Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Βιβλιοκριτική του Βαγγέλη Μπουμπάκη για το Τόσο κακό για το τίποτα. Πέντε ποδοσφαιρικές ιστορίες από την Ισπανία (ανθολόγηση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος)

 

Τόσο κακό για το Τίποτα

 

Πέντε ποδοσφαιρικές ιστορίες από την Ισπανία

εκδόσεις Απρόβλεπτες

 

Διαβάζοντας αυτή τη συλλογή, είχα συνεχώς την αίσθηση ότι οι συγγραφείς δεν μιλούν τελικά για το ποδόσφαιρο. Μιλούν για το πώς οι άνθρωποι διαχειρίζονται την ελπίδα και τη ματαίωση. Για το πώς κουβαλάμε τις ήττες μας. Για το πώς συνεχίζουμε να συμμετέχουμε σε συλλογικές ιστορίες, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι μπορεί να απογοητευτούμε. Και ίσως γι’ αυτό το ποδόσφαιρο και η λογοτεχνία συναντιούνται τόσο συχνά: επειδή και τα δύο, με διαφορετικά μέσα, προσπαθούν να αφηγηθούν το ίδιο πράγμα, τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους.

Πολλοί θεωρούν ότι η λογοτεχνία ανήκει στον χώρο του «υψηλού» πολιτισμού και το ποδόσφαιρο στον χώρο της μαζικής διασκέδασης. Κι όμως, εδώ και δεκαετίες, σπουδαίοι συγγραφείς επιστρέφουν διαρκώς στο ποδόσφαιρο. Όχι επειδή ενδιαφέρονται για τα συστήματα, τις μεταγραφές ή τα αποτελέσματα, αλλά επειδή το γήπεδο είναι ένας από τους χώρους όπου συμπυκνώνονται με μοναδική ένταση ανθρώπινες εμπειρίες: η προσδοκία, η χαρά, η διάψευση, η αδικία, η συλλογική ταύτιση.

Το ποδόσφαιρο παράγει αφηγήσεις. Και η λογοτεχνία ενδιαφέρεται ακριβώς γι’ αυτές.

Όταν μιλάμε για ένα βιβλίο με ποδοσφαιρικές ιστορίες, συνήθως περιμένουμε ιστορίες θριάμβων, μεγάλων νικών, ηρώων και ένδοξων στιγμών. Το Τόσο κακό για το Τίποτα ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο. Οι πέντε ιστορίες της συλλογής δεν ενδιαφέρονται πρωτίστως για το αποτέλεσμα ενός αγώνα. Ενδιαφέρονται για όσα αποκαλύπτονται μέσα από το παιχνίδι, για τους ανθρώπους, τις κοινωνίες, τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις τους.

Το ποδόσφαιρο λειτουργεί εδώ ως καθρέφτης. Όχι ένας ακριβής ή αθώος καθρέφτης, αλλά ένας καθρέφτης αναπόφευκτος. Μέσα από ένα γκολ, ένα χαμένο πέναλτι, έναν τερματοφύλακα, μια κερκίδα ή μια ποδοσφαιρική ανάμνηση, οι συγγραφείς μιλούν για πολύ περισσότερα από το ίδιο το άθλημα. Μιλούν για τη φθορά του χρόνου, τη μοναξιά, τη συλλογική προσδοκία, την αποτυχία, την αξιοπρέπεια.

Και κάθε ιστορία το κάνει με τον δικό της τρόπο.

Ο γερό-Πανότσα του Ραφαέλ Αθκόνα είναι ένας άνθρωπος που έχει χρησιμοποιηθεί και στο τέλος πεταχτεί από ένα σύστημα που κάποτε τον είχε ανάγκη. Η τελευταία του μεγάλη στιγμή γίνεται, σχεδόν παρά τη θέλησή του, μια πράξη εκδίκησης απέναντι σε παράγοντες, προπονητές, συμπαίκτες και φιλάθλους. Μόνο που, στην ειρωνική λογική της ιστορίας, ακόμη και η εκδίκησή του καταλήγει να γίνει θρίαμβος για εκείνους που ήθελε να τιμωρήσει.

Στο Πέναλτι του Τζούκιτς του Χούλιο Γιαμαθάρες, το βάρος γίνεται σχεδόν υπαρξιακό. Ένας άνθρωπος βρίσκεται μόνος απέναντι στην μπάλα, έχοντας πίσω του μια ολόκληρη πόλη, μια ομάδα, μια περιφέρεια, μια ιστορία ζωής. Το πέναλτι δεν είναι πια μια απλή αγωνιστική πράξη. Είναι η στιγμή κατά την οποία η συλλογική προσδοκία συμπυκνώνεται πάνω στο σώμα ενός ανθρώπου.

Ο Μπενχαμίν Πράδο, από την άλλη, απομονώνει τη στιγμή της κατάρρευσης. Το χαμένο πέναλτι του Ραούλ δεν αφορά μόνο έναν ποδοσφαιριστή. Αφορά την πτώση ενός ήρωα από το ύψος στο οποίο τον έχει τοποθετήσει το συλλογικό φαντασιακό. Είναι η στιγμή που ένα πλήθος αναγκάζεται να κοιτάξει κατάματα τη δική του απογοήτευση.

Στον Μιγκέλ Ντελίμπες το ποδόσφαιρο εισβάλλει στον ιδιωτικό χώρο. Ένα δωμάτιο, ένα τρανζίστορ, σώματα και μια καθημερινότητα που συνεχίζεται ενώ κάπου αλλού διεξάγεται ένας αγώνας. Το παιχνίδι ακούγεται από μακριά, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή αυτών που το ακούν. Η πραγματική ζωή, τελικά, παίζεται αλλού.

Και υπάρχει, τέλος, η Ωδή στο Πλάτκο του Ραφαέλ Αλμπέρτι. Εδώ το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σε ποίηση και ο ποδοσφαιριστής σε φορέα μιας συλλογικής μνήμης. Ο Πλάτκο δεν είναι απλώς ένας τερματοφύλακας που αποκρούει. Το σώμα του γίνεται σύμβολο αντίστασης απέναντι στη συντριβή. Η απόκρουση μετατρέπεται σε πράξη αξιοπρέπειας και το γήπεδο σε χώρο όπου συναντιούνται το άτομο, η ιστορία και η μνήμη.

Αυτό που ενώνει αυτές τις τόσο διαφορετικές ιστορίες είναι η επιμονή τους να κοιτάζουν το ποδόσφαιρο από την πλευρά της ρωγμής. Στο χαμένο πέναλτι, στην αποτυχία, στη διάψευση, στη φθορά. Όχι γιατί οι συγγραφείς αγαπούν την ήττα, αλλά γιατί γνωρίζουν ότι στις στιγμές της αποτυχίας αποκαλύπτεται συχνά πιο καθαρά ο άνθρωπος.

Η νίκη μας επιτρέπει πολλές φορές να ξεχάσουμε. Η ήττα μάς αναγκάζει να θυμηθούμε.

Κι εδώ βρίσκεται, ίσως, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συλλογής. Η ήττα δεν παρουσιάζεται ως ατομικό ελάττωμα. Πίσω από αυτήν υπάρχουν σχέσεις, πιέσεις, συμφέροντα, προσδοκίες. Κανείς δεν χάνει εντελώς μόνος του. Και, κυρίως, κανείς δεν κερδίζει εντελώς μόνος του.

Η επιλογή της Ισπανίας δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για μια χώρα που κουβαλά έναν εμφύλιο πόλεμο, μια δικτατορία, μια δύσκολη μετάβαση στη δημοκρατία και ισχυρές περιφερειακές ταυτότητες. Μέσα σε αυτή την ιστορική πραγματικότητα, το ποδόσφαιρο δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα άθλημα. Υπήρξε χώρος έκφρασης κοινωνικών εντάσεων, πολιτισμικών διαφορών και συλλογικών ταυτοτήτων. Οι συγγραφείς της ανθολογίας δεν περιγράφουν μόνο ποδοσφαιρικούς αγώνες. Περιγράφουν, μέσα από αυτούς, μια κοινωνία.

Κι αυτό είναι που κάνει τις ιστορίες να ταξιδεύουν πέρα από τα ισπανικά σύνορα.

Διαβάζοντας αυτά τα κείμενα, δεν κοιτάζουμε μόνο προς την Ισπανία. Κοιτάζουμε, έστω έμμεσα, και προς τα μέσα. Γιατί και στην Ελλάδα το ποδόσφαιρο υπήρξε και παραμένει χώρος όπου συναντιούνται ελπίδες, ταυτότητες, κοινωνικές εντάσεις και συλλογικά όνειρα. Έχουμε κι εμείς γνωρίσει τη μέθη της επιτυχίας και την απότομη προσγείωση της αποτυχίας. Έχουμε επενδύσει σε ήρωες και τους έχουμε αποκαθηλώσει. Έχουμε μετατρέψει ένα γκολ ή ένα χαμένο πέναλτι σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που πραγματικά συνέβη μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.

Αξίζει, όμως, να σταθούμε και στους ίδιους τους συγγραφείς που συναντάμε εδώ. Ο Ραφαέλ Αθκόνα, ο Χούλιο Γιαμαθάρες, ο Μπενχαμίν Πράδο, ο Μιγκέλ Ντελίμπες και ο Ραφαέλ Αλμπέρτι προέρχονται από διαφορετικές λογοτεχνικές διαδρομές και διαφορετικές εποχές. Δεν γράφουν όλοι με τον ίδιο τρόπο ούτε χρησιμοποιούν το ποδόσφαιρο για τον ίδιο σκοπό. Αυτό ακριβώς κάνει την ανθολογία ενδιαφέρουσα. Το ποδόσφαιρο γίνεται ένας κοινός τόπος, πάνω στον οποίο συναντιούνται διαφορετικές φωνές, διαφορετικές ευαισθησίες και διαφορετικές αντιλήψεις για τον άνθρωπο και την κοινωνία.

Και εδώ η συμβολή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν έχουμε απλώς πέντε ισπανικές ιστορίες μεταφερμένες στα ελληνικά. Ο Παλαιολόγος, ως μεταφραστής αλλά και ανθολόγος της έκδοσης, είναι αυτός που δημιουργεί τη γέφυρα ανάμεσα σε αυτές τις φωνές και στον Έλληνα αναγνώστη. Η μακρά ενασχόλησή του με την ισπανική λογοτεχνία και τη λογοτεχνική μετάφραση τού επιτρέπει να κινηθεί ανάμεσα στη γλώσσα, την εποχή, το ύφος και τις πολιτισμικές αναφορές των κειμένων χωρίς να χαθεί η ιδιαίτερη φωνή του κάθε συγγραφέα.

Και αυτό δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα. Η καλή μετάφραση είναι συχνά αόρατη. Όταν λειτουργεί σωστά, ο αναγνώστης ξεχνά ότι διαβάζει μετάφραση. Βλέπει μπροστά του ένα κείμενο που μοιάζει να γράφτηκε εξαρχής στη γλώσσα του. Στην περίπτωση αυτής της ανθολογίας, η μετάφραση δεν λειτουργεί απλώς ως τεχνικό μέσο μεταφοράς των ιστοριών από τα ισπανικά στα ελληνικά. Λειτουργεί ως τρόπος να αποκτήσει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό πρόσβαση σε μια ολόκληρη λογοτεχνική και ποδοσφαιρική κουλτούρα.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το στοίχημα αυτού του βιβλίου: να μας δείξει ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να αποτελέσει ένα προνομιακό πεδίο αφήγησης για τη σύγχρονη εμπειρία. Όχι επειδή είναι σημαντικότερο από άλλα κοινωνικά φαινόμενα, αλλά επειδή συμπυκνώνει με μοναδικό τρόπο την ένταση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό, το σώμα και την Ιστορία, την ελπίδα και τη ματαίωση.

Και κάπως έτσι, το Τόσο κακό για το Τίποτα γίνεται κάτι περισσότερο από μια ανθολογία ποδοσφαιρικών ιστοριών.

Γίνεται ένα βιβλίο για τις ήττες που θυμόμαστε, για τις προσδοκίες που μας ξεπερνούν, για τους ήρωες που κάποτε φτιάξαμε και για τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από αυτούς.

Γιατί, τελικά, ίσως το ποδόσφαιρο και η λογοτεχνία να έχουν κάτι πολύ σημαντικό κοινό: κανένα από τα δύο δεν μας οφείλει παρηγοριά. Μας οφείλει, όμως, μια ιστορία που να αξίζει να ειπωθεί.

Και αυτή η συλλογή έχει πέντε.

 

 

 

Βαγγέλης Μπουμπάκης
Ηθοποιός / Σκηνοθέτης
Θέατρο Άδειος Χώρος

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου