Gabriel Jiménez Emán - celebrando a un pionero
Γκαμπριέλ Χιμένες
Εμάν – μικροδιηγήματα ενός πρωτοπόρου
Gabriel
Jiménez Emán (Caracas, Venezuela, 1950) es un escritor, narrador, poeta,
ensayista, compilador y traductor venezolano, destacando más en el ámbito de la
narrativa y la poética, la cual ha sido traducida a varios idiomas y recogida
en antologías latinoamericanas y europeas. En 1973, Emán publicó Los
dientes de Raquel, uno de los primeros libros de minicuentos editados en
Latinoamérica.
Ο
Γκαμπριέλ Χιμένες Εμάν (Καράκας, Βενεζουέλα, 1950) είναι Βενεζουελανός
πεζογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, ανθολόγος και μεταφραστής, που έχει
διακριθεί στους τομείς της πεζογραφίας και της ποίησης −η οποία έχει
μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες−, ενώ κείμενά του έχουν συμπεριληφθεί σε
λατινοαμερικανικές και ευρωπαϊκές ανθολογίες. Το 1973, ο Εμάν δημοσίευσε το Los
dientes de Raquel, ένα από τα πρώτα βιβλία μικροδιηγημάτων που εκδόθηκαν
στη Λατινική Αμερική.
>.<>.<
Los brazos de Kalym
Kalym se arrancó los brazos y los lanzó a un abismo.
Al llegar a su casa, su mujer le preguntó sorprendida: «¿Qué has hecho con tus
brazos?».
—Me cansé de ellos y me los arranqué
—respondió Kalym.
—Tendrás que ir a buscarlos; vas a
necesitarlos para el almuerzo. ¿Dónde están?
—En un abismo, muy lejos de aquí.
—¿Y cómo has hecho para arrancártelos?
—Me despegué el derecho con el izquierdo,
y el izquierdo con el derecho.
—No puede ser —respondió su mujer—, pues
necesitabas el izquierdo para arrancarte el derecho, pero ya te lo habías
arrancado.
—Ya lo sé mujer; mis brazos son algo muy
extraño.
Olvidemos eso por ahora y vayamos a
dormir —dijo Kalym, abrazando a su mujer.
Τα
χέρια του Καλίμ
Ο Καλίμ
ξερίζωσε τα χέρια του και τα πέταξε σ’ έναν γκρεμό. Όταν έφτασε σπίτι, η
γυναίκα του τον ρώτησε έκπληκτη: «Τι τα ’κανες τα χέρια σου;»
«Τα βαρέθηκα και τα ξερίζωσα», απάντησε
ο Καλίμ.
«Πρέπει να πας να τα βρεις, θα τα
χρειαστείς για το μεσημεριανό. Πού είναι;»
«Σ’ έναν γκρεμό, πολύ μακριά από δω».
«Και πώς κατάφερες να τα ξεριζώσεις;»
«Ξεκόλλησα το δεξί με το αριστερό και
το αριστερό με το δεξί».
«Δεν είναι δυνατόν», απάντησε η γυναίκα
του, «αφού χρειαζόσουν το αριστερό για να ξεριζώσεις το δεξί, αλλά το είχες ήδη
ξεριζώσει».
«Το ξέρω, ρε γυναίκα. Είναι περίεργο
πράμα τα χέρια μου. Ας το ξεχάσουμε αυτό τώρα κι ας πάμε για ύπνο», είπε ο
Καλίμ, αγκαλιάζοντας τη γυναίκα του.
Unos zapatos
Es la historia de un par de zapatos de cuero marrón
oscuro y lustroso número 40. Mario se va a dormir frecuentemente a las 11:30 y
los deja bajo la cama.
El zapato derecho espera que Mario se
duerma y luego trata de despertar al zapato izquierdo, que siempre permanece
inmóvil. Después camina solo por toda la habitación, y si la puerta está
abierta sale a caminar entre los árboles, a tomar el aire o a ver las
estrellas. Muy pronto se aburre de andar solo y piensa en el zapato izquierdo,
el perfecto compañero para sus andanzas nocturnas. Pasan los días y el zapato
derecho sigue insistiendo en despertar al zapato izquierdo, y un día, por fin,
lo logra. Se explica por eso que Mario se despertara una mañana y no encontrara
a sus zapatos nunca más.
Κάτι παπούτσια
Είναι η ιστορία ενός ζευγαριού
σκούρων καφέ γυαλιστερών δερμάτινων παπουτσιών νούμερο 40. Ο Μάριο συχνά πάει
για ύπνο στις 11:30 και τ’ αφήνει κάτω από το κρεβάτι.
Το δεξί
παπούτσι περιμένει να κοιμηθεί ο Μάριο και μετά προσπαθεί να ξυπνήσει το
αριστερό παπούτσι, το οποίο παραμένει πάντα ακίνητο. Μετά, περιφέρεται μόνο του
σε όλο το δωμάτιο και, αν είναι ανοιχτή η πόρτα, βγαίνει έξω για να περπατήσει
ανάμεσα στα δέντρα, να πάρει λίγο αέρα ή να κοιτάξει τα αστέρια. Πολύ σύντομα,
βαριέται να περιφέρεται μόνο του και σκέφτεται το αριστερό παπούτσι, τον τέλειο
σύντροφο για τις νυχτερινές του περιπλανήσεις. Οι μέρες περνούν και το δεξί
παπούτσι επιμένει να ξυπνάει το αριστερό παπούτσι και μια μέρα, επιτέλους, τα
καταφέρνει. Έτσι εξηγείται γιατί ο Μάριο ξύπνησε ένα πρωί και δεν βρήκε ποτέ
ξανά τα παπούτσια του.
Documento de muerte
Recuerdo muy bien el día de mi muerte. Todos estaban
tristes por lo trágico del accidente: mi automóvil pierde los frenos y da de
lleno contra un camión.
Yo fui a
verme en la urna. Es algo realmente horrendo observarse ahí dentro sin poder
hacer nada para escapar. Créanme que sentí náuseas y el estómago se me anudó.
Desde entonces no he podido dormir y cada día me siento peor.
Prometo
firmemente que la próxima vez que muera no iré a verme, pues se termina por no
saber nada acerca de la muerte; y si se está muerto, por lo menos tiene uno el
derecho de saberlo.
Τεκμήριο θανάτου
Θυμάμαι πολύ καλά τη μέρα του
θανάτου μου. Όλοι ήταν λυπημένοι για το τραγικό δυστύχημα: δεν έπιασαν τα φρένα
του αυτοκινήτου μου και στούκαρα σ’ ένα φορτηγό.
Πήγα να με δω στην
τεφροδόχο. Είναι πραγματικά φρικτό να βλέπεις τον εαυτό σου εκεί μέσα, χωρίς να
μπορείς να κάνεις τίποτα για να ξεφύγεις. Πιστέψτε με, μ’ έπιασε ναυτία και το
στομάχι μου έγινε κόμπος. Από τότε, δεν μπορώ να κοιμηθώ και κάθε μέρα νιώθω
χειρότερα.
Υπόσχομαι ρητά
ότι την επόμενη φορά που θα πεθάνω, δεν θα πάω να με δω, γιατί τελικά δεν μαθαίνεις
τίποτα για τον θάνατο∙ κι αν είσαι νεκρός, έχεις τουλάχιστον το δικαίωμα να το
ξέρεις.
Indecisión
Margarita me decía que nunca iba a morir. Siempre,
desde niña, me repetía lo mismo, y yo, muy respetuoso de sus maravillosos
caprichos, no me atrevía a contrariarla. Por eso cuando murió no lo pude creer.
Nunca se sabe en esos casos.
Αναποφασιστικότητα
Η Μαργαρίτα μού έλεγε ότι δεν θα
πεθάνει ποτέ. Από μικρή, μου επαναλάμβανε πάντα το ίδιο, κι εγώ, με μεγάλο
σεβασμό στις υπέροχες ιδιοτροπίες της, δεν τολμούσα να την αντικρούσω. Γι’
αυτό, όταν πέθανε, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ποτέ δεν ξέρεις μ’ αυτά τα
πράγματα.
La triste historia de Finia, una gallina enamorada
Una gallina rara, de esas que se alejan de las demás
después de comer y se pegan a los alambres del gallinero a hacer la digestión y
a reflexionar sobre su triste destino, no es conocida por todos. Cualquiera que
la vea ahí, con el pico entre los alambres, susurrando una inaudible canción de
amor, debe, por reglas del alma, conmoverse. Busquémosle un nombre para
identificarnos con ella: Finia, por ejemplo. Pues bien, Finia, además de ser
muy hermosa y muy triste, está también muy enamorada de un gallo que oye cantar
todas las mañanas, y deduce que por su canto debe ser el gallo más amoroso y
comprensivo de la tierra. El canto del gallo le traspasa el alma, y ella,
encerrada en su triste y húmedo gallinero, llora sin lágrimas, pues ya sabemos
que a las gallinas no les salen lágrimas por los ojos, ni siquiera cuando les
tuercen el pescuezo.
Finia, al
fin, fortalecida por su amor, logra pasar increíblemente por un orificio
demasiado estrecho para su cuerpo, rompiéndose así las plumas, parte de la
cabeza, e inutilizándose por completo una pata. Después, con el plumaje lleno
de sangre, espera que despunte el alba y aguarda el canto de su gallo; luego,
guiada por su corazón y conducida por el canto más melodioso de la tierra,
llega hasta el hogar de su gran gallo, poseedor de sus infinitas ilusiones. Y allí
está él, con las alas extendidas al viento y al mundo, con un plumaje que
podría desafiar al de los pavorreales, con el pico hacia el cielo. Y allí está
ella, llorando, porque Finia es la única gallina que ha llorado, y ahora está
parada ahí, al final de su vida, porque en ese momento alguien le agarra el
pescuezo y se lo tuerce.
Después, el
Sr. De la casa comentará: «Qué gallina más buena», sin saber, ahora ni nunca,
que estaba llena de amor hasta los huesos.
Η θλιβερή ιστορία της Φίνια, μιας ερωτευμένης κότας
Μια κότα παράξενη, από εκείνες που
απομακρύνονται από τις υπόλοιπες μόλις φάνε και πάνε και κολλάνε στο
συρματόπλεγμα του κοτετσιού για να χωνέψουν και να συλλογιστούν τη θλιβερή τους
μοίρα, ε δεν τη συναντάς και πολύ συχνά. Όποιος τη δει εκεί, με το ράμφος της
ανάμεσα στα σύρματα, να ψιθυρίζει ένα ερωτικό τραγούδι που μετά βίας ακούγεται,
πρέπει, αν έχει ψυχή, να συγκινηθεί. Ας της βρούμε ένα όνομα για να ταυτιστούμε
μαζί της: Φίνια, για παράδειγμα. Λοιπόν, η Φίνια, εκτός από πολύ όμορφη και
πολύ θλιμμένη, είναι επίσης πολύ ερωτευμένη μ’ έναν κόκορα που τον ακούει να τραγουδάει
κάθε πρωί, και συμπεραίνει από το τραγούδι του ότι πρέπει να είναι ο πιο ερωτικός
και συμπονετικός κόκορας στη γη. Το τραγούδι του κόκορα διαπερνά την ψυχή της,
κι εκείνη, κλεισμένη στο θλιβερό και υγρό κοτέτσι της, κλαίει χωρίς δάκρυα, ξέρουμε
εξάλλου πως στις κότες δεν τρέχουν δάκρυα από τα μάτια τους, ούτε καν όταν τους
στρίβουν το λαρύγγι.
Η Φίνια, τελικά,
παίρνοντας δύναμη από τον έρωτά της, καταφέρνει, αδιανόητο πώς, να περάσει μέσα
από μια τρύπα πολύ στενή για το σώμα της, τσακίζοντας τα φτερά της, ένα μέρος
του κεφαλιού της και σακατεύοντας εντελώς το ένα της πόδι. Ύστερα, με το
φτέρωμά της μέσα στα αίματα, προσμένει να ξημερώσει για να ακούσει το τραγούδι
του κόκορά της∙ έπειτα, ακολουθώντας την καρδιά της και οδηγούμενη από το πιο
μελωδικό τραγούδι στη γη, φτάνει ως το σπιτικό του μεγάλου κόκορά της, του
κατόχου των άπειρων προσδοκιών της. Και να τον, με τα φτερά του ορθάνοιχτα στον
άνεμο και τον κόσμο, με φτέρωμα που θα το ζήλευαν και τα παγώνια, με το ράμφος
του στραμμένο στον ουρανό. Και να την, να κλαίει, επειδή η Φίνια είναι η
μοναδική κότα που έχει κλάψει ποτέ, και τώρα στέκεται εκεί, στο τέλος της ζωής
της, επειδή εκείνη τη στιγμή κάποιος την αρπάζει από τον λαιμό και της τον
στρίβει.
Αργότερα, ο
κύρης του σπιτιού θα σχολιάσει: «Τι νόστιμη κότα!» χωρίς να ξέρει, ούτε τώρα
ούτε ποτέ, ότι ήταν γεμάτη έρωτα ως το μεδούλι.
Argumento para un pueblo de verdugos
Un hombre inocente es condenado a muerte por un
pueblo. El tribunal decide hacerlo decapitar, a la vista de todos.
En el momento
de la ejecución, el verdugo se siente culpable y se lo dice al pueblo. El
pueblo, alarmado y confuso, propone decapitar al verdugo.
De la misma
forma el nuevo verdugo, en el momento de decapitar al antiguo verdugo, se
siente culpable y se lo dice al pueblo.
Así, ya no
parece quedar nadie más en el pueblo que se atreva a ser verdugo de verdugos
inocentes.
Por fin, un
hombre se ofrece voluntariamente a hacer de verdugo, y en el momento de la
ejecución desvía el hacha hacia la cabeza del gobernador y lo decapita, en el
nombre del pueblo.
El valeroso
hombre resulta ser después hermano del primer hombre inocente, que es a su vez
el único verdugo culpable.
Υπόθεση
για έναν λαό δήμιων
Ένας
αθώος άντρας καταδικάζεται σε θάνατο από έναν λαό. Το δικαστήριο αποφασίζει να
διατάξει τον αποκεφαλισμό του, σε δημόσια θέα.
Τη στιγμή της εκτέλεσης, ο δήμιος
αισθάνεται ένοχος και το λέει στον λαό. Ο λαός, ανήσυχος και σε σύγχυση,
προτείνει τον αποκεφαλισμό του δήμιου.
Με τον ίδιο τρόπο, ο νέος δήμιος, τη
στιγμή που αποκεφαλίζει τον παλιό δήμιο, αισθάνεται ένοχος και το λέει στον
λαό.
Έτσι, φαίνεται ότι δεν απομένει κανείς πια
από τον λαό που να τολμά να γίνει δήμιος αθώων δήμιων.
Εν τέλει, ένας άντρας προσφέρεται
εθελοντικά να γίνει δήμιος και τη στιγμή της εκτέλεσης, στρέφει το τσεκούρι
προς το κεφάλι του κυβερνήτη και τον αποκεφαλίζει, εν ονόματι του λαού.
Ο θαρραλέος άντρας αργότερα
αποδεικνύεται ότι είναι ο αδελφός του πρώτου αθώου άντρα, ο οποίος με τη σειρά
του είναι ο μόνος ένοχος δήμιος.
Los dientes de Raquel
Raquel mordió una manzana, y todos sus dientes quedaron en ella. Fue a su
casa con la boca sangrando a avisarle a su mamá. La mamá vino corriendo
asustada a buscar los dientes de Raquel, y cuando llegó, los dientes se habían
comido la manzana.
La mamá quiso recogerlos, pero los
dientes se levantaron y se comieron a Raquel y a la mamá.
Después, los dientes volvieron a
la boca de Raquel, quien muy hambrienta corrió a pedirle a su mamá que le
comprara una manzana.
Τα
δόντια της Ρακέλ
Η
Ρακέλ δάγκωσε ένα μήλο και όλα της τα δόντια έμειναν μέσα του. Πήγε σπίτι με
στόμα που αιμορραγούσε για να το πει στη μαμά της. Η μαμά έτρεξε έντρομη να αναζητήσει
τα δόντια της Ρακέλ, μα όταν έφτασε, τα δόντια είχαν φάει το μήλο.
Η μαμά επιχείρησε να τα μαζέψει, αλλά τα
δόντια σηκώθηκαν κι έφαγαν τη Ρακέλ και τη μαμά της.
Έπειτα, τα δόντια επέστρεψαν στο στόμα
της Ρακέλ, κι αυτή, πολύ πεινασμένη, έτρεξε να ζητήσει από τη μαμά της να της
αγοράσει ένα μήλο.
Η μετάφραση είναι προϊόν του Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης
Ισπανικά > Ελληνικά που συντονίζει ο καθηγητής και μεταφραστής Κωνσταντίνος
Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Συμμετείχαν οι: Όλγα
Αναστασιάδου, Αικατερίνη Γιασιράνη, Χριστίνα Δημητρίου, Βάλλια Εμμανουηλίδου,
Παντελής Κουτσιανάς, Μαρία Μανωλοπούλου, Χριστίνα Μπατσίλα, Χρύσα Παπανικολάου,
Ζαχαρίας Χιονίδης, Marcela Fernández Márquez,
Daniel Jiménez Martín.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου