Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Βιβλιοκριτική του Τάσου Γουδέλη για την Καλλιγραφία του Rafael Chirbes

Φωτογραφίζοντας μια γενιά
Μια κομβική ιστορική περίοδος της Ισπανίας μέσα από την περιπέτεια μιας οικογένειας

ΡΑΦΑΕΛ ΤΣΙΡΜΠΕΣ
Η καλλιγραφία
ΜΤΦΡ.: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
«ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ»

«Σε τι χρησιμεύουν αυτά τα ψέματα (του μυθιστορήματος); Σε τι χρησιμεύουν αυτά τα μυθιστορήματα που πολύς κόσμος διαβάζει και στοιβάζει στις βιβλιοθήκες του και για τα οποία κάποιοι ξοδεύουμε τα καλύτερά μας χρόνια; Πιστεύω πως... μας βοηθούν να αντέξουμε στο φόβο... να περάσουμε την ώρα μας τα βράδια και τελικά, πάνω απ’ όλα, να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τον κόσμο σε μας τους ίδιους...»
Χούλιο Γιαμαθάρες, σύγχρονος Ισπανός συγγραφέας 


Ο Ραφαέλ Τσίρμπες (1949), ο γνωστός αυτός Ισπανός πεζογράφος, προσπαθεί με το βραχύ μυθιστόρημά του «Η καλλιγραφία» να «εξηγήσει τον κόσμο» και στους άλλους. Δηλαδή, να μας κάνει μάρτυρες και κοινωνούς μιας κομβικής περιόδου της ιστορίας της πατρίδας του μέσα από τη διαδρομή μιας οικογένειας.
Το ρόλο του «χρονικογράφου», λοιπόν, αυτής της πορείας, η οποία αντανακλά τις φάσεις αλλαγής μιας κοινωνίας, αναλαμβάνει μία γυναίκα: η νύφη μιας τυπικής εργατικής οικογένειας στην ισπανική επαρχία της δεκαετίας του '30. Το συγκεκριμένο πρόσωπο αφηγείται σε παρόντα χρόνο στο γιο την περιπέτεια της φαμίλιας στον Ισπανικό Εμφύλιο και εντεύθεν, σχεδόν μέχρι τις μέρες μας.
Το εύρημα δεν είναι καινοφανές, έχει πολλές φορές χρησιμοποιηθεί, κάποτε αποτελεσματικά, στο σινεμά και τη λογοτεχνία. Η μητέρα όχι ως ψυχαναλυτικό σύμβολο εδώ, αλλά ως μία τυπική, λαϊκή Ισπανίδα, διηγείται πολύ απλά, με καθαρά περιγράμματα, όσα βίωσαν αυτή και οι κοντινοί της συγγενείς σε δίσεκτα χρόνια, τα οποία προοικονόμησαν τη μετέπειτα εξέλιξη μιας χώρας και μιας γενιάς.
Ο Τσίρμπες ενώ έχει βάλει ψηλά τον πήχυ ουσιαστικά, εξωτερικά επιλέγει έναν μινιμαλιστικό τρόπο να διηγηθεί τα συμβάντα. Η υιοθέτηση ενός απέριττου, κοφτού λόγου, που διασπούν λυρικοί τόνοι, σκοπεύει εύστοχα το ρεαλιστικό στόχο και ένα είδος φανερής διδαχής με βάση τα ιστορικά συμπεράσματα. Αν και το «διδακτικό» μέρος του έργου δεν υπηρετεί καμιά δημαγωγία.
Διότι η αφηγήτρια από τη θέση μιας καθημερινής γυναίκας, δηλαδή από την περιορισμένη ή μάλλον ιμπρεσιονιστική (ίσως και γι' αυτό πιο δραματική) θέαση των περιστατικών διαφόρων εποχών, γίνεται πιο ευάγωγη σε όσα τεκταίνονται. Και αυτά είναι πολλά και διάφορα: τα τραύματα ούτως ειπείν ενός κόσμου που έζησε μία από τις χαρακτηριστικότερες τραγωδίες του παρελθόντος αιώνα.
Η Άννα αρχίζει τη διήγησή της περιγράφοντας με νοσταλγία τις ημέρες που προηγήθηκαν του Εμφυλίου. Μιλάει για τις μικρές απολαύσεις της καθημερινότητας στο χωριό, όπως τις αντιλαμβάνεται από το δικό της ύψος, με τρόπο αφοπλιστικό. Προσπαθώντας να ξανακερδίσει τον χαμένο καιρό, ανατρέχει σε φωτογραφίες, οσμές και ψιθύρους. Θυμάται τα πρόσωπα που διάνθισαν τη νεανική της ζωή: τον κάπως άχρωμο σύζυγο, τα ηλικιωμένα πεθερικά, τις κουνιάδες, ξεσηκωμένες λες από λαϊκά αναγνώσματα, και κυρίως τον Αντόνιο, τον αρσενικό κουνιάδο, για τον οποίο τρέφει ανομολόγητα αισθήματα. Τα αμοιβαία, πλην βουβά ως ένα σημείο και για πολλές δεκαετίες, αισθήματα αφηγήτριας και Αντόνιο, γίνονται η αφορμή για τη δημιουργία ενός βαθύτερου δραματουργικού άξονα, που προσδίδει στην όλη εξιστόρηση ένα στοιχείο σκοτεινό. Με άλλα λόγια, μία διάσταση «ιδιωτική», εκφραστική της ανθρώπινης «αδυναμίας», που εξισορροπεί τα πράγματα, και διευκολύνει τον Τσίρμπες να σχολιάσει τα συλλογικά χωρίς τον ψυχρό φακό του κοινωνικού ερευνητή.
Ο Αντόνιο, το απωθημένο αίσθημα της αφηγήτριας, κάτι απολύτως απαγορευμένο για την καθολική ηθική της, είναι μία κάπως εξεζητημένη μορφή μποέμ χαρακτήρα, με καλλιτεχνικές τάσεις: είναι ζωγράφος εκτός από εργάτης. Κλεισμένος στο δωμάτιό του σχεδιάζει, και ανάμεσα στα πορτρέτα που φιλοτεχνεί τα περισσότερα είναι εκείνης. Ενα από αυτά θα φυλάξει ευλαβικά αντεστραμμένο στο βάθος ενός συρταριού μέχρι το τέλος της ζωής του. Οι εικόνες της καθημερινότητας περνούν μπροστά μας συγκρατημένα νεορεαλιστικές, με το άρωμα του ασήμαντου, το οποίο ζητάει τη θέση του στο σύνολο για να προαχθεί. Οι συνήθειες των φτωχών, όπως τις ξέρουμε από τον Ντοστογέφσκι, διεκδικούν τον ουρανό με την ευλαβική τους προσήλωση στην ανακύκλωση της ταπεινής καθημερινότητας. Εδώ προσφέρουν με την προσεκτική τους έκθεση φέτες «κοινής» ζωής, με διαλείμματα ισπανικού ντουέντε, ενός πάθους για απολαύσεις, αλλά ταυτόχρονα μαρτυρούν και για τις ιστορικές περιπέτειες.
Μέσα στις εξιστορήσεις των μικροσυμβάντων ξαφνικά εισβάλλει το κοινωνικά βαρυσήμαντο, ιδωμένο, βέβαια, πάντα από την «αναγκαία» πλευρά, δηλαδή από την άμεσή του διάσταση. Η Άννα ζωντανεύει τις στιγμές της επιστροφής του άντρα της από το μέτωπο, όπου πολέμησε με τον αδελφό του στην πλευρά των Δημοκρατικών. Τώρα τα πάντα έχουν αλλάξει. Οι διώξεις των αντιφρανκιστών είναι απηνείς. Ο Αντόνιο μένει φυλακισμένος και για καιρό μελλοθάνατος. Όταν απολύεται, τελικά, είναι διαφορετικός. Μόνο τα αισθήματά του προς την Άννα, καταλαβαίνουμε από την... αυτολογοκριμένη αφήγηση της τελευταίας, δεν έχουν μειωθεί. Η συνέχεια του βίου του σφραγίζεται από τη ρήξη με τον αδελφό και την οικογένεια συνολικά. Ένας απελπισμένος και αταίριαστος γάμος θα ολοκληρώσει μία καταστροφική φυγόκεντρο.
Η ατμόσφαιρα του νέου σκηνικού διαβρώνει αργά και ύπουλα τα παλιά ήθη. Η γενιά της Άννας πρέπει να προσαρμοστεί, φροντίζοντας ταυτόχρονα να μην αφομοιωθεί εντελώς. Αλλά το οικοδόμημα έχει γερά κλονιστεί. Μπορεί εμφανώς να μη βλέπουμε ρωγμές, όμως η διάβρωση έχει προχωρήσει. Εμείς οι αναγνώστες της «Καλλιγραφίας» πάντως, κοινωνούμε τα γεγονότα μέσα από τις ιδιότυπες, χαμηλότονες αναπνοές τής ηρωίδας. Το βλέμμα της, μοιρασμένο στο έμμεσο και στο μετωπικό, αποτυπώνει, θα έλεγε κανείς, παρασκήνιο και προσκήνιο μαζί. Έτσι παρακολουθούμε την τροχιά των γεγονότων μικροσκοπικά και μακροσκοπικά, σε μία συνομιλία με την Ιστορία που δεν εξαιρεί το υποκείμενο και τις ιδαιτερότητές του από το γίγνεσθαι.
Δεν ξέρω εάν μπορεί ή πρέπει κανείς να συμμεριστεί την ολότελα αρνητική άποψη του Τσίρμπες για τη σημερινή γενιά και τη στάση της απέναντι σε αυτή που ζωντανεύει στο βιβλίο. Διαβάζουμε σχετικά με το θέμα αυτό στο εμπεριστατωμένο επίμετρο του δοκιμασμένου μεταφραστή ισπανικών Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Όμως ο πεζογράφος μας κοιτάζει νοσταλγικά προς τα πίσω, ανασυστήνοντας πάθη ανθρώπων περισσότερο και ένα ειδυλλιακό σχεδόν πλαίσιο ζωής χωρίς άλλες κρίσεις και υποδείξεις αινιγμάτων. Σε πολλά σημεία αυτής της αναδρομής το σχήμα περισσεύει και η αισθηματολογική ρέμβη, λειαίνοντας τις επιφάνειες, θυμίζει ολίγον ρομάντζο και όχι σκληρό στο βάθος του χρονικό. Πάντως, η αίσθηση της φθοράς πολιορκεί τα πάντα, η συνομιλία με την Ιστορία γίνεται, βέβαια, μία συνδιαλλαγή με τον χρόνο και με το ιδιωτικό αίνιγμα.
Εν πάση περιπτώσει ο Τσίρμπες, πέρα από τις ιδεολογικές κρίσεις του για το μυθιστόρημά του -και ξέρουμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ο δημιουργός είναι αναρμόδιος να μιλήσει για το προϊόν του-, τις οποίες δεν είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε, συμπληρώνει ψηφίδες στο σύγχρονο παζλ απόψεων πολλών συμπατριωτών του πεζογράφων σχετικά με την αντιμετώπιση του ιστορικού φαινομένου, με αφορμή την ισπανική περίπτωση.
Όπως διαπιστώσαμε σε μια σειρά μυθιστορημάτων με πλαίσιο ιστορικό, με κορυφαίο παράδειγμα τους Στρατιώτες της Σαλαμίνας του Θέρκας, κυκλοφορεί εκεί ένα πέραν της Ιστορίας και μία προσήλωση στο μυστήριο της ατομικότητας. Το ανά χείρας βιβλίο ίσως μπορεί να προσληφθεί ως μία ενδιάμεση φωνή, η οποία και αυτή βέβαια καταλήγει να απελπίζεται από την έλλειψη συλλογικής και ιδιωτικής ηχούς.


ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ  - 21/01/2005


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου