Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Σημάδια ζωής [Señales de vida], της Yolanda Dorado

Σκηνή 1η

Ήχοι περιπολικών και ασθενοφόρων.
Ελβίρα, 40 χρονών, έντρομη, αγχωμένη.

ΕΛΒΙΡΑ: (νευρική, κοιτάζει προς όλες τις κατευθύνσεις)
Λένε πως η μικρή δεν γύρισε πίσω.
Δεν επέστρεψε από το σχολείο.
Τη λένε Κλάρα, είναι δέκα χρονών, φοράει ροζ φόρμα.
Η μητέρα κλαίει στην πλατεία.
Όλο το χωριό είναι έξω στους δρόμους.
Οι συμμαθητές της την ψάχνουν.
Η αστυνομία χτενίζει σπιθαμή προς σπιθαμή το βουνό.
Εδώ είναι ένα ήσυχο χωριό· ποτέ δεν συμβαίνει τίποτα.
Τίποτα απολύτως.
Ούτε καλό, ούτε κακό.

Σιωπή

Πάω να τη βρω!
Πριν πέσει η νύχτα.
Πριν διαλυθεί στις σκιές.
Πριν χαθεί για πάντα.


Σκηνή 2η

Στην όχθη του ποταμού ένας φακός.
Κρύο και υγρασία.

ΕΛΒΙΡΑ: Μικρή, μικρή μου! Εδώ είσαι;

Σιωπή.

Μικρή μου, δεν θα σου κάνω κακό. Βγες έξω. Βγες να μιλήσουμε.
Θα αρπάξεις καμιά πνευμονία. Κάνει πολύ κρύο απόψε.

Σιωπή.

Μικρή, μικρή μου!

Σιωπή
ΚΛΑΡΑ: Ποια είσαι;
ΕΛΒΙΡΑ: Εσύ είσαι, Κλάρα;
ΚΛΑΡΑ: Ποια είσαι;
ΕΛΒΙΡΑ: Είμαι η Ελβίρα, μένω στο χωριό. Τι σου συμβαίνει, κοριτσάκι μου; Σε ψάχνει όλος ο κόσμος.
ΚΛΑΡΑ: Δεν γυρίζω πίσω.
ΕΛΒΙΡΑ: Δεν μπορείς να μείνεις εδώ. Κάνει πολύ κρύο.
ΚΛΑΡΑ: Μένεις μόνη σου;
ΕΛΒΙΡΑ: Ναι.
ΚΛΑΡΑ: Μπορώ να έρθω σπίτι σου;
ΕΛΒΙΡΑ: Σπίτι μου; Ναι, βέβαια. Βγες από κει όμως, σε παρακαλώ.

Η Κλάρα βγαίνει. Είναι μούσκεμα. Η Ελβίρα τής χαϊδεύει τα μαλλιά, της πιάνει τα χέρια, την αγκαλιάζει… Η Κλάρα μένει ακίνητη.

ΚΛΑΡΑ: Δεν γυρίζω πίσω.
ΕΛΒΙΡΑ: Η μητέρα σου θα είναι απελπισμένη. Η αστυνομία σε ψάχνει. Όλο το χωριό είναι άνω κάτω.
ΚΛΑΡΑ: Δεν είναι μητέρα μου.
ΕΛΒΙΡΑ: Μα εγώ την είδα στην πλατεία να κλαίει, ήταν ράκος, φοβόταν μήπως είχες πάθει κάτι.
ΚΛΑΡΑ: Δεν είναι μητέρα μου.
ΕΛΒΙΡΑ: Υιοθετημένη είσαι;
ΚΛΑΡΑ: Όχι.

Σιωπή

ΕΛΒΙΡΑ: Έλα, πάμε! Θα ξεπαγιάσουμε.

Η Ελβίρα προσπαθεί να πάρει το κορίτσι μαζί της, την τραβάει από τα χέρια, εκείνη όμως μένει ακίνητη.

ΚΛΑΡΑ: Καλύτερα  να πεθάνω από το κρύο παρά να γυρίσω σ’ εκείνο το σπίτι.
ΕΛΒΙΡΑ: Εντάξει. Σήμερα δεν θα γυρίσεις σπίτι. Θα μείνεις μαζί μου… πάμε όμως!

Σκηνή 3η

Στο σπίτι της Ελβίρα. Τζάκι. Φαρδιά  ρούχα. Αχνιστή σούπα.

ΕΛΒΙΡΑ: Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα σου.
ΚΛΑΡΑ: Όχι!
ΕΛΒΙΡΑ: Καλά, κοιμήσου απόψε εδώ και μιλάτε αύριο, με το φως της μέρας.
ΚΛΑΡΑ: Δεν καταλαβαίνεις. Κανείς δεν καταλαβαίνει. Η μητέρα μου πραγματικά δεν μπορεί…

Η Κλάρα τής δείχνει κάτι μελανιές στα πόδια της.

ΕΛΒΙΡΑ: Τι έπαθες, μικρή μου; Τι σου έκαναν;
ΚΛΑΡΑ: Όλοι θέλουν να με βοηθήσουν, αλλά το κάνουν με λάθος τρόπο. Με πολύ λάθος τρόπο. Κι εγώ δεν χρειάζομαι βοήθεια. Τη μητέρα μου χρειάζομαι.
ΕΛΒΙΡΑ: Σε χτυπάνε; Ποιος σ’ το έκανε αυτό; Αν σε χτύπησε κανείς θα το πω στην αστυνομία...
ΚΛΑΡΑ: Η αστυνομία το ξέρει. Η αστυνομία έχει έρθει σπίτι μου. Όλοι νομίζουν ότι ξέρουν τι μου συμβαίνει, αλλά δεν έχουν ιδέα. Κανείς δεν έχει ιδέα για το τι συμβαίνει πραγματικά.

Η Ελβίρα σαστίζει. Της βάζει κι άλλη σούπα.

ΚΛΑΡΑ: Θα σου τα πω όλα αν μου υποσχεθείς κάτι.
ΕΛΒΙΡΑ:  Κοίτα, εγώ δεν δίνω υποσχέσεις.
ΚΛΑΡΑ: Ε, λοιπόν σήμερα θα πρέπει να το κάνεις. Βγάλε τα τηλέφωνα από την πρίζα. Όλα. Αν δεν το κάνεις θα φύγω.
ΕΛΒΙΡΑ: Όχι, δεν βγάζω τίποτα. Αλλά δεν θα τηλεφωνήσω σε κανέναν μέχρι αύριο. Πάω να φτιάξω ένα τίλιο με μέλι και θα κάτσω να σ’ ακούσω. Έχουμε όλη τη νύχτα μπροστά μας.
ΚΛΑΡΑ:  Είσαι καθηγήτρια, ε;
ΕΛΒΙΡΑ: Μμμ… Ήμουν, αλλά πριν καιρό.
ΚΛΑΡΑ: Και δεν έχεις παιδιά.
ΕΛΒΙΡΑ: Μάντης είσαι;
ΚΛΑΡΑ: Ούτε ένα παιχνίδι, ούτε μια φωτογραφία. Όμως έχεις ασχοληθεί με παιδιά. Φαίνεται.
ΕΛΒΙΡΑ: Επειδή δεν δίνω υποσχέσεις;
ΚΛΑΡΑ: Όχι. Επειδή ξέρεις να διαπραγματεύεσαι.
ΕΛΒΙΡΑ: Φάε τη σούπα σου. Πάω για το τίλιο και μετά μου τα λες.

Σκηνή 4η

ΚΛΑΡΑ: Η παιδική ηλικία δεν τελειώνει όταν γίνεσαι δέκα χρονών, τελειώνει τη μέρα που η πραγματικότητα σου ανοίγει τα μάτια.
Έμενα με τους γονείς μου στη Μαδρίτη.
Μια μέρα, του μπαμπά τού πρήστηκε το πόδι. Η μαμά τον πήγε στο νοσοκομείο. Είπαν ότι είχε πάθει μόλυνση, εγώ όμως ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η μαμά όλη την ώρα έκλαιγε, και έψαχνε κάτι χαρτιά. Στις 13 Μαΐου ήταν η πρώτη μου κοινωνία. Ο μπαμπάς δεν μπόρεσε να έρθει. Η μαμά ήταν πάρα πολύ στενοχωρημένη. Την άλλη μέρα με πήγε στο νεκροταφείο. Στις 12 Μαΐου είχαν θάψει τον  πατέρα μου.
Η μητέρα μου τρελάθηκε.
Όταν γύριζα από το σχολείο, ήταν ακόμη στο κρεβάτι.
Τρώγαμε σάντουιτς.
Μας έκοψαν το τηλέφωνο.
Και η μαμά βούλιαζε στο στρώμα.
Μια μέρα ήρθε μια κυρία πολύ ψηλομύτα. Κοινωνική Πρόνοια.
Πήραν τηλέφωνο το θείο Χουάν που έμενε εδώ. Αυτός ανέλαβε τα πάντα. Τη μαμά την έβαλαν στο ψυχιατρείο. Η αρραβωνιαστικιά του θείου μου, η Ναταλί, λέει πως είναι καλύτερα  για μένα να μην τη βλέπω.  Η μητέρα μου με χρειάζεται. Μόνο εμένα έχει. Με αφήνουν να τη βλέπω μια φορά το μήνα. Όσο πάει χάνει στ’ αλήθεια τα λογικά της. Την τελευταία φορά που πήγα δεν ήθελε να με δει. Δέθηκα στο κρεβάτι της. Ε, και τέλος πάντων… με έλυσαν με το ζόρι. Από τότε έχω τις μελανιές.
ΕΛΒΙΡΑ: Άλλους συγγενείς δεν έχεις;
ΚΛΑΡΑ: Όχι.
ΕΛΒΙΡΑ: Στο σπίτι σου ποιο είναι το πρόβλημα;
ΚΛΑΡΑ: Εκτός από το ότι η Ναταλί με μισεί, μου φωνάζει και με βρίζει. Εκτός από το ότι αρνούμαι να σηκωθώ, να πλυθώ και να πάω σχολείο αν δε με αφήσουν να δω τη μητέρα μου, κανένα. Κανένα πρόβλημα.
ΚΛΑΡΑ: Και δεν παρακολουθεί κανείς την υπόθεσή σου;
ΕΛΒΙΡΑ: Είμαι υπό την κηδεμονία συγγενών. Υποτίθεται πως ζω ευτυχισμένη με το θείο μου, αυτή όμως τον κάνει ό,τι θέλει. Δουλεύει πάρα πολύ. Περνάνε μέρες ολόκληρες χωρίς να τον βλέπω καθόλου.
ΕΛΒΙΡΑ: Και αν του μιλούσαμε;
ΚΛΑΡΑ: Δεν ωφελεί σε τίποτα. Δεν έχω άλλη επιλογή. Πρέπει να φύγω από 'δω. Θέλω να είμαι με τη μητέρα μου.
ΕΛΒΙΡΑ: Πάντα υπάρχουν επιλογές. Άσε με να το σκεφτώ. Θα βρούμε μια λύση. Ξεκουράσου και άσε με να το σκεφτώ.

Σκηνή 5η

Η Κλάρα ξυπνάει. Είναι μόνη της.

ΚΛΑΡΑ: ΕΛΒΙΡΑ, ΕΛΒΙΡΑ!
ΓΑΜΩΤΟ!

Αρχίζει να ντύνεται βιαστικά. Την ώρα που πάει να φύγει μπαίνει η Ελβίρα. Φέρνει ψωμί και τσούρος.

ΕΛΒΙΡΑ: Πού πας τόσο βιαστική;
ΚΛΑΡΑ: (Εκτός εαυτού) Πήγες στην αστυνομία; Έτσι, ε; Το ήξερα, το ήξερα εγώ πως δε θα με πίστευες.
ΕΛΒΙΡΑ: Δεν πήγα στην αστυνομία. Πήγα να πάρω ψωμί και λίγα τσούρος για πρωινό.
ΚΛΑΡΑ: Χα! Ναι, καλά, σε πίστεψα.
ΕΛΒΙΡΑ: Γιατί να σου πω ψέματα;
ΚΛΑΡΑ: Γιατί οι μεγάλοι όλο ψέματα λέτε! Νομίζετε ότι κάποιοι είστε! Το μόνο που θέλετε είναι να κάνετε κουμάντο και να δίνετε διαταγές.
ΕΛΒΙΡΑ: Όχι, εγώ δεν είμαι έτσι.
ΚΛΑΡΑ: Α, ναι; Και σε τι διαφέρεις εσύ, αν επιτρέπεται; Σε τι;
ΕΛΒΙΡΑ: Κοίταξέ με! Εγώ δεν έχω κανέναν να διατάζω!

Η Κλάρα τα χάνει. Η επιθετική συμπεριφορά της σταδιακά καταλαγιάζει.

ΚΛΑΡΑ: Αν μείνω εδώ, θα βρεις μεγάλο μπελά.
ΕΛΒΙΡΑ: Τον βρήκα ήδη. Έτσι κι αλλιώς πρέπει να μείνεις εδώ, τουλάχιστον μέχρι να σκεφτούμε κάτι.
ΚΛΑΡΑ: Γιατί;
ΕΛΒΙΡΑ: Η Ναταλί είπε στο χωριό ότι «όταν σε πιάσουν θα πας κατευθείαν στο οικοτροφείο». Όπως τ’ ακούς.

Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το κουδούνι της πόρτας. Βλέπουν από το παράθυρο ότι είναι η αστυνομία.

ΕΛΒΙΡΑ: Αστυνομία! Κρύψου, κρύψου!

Η Κλάρα δεν ξέρει πού να χωθεί. Στο τέλος κρύβεται κάτω από το γραφείο. Κουτουλάει. Πέφτουν μερικά χαρτιά.

Η Ελβίρα ανοίγει την πόρτα. Ακούμε τα λόγια της αποσπασματικά. Εντωμεταξύ η Κλάρα διαβάζει τα χαρτιά κάτω από το τραπέζι. Είναι κάτι σαν ντοσιέ. Έχει φωτογραφίες ενός κοριτσιού και αποκόμματα εφημερίδων.

ΕΛΒΙΡΑ: Ναι, το άκουσα στο χωριό.
ΚΛΑΡΑ: Η Ελβίρα Μπαρέδα απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά της ως διευθύντρια της Σχολικής Μονάδας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης «Βίρχεν δε λα Λουθ»…
ΕΛΒΙΡΑ: Όχι, δεν είδα τίποτα περίεργο.
ΚΛΑΡΑ: … ως άμεση υπαίτιος για το θάνατο της ανήλικης Ελένα Εσπινόσα που συνέβη στο…
ΕΛΒΙΡΑ: Ναι, φυσικά, αν δω κάτι…
ΚΛΑΡΑ: … σχολείο την ώρα που η μαθήτρια πίεζε τη διευθύντρια για να της διορθώσει ένα διαγώνισμα. Επειδή η νεαρή επέμενε φορτικά, η κυρία Μπαρέδα την παραμέρισε για να περάσει λέγοντάς της ότι θα μιλούσαν στο γραφείο της. Η Ελένα έχασε την ισορροπία της και έπεσε  από τις σκάλες, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα στον αυχένα και να πεθάνει ακαριαία.
ΕΛΒΙΡΑ: Ευχαριστώ που ήρθατε.
ΚΛΑΡΑ: Η κυρία Μπαρέδα κατηγορείται για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και θα οδηγηθεί σε δίκη που θα διεξαχθεί σύντομα.
ΕΛΒΙΡΑ: Γεια σας, ελπίζω να τη βρείτε ζωντανή.

Η Ελβίρα κλείνει την πόρτα. Η Κλάρα βγαίνει κάτω από το γραφείο, έντρομη.

Σκηνή 6η

ΚΛΑΡΑ: Τι συμβαίνει;
ΕΛΒΙΡΑ: Κάνουν περιπολίες. Σε ψάχνουν ακόμα.
ΚΛΑΡΑ: Αλλά κανείς δεν είδε τίποτα.
ΕΛΒΙΡΑ: Μπορούμε να είμαστε ήσυχες. Κανείς δεν ξέρει πως είσαι εδώ.
ΚΛΑΡΑ: Και πόσο πρέπει να μείνω κλεισμένη εδώ μέσα;
ΕΛΒΙΡΑ: Μπορώ να μιλήσω με την Πρόνοια.
ΚΛΑΡΑ: Εσύ; Ας γελάσω.

Η Ελβίρα δεν μπορεί να πιστέψει το θράσος του κοριτσιού.

ΕΛΒΙΡΑ: Δεν σου επιτρέπω να μου μιλάς με αυτό τον τρόπο. Αν δε σου αρέσει αυτό που λέω, ορίστε η πόρτα.

Η Κλάρα αρχίζει να βάζει τα παπούτσια της.

ΚΛΑΡΑ: Το σκάω από μια τρελή και πέφτω πάνω σε άλλη. Τύχη βουνό έχω.
ΕΛΒΙΡΑ: Για ποιο πράγμα μιλάς;
ΚΛΑΡΑ: (Όρθια, με προκλητικό ύφος) Για την Ελένα Εσπινόσα.

Η Ελβίρα βλέπει το ντοσιέ στο πάτωμα. Καταλαβαίνει. Πέφτει στην πολυθρόνα, ηττημένη.

ΕΛΒΙΡΑ: Δεν μπορείς να καταλάβεις. Ατύχημα ήταν.
ΚΛΑΡΑ: Την έσπρωξες;
ΕΛΒΙΡΑ: Παραπάτησε. Την ήξερα από έξι χρονών… και τους γονείς της.
ΚΛΑΡΑ: Και έφυγες· για να κρυφτείς σε τούτο εδώ το χωριό.
ΕΛΒΙΡΑ; Ναι.
ΚΛΑΡΑ: Και;
ΕΛΒΙΡΑ: Η φυγή δεν ωφελεί σε τίποτα.
ΚΛΑΡΑ: Και τι θες να κάνω;
ΕΛΒΙΡΑ: Να κινήσεις γη και ουρανό. Τηλεφώνησε στην ψηλομύτα και πες της ότι δεν είσαι καλά. Εγώ θα σε βοηθήσω. Πάμε στο ψυχιατρείο. Να μιλήσουμε με τους γιατρούς. Και αν προσπαθούσαμε να βγάλουμε τη μητέρα σου;
ΚΛΑΡΑ: Να βγάλουμε τη μητέρα μου; Σοβαρά το λες; Μου το υπόσχεσαι;

Η Ελβίρα διστάζει μόνο για ένα δευτερόλεπτο.

ΕΛΒΙΡΑ: Σου το υπόσχομαι.

 Σκηνή 7η

Η Ελβίρα σε μια λευκή και κρύα αίθουσα. Μόνη. Απέναντί της μια άδεια καρέκλα.
Μπαίνει η μητέρα. Μια γυναίκα τσακισμένη, ούτε ίχνος λογικής στο πρόσωπό της.

ΕΛΒΙΡΑ: Γεια. Πώς είσαι;
ΜΗΤΕΡΑ: Μμμμμ…….
ΕΛΒΙΡΑ: Είμαι η Ελβίρα. Σου είπαν, φαντάζομαι, γιατί είμαι εδώ.  
ΜΗΤΕΡΑ: Δεν θυμάμαι.
ΕΛΒΙΡΑ: Για την Κλάρα.

Η μητέρα σηκώνει το κεφάλι της.

ΜΗΤΕΡΑ: Για την Κλάρα;
ΕΛΒΙΡΑ: Θέλει να σε δει.
ΜΗΤΕΡΑ: Αυτό είναι αδύνατο.
ΕΛΒΙΡΑ: Σε χρειάζεται. Είσαι η μητέρα της.
ΜΗΤΕΡΑ: Όχι πια.

Η Ελβίρα την πλησιάζει. Απομακρύνει τα μαλλιά από το πρόσωπό της. Της φτιάχνει μια κοτσίδα. Αυτό και μόνο κάνει τη μητέρα να φαίνεται πιο νέα.

ΕΛΒΙΡΑ: Πόσα χάπια παίρνεις;
ΜΗΤΕΡΑ: Πάρα πολλά.
ΕΛΒΙΡΑ: Θες να βγεις λίγο στον κήπο;
ΜΗΤΕΡΑ: Όχι. Έχει πολύ φως.
ΕΛΒΙΡΑ: Χρειάζεσαι λίγο ήλιο.

Προσπαθεί να σηκώσει τη μητέρα, εκείνη γαντζώνεται από την καρέκλα.

ΜΗΤΕΡΑ: Όχι είπα!
ΕΛΒΙΡΑ: Σου έχω μια έκπληξη.

Η μητέρα δεν αντιδρά. Η Ελβίρα βγάζει από την τσάντα της ένα ανάλαφρο φουστάνι.

ΕΛΒΙΡΑ: Κοίτα τι φουστάνι σού έφερα.
ΜΗΤΕΡΑ: (ανόρεχτα) Ωραίο είναι.
ΕΛΒΙΡΑ: Θες να το δοκιμάσεις; Θα σου το δανείσω.
ΜΗΤΕΡΑ: Γιατί;
ΕΛΒΙΡΑ: Για να βγεις στον κήπο, να κάνεις μια βόλτα με την κόρη σου.
ΜΗΤΕΡΑ: Όχι! Όχι!
ΕΛΒΙΡΑ: Θα πάμε μαζί. Η Κλάρα έχει κρυφτεί.
ΜΗΤΕΡΑ: Γιατί μου το κάνεις αυτό; Γιατί;
ΕΛΒΙΡΑ: Να σε βοηθήσω θέλω μόνο.
ΜΗΤΕΡΑ: Θες να τρελαθώ;
ΕΛΒΙΡΑ: Γιατί το λες αυτό; Η κόρη σου σε περιμένει.

Η μητέρα ξανασηκώνει το κεφάλι.

ΜΗΤΕΡΑ: Δεν ξέρω ποια είσαι. Δεν ξέρω τι κάνεις εδώ, όμως δεν μπορείς να με πληγώσεις άλλο. Η Κλάρα το έσκασε από το σπίτι του αδερφού μου πριν δύο μέρες.
ΕΛΒΙΡΑ: Το ξέρω, εγώ όμως τη βρήκα.
ΜΗΤΕΡΑ: Πού;
ΕΛΒΙΡΑ: Στην όχθη του ποταμού.
ΜΗΤΕΡΑ: Αυτό δεν είναι αλήθεια.

Η μητέρα βγάζει ένα μικρό τσαλακωμένο χαρτί από την τσέπη της ρόμπας της.  

ΜΗΤΕΡΑ: Χτες το πρωί ήρθε η αστυνομία να με δει.
Βρήκαν την Κλάρα. Στην όχθη του ποταμού. Παρασυρμένη από το ρεύμα. Πνιγμένη.
Ορίστε η απόδειξη. Το πιστοποιητικό. Αύριο θα με αφήσουν να βγω. Θα τη θάψουμε δίπλα στον πατέρα της. Μαζί οι δυο τους για πάντα.

Η Ελβίρα κάθεται στην καρέκλα με τα χαρακτηριστικά του προσώπου της  αλλοιωμένα.  

ΕΛΒΙΡΑ: Δεν είναι δυνατόν. Την είδα.
ΜΗΤΕΡΑ: Η μικρή μου, το κοριτσάκι μου. Αυτή τη στιγμή της κάνουν νεκροψία. Είχε κάτι φρικτές μελανιές στα πόδια.
ΕΛΒΙΡΑ: ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ!

Η Ελβίρα εκτός εαυτού ορμάει στη μητέρα.

ΕΛΒΙΡΑ: ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ! ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ!

ΜΗΤΕΡΑ: ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ! 

Η ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ ΝΑ ΧΤΥΠΗΣΕΙ ΕΝΑ ΚΟΥΔΟΥΝΙ, ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ Ο ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ. ΒΗΜΑΤΑ, ΦΩΝΕΣ, ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ Ο ΜΕΤΑΛΛΙΚΟΣ ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΣ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙ ΕΝΩ ΠΕΦΤΕΙ ΤΟ…

ΣΚΟΤΑΔΙ




Μετάφραση: Ξένια Κακάκη, Ίρις Καραγιάννη, Μαρία Βερονίκη Μπούγαλη, Μυρσίνη Πάρσαλη, Εύη Στάθη
Μεταφραστική επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Η μετάφραση είναι προϊόν του μαθήματος λογοτεχνικής μετάφρασης της ισπανικής κατεύθυνσης, το οποίο δίδαξε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο πλαίσιο του Διαπανεπιστημιακού Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μετάφραση-Μεταφρασεολογία» του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά το ακαδημαϊκό έτος 2009-10.  

Η Γιολάντα Ντοράδο γεννήθηκε στην Κόρδοβα της Ισπανίας το 1969 και είναι απόφοιτος της Real Escuela Superior de Arte Dramático.

2 σχόλια:

  1. Πολύ ομορφη ιστορία .Θα ηθελα πολυ να διαβάσω την συνεχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτή είναι όλη η ιστορία. Η φαντασία σας μπορεί να γράψει τη συνέχεια...

      Διαγραφή