Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Περί ερώτων και φαντασμάτων, του Αμπντόν Ουμπίδια

«Τόσο όμορφο σαν έρωτας που γεννιέται», είπε ο Χουλιάν στη Μαργαρίτα, με κάποια θλίψη, αλλά και νοσταλγία, καθώς διέσχιζαν το πάρκο με κατεύθυνση προς το Ινστιτούτο Ωμέγα, κοιτάζοντας τα νεαρά ζευγάρια που έκαναν βόλτα στις όχθες της λίμνης. Δεν διευκρίνισε αν μιλούσε για κάποιο κολιμπρί ή κάποιο ολάνθιστο αρούπο. Πληγωμένη καθώς ήταν από ένα πρόσφατο διαζύγιο, η Μαργαρίτα παράλλαξε σιωπηλά τη φράση του συμφοιτητή της. «Τόσο φρικτό σαν έρωτας που τελειώνει», μονολόγησε. Για πολύ καιρό ακόμα δεν θα ήθελε να ακούσει τίποτα για έρωτες.
            Ο Χουλιάν και η Μαργαρίτα, για διαφορετικούς λόγους, είχαν διακόψει πριν χρόνια τις σπουδές τους και τώρα η τύχη είχε θελήσει να γνωριστούν και να συγγράψουν από κοινού μια όψιμη διδακτορική διατριβή σχετικά με τα «Συστήματα ανάκτησης του χαμένου παρελθόντος».
            Τα τελευταία χρόνια, το ενδιαφέρον των σοφών καθηγητών του Ινστιτούτου Ωμέγα είχε επικεντρωθεί στα παλιά «σπίτια με φαντάσματα» με το γνωστό ιστορικό από ανεξήγητες φωνές, θορύβους και πνεύματα, και προς αυτή την κατεύθυνση είχαν στρέψει τις εργασίες τους. Για εκείνους, επιστήμονες ήταν στο κάτω-κάτω, οι εσωτεριστικές εξηγήσεις απορρίπτονταν ως υποθέσεις εργασίας. Όχι γιατί τις θεωρούσαν λανθασμένες, αλλά γιατί πίστευαν ότι ανήκαν σε άλλο πεδίο έρευνας. Για το Ινστιτούτο, οι εμφανίσεις φαντασμάτων και τα σχετικά δεν είχαν τίποτα το υπερφυσικό, ήταν απλώς απολύτως φυσικά ίχνη που είχαν μείνει καταγεγραμμένα με πολλούς τρόπους σε τοίχους, πατώματα, ψευδοροφές, εσοχές, ακόμη και σε έπιπλα, από άτομα που είχαν κατοικήσει στα τόσο υποτιμημένα από τους επιστήμονες σπίτια με φαντάσματα.
            «Το ενδιαφέρον μας δεν είναι καινούργιο», έλεγε ένας καθηγητής. Η παλιά μέθοδος χρονολόγησης με Άνθρακα-14 υπήρξε μόνο η αρχή. Ύστερα ήρθε η διάσημη ανακάλυψη των ήχων που είχαν καταγραφεί σε αγγεία φτιαγμένα πριν χιλιάδες χρόνια από κινέζους, αιγύπτιους και έλληνες αγγειοπλάστες οι οποίοι δεν έμαθαν ποτέ τους ότι, καθώς περιστρέφονταν οι τροχοί, τα χέρια τους αποτύπωναν πάνω στο νωπό πηλό τις δονήσεις της ίδιας τους της φωνής. Τώρα το Ινστιτούτο ήθελε να φτιάξει έναν «ανιχνευτή φυλακισμένων ηχητικών κυμάτων» που θα επέτρεπε να ακούς, με σχετική πιστότητα, σαν να επρόκειτο για δέκτη ραδιοφώνου, τον απόηχο ενός ζωηρού, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρελθόντος που φυλασσόταν στα παλιά σπίτια και που, επί του παρόντος, κατόρθωναν να τον αντιληφθούν τα αποκαλούμενα μέντιουμ και ορισμένα άτομα προικισμένα με ιδιαίτερη ευαισθησία.
            Αφού μελέτησαν πολλά αρχεία, ο Χουλιάν και η Μαργαρίτα, αποφάσισαν, δίχως σημαντικές διαφωνίες, να επιλέξουν για τη διατριβή τους μια μικρή βίλα που πριν από έναν αιώνα είχε χτιστεί και κατοικηθεί από ένα ζευγάρι –τον Αλμπέρτο και την Ελίνα– το οποίο, σύμφωνα με όλα τα ιστορικά στοιχεία, αγαπιόταν πολύ καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του.
            Επί πολλές ημέρες και νύχτες, εφάρμοσαν τους αισθητήρες των συσκευών τους σε κάθε γωνιά του σπιτιού και κατάφεραν να ακούσουν ορισμένες συζητήσεις σχεδόν ολόκληρες.
            «Πόσο καλά κατάφερναν να ξεπερνούν όλα τα προβλήματα, τις στεναχώριες και τις πικρίες τους! Τι αγάπη ήταν κι αυτή, ανίκητη από το χρόνο!», είπε ο Χουλιάν.
            «Άφησαν εδώ όλη την καλή τους ενέργεια», ψιθύρισε εκείνη.
            «Αν είχα κάποια να με αγαπάει, θα αγόραζα αυτό το σπίτι, θα το ανακαίνιζα και θα προσπαθούσα να μάθω περισσότερα πράγματα από τους φίλους μας, τον Αλμπέρτο και την Ελίνα».
            Η Μαργαρίτα ήξερε ότι ο Χουλιάν είχε εκείνη στο μυαλό του. Αλλά έκανε την ανυποψίαστη. Τον κοίταξε μάλιστα με συμπονετική τρυφερότητα. Εκείνος ήταν ντροπαλός και μοναχικός και θα περνούσε κάποιος χρόνος μέχρι να βρει το θάρρος να της υπαινιχθεί κάτι σχετικά. Κάποιος χρόνος. Ίσως ο χρόνος που χρειαζόταν εκείνη για να αρχίσει να αισθάνεται ξανά την επιτακτική ανάγκη να αγαπήσει. Μήπως, άραγε, αντίθετα με τις προθέσεις της, είχε ήδη αρχίσει να την αισθάνεται; «Τόσο όμορφο σαν έρωτας που γεννιέται;», σκέφτηκε.
            «Δεν ξέρω πώς μου ήρθε αυτή η φράση», αναστέναξε σε μια γωνιά η Ελίνα.
            «Ποια φράση;», ρώτησε ο Αλμπέρτο από μια άλλη γωνιά.
            «Τόσο όμορφο σαν έρωτας που γεννιέται», απάντησε η Ελίνα.
            Ο Χουλιάν και η Μαργαρίτα τους άκουσαν πολύ καθαρά. Ήταν η πρώτη φορά που τους άκουγαν να μιλούν δίχως την τεχνική υποστήριξη κάποιου ειδικού οργάνου.

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος  

O Αbdón Ubidia γεννήθηκε στο Κίτο του Ισημερινού το 1944. Τελευταίο, μέχρι στιγμής, έργο του το μυθιστόρημα Callada como la muerte [Σιωπηλή σαν το θάνατο].   

Η παρούσα μετάφραση συμμετείχε στο πρώτο εν Ελλάδι Translation Slam που έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη, στις 10/5/2015, στο πλαίσιο της 12ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.                


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου