Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Εμίλια Πάρδο Μπαθάν: «Αν η κάρτα μου έγραφε Εμίλιο…». Λογοτεχνία και φεμινισμός στην Ισπανία των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου



Οκτώβριος του 1916. Μια ευτραφής κυρία που έχει περάσει προ πολλού τα εξήντα ανεβαίνει με απίστευτη ενέργεια τα σκαλιά της Φιλοσοφικής Σχολής του Κεντρικού Πανεπιστημίου της Μαδρίτης. Η στιγμή είναι ιστορική: πρόκειται για την πρώτη μέρα στο πανεπιστήμιο της πρώτης γυναίκας που καταλαμβάνει έδρα καθηγήτριας σε κάποιο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ισπανίας. Η απόφαση έχει ληφθεί τον Μάιο της ίδιας χρονιάς από τον ίδιο τον βασιλιά Αλφόνσο ΙΓ′ και αφορά την έδρα Νεολατινικών Γλωσσών του εν λόγω πανεπιστημίου. Η χαρά της καθηγήτριας είναι τόσο μεγάλη που δεν συνειδητοποιεί μια «μικρή» λεπτομέρεια: δεν την υποδέχεται κανένας από τους συναδέλφους της. Όταν, όμως, φτάνει στην αίθουσα διδασκαλίας, δεν μπορεί να μην αντιληφθεί ότι κάτι περίεργο συμβαίνει· στα έδρανα κάθεται μόλις ένας φοιτητής! Η ίδια σκηνή θα επαναληφθεί και τις επόμενες μέρες. Καθηγητές και φοιτητές μποϊκοτάρουν τη νέα καθηγήτρια απλώς και μόνο λόγω του φύλου της. Δύο μήνες αργότερα, η πρώτη πανεπιστημιακή καθηγήτρια της Ισπανίας παραιτείται από τη θέση της.
            Η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν, έτσι ονομάζεται η πρωταγωνίστρια της προηγούμενης ιστορίας, υπήρξε μια γυναίκα που χόρτασε τη ζωή της. Σε καιρούς δύσκολους, σε εποχές που οι Ισπανίδες δεν απολάμβαναν στοιχειωδών δικαιωμάτων, εκείνη πάλεψε και κατόρθωσε πράγματα αδιανόητα για τις συμπατριώτισσές της: ταξίδεψε πολύ, έγινε η πρώτη γυναίκα ανταποκρίτρια ισπανικής εφημερίδας στο εξωτερικό, διάβασε και διέδωσε στην Ισπανία τους μεγάλους Γάλλους και Ρώσους μυθιστοριογράφους της εποχής, υπήρξε συνειδητοποιημένη φεμινίστρια, εγκατέλειψε τον σύζυγό της όταν αισθάνθηκε ότι η σχέση τους έπνιγε τη δημιουργικότητά της, ίδρυσε και διεύθυνε το «Νέο Κριτικό Θέατρο», έγινε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της λογοτεχνικής λέσχης του Ateneo της Μαδρίτης και έφτασε να γίνει (μαζί με τον Κλαρίν και τον Γκαλδός) μια από τις τρεις σημαντικότερες φιγούρες της ισπανικής λογοτεχνίας των τελών του 19ου αιώνα. Όλα αυτά, βέβαια, έγιναν με μεγάλο προσωπικό κόστος μέσα σε κλίμα συντηρητικό που απαξίωνε τη γυναίκα: «Αν η κάρτα μου έγραφε Εμίλιο, αντί για Εμίλια, πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μου…», έφτασε να πει σε μια περίπτωση παρ’ ότι δεν ήταν γυναίκα που συνήθιζε να διαμαρτύρεται· απλώς δρούσε. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

ΓΑΛΙΚΙΑ

Η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν γεννήθηκε, το 1851, στη Λα Κορούνια, στη Γαλικία, τη χώρα των θρύλων και των μαγισσών, αλλά και των μεγάλων οικονομικών ανισοτήτων και των έντονων κοινωνικών αντιθέσεων. Ήταν μοναχοκόρη ενός ευκατάστατου και μορφωμένου ζευγαριού, του δικηγόρου Χοσέ Πάρδο Μπαθάν και της Αμάλια ντε λα Ρούα. Ο πατέρας της, γεγονός όχι και τόσο συνηθισμένο για εκείνη την εποχή, έκανε τα πάντα για τη μόρφωση της κόρης του και της έδωσε την ακόλουθη συμβουλή: «Κοίτα, κόρη μου, οι άντρες είμαστε πολύ εγωιστές· έτσι, λοιπόν, και σου πουν κάποια φορά πως υπάρχουν πράγματα τα οποία μπορούν να κάνουν εκείνοι αλλά όχι οι γυναίκες, πες τους πως λένε ψέματα».
            Η Εμίλια διάβαζε με πάθος τα πάντα: λογοτεχνία, τύπο, επιστημονικά βιβλία και περιοδικά… Τη συνήθεια αυτή δεν την αποχωρίστηκε ποτέ. Έμαθε μάλιστα γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά για να διαβάζει στο πρωτότυπο τους μεγάλους λογοτέχνες της εποχής της.
            Στις 10 Ιουλίου του 1868, πριν συμπληρώσει καν τα δεκαεφτά της χρόνια, οι γονείς της την παντρεύουν (ο φιλελευθερισμός έχει τα όριά του…) με τον Χοσέ Κιρόγα, δεκαοχτάχρονο φοιτητή της Νομικής. Οι βιογράφοι της συγγραφέως δεν συμφωνούν μεταξύ τους για το αν προϋπήρξε έρωτας ανάμεσα στους δύο νέους ή αν ήταν απλώς απόφαση των γονέων. Γεγονός είναι ότι η Εμίλια ακολούθησε τον σύζυγό της στην πρωτεύουσα της Γαλικίας, το Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, όπου σπούδαζε ο Χοσέ (οι βιογράφοι αυτή τη φορά συμφωνούν: η Εμίλια δεν βοηθά απλώς τον σύζυγό της στη μελέτη, στην πραγματικότητα εκείνη του γράφει τις εργασίες).

ΠΡΩΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Δύο μήνες περίπου μετά την τέλεση του γάμου της Εμίλια, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1868, ξεκινά στην Ισπανία η «Γκλοριόσα», η επανάσταση δηλαδή των δημοκρατικών ενάντια στη βασίλισσα Ισαβέλλα Β′ και το συντηρητικό καθεστώς της. Θα ακολουθήσουν χρόνια έντονων πολιτικών κινητοποιήσεων που θα οδηγήσουν στην ψήφιση νέου φιλελεύθερου Συντάγματος (Ιούνιος 1869), στην ανακήρυξη της Πρώτης Δημοκρατίας (Φεβρουάριος 1873), στην επαναφορά της βασιλείας (Ιανουάριος 1875, νέος βασιλιάς ο Αλφόνσο ΙΒ′) και στην ψήφιση καινούριου, συντηρητικού αυτή τη φορά, Συντάγματος (Ιούνιος 1876). Ο Χοσέ Πάρδο Μπαθάν παίρνει έδρα στο ισπανικό κοινοβούλιο και το 1870 τον ακολουθεί στη Μαδρίτη όλη η οικογένεια, μαζί και οι νεόνυμφοι. Η πολιτική αστάθεια, όμως, αναγκάζει την οικογένεια να εγκαταλείψει τη χώρα και να εγκατασταθεί στη Γαλλία. Από εκεί θα πραγματοποιήσει ταξίδια σε Αγγλία, Γερμανία, Αυστρία και Ιταλία. Κατά τη διάρκεια αυτών των ταξιδιών, η Εμίλια μελετά χημεία, φυσική, αστρονομία, επισκέπτεται μουσεία, παρακολουθεί θέατρο και συναυλίες και σαγηνεύεται από το γαλλικό μυθιστόρημα. Με λίγα λόγια, αποκτά ευρωπαϊκή παιδεία σε μια εποχή που οι Ισπανοί, ακόμα και οι διανοούμενοι, ταξίδευαν σπανίως.
            Η Εμίλια θα επιστρέψει στην Ισπανία στα μέσα της δεκαετίας του 1870 και το 1876 θα γεννήσει το πρώτο της παιδί, τον Χάιμε. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας θα ακολουθήσουν δύο κόρες: η Κάρμεν και η Μπλάνκα. Στην Ισπανία των τελών του 19ου αιώνα η ζωή μιας τριαντάχρονης γυναίκας με τρία παιδιά δεν νοείτο έξω από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της· η Εμίλια, αντίθετα, δεν σταματά να ταξιδεύει, να γράφει, να κερδίζει λογοτεχνικά βραβεία, να διευθύνει περιοδικά. Είναι ένα δημόσιο πρόσωπο γεμάτο δημιουργικότητα και ενέργεια. Ο άντρας της προσπαθεί ματαίως να την χαλιναγωγήσει και αυτό οδηγεί, σιγά σιγά, το ζευγάρι σε ρήξη των σχέσεων του και απομάκρυνση των δύο συζύγων (για διαζύγιο βέβαια ούτε λόγος, αποτελεί μεταγενέστερη «επινόηση»…).

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΠΑΡΔΟ ΜΠΑΘΑΝ 

Ο Άγγλος ιστορικός της λογοτεχνίας D.L. Shaw υποστηρίζει ότι «από το 1868 και πιο συγκεκριμένα από τη δημοσίευση του πρώτου μυθιστορήματος του Γκαλδός [La fontana de oro (1870)] και μετά, το ισπανικό μυθιστόρημα γίνεται το λογοτεχνικό είδος της μόδας και παρουσιάζει τρομερές αλλαγές», (1999: 185). Αυτό οφείλεται βέβαια και στις έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που αναφέραμε επιγραμματικά στην προηγούμενη ενότητα. Η μάχη ανάμεσα στις δύο Ισπανίες, την «προοδευτική» και τη «συντηρητική», ήταν φυσικό να έχει αντίκτυπο στη λογοτεχνία της χώρας. Και βέβαια το μυθιστόρημα ήταν το καταλληλότερο είδος για να καταγράψει αυτές τις εντάσεις. Είναι η εποχή του ρεαλισμού, η εποχή των Χοσέ Μαρία ντε Περέδα, Πέδρο Αντόνιο ντε Αλαρκόν, Χουάν Βαλέρα, αλλά κυρίως η εποχή του Μπενίτο Πέρεθ Γκαλδός (κατά πολλούς του σημαντικότερου Ισπανού συγγραφέα μετά τον Θερβάντες) και του Λεοπόλδο Άλας, πιο γνωστού με το ψευδώνυμο Κλαρίν. Όλοι αυτοί οι συγγραφείς, καθώς και πολλοί άλλοι μικρότερου βεληνεκούς, θέλησαν να αποτυπώσουν στα έργα τους, με τρόπο σχεδόν δημοσιογραφικό, τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις της Ισπανίας εκείνης της εποχής.                           Μέσα σε αυτό το λογοτεχνικό τοπίο αρχίζει να παρουσιάζει τα πρώτα έργα της η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν. Στην αρχή γράφει ποίηση (δίχως ιδιαίτερη επιτυχία, αν και μια ωδή της απέσπασε, το 1876, το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό ποίησης στη Γαλικία), αλλά έπειτα, επηρεασμένη από τους συγγραφείς που αναφέραμε προηγουμένως, στρέφεται στην πεζογραφία δημοσιεύοντας, το 1879, το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Pascual López (πρόκειται για τη φανταστική αυτοβιογραφία ενός φοιτητή της Ιατρικής). Θα ακολουθήσουν δεκάδες μυθιστορήματα και εκατοντάδες διηγήματα, αφού η Μπαθάν γράφει και εκδίδει ακατάπαυστα μέχρι το τέλος της ζωής της: Insolación (1889), Morriña (1889), La piedra angular (1891), Doña Milagros (1894), La quimera (1905), Dulce sueño (1911)· Cuentos de la tierra (1888), Cuentos escogidos (1891), Cuentos de Marineda (1892), Cuentos sacroprofanos (1899), είναι μερικά μόνο από τα έργα που δημοσίευσε.
Οι κριτικοί όμως, σχεδόν ομόφωνα, θεωρούν ως κορυφαία της στιγμή το μυθιστόρημα Los pazos de Ulloa (1886): η πλοκή εκτυλίσσεται στη γαλικιανή επαρχία και κεντρικός ήρωας του έργου είναι ο Πέδρο, μαρκήσιος του Ουγιόα, ένας τριαντάχρονος άξεστος και ανήθικος άντρας που ενδιαφέρεται μόνο για το κυνήγι. Διατηρεί ερωτικές σχέσεις με μια υπηρέτριά του, την Σαμπέλ, με την οποία έχει αποκτήσει ένα γιο. Κάποια στιγμή καταφθάνει στο αγρόκτημα του μαρκησίου ένας νεαρός κληρικός που αναλαμβάνει τη διαχείριση της περιουσίας του Πέδρο. Ο κληρικός σύντομα αντιλαμβάνεται την κατάσταση που επικρατεί και συμβουλεύει τον μαρκήσιο να παντρευτεί ώστε να μπει στον «ίσιο δρόμο». Ο μαρκήσιος υπακούει και παντρεύεται με την ενάρετη εξαδέλφη του Νούτσα, σύντομα όμως η έλλειψη ερωτικού ενδιαφέροντος τον κάνει να επιστρέψει στην ελκυστική Σαμπέλ. Η Νούτσα φέρνει στον κόσμο ένα κοριτσάκι και λίγο καιρό αργότερα πεθαίνει αφού πρώτα υπομένει με καρτερικότητα τη βίαιη συμπεριφορά του δυνάστη συζύγου της. Ο κληρικός δεν αντέχει την κατάσταση και εγκαταλείπει το αγρόκτημα αφήνοντας το φτωχό κοριτσάκι της Νούτσα να μεγαλώνει κάτω από άθλιες συνθήκες μέσα σε περιβάλλον εντελώς εχθρικό. Το μυθιστόρημα βρίθει βίαιων σκηνών και θυμίζει έντονα κάποια από τα έργα του Ζολά, όπως το Ζερμινάλ. Το γεγονός αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι αφού τα συχνά ταξίδια της Εμίλια στη Γαλλία και η άριστη γνώση τής γαλλικής λογοτεχνίας την είχαν μυήσει στο αισθητικό κίνημα του Νατουραλισμού που πρέσβευε την πιστή και άνευ εξιδανικεύσεων απεικόνιση της πραγματικότητας.
Το 1882, μάλιστα, η συγγραφέας είχε δημοσιεύσει σειρά άρθρων (τα οποία συγκεντρώθηκαν την επόμενη χρονιά σ’ έναν τόμο υπό τον τίτλο La cuestión palpitante) παρουσιάζοντας για πρώτη φορά οργανωμένα τις αρχές του κινήματος στην Ισπανία. Το βιβλίο αυτό στάθηκε αφορμή για έντονες επιθέσεις στο πρόσωπο της συγγραφέως η οποία κατηγορήθηκε ότι προβάλλει ηθικώς επιλήψιμα δόγματα (αναφέρονταν κυρίως στον καθοριστικό ρόλο που, σύμφωνα με τους νατουραλιστές, έχει η κληρονομικότητα και τα γενετήσια ένστικτα στη συμπεριφορά του ανθρώπου). Η ειρωνεία είναι ότι η κατηγορία αυτή απευθυνόταν σε μια γυναίκα που παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της βαθύτατα καθολική.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1880 και έπειτα, και λόγω του θορύβου που προκλήθηκε από το La cuestión palpitante, όπως σημειώνει ο González Herrán (1989), «η Πάρδο Μπαθάν αρχίζει να παίρνει κάποιες αποστάσεις από τις ιδέες του Ζολά, γεγονός όμως που σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει απόρριψη των θέσεων του Γάλλου συγγραφέα». Με την πάροδο του χρόνου, τόσο στα πεζογραφήματά της όσο στα δοκίμιά της η συγγραφέας ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για τη βαθύτατη κοινωνική, οικονομική και πνευματική κρίση που μαστίζει την Ισπανία πριν και μετά την καταστροφή του 1898 (έτος κατά το οποίο η Ισπανία χάνει τις τελευταίες της αποικίες: Φιλιππίνες, Πουέρτο Ρίκο, Κούβα) προσβλέποντας στην αναγέννηση της πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας (regeneracionismo).
Ολοκληρώνοντας αυτή την ενότητα, αξίζει να σημειώσουμε ότι η Μπαθάν, εκτός από λογοτεχνία έγραψε σχεδόν τα πάντα: από βιογραφίες μεγάλων αντρών (Κολόμβος, Ερνάν Κορτές) μέχρι άρθρα για τις νέες, εκείνη την εποχή, εφευρέσεις (αυτοκίνητο, κινηματογράφος, τηλέφωνο) και από κριτικές ταυρομαχίας μέχρι άρθρα για λάθη στο λεξικό της Βασιλικής Ακαδημίας.

ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΓΙΑ ΦΕΜΙΝΙΣΤΡΙΕΣ

Στα τέλη του 19ου αιώνα μάλλον θα ακουγόταν ως σύντομο ανέκδοτο: «ισπανίδα φεμινίστρια». Και όμως, η Μπαθάν, πέρα από τα προσωπικά της επιτεύγματα, που ήδη παρουσιάσαμε, πολέμησε με θάρρος για τα δικαιώματα της Ισπανίδας. Για να καταλάβουμε, δε, μέσα σε τι κλίμα το έκανε αυτό, είναι αρκετά δύο σχόλια συναδέλφων της. Ο Λεοπόλδο Άλας, Κλαρίν (δημιουργός του σημαντικότερου ισπανικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, της Ρεχέντα) έλεγε έχοντας κατά νου την Εμίλια: «Οι γυναίκες που θέλουν να γίνουν άντρες δεν καταφέρνουν ποτέ να ενηλικιωθούν», ενώ ο μέγιστος ιστορικός και φιλόσοφος Μενέντεθ ι Πελάγιο ήταν πιο ξεκάθαρος: «Τη δόνια Εμίλια δεν πρέπει κανείς να την παίρνει στα σοβαρά […] όπως και καμιά γυναίκα». Εκείνη απαντούσε με το έργο και τον αγώνα της.
            Το 1885 δημοσιεύει το μυθιστόρημα La dama joven που αναφέρεται σε μια ηθοποιό που αφήνει το θέατρο για να παντρευτεί με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε μια μονότονη και δίχως συγκινήσεις ζωή. Θα ακολουθήσουν και άλλες γυναίκες ηρωίδες, αριστοκράτισσες και αγρότισσες, μορφωμένες και αναλφάβητες, νεαρές και ώριμες που διεκδικούν το δικαίωμα για μια καλύτερη ζωή, όπως και δυο εξαιρετικά δοκίμια, «Το θέμα της Ακαδημίας», (1889) στο οποίο πραγματεύεται την ανάγκη εισόδου γυναικών στη Βασιλική Ισπανική Ακαδημία και το «Η Ισπανίδα γυναίκα», (1890) όπου καταγγέλλει την έλλειψη μόρφωσης στην οποία ήταν καταδικασμένες οι περισσότερες συμπατριώτισσές της. Όπως σημειώνει η Vázquez Sotelo (2005: 367), οι φεμινιστικές θέσεις της Μπαθάν εντάσσονταν στο γενικότερο όραμά της για μια Ισπανία ενωμένη, δίκαιη και ανεπτυγμένη: «Η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν, προσεκτική παρατηρήτρια της πραγματικότητας της χώρας της και ακαταπόνητη υπερασπίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπερασπιζόταν την ενότητα της χώρας της που θα έπρεπε να βασιστεί στην αναγνώριση της διαφορετικότητας και στην πολιτιστική και μορφωτική της αναγέννηση, αναγέννηση που δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να μην λάβει υπόψη της τις γυναίκες».
            Η Μπαθάν όμως δεν ήταν φεμινίστρια μόνο στα λόγια, αλλά και στις πράξεις: όταν το 1883 ο άντρας της, Χοσέ Κιρόγα, της απαγορεύει να ξαναγράψει, θορυβημένος από τις αντιδράσεις του κόσμου μετά τη δημοσίευση του La cuestión palpitante, εκείνη όχι μόνο δεν υποκύπτει αλλά αποφασίζει να πάψει πλέον να συζεί με τον σύντροφό της. Από το 1885 και έπειτα, ο Χοσέ έζησε μόνος στο Ορένσε της Γαλικίας, και η Εμίλια, με τα παιδιά, στη Λα Κορούνια και τη Μαδρίτη. Ο χωρισμός αυτός στάθηκε αφορμή για μια αρκετά έντονη, για τα δεδομένα της εποχής, σεξουαλική ζωή. Ανάμεσα στους εραστές της περιλαμβάνονται αρκετοί νεώτεροί της διανοούμενοι, αλλά και ο κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερός της Μπενίτο Πέρεθ Γκαλδός. Η σχέση αυτή ανάμεσα σε δύο κορυφαίες λογοτεχνικές φιγούρες της εποχής, που κράτησε για περίπου είκοσι χρόνια, είχε παραμείνει κρυφή και αποκαλύφθηκε αργότερα από την αλληλογραφία των δύο εραστών: «Αγαπημένε μου, δεν βλέπω την ώρα να σε δω, να σε αγκαλιάσω, να πέσω επάνω σου. Θα σε λειώσω. Μετά θα μιλήσουμε γλυκά για λογοτεχνίες, Ακαδημίες και άλλες χαζομάρες», του γράφει η πληθωρική γαλικιανή με το ανεξάντλητο χιούμορ.      

Η ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ;

Στην αρχή αυτής της εισαγωγής, χαρακτηρίζαμε την Εμίλια Πάρδο Μπαθάν ως έναν άνθρωπο «χορτάτο», που έζησε τη ζωή του με ένταση, δίχως μεμψιμοιρίες. Είχε δε ένα σπάνιο χάρισμα: οι δυσκολίες δεν την αποθάρρυναν ποτέ, τις έβλεπε ως αφορμή για να γίνει καλύτερος άνθρωπος· οι αποτυχίες τη δυνάμωναν.
            Η λογοτέχνης Πάρδο Μπαθάν, παρά τα πικρόχολα σχόλια πολλών αντρών συναδέλφων της, γνώρισε μεγάλη επιτυχία τόσο στην Ισπανία όσο και στο εξωτερικό, κυρίως στη Γαλλία. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι, τόσες δεκαετίες μετά τον θάνατό της, τα πεζογραφήματά της εξακολουθούν να διαβάζονται και να συγκινούν. Ας δούμε πώς περιγράφει την ποιητική τής Μπαθάν η Μεξικανή Α. Blanqué (2002): «Αν και σαφώς επηρεασμένη από την αισθητική του Ζολά, η πεζογραφία της Πάρδο Μπαθάν δεν βασίζεται στην εφαρμογή αδιαπραγμάτευτων κανόνων, αλλά στο ίδιο της το ταλέντο. Μπόρεσε να πάρει από τον Νατουραλισμό αυτό που ταίριαζε καλύτερα στη δημιουργικότητά της. Στο λογοτεχνικό της έργο είναι εμφανής η πίστη της στον καταλυτικό ρόλο των κοινωνικών και βιολογικών παραγόντων – παρά τον βαθύ καθολικισμό της. Με την Μπαθάν, η ισπανική λογοτεχνία ξεπέρασε όλα τα κακά που της είχε κληροδοτήσει ο ύστερος Ρομαντισμός».
            Όσο βρισκόταν ακόμα εν ζωή, η Μπαθάν απόλαυσε την αγάπη και το σεβασμό του κόσμου για το έργο της (οι ομιλίες της, για παράδειγμα, γίνονται ενώπιον πολυάριθμων ακροατηρίων) αλλά και τον φθόνο των περισσότερων ανδρών συναδέλφων της. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που περιγράφει η Αργεντινή Α. Jurado (2001): «Έμεινε εκείνη την εποχή [τέλη της δεκαετίας του 1880] κενή μια θέση στη Βασιλική Ακαδημία, αλλά η προσπάθειες που έγιναν για να την καταλάβει η Εμίλια δεν ευοδώθηκαν· για να αποτραπεί η είσοδος μιας γυναίκας χρησιμοποιήθηκαν γελοίες δικαιολογίες και εκείνη έλεγε κοροϊδεύοντας: ‘‘Αν το κάνουν γιατί στις συναντήσεις της Ακαδημίας διηγούνται σόκιν ανέκδοτα, τότε ξέρω και εγώ να λέω και μάλιστα πολύ χαριτωμένα’’». Ακόμα και έτσι όμως, η ποιότητα του έργου της ανάγκασε πολλούς από αυτούς να παραδεχτούν το ταλέντο της. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο σχόλιο του Κλαρίν: «Αυτό που ξεχωρίζει τα έργα της Εμίλια Πάρδο Μπαθάν είναι το ταλέντο, η διεισδυτικότητα, η καθαρή ματιά και έκφραση, τα σωστά ισπανικά της, το πώς οργανώνει την πλοκή». 
            Οι γυναικείες φιγούρες που παρουσιάζουν στα μυθιστορήματά τους οι άντρες συνάδελφοί της στα τέλη του 19ου αιώνα (βασιζόμενοι στην καθημερινότητα των «πραγματικών» γυναικών της εποχής) ασφυκτιούν μέσα σε μια κοινωνία που τις θέλει είτε υπάκουες θυγατέρες, είτε πιστές συζύγους, είτε ενάρετες μοναχές, αφιερωμένες στα θεία. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι αυτό συμβαίνει και στα έργα των γυναικών συγγραφέων της εποχής στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την αποδοχή (ή τη μη απόρριψη) των αντρών συναδέλφων τους: «Η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών συγγραφέων επέλεξαν στα έργα τους να υπεραμυνθούν των παραδοσιακών αξιών της θεοσεβούμενης οικογένειας και να προβάλουν τη φιγούρα της γυναίκας ως μάνας και συζύγου. Κατ’ αυτό τον τρόπο πίστευαν ότι οι άντρες συγγραφείς θα τους συγχωρούσαν την αποκοτιά τους να  ασχοληθούν με το γράψιμο», (Simón Palmer, 1982: 490). Η Πάρδο Μπαθάν «υπηρέτησε» όλους αυτούς τους ρόλους μαζί, αλλά και κανέναν. Αποδόμησε τον παραδοσιακό ρόλο της γυναίκας από μέσα και του έδωσε νέες διαστάσεις: υπήρξε υπάκουη κόρη αλλά έμαθε από πολύ νωρίς ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να κάνει μια γυναίκα· υπήρξε πιστή σύζυγος μέχρι που αντιλήφθηκε ότι ο σύντροφος της ζωής της την εμπόδιζε να εκφραστεί μέσα από την τέχνη της· υπήρξε βαθύτατα καθολική, αλλά δεν άφησε την εκκλησία και τους κανόνες της να διαφεντεύουν τη ζωή της· υπήρξε μοναδική, όπως και οι ηρωίδες της.

Η ΓΟΡΓΟΝΑ

Η νουβέλα της Εμίλια Πάρδο Μπαθάν που ακολουθεί (πρώτη φορά εκδίδεται έργο της συγγραφέως στην Ελλάδα, σε μετάφραση των φοιτητριών της ισπανικής κατεύθυνσης στο Διαπανεπιστημιακό Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μετάφραση - Μεταφρασεολογία» του Πανεπιστημίου Αθηνών) είναι το προτελευταίο έργο που δημοσίευσε η συγγραφέας πριν τον θάνατό της. Πιο συγκεκριμένα, εμφανίστηκε σε δυο συνέχειες στα τεύχη 1504 και 1505 του περιοδικού Blanco y Negro το 1920 (πριν συμπεριληφθεί στη συνέχεια σε διάφορες ανθολογίες). Συνολικά η Μπαθάν έγραψε είκοσι μία νουβέλες από το 1885 μέχρι το 1921.
            Με τη Γοργόνα η συγγραφέας επανέρχεται στην αγαπημένη της Γαλικία και στους μύθους της. Ο τίτλος του πρωτοτύπου είναι La serpe που στα γαλικιανά σημαίνει «Το φίδι». Το φίδι, στη γαλικιανή (ουσιαστικά κέλτικη) μυθολογία, εμφανίζεται σε δύο εκδοχές: είτε ως γυναίκα (η λέξη «φίδι» στα γαλικιανά είναι θηλυκού γένους) που λόγω κάποιας κατάρας έχει μεταμορφωθεί σε τέρας και περιμένει το γενναίο παλικάρι που θα την επαναφέρει στην πρότερή της κατάσταση, είτε ως τερατώδες φτερωτό ερπετό που φυλάσσει θησαυρούς και κατέχει το μυστικό της αθανασίας (σε αυτή την περίπτωση το τέρας απεικονίζεται να δαγκώνει την ουρά του, συμβολίζοντας έτσι τον αδιάκοπο κύκλο της ζωής). Χαρακτηριστικός της πρώτης εκδοχής είναι ο ακόλουθος μύθος: Στη λίμνη του Φιδιού, κοντά στην ψηλότερη βουνοκορφή της Γαλικίας, την Τρεβίνκα, ζούσε ένα τεράστιο φίδι που το φοβόντουσαν οι πάντες. Το φίδι αυτό κάθε φορά που είχε πανσέληνο μεταμορφωνόταν σε πανέμορφη γυναίκα, για να ξαναγίνει φίδι το επόμενο πρωινό. Για να μεταμορφωθεί οριστικά το φίδι σε γυναίκα έπρεπε κάποιος να καταφέρει να φτύσει μέσα στο στόμα του ερπετού. Αυτό τελικά το κατάφερε ένας νέος από το γειτονικό χωριό Πόντε και βέβαια, όπως συμβαίνει σε αυτές τις ιστορίες, στο τέλος παντρεύτηκε την πανέμορφη κοπέλα (και πρώην φίδι). Σύμφωνα όμως με τους González Herrán και Villanueva, τους εγκυρότερους μελετητές και ανθολόγους του έργου της Μπαθάν, (2002: ΧΙΧ), η Γοργόνα βασίζεται σ’ έναν άλλο αρχαίο γαλικιανό θρύλο, τον θρύλο των Θαλασσινών ο οποίος αναφέρεται στον γενικό αρχηγό του στόλου της Γαλικίας, δον Φροϊλάθ ντε Βαγιαδάρες που ναυάγησε κοντά στις νήσους Σάλβορα και σώθηκε από κάποια Μαρίνα ή Σειρήνα (την ίδια ιστορία έχει χρησιμοποιήσει ο επίσης γαλικιανός συγγραφέας Γκονθάλο Τορέντε Μπαγιεστέρ στο διήγημά του «Το παραμύθι της Σειρήνας»).
            Η Μπαθάν δεν περιγράφει με λεπτομέρειες το τέρας που κοσμεί τον θυρεό των Απόντε και στοιχειώνει τα όνειρα των αρσενικών της οικογένειας. Ουσιαστικά υπάρχουν δύο στιγμές στη νουβέλα που η συγγραφέας προσφέρει κάποια στοιχεία. Την πρώτη αναφέρεται στον ίδιο τον θυρεό: «Η πέτρα του θυρεού καθαρίστηκε, εξαφανίστηκαν τα μούσκλια που τον κάλυπταν και φαινόταν πλέον, πρόχειρα σκαλισμένη, μια μορφή με λέπια δράκου που είχε κάτι το γυναικείο», ενώ τη δεύτερη σε απομίμησή του που κοσμεί κάποια από τις βάρκες: «ο νέος πρόσεξε μια μοναδική φιγούρα που είχε κάτι από γυναίκα και κάτι από δράκο ή ψάρι με πολλά λέπια». Με δεδομένες αυτές τις περιγραφές και λαμβάνοντας υπόψη τον θρύλο των Θαλασσινών, αποφασίσαμε να αποφύγουμε την κατά λέξη μετάφραση του τίτλου («Το φίδι»), αλλά και κάποιες άλλες πιθανές λύσεις, όπως «Έχιδνα» (η περιγραφή ταιριάζει αλλά αυτό το μυθικό τέρας δεν ζει στη θάλασσα) ή «Λερναία Ύδρα» (όπως «προτείνει» η González Megía στον πρόλογό της στην ανθολογία Bucólica y otras novelas) και να επιλέξουμε εκείνη της «Γοργόνας» (έχοντας υπόψη τη νεότερη, από τον 2ο μ.Χ. αιώνα και μετά, αναπαράσταση του τέρατος και όχι την αρχαιοελληνική).
            Κατά τα άλλα, σε αυτό το μικρό κομψοτέχνημα της Μπαθάν συναντούμε όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά της απαράμιλλης πρόζας της: την λεπτομερή καταγραφή της καθημερινής ζωής των ηρώων της (εκπληκτική η περιγραφή του μαγειρέματος της κακαβιάς στην παραλία), τις δυνατές εικόνες (κόβει την ανάσα η περιγραφή του παλατιού της Γοργόνας), την υπόγεια αίσθηση του χιούμορ. Το μόνο που μπορεί κάπως να ξενίσει τον ενήμερο αναγνώστη είναι ο χαρακτήρας των γυναικών που εμφανίζονται στη νουβέλα (εύθραυστες, ανικανοποίητες, υποταγμένες). Μιλάμε βέβαια για τις «πραγματικές» γυναίκες και όχι για την απόλυτη πρωταγωνίστρια, τη Γοργόνα, που κινεί τα νήματα της ιστορίας και αποτελεί ενσάρκωση του πόθου και συνάμα προσωποποίηση του θανάτου.        

                                                                               
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Blanqué, Andrea. “Emilia Pardo Bazán: una voz gallega”. La Jornada Semanal, τεύχος 378, 2 Ιουνίου 2002.
González Herrán, José Manuel. “Emilia Pardo Bazán y el Naturalismo”. Ínsula: Revista de Letras y Ciencias Humanas, τεύχος 514 (Οκτωβριος 1989), σελίδες 17-18.
González Herrán, José Manuel και Villanueva, Darío. Πρόλογος στον VI τόμο των Απάντων της Εμίλια Πάρδο Μπαθάν. Μαδρίτη, Biblioteca Castro, σελ. IX-XXIII, 2002.
González Megía, Marta. Πρόλογος στο Bucólica y otras novelas της Εμίλια Πάρδο Μπαθάν. Μαδρίτη, Lengua de Trapo, σελ. XI-LVII, 2007.
Jurado, Alicia. “Emilia Pardo Bazán”. Boletín de la Academia Argentina de letras, τεύχος 259-260, σελ. 61-68, Ιανουάριος-Ιούνιος 2001.
 Martínez Ruiz, Enrique et al. Atlas histórico de España II. Μαδρίτη, Istmo, 1999.
Shaw, Donald L. Historia de la literatura española, 5, el siglo XIX. Βαρκελώνη, Ariel, 2000 (13η έκδοση).
Simón Palmer, María del Carmen. “Escritoras españolas del siglo XIX o El miedo a la marginación”. Anales de Literatura Española, νούμερο 2 (1983), Αλικάντε, Universidad de Alicante, Departamento de Literatura Española, 1982, σελίδες 477-490.
Sotelo Vázquez, Marisa. “Aproximación al pensamiento político de Emilia Pardo Bazán”, στο Luis F. Díaz Larios et al. (εκδότες), Lectora, Heroína, Autora (La mujer en la literatura española del siglo XIX). III Coloquio de la Sociedad de Literatura Española del Siglo XIX (Barcelona, 23-25 de octubre de 2002), Βαρκελώνη, Universitat de Barcelona; PPU, 2005, σελίδες 357-367.



Το βιβλίο της Emilia Pardo Bazán La Serpe [Η γοργόνα] κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος σε μετάφραση Νάντιας Γιαννούλια, Δώρας Δημητρίου, Θεώνης Κάμπρα, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου