφαρμόζεται ένα νέο μοντέλο, αυτή τη φορά με επίκεντρο τη δημιουργία μιας εθνικής βιομηχανίας. Είναι επίσης χρόνια πολιτικής απογοήτευσης για πολλούς νέους: διανοούμενους και εργαζομένους, μετανάστες και γηγενείς· οι επιτακτικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που είχε υποσχεθεί οι ριζοσπαστικές κυβερνήσεις του Ιπόλιτο Ιριγκόγεν (1916-1922 και 1928-1930) σε ορισμένες περιπτώσεις δεν πραγματοποιήθηκαν καθόλου, ενώ σε κάποιες άλλες, απλώς υλοποιήθηκαν μερικώς. Η ελπίδα να γίνει η Αργεντινή μια κοινωνία δυναμικά μοντέρνα και προοδευτική καταρρέει. Το τελειωτικό χτύπημα το έδωσε το πραξικόπημα του 1930, το πρώτο από μια σειρά που θα σημάδευε την πορεία της χώρας για μισό αιώνα. Το πραξικόπημα του Φέλιξ Ουριμπούρου ήταν η αρχή για την «Década Infame» [«Δεκαετία της Ντροπής»], μια δεκαετία που χαρακτηρίστηκε από το ψέμα και την εκλογική νοθεία, εκ μέρους μιας ελίτ αποφασισμένης να προστατέψει με κάθε τρόπο τα συμφέροντά της και να επαναφέρει τη συντηρητική τάξη πραγμάτων. Είναι αυτή η ατμόσφαιρα καταπίεσης, διαφθοράς, σκεπτικισμού, υποκρισίας και οικονομικής ανασφάλειας για εκατομμύρια ανθρώπους που διαποτίζει ορισμένες από τις καλύτερες σελίδες του Αρλτ.
Ο «κοινωνικός ρεαλισμός» του Αρλτ, που τόσο επαινέθηκε από κάποιους και τόσο κατακρίθηκε από άλλους, δεν είναι ακριβώς αυτό. Όπως ακριβώς έγραφε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες στον πρόλογο ενός βιβλίου που αγαπούσε ο Αρλτ, τις Υποδειγματικές Νουβέλες του Μιγκέλ ντε Θερβάντες, «ο προφορικός λόγος είναι ένα από τα πολλά είδη γραπτού λόγου». Ο διάλογος ανάμεσα στη Φρίντα και τον Γκίντερ, για παράδειγμα, είναι υπερβολικά ψυχρός, εγκεφαλικός, ειρωνικός και, κάποιες στιγμές, γκροτέσκος. Δεν είναι η  συζήτηση που θα ξεκινούσε ένα ζευγάρι που σκέφτεται να παντρευτεί, ακόμα και αν η αμφιβολία κατατρώει τον έναν από τους δύο.
     O Αρλτ, ένας φτωχός νέος, γεμάτος περιέργεια, επαναστάτης, αντικομφορμιστής, αυτοδίδακτος, χρειάστηκε να κάνει τα πάντα για να μπορέσει να ζήσει και να «έχει την πολυτέλεια» να γράφει. Στις ώρες που ξέκλεβε από την διασκέδαση και τον ύπνο, ο Αρλτ διάβαζε, έγραφε και δημιουργούσε «μέσα σε περήφανη μοναξιά», όπως δηλώνει στον πρόλογο του μυθιστορήματός του, Los lanzallamas. Αφού έχει διασχίσει ακούραστα τους δρόμους του Μπουένος Άιρες ως πωλητής ή ως απλός υπάλληλος κάποιας εταιρείας, πάντα έναντι πενιχρής αμοιβής, ο Αρλτ καταφέρνει να μπει στο χώρο της δημοσιογραφίας:  η γραφή ήταν πλέον ένα μέσο για να βγάζει τα προς το ζην. Αλλά ο Αρλτ είχε επίγνωση των κινδύνων που ενέχει η δουλειά στον Τύπο, καθώς τα μέσα προωθούν ένα είδος γραφής που δύσκολα ανταποκρίνεται στα αισθητικά και ηθικά κριτήρια ενός αυθεντικού συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση, από τα χρόνια του Αρλτ ως δημοσιογράφου μάς έχουν μείνει οι διάσημες στήλες του (που σήμερα είναι συγκεντρωμένες στις συλλογές Aguafuertes porteñas, Aguafuertes patagónicas, Aguafuertes españolas κ.λπ.).
     Ο Αρλτ δεν μπόρεσε να απολαύσει, όσο ήταν εν ζωή, τη φήμη που σήμερα συνοδεύει το έργο του. Μόλις τη δεκαετία του ’60 οι κριτικοί άρχισαν να μελετούν συστηματικά το έργο που μας κληροδότησε και να το εξετάζουν με κριτήρια  επαρκέστερα από αυτά των προκατόχων τους. Συγγραφείς του βεληνεκούς του Χούλιο Κορτάσαρ, του Ερνέστο Σάμπατο, του Χουάν Κάρλος Ονέτι και του Ρικάρντο Πίλια είναι μερικοί από τους διαδόχους του συγγραφέα από το Μπουένος Άιρες. Όπως υποστηρίζει ο  Μάριο Γκολομπόφ: «Το έργο του Αρλτ συνεχίζει να είναι ένα υποχρεωτικό σημείο αναφοράς για τις νέες γενιές αργεντινών συγγραφέων. Στην Αργεντινή του σήμερα πολλοί από τους καλύτερους αφηγητές μας αυτοχαρακτηρίζονται ως απόγονοι του Αρλτ. Απόλυτη ειλικρίνεια, ανυπόκριτη αυθεντικότητα, παθιασμένη αφοσίωση στη ζωή –που αντικατοπτρίζεται στο έργο του– κυριαρχία μιας προσωπικής γλώσσας, το προνόμιο της φαντασίας χωρίς φραγμούς, είναι μερικές από τις αρετές που φανταζόμαστε ότι υποκινούν την εν λόγω προσήλωση». 

Ο Marcos G. Breuer γεννήθηκε στην Αργεντινή και σπούδασε Φιλοσοφία στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Κόρδοβα. Είναι διδάκτορας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Ντίσελντορφ. Από το 2009 ζει στην Αθήνα όπου διοργανώνει σεμινάρια φιλοσοφίας και ιστορίας της λογοτεχνίας.

To παρόν δοκίμιο αποτελεί τον πρόλογο της έκδοσης στα ελληνικά, από τις Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, των θεατρικών έργων του Ρομπέρτο Αρλτ Απόδειξη αγάπης και Το έρημο νησί. Η συλλογική μετάφραση και επιμέλεια του προλόγου του Μarcos Breuer είναι προϊόν του μαθήματος «Μετάφραση από τα Ισπανικά στα Ελληνικά» που διδάσκει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ «Διερμηνεία και Μετάφραση», κατεύθυνση «Μετάφρασης». Συμμετείχαν οι σπουδάστριες, Ευρυδίκη Γαρούφα, Κωνσταντίνα Δασκαλοπούλου, Ιωάννα Μαρία Δεμηρτζίδου, Μαρίνα Ζβε, Μαρία Μελαδάκη.

1 σχόλιο: