Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Γκολ, του Ραφαέλ Αθκόνα

Απέμενε λίγο περισσότερο από ένα λεπτό για να σφυρίξει ο διαιτητής το τέλος της παράτασης και το μηδέν-μηδέν στο φωτεινό πίνακα εξακολουθούσε να στερεί από την ομάδα του γερο-Πανότσα τη νίκη που χρειαζόταν για να ανέβει αυτόματα στην πρώτη κατηγορία. Εκείνη, όμως, ακριβώς τη στιγμή, η μπάλα, απομακρυσμένη με ένα δυνατό βολέ από κάποιο συμπαίκτη του, ήρθε σαν βροχή από τον ουρανό –δίχως υπερβολή, αφού έβρεχε καταρρακτωδώς– και έπεσε στη λάσπη που κάλυπτε τις γραμμές του γηπέδου, δίπλα ακριβώς σε εκείνη που χώριζε τον αγωνιστικό χώρο στα δύο. Σε αυτή την περιοχή, στρατοπέδευε εδώ και δύο αγωνιστικές περιόδους ο Πανότσα, με την άδεια του προπονητή του. Κάθε φορά που, υποχρεωμένος από τους τραυματισμούς ή τις κάρτες, τον σήκωνε από τον πάγκο, εκτός από τη διαταγή να βγάλει τη φόρμα του, ο κόουτς του έδινε σιωπηρά την άδεια να μείνει εκεί μπροστά: «Μπες, Πανότσα. Δεν σου ζητάω να τρέξεις, σε παρακαλώ μόνο να μην στέκεσαι ακίνητος», αυτά του έλεγε εκείνος ο χαζοχαρούμενος, βέβαιος πως δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στον πίνακα τακτικής και στο χορτάρι και πως τα γκολ τα βάζει εκείνος, από την άκρη του γηπέδου, με τα ιταλικά μοκασίνια του. Ο Πανότσα, βέβαια, δεν μπορούσε να παραγνωρίσει το γεγονός –αντίθετα, το παραδεχόταν– ότι αν κατέβαινε να υπερασπιστεί την εστία του, δεν θα είχε έπειτα δυνάμεις να επιτεθεί στο αντίπαλο τέρμα και αυτός ήταν –ή είχε υπάρξει– αυτό που λένε «γεννημένος γκολτζής».
            «Αυτό που πρέπει να κάνω», σκέφτηκε ο Πανότσα, με την μπάλα πια στα πόδια, «είναι να τη βγάλω από τη λάσπη, να τη σπρώξω μέχρι το αντίπαλο τέρμα, να περιμένω την έξοδο του τερματοφύλακα, να τον αφήσω σύξυλο με μια προσποίηση και, όταν όλοι οι σκατάδες της κερκίδας αρχίσουν να πανηγυρίζουν το γκολ, θα τους δείξω τ’ αρχίδια μου και θα πετάξω την μπάλα έξω με μια κλωτσιά σαν εκείνες του Σαρλώ».
            Κοίταξε προς τα πίσω για να υπολογίσει τις πιθανότητες επιτυχίας που είχε. Ακόμα και αν έμεναν κολλημένα στη λάσπη τα καρφιά των παπουτσιών τους, οι αντίπαλοι παίκτες –που βρίσκονταν ακόμα μπροστά στο τέρμα της ομάδας του Πανότσα, καθώς είχαν προωθηθεί για να εκμεταλλευτούν ένα κόρνερ– δεν θα κάθονταν να τον παρατηρούν με σταυρωμένα χέρια να εφορμά προς την εστία τους, που την προστάτευε μόνο ο τερματοφύλακας, και έτσι και τον πρόφταιναν, θα τον κλάδευαν, στα σίγουρα, δίχως να το πολυσκεφτούν. Ποιος νοιαζόταν για μια κάρτα λιγότερη ή περισσότερη στο τελευταίο παιχνίδι της χρονιάς και με την παράταση μια ανάσα πριν τη λήξη της; Ύστερα ήταν οι ίδιοι οι συμπαίκτες του για τους οποίους ο Πανότσα δεν ήταν παρά ένας ασήμαντος αναπληρωματικός, δίχως κανένα κύρος. Ήταν βέβαιο πως υπήρχαν περισσότεροι από ένας βασικοί διατεθειμένοι να φτύσουν αίμα προκειμένου να φτάσουν εκεί που ήταν εκείνος και να απαιτήσουν να τους παραχωρήσει την τιμή και τη δόξα –με την επακόλουθη αύξηση αποδοχών– να σημειώσουν το χρυσό γκολ.
            «Κακορίζικοι! Δεν μου παίρνουν εμένα την μπουκιά από το στόμα! Στην ψυχή της μάνας μου. Η καημένη… Πόσο είχε κλάψει αυτή η άγια γυναίκα κάθε φορά που γύριζα σπίτι με τα παπούτσια σκισμένα και τα καλάμια γεμάτα μελανιές!»
            Νάτοι, λοιπόν. Έρχονταν από μακριά δύο και τρεις και τέσσερις μέχρι και έξι από αυτούς τους συφοριασμένους, αγνώριστοι κάτω από την κρούστα της λάσπης που έκρυβε το πρόσωπό τους, το νούμερό τους, ακόμα και το χρώμα της φανέλας τους, αποφασισμένοι να του πάρουν την μπουκιά από το στόμα. Αλλά ο Πανότσα είχε δεν είχε πέντε λεπτά στο παιχνίδι. Ο προπονητής του τον είχε βάλει έχοντας στο μυαλό του τη διαδικασία των πέναλτι –στις στημένες φάσεις προτιμούσε την ηρεμία του βετεράνου από τη νευρικότητα των νεαρών– και ενώ αυτός διατηρούσε αλέκιαστα το παντελονάκι και τη φανέλα του και ακμαίες τις φυσικές του δυνάμεις –που στην πραγματικότητα δεν ήταν πολλές, αλλά που έπρεπε να του είναι αρκετές για να φέρει σε πέρας το ανδραγάθημά του– οι υπόλοιποι είχαν τα πόδια τους βαριά από την κούραση, μετά από δύο ώρες παιχνιδιού· ενός παιχνιδιού που είχε εξελιχθεί σε ανελέητο αγώνα, γεμάτο μονομαχίες σώμα με σώμα, με τους πάντες να καταφεύγουν στην κλοτσοπατινάδα και ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
        «Έλα, Πανοτσάκι, τσίμπα την μπάλα και πάμε να λύσουμε τους λογαριασμούς μας με το ποδόσφαιρο και τη ζωή· ποτέ δεν θα 'χουμε τέτοια ευκαιρία στο πιάτο».
            Και την τσίμπησε, με τη μύτη του αριστερού του παπουτσιού –το αριστερό ήταν το καλό του πόδι– γευόμενος ήδη την εκδίκησή του. Τι χαζομάρα να τη δοκιμάσει κρύα, καλύτερα να την απολαύσει καυτή! Τώρα θα έβλεπαν ποιος ήταν ο Πανότσα, παράγοντες, προπονητές, παίκτες, δημοσιογράφοι, οπαδοί, φίλαθλοι και γενικά όλοι οι κακομοίρηδες που τον είχαν χρησιμοποιήσει, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, κατά τη διάρκεια των αναρίθμητων πρωταθλημάτων που είχε παίξει στην ομάδα, πρώτα ως πολλά υποσχόμενος παίκτης, δίχως άλλη ανταμοιβή από την ηδονή του να παίζει, έπειτα ως σκλαβωμένη και κακοπληρωμένη φιγούρα και, στο τέλος, ως αρθριτικό δείγμα ενός είδους προς εξαφάνιση, εξαπατημένος από τους προέδρους, ταπεινωμένος από τους προπονητές, αφανισμένος από τους συμπαίκτες, υποτιμημένος από τους ειδικούς, ρεζιλεμένος από το κοινό, προδομένος από την ίδια του τη γυναίκα· γιατί, η αχάριστη, με το που μυρίστηκε την αρχή της παρακμής του, την έκανε για το Λος Άντζελες μ’ ένα «τριάρι» του μπάσκετ που μόλις είχε γνωρίσει στη γιορτή που ακολούθησε μετά την απονομή κάποιων βραβείων για το ευ αγωνίζεσθαι. Το fair play, όπως έλεγαν και οι μαλάκες της Ομοσπονδίας.
            «Και εγώ να βλέπω εκείνο τον αράπη με τα τεράστια δόντια να χορεύει μαζί της· και πώς χόρευε ο άτιμος! Ήταν δε τόσο ψηλός που το κεφάλι της Πακίτα έφθανε στο ύψος του αφαλού του, όταν την αγκάλιαζε για να χορέψουν μπλουζ. Και εγώ εκεί, στην άκρη της πίστας, κοντός και με γύψο, με τον αχίλλειο τένοντα κομματάκια, ύστερα από μια πονηρή κλωτσιά που μου είχαν ρίξει από πίσω. Φάε fair play, Πανοτσίτο
            Το λάκτισμα με τη μύτη του παπουτσιού μετατόπισε την μπάλα καμιά εικοσαριά μέτρα και αυτή τον περίμενε τώρα επιπλέοντας σε μια τεράστια λίμνη. Έμοιαζε σαν να είχε βγει μόλις από το πλυντήριο, αλλά, παρ’ όλα αυτά, όταν της έδωσε άλλη μια κλωτσιά, ο Πανότσα –ο οποίος ξεφυσούσε ήδη σαν μπουλντόγκ που ανεβαίνει σκάλες– την ένοιωσε πιο βαριά από πριν, πράγμα ειλικρινά περίεργο αφού την πρώτη φορά, παρ’ όλο που ήταν βουτηγμένη στη λάσπη και με κάποια σβολάκια χόρτου κολλημένα στις ραφές, την είχε βρει πιο ανάλαφρη και εύχρηστη από ποτέ. Αντίθετα τώρα, αν και ήταν πεντακάθαρη, είχε την εντύπωση ότι ζύγιζε όσο ένα καρπούζι τριών ή τεσσάρων κιλών. Η εικόνα του καρπουζιού τον έκανε να νιώσει πως διψούσε σαν βεδουίνος και η δίψα αυτή τον υποχρέωσε να σηκώσει το κεφάλι του και, δίχως να σταματήσει να τρέχει, να ανοίξει το στόμα για να πιει γουλιά-γουλιά τη βροχή.
            «Λες και ζύγιζε ένα τόνο. Η διοίκηση, οι μέτοχοι, οι χορηγοί, ο νέος προπονητής και το μουνί που τους πέταγε θα μείνουν με την όρεξη να με ξαποστείλουν, πράγμα που θα έκαναν αμέσως, έτσι και ανεβαίναμε στην πρώτη κατηγορία: θα μου έδιναν την ελευθέρας, όπως λένε του λόγου τους. Καλώς την κι ας άργησε. Την ελευθερία έπρεπε να μου την είχαν δώσει πριν δέκα χρόνια, όταν σημείωνα δεκαπέντε γκολ σε κάθε πρωτάθλημα και είχε ενδιαφερθεί για μένα η Ρεάλ Μαδρίτης».
            Αυτή τη φορά η σφαίρα –η σφαίρα, αυτό επίσης το έλεγαν του λόγου τους– διέτρεξε καμιά δωδεκαριά μέτρα και ο Πανότσα την έφτασε την ώρα που άρχισε να ακούει, μακρινές ακόμα, τις φωνές του εννέα, εκείνου του Τούρκου που είχε συγκεντρώσει τώρα όλες τις ελπίδες και την αγάπη του κοινού· τον αναγνώρισε από την προφορά.
            «Ντώσε μπάλα, ντώσε μπάλα!»
      Καλά κρασιά: απέχοντας λιγότερο από είκοσι μέτρα από την αντίπαλη εστία και με τον ανυπεράσπιστο τερματοφύλακα ως μοναδικό εμπόδιο, ο Πανότσα δεν θα έδινε την μπάλα ούτε για ένα φορτίο σαφράνι –που, σύμφωνα με τη γιαγιά του, ήταν το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο–, όχι μόνο στον αγαθιάρη τον Τούρκο, αλλά ούτε στον ίδιο τον Μαραντόνα, όταν ήταν στις δόξες του. Ξεπερνώντας λοιπόν την απαίσια αίσθηση πνιγμού που του έκοβε την ανάσα, έδωσε στο γαμημένο το καρπούζι την τρίτη κλοτσιά –το βάρος του έπρεπε να αγγίζει τώρα τα δέκα κιλά και η καρδιά του τούς διακόσιους ή τριακόσιους σφυγμούς το λεπτό– και ξανάρχισε το τρέξιμο πεπεισμένος ότι θα έσκαγε από στιγμή σε στιγμή.
            «Πρέπει να φτάσω. Γιατί έτσι και φτάσω μέχρι τη γραμμή του τέρματος και πετάξω την μπάλα επίτηδες έξω, το ηθικό της ομάδας θα βαρέσει μπιέλες, αυτοί που θα κτυπήσουν τα πέναλτι θα τα χάσουν όλα και οι τύποι της διοίκησης, που όταν κερδίζουμε το παίζουν μεγάλοι παράγοντες, καπνίζοντας πούρα στην τηλεόραση, απόψε θα πρέπει να μείνουν σπίτι τους με το δάκρυ να τρέχει κορόμηλο. Να πάνε να γαμηθούνε: αυτά τα παθαίνουν γιατί δεν με πουλήσανε στη Ρεάλ Μαδρίτης».
            Μόνο ο Πανότσα ήξερε πόσα όνειρα είχε κάνει με αφορμή τη Ρεάλ Μαδρίτης και τη Μαδρίτη. Είχε ήδη παίξει στο Μπερναμπέου, εναντίον της δεύτερης ομάδας της Ρεάλ, δίχως να αισθανθεί φόβο από τον κόσμο στις κερκίδες: η κατάκτηση της πόλης θα άρχιζε με το να απαιτήσει στο συμβόλαιό του μια βίλα σε κάποια καλή συνοικία και το τελευταίο μοντέλο της BMW, ένα αυτοκίνητο που του άρεσε πολύ. Μέχρι που αγόρασε και χάρτη για να σημειώσει με μαρκαδόρο τη διαδρομή από τη Μαχαδαόντα[1] μέχρι το Τσαμαρτίν[2] και σε όποιον πήγαινε στην πρωτεύουσα του βασιλείου τού ζητούσε να του φέρει το Μαδριτόραμα για να είναι ενήμερος για τα τεκταινόμενα. Αλλά οι κομπιναδόροι της ομάδας του τον κορόιδεψαν: σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, είχε έρθει σε επαφή με τον πρόεδρο ένας ιταλός κυνηγός ταλέντων και άρα ο Πανοτσίτο δεν έπρεπε να βιαστεί. Άλλωστε το ιταλικό πρωτάθλημα ήταν το καλύτερο του κόσμου, πώς ήταν δυνατόν να χάσει την ντόλτσε βίτα για τις ταυρομαχίες της Μαδρίτης, τι να λέει το μαδριλένικο κοθίδο μπροστά στα μακαρόνια και, όσον αφορά τις γκόμενες –που ήταν και το πιο σπουδαίο– μπορούσαν τώρα να συγκριθούν οι Ισπανίδες με τις Ιταλίδες;
            «Και έτσι, όταν εκείνη η φονική κλοτσιά με άφησε χωρίς μηνίσκο και συνδέσμους και χρειάστηκε να περάσει ένας χρόνος για να αποθεραπευτώ, ούτε ντόλτσε βίτα, ούτε ταυρομαχίες, ούτε μακαρόνια, ούτε μαδριλένικο κοθίδο, ούτε αρχίδια καπαμά».
            Από τον ασβέστη που όριζε τα όρια της αντίπαλης περιοχής δεν απέμενε ούτε ίχνος, αλλά ο Πανότσα, αφού υπολόγισε ότι η μπάλα είχε κολλήσει στη λασπουριά στο ύψος της δεξιάς γωνίας της μεγάλης περιοχής, έριξε μια ματιά προς τα πίσω για να βεβαιωθεί πως αυτοί που τον καταδίωκαν δεν είχαν καμία πιθανότητα να τον εμποδίσουν να πραγματοποιήσει το στόχο του. Ύστερα, με τα χέρια στηριγμένα στους γοφούς και το σώμα γερμένο προς τα εμπρός, αφιέρωσε μερικά δευτερόλεπτα για να καταλαγιάσει το λαχάνιασμά του. Θα μπορούσε ήδη, μ’ ένα βολέ, να στείλει την μπάλα στη κερκίδα, αλλά αυτό θα ήταν τσαπατσουλιά. Όχι, το καλύτερο ήταν να κάνει μια προσποίηση στον τερματοφύλακα και, μόνος του μπροστά στα δίχτυα, να κόψει απότομα το «γκοοοοολ!» των οπαδών, πετώντας το τόπι έξω, αντί να το βάλει μέσα.
            «Κερατάδες! Παλιά δεν με άφηναν να πληρώσω στα μπαρ και τώρα κοιτάνε αλλού για να μην μου μιλήσουν. Τιποτένιοι, που κάποτε μου πρόσφεραν τις αδελφές τους, τις γκόμενές τους, μέχρι και τις γυναίκες τους, σήμερα σηκώνουν το δείκτη και το μικρό τους δάκτυλο για να με αποκαλέσουν κερατά πίσω από την πλάτη μου».
            Η βροχή είχε σταματήσει. Ένιωθε στο στόμα του τη μεταλλική γεύση ενός κουζινομάχαιρου. Έβαλε τη μύτη του παπουτσιού, πάντα του αριστερού, κάτω από την μπάλα και την έσπρωξε δύο μέτρα μπροστά για να κάνει τον τερματοφύλακα να «τσιμπήσει». Στο μεταξύ, ξανάκουσε τη φωνή του Τούρκου που, συνηθισμένος να φωνάζει τους πάντες με το νούμερό τους σε σπασμένα ιταλικά, κραύγαζε από το ύψος ακόμα της γραμμής του κέντρου, προπορευόμενος της αγέλης των διωκτών του:
            «Undichi, undichi, ντώσεμι μπάλα, γαμώ μάνα μου!»
       Γιατί, όλα κι όλα, οι κακόηχες εκφράσεις, όπως έλεγε και ο πρόεδρος της ομάδας –ένας τιποτένιος ολκής που ήθελε να τους βάζει να κάνουν την προσευχή τους στις συγκεντρώσεις– ήταν το πρώτο πράγμα που μάθαιναν οι ξένοι.
            Η προσποίηση του πέτυχε στην εντέλεια και ο τερματοφύλακας, στην προσπάθειά του να γυρίσει, γλίστρησε και, δίχως ισορροπία, έπεσε με τα μούτρα στη λάσπη. Ο Πανότσα, με όση ηρεμία τού επέτρεπε η δύσπνοιά του, προχώρησε προς το αντίπαλο τέρμα, συνοδευόμενος από τις κραυγές των φιλάθλων, και, μόλις έφτασε στα τρία μέτρα από τη γραμμή της εστίας, γύρισε πρώτα προς τη θέση του προέδρου και μετά προς όλους τους φιλάθλους, τέντωσε το δεξί του χέρι και με το αριστερό έδωσε ένα ξερό κτύπημα στο δικέφαλο ορθώνοντας τον πήχη του χεριού του προς τον ουρανό. Μετά, με πολλή ηρεμία, σήκωσε την μπάλα στο ύψος της λεκάνης του και, μ’ ένα βαριεστημένο τακουνάκι, την πέταξε άουτ ακριβώς τη στιγμή που έπεφτε επάνω του ένα σωρό κόσμος που είχε διασχίσει το γήπεδο κυνηγώντας τον:
            «Γκοοοοολ!!!»
            Η κραυγή του κοινού βρήκε το γέρο και ευτυχή Πανότσα με την πλάτη γυρισμένη στο τέρμα. Όταν στράφηκε αμήχανος και είδε το γαμημένο το τόπι μέσα στα δίχτυα δεν μπόρεσε καν να εκτονώσει τη λύσσα του με μια βρισιά, γιατί οι συμπαίκτες του είχαν πέσει επάνω του για να τον αγκαλιάσουν και να τον φιλήσουν.
            «Τι άχρηστος που είσαι Πανοτσίτο», είπε από μέσα του, ξεσπώντας σε λυγμούς. Αλλά, ενώ έπεφτε στο χόρτο καταπλακωμένος από εκείνο το σωρό ιδρωμένης και ευτυχισμένης σάρκας, στις κερκίδες ακούστηκε ένας ύμνος:
            «Πανότσα, Πανότσα, είσαι τρομερός, στον κόσμο δεν υπάρχει άλλος πιο τρανός!!!»
            Και δίχως να σταματήσει να κλαίει, ο γερο-Πανότσα, ο Πανοτσίτο, άρχισε να λιώνει σε μια γλυκιά λιποθυμία και εκσπερμάτωσε όπως δεν είχε εκσπερματώσει εδώ και αιώνες.

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος



Ο Ραφαέλ Αθκόνα γεννήθηκε στο Λογκρόνιο της Ισπανίας το 1926 και πέθανε το 2009. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους σεναριογράφους της πατρίδας του και έχει συνεργαστεί με σκηνοθέτες όπως ο Φερρέρι (El pisito), ο Μπερλάνγκα (Bienvenido Mr. Marshall) ή ο Σάουρα (Ay Carmela).



[1] Μαχαδαόντα: ακριβή συνοικία της Μαδρίτης
[2] Τσαμαρτίν: συνοικία της Μαδρίτης στην οποία βρίσκεται το Σαντιάγο Μπερναμπέου, έδρα της Ρεάλ        Μαδρίτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου