Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Βιβλιοκριτική του Κωνσταντίνου Μπούρα για τα Τυφλά ηλιοτρόπια του Αλμπέρτο Μέντεθ

Αριστουργηματικό μοναδικό μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μέντεθ


Alberto Mendez
Τα τυφλά ηλιοτρόπια
μτφρ.: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
εκδόσεις Πάπυρος Letras, σ. 200

Ο Αλμπέρτο Μέντεθ, που γεννήθηκε το 1941 στη Ρώμη, ήταν ένας στρατευμένος αριστερός ισπανός εκδότης, που λογοκρίθηκε για την εκδοτική του δραστηριότητα και διώχτηκε από το καθεστώς του Φράνκο για τις ιδέες του. Τα τυφλά ηλιοτρόπια είναι το μοναδικό του μυθιστόρημα, που ολοκληρώθηκε λίγο πριν από τον θάνατό του, το 2004, και τιμήθηκε γι' αυτό μετά θάνατον με το Εθνικό Βραβείο Πεζογραφίας. Ένα πεζογράφημα με θέμα τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Στο πρώτο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Πρώτη ήττα: 1939 ή Εάν η καρδιά σκεφτόταν, θα έπαυε να χτυπά», ο κεντρικός του ήρωας έχει το ειρωνικό όνομα Αλεγκρία, παρότι είναι βυθισμένος σε «μελαγχολική σιωπή» (σελ. 19), «εχθρός του εαυτού του» (σελ. 34), ηττοπαθής («παραδομένος παραδίδομαι», σελ. 19), φοβισμένος («Δεν τόλμησε να προσευχηθεί για να μην τραβήξει την προσοχή του Θεού και την οργή του», σελ. 35). Ένας ιδιαίτερα μοναχικός και κλειστός άνθρωπος που περιφέρει «τη μοναξιά του (...) κουβαλώντας μαζί του την απόσταση μεταξύ του εαυτού του και του σύμπαντος» (σελ. 40). Ο Αλεγκρία δεν μπορούσε να δεχθεί το τυχαίο στη ζωή. Χρειαζόταν την τάξη για να μπορέσει να υπάρχει (σελ. 41). Παρότι απεχθάνεται τον εχθρό του στον πόλεμο, δεν θέλει να αισθανθεί υπεύθυνος για την ήττα του (σελ. 30). Παραδίδεται στους αντιπάλους μία μέρα πριν από τη νίκη της παράταξής του, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί λιποτάκτης και να καταδικασθεί σε θάνατο. Αυτή η ανεξήγητη, παράλογα μοναδική πράξη του, δικαιολογείται με την προσωπική αδυναμία του όντος να ενταχθεί και να λειτουργήσει μέσα σε κάποια όρια. Ασφυκτιά στο περίγραμμά του. «Ήθελε πάντα να βρίσκεται και στα δύο μέρη» (σελ. 46). Στο τέλος, καταφέρνει να υπερβεί και τα όρια του θανάτου. Λιποτακτεί και από την έσχατη μοίρα, για να πεθάνει δύο φορές! Περιφέρεται μέσα στα αίματα και στις ακαθαρσίες των υπολοίπων του ομαδικού τάφου. Ως άλλος Λάζαρος, ζέχνει (σελ. 47), για να θυμηθούμε τον Γιώργο Σεφέρη, που λέει στο ποίημά του «Άντρας»: «...Είδα και μια παλιά εικόνα σε κάποια χαμηλοτάβανη αίθουσα· τη θαύμαζε πολύς λαός. Παράσταινε/ την ανάσταση του Λαζάρου. Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό/ ούτε το Λάζαρο. Μόνο, σε κάποια γωνιά την αηδία ζωγραφισμένη/ σ' ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να/ το μύριζε».

Στο δεύτερο από τα τέσσερα μέρη του βιβλίου, που φέρει τον εύλογο τίτλο «Δεύτερη ήττα: 1940 ή Το χειρόγραφο που βρέθηκε στη λησμονιά», ο τριτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας παραθέτει ένα υποτιθέμενο χειρόγραφο, που άφησε πίσω του ο ήρωας μετά τον δεύτερο θάνατό του. Ένα τετράδιο αφημένο επίτηδες κάτω από μία πέτρα. Εκδήλωση της ανάγκης του για επικοινωνία με το Σύμπαν, ή μήπως υπερβολικό ενδιαφέρον για την υστεροφημία του, την ώρα που η γυναίκα του και το μωρό του πεθαίνουν από την πείνα, κι εκείνος αδυνατεί να τους βοηθήσει; «Δεν έμαθα να αποφεύγω τη θλίψη», ομολογεί στο χειρόγραφό του ο Αλεγκρία (σελ. 59). Πιστεύει ότι ο θάνατος δεν είναι μεταδοτικός, αλλά η ήττα είναι (σελ. 61). Καταφεύγει λοιπόν στην ποίηση για να βρει παρηγοριά. Χαρακτηρίζει τον εαυτό του «ποιητή χωρίς στίχους» (σελ. 63), «ραψωδό ανάμεσα στις σφαίρες» (σελ. 70). Ομολογεί: «Αισθάνομαι μια διεστραμμένη ικανοποίηση, όταν σκέφτομαι ότι κάποιος θα διαβάσει αυτά που γράφω» (σελ. 62). «Αλλά, αν χάσω την οργή μου, τι θα μου μείνει;» (σελ. 66). Σε αυτό το μυθιστόρημα περιγράφεται εφιαλτικά η φρίκη του πολέμου, διανθισμένη από ποιητικές αναφορές. Όταν σκοτώνει έναν λύκο για να θρέψει το παιδί του, χάνεται σε ένα προσωπικό ποιητικό σύμπαν, όπου αυτός και το μωρό πετάνε καβάλα στον σκοτωμένο λύκο πάνω από ένα λιβάδι (σελ. 67). «Δεν γνωρίζω τι αισθάνομαι μέχρι να το διατυπώσω, πρέπει να οφείλεται στην αγροτική μου παιδεία», διαπιστώνει στη σελ. 74.

Στο τρίτο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Τρίτη ήττα: 1941 ή Η γλώσσα των νεκρών», αλλάζει ο κεντρικός ήρωας, και ο τριτοπρόσωπος αφηγητής αφηγείται τις τελευταίες μέρες στη φυλακή ενός καθηγητή τσέλου, του Χουάν Σένρα, που περιμένει την εκτέλεσή του. Με καίριες ψυχογραφικές πινελιές σκιαγραφεί έναν αντι-ήρωα, ο οποίος επιδιώκει απλώς να επιβιώσει όπως μπορεί, να κερδίσει μία μικρή παράταση του βίου του, αφού είναι απολύτως πεπεισμένος για την ευτέλεια της ανθρώπινης ύπαρξης (σελ. 102) και ότι «ο φόβος εξηγεί σχεδόν τα πάντα» (σελ. 87). Σε αυτό το κεφάλαιο, ο συγγραφέας κάνει ένα φλας-μπακ στη φυλάκιση του ήρωα Κάρλος Αλεγκρία, όπως τον είδαν οι συγκρατούμενοί του. Κι εδώ παρατίθενται διάφορα γράμματα που συντάσσει ο μελλοθάνατος Χουάν Σένρα, κι απευθύνονται στον αδελφό του, αφού περάσουν από τη λογοκρισία του ιερωμένου της φυλακής. Εκεί χρησιμοποιεί ποιητική γλώσσα, σουρεαλιστικές μεταφορές και παρομοιώσεις, πλάθει καινούργιες λέξεις, στη «γλώσσα των νεκρών», όπως λέει ο ίδιος ο επιστολογράφος (σελ. 129). Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης οπισθοχωρεί για λίγο μπροστά στη συμπόνια για τη χαροκαμένη σύζυγο του δικαστή του, την οποία ο συγγραφέας ψυχογραφεί αριστουργηματικά. Ο μελλοθάνατος γνωρίζει, πριν από την τελική του αυτοκαταστροφική έξοδο, τον εαυτό του και όλη την προσαρμοστικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν βρεθεί να κολυμπάει στη δυστυχία: «αν μας έθαβαν ζωντανούς στον τάφο, στο τέλος θα καταλήγαμε ν' αγαπήσουμε τα σκουλήκια» (σελ. 127). Αυτή η φράση νομίζω ότι είναι και το κλειδί όλου του έργου. Πρόκειται για μια ελεγεία στην πολυσύνθετη ανθρώπινη ύπαρξη, όταν δοκιμάζεται σε απάνθρωπες καταστάσεις, όπως είναι ένας εμφύλιος, όπου «δεν θέλαμε να κερδίσουμε την Ένδοξη Σταυροφορία... θέλαμε να τους σκοτώσουμε» (σελ. 38), εκεί που η λογική του ανθρώπου σταματάει, «λες και ο ίδιος ο Χρόνος είχε πεθάνει από θλίψη» (σελ. 129). Αξιοσημείωτες οι απόψεις του Μέντεθ περί σιωπής (σελ. 100), περί γραφής (σελ. 101), και η υπέροχη παρομοίωση της σελ. 103: η φωνή του φύλακα που εκφωνούσε τα ονόματα των φυλακισμένων που επρόκειτο να εκτελεστούν άμεσα «ήταν σαν τον θόρυβο που παράγει ένα σπίρτο, όταν εφάπτεται στην επιφάνεια τριβής του σπιρτόκουτου: φώτιζε την πραγματικότητα».

«Αξιοσέβαστε πατέρα, είμαι αποπροσανατολισμένος όπως τα παλιά ηλιοτρόπια» (σελ. 137). Έτσι αρχίζει το τέταρτο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Τέταρτη ήττα: 1942 ή Τα τυφλά ηλιοτρόπια». Εδώ παρακολουθούμε την ιστορία της οικογένειας των πεθερικών τού Αλεγκρία. Οι γονείς της συντρόφου του και ο αδελφός της βιώνουν όλη την καταπίεση των νικητών, όπου «το Φως και ο Πόνος αποτελούν μέρος της ίδιας παραφοράς» (σελ. 141). Ο μικρός αδελφός της βιώνει την ασύλληπτη καταπίεση του ιερωμένου στο δημοτικό σχολείο που πηγαίνει, ο οποίος ερωτεύεται τη μάνα του, νομίζοντας ότι είναι χήρα, και στο τέλος, παρασυρμένος από τη λαγνεία του, προκαλεί -άθελά του- ακόμη ένα δράμα στην οικογένεια αυτή. «Όλα αυτά συνέβαιναν στην άλλη πλευρά του καθρέφτη» (σελ. 191). Ο Μέντεθ περιγράφει με ποιητική γλώσσα τις συνθήκες στέρησης ελευθερίας, της ελευθερίας έκφρασης, της θρησκευτικής και πολιτικής ελευθερίας, της ελευθερίας ερωτικής αυτοδιάθεσης του σώματος, του δικαιώματος στο οικογενειακό άσυλο. Διανθίζει τη φρικιαστική αφήγησή του με φράσεις όπως: «πέτρωνε ο αέρας» (σελ. 152), «άρχισαν αργά κι απαλά να μετατοπίζουν τον αέρα που υπήρχε ανάμεσα στα κορμιά τους, σφιχταγκαλιασμένοι» (σελ. 167), «Η λέπρα δεν είναι μια μεταδοτική ασθένεια, ήταν ασθένεια της ψυχής και η επικινδυνότητά της δεν εστιαζόταν στη μόλυνση, αλλά στην κανιβαλική της αδηφαγία» (σελ. 170). Ενας πραγματικά μεγάλος πεζογράφος, που δεν χάνει ευκαιρία να μας μιλήσει και για τις φιλολογικές του απαρέσκειες, όπως στη σελ. 172, που αναφέρει την «ποιητική κακογουστιά» του Λόπε ντε Βέγκα.

Ο μεταφραστής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ολοκλήρωσε έναν άθλο, αφού σε πολλά σημεία λησμονούσα ότι πρόκειται για μεταφρασμένο λογοτέχνημα και νόμιζα ότι είχε γραφεί απ' ευθείας στην ελληνική γλώσσα. Ως επιμελητής όμως κειμένων, δεν μπόρεσα παρά να εντοπίσω ελάχιστα -ευτυχώς- τυπογραφικά λάθη, τα οποία παραθέτω, όχι από τελειομανία, αλλά με την ελπίδα κάποτε τα αριστουργήματα να τυπώνονται αλάνθαστα. Στη σελ. 88 γράφει «χάρητος» αντί για «χάριτος», και στη σελ. 115 λέει «ρήψη» αντί για «ρίψη». Οπωσδήποτε όμως αυτές είναι ασήμαντες λεπτομέρειες μπροστά στη δύναμη των περιγραφών που κόβουν την ανάσα του αναγνώστη. Θα κλείσω με ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, όπου η πεζογραφική δεινότητα του Μέντεθ φαίνεται στον τρόπο που περιγράφει ο μικρός μαθητής την πρώτη του επίσκεψη στον υπόγειο σιδηρόδρομο: «το μετρό είχε τη μυρωδιά των χρησιμοποιημένων ρούχων, τη θερμοκρασία της αναπνοής και είχε τον ίδιο φωτισμό με αυτόν που υπάρχει συνήθως στα δωμάτια όπου έχει πεθάνει κάποιος» (σελ. 192).

Ένα υπέροχο βιβλίο, μία κατάθεση ψυχής του εκδότη, και συγγραφέα του ενός μυθιστορήματος, που «πέθανε νωρίς».



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 27/03/2009


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου